Legislator Case Law & Legislation
875/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding the implicit request for admission of the original claim.

Case Number 875/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Kerkira's decision of 82/2003. The appellant argued the appeal lacked a specific request for the admission of the original claim, but the court found this request implicitly included in the document's content. Consequently, the court rejected the objection of inadmissibility and upheld the lower court's ruling on the merits regarding the exercise of the right of preemption.

Legislator headnote

AI generated

Article 566 & 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal document must contain a request for the admission of the original claim, which need not be explicitly stated if clearly inferred from the overall content.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility implicit request admission of claim right of preemption good faith procedural objection

Cited Legislation

AI generated
Article 566 & 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 570 & 1 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 875 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 875/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Φιλιππόπουλο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γαβριήλ Ντούγια, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 82/2003 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-1-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αντωνιάδης ανέγνωσε την από 15-2-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 82/2003 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 566 & 1 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120, να αναφέρει την προσβαλλόμενη απόφαση, τους λόγους της αναίρεσης, αίτηση για την αναίρεση, ολική ή εν μέρει, της προσβαλλόμενης απόφασης και αίτηση για την ουσία της υπόθεσης", προκύπτει ότι, στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να υπάρχει αίτημα για την ουσία της υποθέσεως, χωρίς όμως να απαιτείται πανηγυρική διατύπωσή του ή να περιλαμβάνεται τούτο ρητώς στο αιτητικό της αιτήσεως αναιρέσεως, αρκεί να συνάγεται σαφώς από το όλο περιεχόμενο αυτής. Στην προκείμενη περίπτωση, ναι μεν στο αίτημα της αναιρέσεως αναφέρεται μόνο "να γίνει δεκτή η παρούσα -να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη", χωρίς να υπάρχει ρητό αίτημα για παραδοχή της αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αναιρέσεως, πλην όμως από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου αυτής σαφώς συνάγεται ότι περιλαμβάνεται και αίτηση για την ουσία της υποθέσεως. Επομένως η με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου (άρθρο 570 & 1 ΚΠολΔ) προτεινόμενη ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, γιατί δεν περιλαμβάνεται σ' αυτήν αίτημα για παραδοχή της αγωγής σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.- Από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι

λόγος αναιρέσεως για παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολομ.

ΑΠ 17/1995). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, η μεταγενέστερη δε επιδίωξη από αυτόν ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο.

Επίσης πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού κατά τους κανόνες της καλής πίστης τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 62/1990). Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του (ΑΠ 321/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, επί της ενδίκου διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου αγωγής του αναιρεσείοντος το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξέφερε καταφατική κρίση για το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος αυτού, που πρόβαλε παραδεκτά ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, με τις ακόλουθες αιτιολογίες, κατά τα κύρια σημεία αυτών:

Μετά την κύρωση της οριστικής διανομής του αγροκτήματος ...ς με το ν.δ. 3784/1957, με προφορική συμφωνία ο κληρούχος Φ. Α.-δικαιοπάροχος του ενάγοντος, παρέδωσε στον εναγόμενο το επίδικο, τμήμα του κληροτεμαχίου, εκτάσεως 383 τ.μ., μέσα στο οποίο υπήρχαν τρεις ρίζες ελιές και ο εναγόμενος, για τον ίδιο σκοπό, του παρέδωσε ιδιόκτητο ακίνητό του στη θέση ...

Ν. Θεσπρωτίας, μέσα στο οποίο υπήρχαν επίσης τρία ελαιόδενδρα. Αποτέλεσμα της προφορικής αυτής ανταλλαγής ήταν να παραδοθεί η κατοχή τούτου στον εναγόμενο, ο οποίος μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα από το εξωτερικό, όπου διέμενε εργαζόμενος, περί τα έτη 1974-1975, άρχισε να το εκμεταλλεύεται, ενεργώντας τις καλλιεργητικές πράξεις, που αναφέρονται αναλυτικά.

Τις διακατοχικές αυτές πράξεις άσκησε υπό τα όμματα της οικογένειας του ενάγοντος (αδελφών του), οι οποίοι είναι μόνιμοι κάτοικοι ...ς και οι οποίοι, παρόλο που από το έτος 1978 ζουν μονίμως στην περιοχή του επιδίκου, αλλά σε κάθε περίπτωση σταδιακά κάποιος από την οικογένεια ... ζεί στην ... από το 1978 και μετά και έβλεπαν τον εναγόμενο να ασκεί διακατοχή σ' αυτό με διάνοια κυρίου από το έτος της επιστροφής του στην Ελλάδα (1978), ουδέποτε προέβαλαν οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή εναντίωση γι' αυτές τις πράξεις, στο διάστημα δε από την απόκτηση της συγκυριότητας των κληρονόμων του κληρούχου ή τουλάχιστον την αρχή του έτους ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής, το οποίο χρονικό διάστημα ήταν μακρό, οι παραπάνω, αλλά και ο ενάγων αδράνησαν στο λάβουν μέτρα για την προστασία του δικαιώματος συγκυριότητάς τους επί του επιδίκου ακινήτου έναντι των εν λόγω διακατοχικών πράξεων.

Αλλά και από την εγκατάστασή τους στον κλήρο και μέχρι τη μεταγραφή του τίτλου οι άνω κληρονόμοι του κληρούχου, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, έχοντας προσδοκία αποκτήσεως δικαιώματος συγκυριότητας και με δεδομένες τις διαταρακτικές της συννομής τους πράξεις διακατοχής του εναγόμενου επί του επιδίκου, αδράνησαν να ασκήσουν έστω τις προστατευτικές της νομής τους εξουσίες και οικειοθελώς παραχώρησαν τη νομή τους σ' αυτόν, καίτοι ήσαν απολύτως ενήμεροι των ενεργειών του.

Υπ' αυτές τις συνθήκες δημιουργήθηκε δικαιολογημένα στον εναγόμενο η πεποίθηση ότι ποτέ ο ενάγων, αλλά ούτε και η υπόλοιπη οικογένειά του, δεν θα ασκούσαν κατ' αυτού το δικαίωμα συγκυριότητας ή κυριότητας επί του επιδίκου, ώστε η με την υπό δίκη αγωγή άσκηση αυτού του δικαιώματος και με δεδομένη την αύξηση της αξίας του επιδίκου κατά το συγκεκριμένο αυτό χρόνο, υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού σκοπού του εν λόγω δικαιώματος.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, στις οποίες στήριξε την παραδοχή την ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος και την απόρριψη της αγωγής, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως ο 2ος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής αυτής διάταξης που εφάρμοσε και επομένως ο 1ος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως της 82/2003 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Μαΐου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ?