Legislator Case Law & Legislation
874/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's award of special compensation for traffic accident victim's disability.

Case Number 874/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's final judgment awarding special compensation to the plaintiff. The plaintiff suffered a 15% permanent disability from a traffic accident, and the lower court determined the appropriate compensation amount based on established judicial practice. The court found the appeal arguments legally and factually unfounded, rejecting the claim that the awarded sum exceeded reasonable limits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment awarding special compensation for disability is inadmissible if the lower court's reasoning is sound and the amount awarded aligns with judicial practice and principles of proportionality.

Keywords

AI generated
special compensation traffic accident permanent disability appeal admissibility judicial practice proportionality principle civil liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure
Article 931 of the Civil Code
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 874 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 874/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "ΔΥΝΑΜΙΣ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της μέχρι πρότινος ευρισκομένης στην Ελλάδα αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "MALAYAN INSURANCE COMPANY INC.", με έδρα στη Μανίλλα Φιλιππίνων και νόμιμα εκπροσωπουμένης στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ΓΕΝΚΑ ΑΕ", που έδρευε στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Κρίκο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 16-12-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Του αναιρεσιβλήτου: Φ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Κλάππα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 17-12-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 494/2014 εν μέρει οριστική και 943/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3763/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-3-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 4-3-2019 (αρ. κατ.3394/287/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 3763/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από την σύμβαση ασφάλισής του έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 31-12-2012 με αρ. κατάθεσης 4940/273/2013 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο αναιρεσίβλητος στρεφόμενος κατά του Α.

Σ. και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία MALAYAN INSURANCE COMPANY INC, της οποίας ειδική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσείουσα λόγω μεταβίβασης του συνόλου του χαρτοφυλακίου της σε αυτή (ήδη αναιρεσείουσα) που εγκρίθηκε με την με αρ…./…-4-2016 συνεδρίαση της επιτροπής πιστωτικών και ασφαλιστικών θεμάτων της τράπεζας της Ελλάδος και καταχωρήθηκε στην μερίδα της στο Γ.Ε.ΜΗ.

με κωδικό καταχώρησης … σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 132 και 28 παρ. 7, 8 και 9 του ν. 4364/2016 (βλ το με αρ. πρωτ…../….-5-2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Εταιρειών και Γ.Ε.ΜΗ. της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού), ισχυρίστηκε, ότι την 17-1-2008 ενώ κινείτο επί της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών Λαμίας οδηγώντας το με αρ.

… … ΙΧΕ αυτοκίνητο του συγκρούστηκε και κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή με το με αρ. … … ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές στην δεύτερη εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα). 'Οτι από την σύγκρουση αυτή, που οφείλεται σε υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου τραυματίστηκε στην σπονδυλική στήλη με συνέπεια να υποστεί μόνιμη αναπηρία.

Ότι η κατάσταση της υγείας του επιδρά δυσμενώς στην εργασιακή του ικανότητα, διότι αδυνατεί να ασκεί την εργασία του διανομέα πωλητή χονδρικής και μεταφορέα γαλακτοκομικών προιόντων που ασκούσε πριν το ατύχημα καθώς και κάθε άλλη παρεμφερή εργασία. Ότι για το χρονικό διάστημα από 4-7-2008 έως 31-12-2012 λόγω της αδυναμίας του να εργαστεί απώλεσε το συνολικό ποσό των 61.987,47 ευρώ στο οποίο ανέρχονται τα απωλεσθέντα εκ της εργασίας εισοδήματα του από μισθούς δώρα εορτών και επιδόματα αδείας, ως και τις εργοδοτικές εισφορές που θα κατέβαλε ο εργοδότης του για το παραπάνω χρονικό διάστημα ανερχόμενες σε ποσοστό 28,06% επί των αποδοχών του και στο ποσό των 17.395,54 ευρώ.

