Legislator Case Law & Legislation
875/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on writ of execution where invalid promissory note functions as abstract undertaking.

Case Number 875/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to revoke the first-instance judgment regarding a writ of execution. The court found that the appellant, having accepted an invalid promissory note, intended for it to function as an abstract undertaking based on a separate guarantee contract. Consequently, the lack of formal validity of the note did not prevent the issuance of the payment order.

Legislator headnote

AI generated

Articles 623 to 630 of the Code of Civil Procedure; Articles 1 and 2 of Law 5325/1932; Article 873 of the Civil Code: An invalid promissory note may serve as an abstract undertaking if the parties intended it to, allowing a writ of execution despite the note's lack of formal validity.

Keywords

AI generated
abstract undertaking writ of execution invalid promissory note guarantee contract appellate review payment order formal validity

Cited Legislation

AI generated
Articles 623 to 630 of the Code of Civil Procedure
Articles 1 and 2 of Law 5325/1932
Article 873 of the Civil Code
Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 361, 848 and 873 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 875 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 875/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Χ1 , την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γεώργιος Αηδόνας, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ Του αναιρεσιβλήτου : Ψ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Νικόλαος Τσιάντος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ'αριθμ. 27502/31.07.1998 ανακοπή και τους υπ'αριθμ. 1561/16.01.2001 πρόσθετους λόγους ανακοπής της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 14286/2001 εν μέρει οριστική και 30128/2005 του ίδιου δικαστηρίου. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 09.12.2005 αίτησή της και τους από 21.01.2008 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 22.02.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 623 έως και 630 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στην αίτηση περί εκδόσεως διαταγής πληρωμής για χρηματική απαίτηση δεν είναι απαραίτητο να εκτίθεται το σύνολο των παραγωγικών της απαιτήσεως πραγματικών γεγονότων ούτε να γίνεται ο νομικός χαρακτηρισμός αυτής, αλλά αρκεί η έκθεση των περιστατικών εκείνων τα οποία εξατομικεύουν την απαίτηση ως προς το αντικείμενο, το είδος και τον τρόπο γενέσεως της και βάσει των οποίων ο δικάζων τη σχετική αίτηση δικαστής θα προβεί στον νομικό χαρακτηρισμό της απαιτήσεως και στην υπαγωγή των εκτιθέμενων περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 5325/1932 σε συνδυασμό προς το άρθρο 873 ΑΚ, η συναλλαγματική, εφόσον δεν ισχύει ως πιστωτικός τίτλος εξαιτίας ελλείψεως κάποιου τυπικού στοιχείου ή μη νόμιμης χαρτοσημάνσεώς της, μπορεί να ισχύσει μεταξύ εκδότη και αποδέκτη ως αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, κατά τη συναγόμενη από το περιεχόμενο αυτής (συναλλαγματικής) πρόθεση των μερών.

Ως εκ τούτου, στη σχετική αίτηση εκδόσεως διαταγής πληρωμής, με βάση μη νομίμως χαρτοσημασμένη και εντεύθεν άκυρη συναλλαγματική, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 182 ΑΚ, δηλαδή ότι τα μέρη, αν γνώριζαν την ακυρότητα της ενοχής από τη συναλλαγματική ως πιστωτικό τίτλο, θα ήθελαν να ισχύσει κατά μετατροπή ως αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους (Ολ ΑΠ 2088/1986, ΑΠ 378/2002).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τη συμπροσβαλλόμενη 14286/2001 απόφαση, το Πρωτοδικείο, δικάζοντας επί ανακοπής της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου περί ακυρώσεως της 18249/1998 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσας βάσει άκυρης συναλλαγματικής εκδόσεως του αναιρεσιβλήτου και αποδοχής της αναιρεσείουσας, έκρινε απορριπτέο ως νόμω αβάσιμο τον ένατο λόγο του πρόσθετου δικογράφου της ανακοπής, δεχθέν ότι, αν και η άκυρη λόγω εκπρόθεσμης χαρτοσημάνσεως συναλλαγματική, με βάση την οποία εξεδόθη η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, χαρακτηρίζετο στη σχετική αίτηση ως χρεωστικό ομόλογο, εντούτοις ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου ορθώς η χαρακτήρισε ως αφηρημένη υπόσχεση χρέους, καθόσον η αίτηση δεν αναφέρει μεν τα στοιχεία του χρεωστικού ομολόγου και ειδικότερα την εμπορική ιδιότητα της αναιρεσείουσας, διαλαμβάνει όμως τα θεμελιωτικά της αφηρημένης υποσχέσεως χρέους πραγματικά γεγονότα. Με την κρίση του αυτή το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη ακυρώσεως της διαταγής πληρωμής, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ απορρέων, πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

ΙΙ.- Έλλειψη νόμιμης βάσεως ιδρύουσα τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ υφίσταται όταν οι ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (αγωγικούς ισχυρισμούς, ενστάσεις, λόγους ανακοπής ή εφέσεως κλπ.), όχι όμως και σε ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής ή θεμελιωτικούς της επιχειρηματολογίας των διαδίκων, ούτε όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Πρωτοδικείο ότι, ως προς τη γενόμενη δεκτή εγγυητική ευθύνη της αναιρεσείουσας έναντι του αναιρεσιβλήτου, διέλαβε στην απόφαση του αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες, καθόσον δεν απαντά στις με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας προβληθείσες και αναφερόμενες στο αναιρετήριο "λογικές ανακολουθίες της συλλογιστικής του αναιρεσιβλήτου" και ιδίως δεν εξηγεί για ποιον λόγο δεν συνεβλήθη απευθείας και ο Γ1 (φερόμενος ως πρωτοφειλέτης) στην έκδοση της συναλλαγματικής είτε ως τριτεγγυητής είτε ως οπισθογράφος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι οι αποδιδόμενες ως άνω αντιφάσεις και ελλείψεις δεν αφορούν στους λόγους της ανακοπής, δηλαδή σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά συναρτώνται με ισχυρισμούς διατυπωμένους στις προτάσεις της αναιρεσείουσας και στηρίζοντες την επιχειρηματολογία της ίδιας.

ΙΙΙ.- Τον κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως θεμελιώνει και η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αλλά μόνο όταν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι όμως και όταν χρησιμεύουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, την ερμηνεία δικαιοπραξίας ή την αξιολόγηση της βαρύτητας των αποδεικτικών μέσων. Για τη διαδικαστική του πληρότητα πρέπει μεταξύ άλλων να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ως προς τον οποίο, κατά την ερμηνεία του ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών, παραβιάσθηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας, β) η έννοια που προσέδωσε στον κανόνα αυτόν το δικαστήριο της ουσίας και γ) το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ψέγεται το Πρωτοδικείο ότι παρεβίασε διδάγματα της κοινής πείρας και ειδικότερα ότι χρησιμοποίησε ανύπαρκτα τέτοια διδάγματα, αφού σε σχέση με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, περί του ότι την επίμαχη συναλλαγματική απεδέχθη μόνο για το ποσό των 40.000 δραχμών ως αμοιβή του αναιρεσιβλήτου για διεκπεραίωση υποθέσεως της στη εφορία και περί του ότι το μνημονευόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση χειρόγραφο σημείωμα υπεγράφη από αυτή για την παροχή πληρεξουσιότητας στον αναιρεσίβλητο προς ρύθμιση οφειλής της στην εφορία, αυτό (Πρωτοδικείο) απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της ανακοπής, δεχθέν αφενός ότι "δεν συνηθίζεται στις συναλλαγές να υπογράψουν οι πελάτες λογιστών συναλλαγματικές για αμοιβή τους"και αφετέρου ότι ο δεύτερος ως άνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας "δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής, καθότι σε μια τέτοια περίπτωση το έγγραφο θα έπρεπε να είναι επίσημο και να φέρει το γνήσιο της υπογραφής".

Δεν αναφέρονται όμως στο αναιρετήριο τα ως άνω αναγκαία για την πληρότητα του λόγου τούτου στοιχεία και άρα ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος. IV.- Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, μέμφεται το Πρωτοδικείο ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 873 ΑΚ, έκρινε πως η επίμαχη συναλλαγματική, λόγω μη νόμιμης χαρτοσημάνσεώς της, ισχύει κατά μετατροπή ως αφηρημένη υπόσχεση χρέους.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα κατά τη διερεύνηση του πρώτου λόγου, η μη νομίμως χαρτοσημασμένη και εντεύθεν άκυρη συναλλαγματική ισχύει μεταξύ εκδότη και αποδέκτη ως αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, κατά την τεκμαιρόμενη από το περιεχόμενο αυτής (συναλλαγματικής) θέληση των μερών.

