Legislator Case Law & Legislation
875/2009 AI generated

Supreme Court partially annulled appeal decision for violating res judicata on supplementary compensation claim.

Case Number 875/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially annulled the Athens Court of Appeal's decision, remanding the case for retrial on specific claims. The appellant argued the lower court violated res judicata by re-evaluating a supplementary compensation claim previously rejected in an earlier appeal judgment. The court held that the lower court erred by examining the entire case instead of being limited to the annulled portion, thus breaching established legal principles.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 16 K.Pol.D.; Art. 580 no. 3 K.Pol.D.: When an appeal judgment annuls a lower court decision only partially, the court of remand must limit its review to the annulled portion and cannot re-examine the entire case, thereby violating res judicata if it does so.

Keywords

AI generated
res judicata violation partial annulment court of remand supplementary compensation appeal procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 16 K.Pol.D.
Art. 562 no. 4 K.Pol.D.
Art. 576 no. 2 K.Pol.D.
Art. 579 no. 1 K.Pol.D.
Art. 580 no. 3 K.Pol.D.
Art. 581 K.Pol.D.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 875 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 875/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντιγόνη Κίσσα.

Του αναιρεσιβλήτου: ...., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2741/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 3846/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 21-6-2001 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1847/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 3846/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 18/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-7-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 26-2-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του προτεινόμενου από την Εισηγήτρια λόγου και σε κάθε περίπτωση κατά παραδοχή του λόγου αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από την προσκομιζόμενη ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών... προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου για την ως άνω δικάσιμο και κλήση για παράσταση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, εφόσον αυτός δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, από τη σειρά του οικείου πινακίου, νομίμως έγινε η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή, ορίζεται από μεν τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 ΚΠολΔ ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.

Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", από δε τη διάταξη του άρθρου 581 ΚΠολΔ ότι "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση. Η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει με σαφήνεια ότι ο Άρειος Πάγος κρίνοντας επί ορισμένου αναιρετικού σφάλματος και θεωρώντας βάσιμο το σχετικό λόγο αναιρέσεως, εφόσον συντρέχουν οι όροι των άρθρων 579 παρ.1 και 581 παρ.2 ΚΠολΔ, τα οποία προβλέπουν και περί μερικής αναιρέσεως της αποφάσεως, όταν ο δεκτός γενόμενος αναιρετικός λόγος δεν πλήττει ευθέως ή κατά νομική ακολουθία το κύρος της όλης αποφάσεως, αναιρεί μερικώς την απόφαση.

Η μερική αυτή αναίρεση αναφέρεται σε ολόκληρο το κεφάλαιο της υποθέσεως, στον οποίο αφορά ο γενόμενος δεκτός αναιρετικός λόγος. Εάν η αναιρεθείσα απόφαση είναι του δευτέρου βαθμού, κατά το αυτό αναιρεθέν κεφάλαιο χωρεί η επανεξέταση της εφέσεως από το τμήμα της παραπομπής. Κατά τη νέα εκδίκαση της εφέσεως οι μη αναιρεθείσες διατάξεις διατηρούν την ισχύ τους και δεσμεύουν το τμήμα της παραπομπής λόγω του υπάρχοντος και μη ανατραπέντος δια της αποφάσεως δεδικασμένου εκ της εν μέρει οριστικής και αμετάκλητης ήδη αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου χωρίς να εξετάζονται εκ νέου τα κεφάλαια της διαφοράς που αντιστοιχούν σ' αυτές.

Aν ως προς ορισμένο χωριστό κεφάλαιο αυτής, για το οποίο διαλαμβάνει ιδιαίτερη διάταξη η προσβληθείσα με αναίρεση απόφαση, δεν αναιρεθεί, το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να επιληφθεί ως προς το κεφάλαιο τούτο της υποθέσεως, αφού τότε, θα προσέβαλλε το δεδικασμένο, που κατ' άρθρ. 322 ιδίου Κώδικα λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Στην προκείμενη περίπτωση από τα παρακάτω διαδικαστικά έγγραφα που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο προκύπτουν τα ακόλουθα: ο αναιρεσίβλητος με την από 15-6-1998 αγωγή του ισχυρίστηκε ότι είχε προσληφθεί από την αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως χειριστής αεροσκαφών και προσέφερε σ' αυτήν τις υπηρεσίες του μέχρι 16-9-1993 που αποχώρησε λόγω συνταξιοδοτήσεως του.

Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 3-10-1989 μέχρι 16-9-1993 η αναιρεσείουσα κατέβαλε σ' αυτόν μειωμένες αποδοχές και δη του κατέβαλε τον βασικό μισθό κυβερνήτη αεροσκάφους τύπου Boeing 767, παρότι παρείχε υπηρεσίες συγκυβερνήτη Boeing 747. Ειδικότερα ισχυριζόταν κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή ότι τα αρμόδια όργανα της αναιρεσείουσας παράνομα και υπαίτια:

α) κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-1993 μέχρι 16-9-1993 κατέβαλαν σ' αυτόν μικρότερες αποδοχές κατά το ποσό των 619.685 δρχ. β) ότι παρακράτησαν τη διαφορά αποδοχών Κ2-747 από εκείνη του Κ1-747 που είχαν καταβληθεί στον αναιρεσίβλητο κατά το χρονικό διάστημα από 3-10-1989 μέχρι 30-3-1993 ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 4.601.110 δρχ.

μερικώς για ποσό 550.000 δρχ. από το ποσό των δεδουλευμένων αποδοχών του και κατά το υπόλοιπο ποσό των 4.051.110 από το ποσό της αποζημιώσεως του λόγω αποχωρήσεως από την υπηρεσία για να συνταξιοδοτηθεί και γ) δεν κατέβαλαν σ' αυτόν πλήρη την οφειλόμενη αποζημίωση, αφού δεν συνυπολόγισαν τη διαφορά των αποδοχών κατά το ποσό των 112.670 δρχ.

μηνιαίως και έτσι έλαβε μικρότερη αποζημίωση κατά το ποσό των 1.982.992 δρχ. Ζητούσε δε να του επιδικαστεί το συνολικό ποσό των 7.203.787 δρχ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2741/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία αυτή έγινε ενόλω δεκτή. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την από 17-12-1999 έφεση της, η οποία συνεκδικάστηκε με τους πρόσθετους λόγους που η ίδια άσκησε, καθώς και την αντέφεση που άσκησε ο αναιρεσίβλητος.

Επ' αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3846/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία εκτιμήθηκε ότι τα πιο πάνω υπό στοιχεία β' και γ' κονδύλια της αγωγής των 4.051.110 δρχ. και 1.982.992 δρχ. αφορούσαν συμπληρωματική αποζημίωση για τη λύση της ένδικης σύμβασης εργασίας και τα απέρριψε ως μη νόμιμα, κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως, ενώ το με στοιχεία α' κονδύλιο της αγωγής που αφορούσε τις διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1-4-1993 έως 16-9-1993 κρίθηκε νόμιμο και κατ' ουσίαν βάσιμο ως και πρωτοδίκως και απορρίφθηκε ο σχετικός λόγος εφέσεως.

Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 21-6-2001 αίτηση αναιρέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1847/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η πιο πάνω υπ' αριθμ. 3846/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και μόνο ως προς το κονδύλιο αυτής των 4.051.110 δρχ. παραπέμφθηκε δε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο κατά το αναιρεθέν μέρος της.

Στη συνέχεια η υπόθεση εισήχθη εκ νέου στο ίδιο Εφετείο, το οποίο όμως δεν περιορίστηκε στην έρευνα της υπόθεσης μέσα στα όρια που διαγράφονταν με την ως άνω αναιρετική απόφαση, αλλά ερεύνησε αυτήν εξολοκλήρου ως προς όλα τα κονδύλια αυτής και απέρριψε ενόλω την έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δεχόμενο ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται και το ποσό των 1.982.992 ως συμπληρωματική αποζημίωση, αν και το κονδύλιο αυτό είχε απορριφθεί αμετακλήτως ως μη νόμιμο από την προγενέστερη υπ' αριθμ. 3846/2000 απόφαση του ίδιου Εφετείου, η οποία ως προς το κεφάλαιο αυτό δεν είχε αναιρεθεί.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε το δεδικασμένο που προκύπτει από τις παραπάνω αποφάσεις και ως εκ τούτου στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος προτείνεται από την Εισηγήτρια σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής με το οποίο έγινε δεκτό το τρίτο από τα πιο πάνω κονδύλια αγωγής των 1.982.992 δρχ.

που αφορά συμπληρωματική αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου, λόγω αποχωρήσεως του από την υπηρεσία, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρεθέν μέρος της στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 18/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο της αγωγής.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση κατά το άνω κεφάλαιο στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Mαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