Ότι λόγω της μόνιμης αναπηρίας του δεν θα μπορεί να εργαστεί το επόμενο χρονικό διάστημα δηλαδή από 1-1-2013 μέχρι την 29-10-2034,οπότε και συμπληρώνει το 65ο έτος της ηλικίας του, κατά το οποίο θα κέρδιζε μετά πιθανότητας και κατά την σύνηθη πορεία των πραγμάτων το ποσό των 980 ευρώ μηνιαία ως καθαρές αποδοχές πλέον δώρων εορτών και επιδόματος αδείας και τα οποία ποσά ως και τις αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές όπως αναγράφονται στην αγωγή απώλεσε.

Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά την παραίτηση του από το δικόγραφο της αγωγής όσον αφορά τον πρώτο εναγόμενο, τον μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής κατά ποσοστό 60%, λόγω του τελεσιδίκως, με δύναμη δεδικασμένου, επί προηγούμενης αγωγής του κριθέντος ποσοστού συνυπαιτιότητας του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα ορισθέντος στο ποσοστό αυτό (60%),ως και τον μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό ζήτησε, α) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 24.794,21 ευρώ με τον νόμιμο τόκο ως αποζημίωση, λόγω απωλεσθέντων εισοδημάτων εξ αιτίας της ανικανότητας του προς εργασία συνεπεία του τραυματισμού του για το χρονικό διάστημα από 4-7-2008 μέχρι 31-12-2012 καθώς και το ποσό των 6.958,21 ευρώ με τον νόμιμο τόκο για εργοδοτικές εισφορές του παραπάνω χρονικού διαστήματος β)να αναγνωριστεί η υποχρέωσή της να του καταβάλει ως αποζημίωση για την απώλεια εισοδημάτων από την εργασία του, δώρων εορτών, επιδόματος αδείας και εργοδοτικών εισφορών το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 μέχρι 29-10-2034 τα επιμέρους ποσά που αναφέρονται στην αγωγή και μάλιστα όλα τα ποσά αυτά εφάπαξ για τους στην αγωγή εκτιθέμενους λόγους άλλως σε μηνιαίες και ετήσιες περιοδικές παροχές κατά τις στην αγωγή διακρίσεις με τον νόμιμο τόκο γ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της να του καταβάλει το ποσό των 80.000 ευρώ ως χρηματική παροχή κατ' αρθ. 931 Α.Κ.

με τον νόμιμο τόκο, λόγω της μόνιμης αναπηρίας του και των συνεπειών της στην ατομική, οικογενειακή και κοινωνική του ζωή ως και στο οικονομικό και επαγγελματικό του μέλλον.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν α) η με αρ. 494/2014 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστο το αίτημα περί επιδίκασης αποζημίωσης για απώλεια εισοδημάτων λόγω ανικανότητας προς εργασία και για καταβολή των αντιστοίχων εργοδοτικών εισφορών για το χρονικό διάστημα από 4-7-2008 μέχρι 31-12-2012,έγινε μερικά δεκτό το αίτημα επιδίκασης χρηματικής παροχής κατ' αρθ. 931 Α.Κ. ως ουσία βάσιμο και ανεστάλη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς το αίτημα αποζημίωσης για απώλεια εισοδημάτων και αντιστοίχων εργοδοτικών εισφορών για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 μέχρι 29-10-2034 προκειμένου να προσκομιστεί βεβαίωση του αρμοδίου ασφαλιστικού φορέα του ενάγοντος περί του αν αυτός εξ αιτίας του τραυματισμού του δικαιούται να λάβει σύνταξη αναπηρίας και σε καταφατική περίπτωση το ύψος αυτής β) η με αρ.943/2016 οριστική απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου με την οποία έγινε μερικά δεκτό ως βάσιμο στην ουσία του το παραπάνω αίτημα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 929 εδάφ. α' ΑΚ προκύπτει ότι επί αδικοπραξίας, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του.

Επομένως η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, εκείνο δηλαδή που προσδοκά κάποιος με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν ο παθών λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε στο μέλλον. Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο.