V.- Σύμφωνα με το άρθρο 178 ΑΚ "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κριτήριο προσδιορισμού της έννοιας των χρηστών ηθών αποτελούν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη λογικώς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση στα χρηστά ήθη μπορεί να προκύπτει είτε από το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας είτε από τον συνδυασμό περιεχομένου, σκοπού και ελατηρίων των δικαιοπρακτούτων, οι οποίοι τελούν σε γνώση ή υπαίτια άγνοια των περιστάσεων, οι οποίες εκτιμώμενες αντικειμενικώς, προσδίδουν στη δικαιοπραξία τον χαρακτήρα της αντιθέσεως της στα χρηστά ήθη.

Εν προκειμένω όπως προκύπτει από τη συμπροσβαλλόμενη 14286/2001 απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε ως νόμω αβάσιμο σχετικό λόγο ανακοπής, κατά τον οποίο η -αποτελούσα την αιτία της αφηρημένης υποσχέσεως χρέους-σύμβαση εγγυήσεως είναι άκυρη ως αντίθετη στα χρηστά ήθη, εξαιτίας της θερμής ερωτικής σχέσεως της αναιρεσείουσας με τον Γ1 (πρωτοφειλέτη), η οποία (σχέση) την καθιστούσε υποχείριό του, με συνέπεια, κατόπιν της απειλής του αναιρεσιβλήτου ότι θα στραφεί κατά του πρωτοφειλέτη για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του, αυτή να υποσχεθεί την πληρωμή του χρέους.

Με την κρίση του αυτή το Πρωτοδικείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, αφού το γεγονός ότι αιτία της αναλήψεως από την αναιρεσείουσα της κρίσιμης εγγυητικής ευθύνης ήταν η θερμή ερωτική της σχέση με τον πρωτοφειλέτη, η οποία την καθιστούσε υποχείριο του, δεν αντιβαίνει αυτό καθεαυτό στα χρηστά ήθη, ενόψει μάλιστα του ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλέσθηκε άμεσο ή έμμεσο εξαναγκασμό της προς τούτο από τον πρωτοφειλέτη ή από τον αναιρεσίβλητο.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέων, πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ως προς την κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα αποδιδόμενη αιτίαση περί ελλείψεως νόμιμης βάσεως στη προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι δεν υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν ένας αυτοτελής ισχυρισμός, όπως είναι ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής, απορρίπτεται ως νόμω αβάσιμος.

VI.- Με τον πρώτο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 8, 10 και 14 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Πρωτοδικείο τις αιτιάσεις ότι, με το να απορρίψει ως απαράδεκτο, λόγω μη αναφοράς ονομαστικώς των μαρτύρων και των άλλων αποδεικτικών μέσων, τον ως λόγο ανακοπής προβληθέντα ισχυρισμό αυτής περί πλαστογραφήσεως του εγγράφου της συναλλαγματικής (ισχύουσας ως αφηρημένης υποσχέσεως χρέους) από τον αναιρεσίβλητο ως προς όλα τα στοιχεία, πλην της υπογραφής της στη θέση του αποδέκτη, α) παρέλειψε να λάβει υπόψη τον εμπεριεχόμενο στην ένσταση αυτή ισχυρισμό περί αρνήσεως της γνησιότητας της υπογραφής της, β) παρά τον νόμο Ι δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και γ) παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι με τον ως άνω ισχυρισμό (λόγο ανακοπής), όπως ρητώς αναφέρεται στο δικόγραφο της ανακοπής, η αναιρεσείουσα, δεχόμενη ότι έθεσε την υπογραφή της στη θέση του αποδέκτη της συναλλαγματικής, προσέβαλε αυτή ως πλαστή μόνο ως) προς τα υπόλοιπα στοιχεία. VII.- Με τον δεύτερο λόγο του ίδιου (πρόσθετου) αναιρετηρίου προσάπτεται στο Πρωτοδικείο ότι, παραλείποντας να εξετάσει την ως άνω ένσταση περί πλαστογραφήσεως της συναλλαγματικής από τον αναιρεσίβλητο, εσφαλμένως ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 158, 361 και 873 ΑΚ, κατά τις οποίες προϋπόθεση μετατροπής της επίμαχης συναλλαγματικής σε αφηρημένη αναγνώριση χρέους ήταν κατά τον χρόνο παραδόσεως της στον αναιρεσίβλητο να είχε συμπληρωθεί τουλάχιστον ως προς το ποσό, άλλως αυτό (Πρωτοδικείο) παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Σύμφωνα όμως με όσα εκτίθενται πιο πάνω κατά την εξέταση του προηγούμενου λόγου, η περί πλαστότητας ένσταση της αναιρεσείουσας ελήφθη υπόψη από το Πρωτοδικείο, το οποίο και την απέρριψε ως απαράδεκτη. Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος, ο οποίος ως προς τις άνω δύο αιτιάσεις υπάγεται αντιστοίχως στις ρυθμίσεις των αριθμών 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως.

VIII.- Με τον τρίτο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου αποδίδεται στο Πρωτοδικείο, κατ' εκτίμηση, αιτίαση ότι παρά τον νόμο δεν ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, αφού, βάσει της παραδοχής αυτού περί του ότι αιτία της ενυπάρχουσας στη συναλλαγματική αφηρημένης αναγνωρίσεως χρέους είναι η αιτιώδης σύμβαση εγγυήσεως, έπρεπε να γίνει δεκτή η ανακοπή και να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, διότι αυτή έχει εκδοθεί επί αιτήσεως στηριζόμενης στην αφηρημένη (αναιτιώδη) και όχι στην αιτιώδη αναγνώριση χρέους.

Ο λόγος αυτός, ο οποίος προσήκει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 873 ΑΚ και 623 ΚΠολΔ, η ύπαρξη βασικής σχέσεως (αιτίας) στην αφηρημένη υπόσχεση δεν εμποδίζει τη βάσει της τελευταίας έκδοση διαταγής πληρωμής. IX.- Με την προσβαλλόμενη 3128/2005 απόφασή του, το Πρωτοδικείο, αναφορικώς με την υπάρχουσα στην αφηρημένη υπόσχεση χρέους βασική σχέση της συμβάσεως εγγυήσεως δυνάμει της οποίας η αναιρεσείουσα ανέλαβε έναντι του αναιρεσιβλήτου την ευθύνη ότι θα καταβληθεί σ' αυτόν το οφειλόμενο από τον Γ1 λόγω δανείου χρηματικό ποσό των 40.000.000 δραχμών, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής:

Κατά τα Χριστούγεννα του έτους 1997 η αναιρεσείουσα, διατηρούσα ερωτική σχέση με τον Γ1, εγγυήθηκε, δυνάμει σχετικής συμβάσεώς της με τον αναιρεσίβλητο, την προς αυτόν εξόφληση του άνω χρέους του Γ1, προς τον σκοπό δε αυτόν απεδέχθη και υπέγραψε την επίμαχη συναλλαγματική, ενώ παραλλήλως υπέγραψε και ένα χειρόγραφο σημείωμα, στο οποίο αναφέρεται ότι "η παρακάτω υπογεγραμμένη Χ1 εγγυώμαι για το ποσό των 40.000.000 σαράντα εκατομμυρίων στον Ψ1 για χρήματα που έδωσε στον Γ1".

Με τις παραδοχές του αυτές το Πρωτοδικείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των άρθρων 847 και 873 ΑΚ, των οποίων υπονοείται η επίκληση με τον τέταρτο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου.

Ο λόγος συνεπώς αυτός, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδει έλλειψη νόμιμης βάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος. X.- Δέχθηκε επιπλέον το Πρωτοδικείο ότι αμφότεροι οι διάδικοι θέλησαν η άκυρη λόγω μη νόμιμης χαρτοσημάνσεώς της, συναλλαγματική να ισχύσει ως αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους και ότι η αναιρεσείουσα απεδέχθη τη συναλλαγματική προκειμένου να εγγυηθεί την εξόφληση του χρέους Γ1 προς τον αναιρεσίβλητο, γι' αυτό και ο τελευταίος δεν κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της πρώτης (αναιρεσείουσας).

Με τις παραδοχές του αυτές, σε συνδυασμό προς εκείνες που εκτίθενται πιο πάνω κατά τη διερεύνηση του προηγούμενου λόγου, το Πρωτοδικείο δεν ερμήνευσε εσφαλμένως τις διατάξεις των άρθρων 361, 848 και 873 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη ορθότητα ή μη της εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.

Ειδικότερα, είναι σαφής η παραδοχή του ότι πρόκειται για αφηρημένη υπόσχεση χρέους, βασική σχέση (αιτία) της οποίας είναι η σύμβαση εγγυήσεως. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέων, έκτος λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-12-2005 αίτηση και το από 21-1-2005 πρόσθετο δικόγραφο της Χ1 περί αναιρέσεως των 30128/2005 και 1428/2001 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