Η μελλοντική αποθετική ζημία δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη με το ποσοστό της αναπηρίας ή το είδος, την έκταση και την σοβαρότητα της σωματικής βλάβης αλλά είναι αντίστοιχη με την απολεσθείσα ικανότητα προς κτήση εισοδημάτων.(Α.Π. 1199/2017) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο χωρίς αιτιολογίες, άλλως διαλαμβάνοντας στην απόφαση του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο παραβίασε εκ πλαγίου αλλά και ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 και 929 ΑΚ και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα των διαφυγόντων κερδών του ενάγοντος συνεπεία του τραυματισμού του και της επίπτωσης αυτού στην ικανότητα εργασίας του εξ αιτίας του ένδικου τροχαίου ατυχήματος.

Ότι ειδικότερα το Εφετείο α) αν και δέχεται, σύμφωνα και με την γνωμοδότηση του διορισθέντος από το δικαστήριο πραγματογνώμονα ιατρού Ι. Φ., ότι η επίπτωση του τραυματισμού του ενάγοντος στην ικανότητα του για εργασία εθεωρείτο ελαφρά, ότι η ικανότητα του για χειρωνακτική εργασία εθεωρείτο μειωμένη, ότι κατέστη ανάπηρος κατά ποσοστό 15% και ότι είναι ικανός με αυτό το ποσοστό μόνο για καθιστική εργασία ή ελαφρές χειρωνακτικές εργασίες εφόσον οι βαριές χειρωνακτικές εργασίες θα επιδεινώσουν τις ως άνω βλάβες στην συνέχεια δέχεται, ότι κατέστη μετά οκταετία ανίκανος το επίδικο διάστημα για την εργασία του πωλητή γαλακτοκομικών προιόντων, χωρίς να εξηγεί για ποιο λόγο κατέστη ολικά ανίκανος για την άνω εργασία.

β) Ότι ενώ δέχεται ότι έχει κριθεί ανάπηρος σε ποσοστό 15% και ούτε ο ασφαλιστικός του φορέας (Ι.Κ.Α.) τον επιδοτεί, ούτε έχει αξιολογηθεί από Υγειονομική Επιτροπή του Κ.Ε.Π.Α. θεωρεί αυτόν παντελώς ανίκανο για την εργασία του.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 3763/2018 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης: "Στις 17-1-2008 και περί ώρα 05.30 ο ενάγων οδηγώντας το υπ' αρίθμ.

κυκλοφορίας … …. ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του κινούμενος επί της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας με κατεύθυνση προς Λαμία στο 15ο χιλιόμετρο, προσέκρουσε στη τσιμεντένια διαχωριστική νησίδα και ακινητοποιήθηκε κάθετα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Ακολούθως ο πρώτος εναγόμενος Α. Σ. οδηγώντας το υπ' αρίθμ κυκλοφορίας ….

…. ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, κινούμενος στην ίδια οδό με την ίδια κατεύθυνση επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε στο αριστερό πλαϊνό τμήμα του αυτοκινήτου του ενάγοντος με αποτέλεσμα να τραυματισθεί ο ενάγων.

Επί της προγενέστερης από 21-11-2008 αγωγής του ενάγοντος Φ. Κ. (ήδη εφεσίβλητου- εκκαλούντος) κατά του πρώτου εναγομένου Α. Σ. οδηγού του ως άνω οχήματος, κατά του δεύτερου εναγομένου Π. Σ., ιδιοκτήτη του και κατά της τρίτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "MALAYAN INSURANCE COMPANY INC" που κάλυπτε ασφαλιστικά το όχημα αυτό, καθώς και επί της από 10-9-2008 αγωγής των εναγόντων Α.

Σ. και Π. Σ. κατά του πρώτου εναγομένου Φ. Κ. και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας "ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΑΑΕ", εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2894/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου και κατόπιν εφέσεων που ασκήθηκαν εκ μέρους των ως άνω διαδίκων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5182/2013 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου με την οποία κρίθηκε ότι για το τροχαίο ατύχημα υπήρχε συνυπαιτιότητα του διαδίκου Φ.

Κ. (ήδη εκκαλούντος-εφεσίβλητου) κατά ποσοστό 60% και του διαδίκου Α. Σ. κατά ποσοστό 40%. Συνακόλουθα και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, υπάρχει δεδικασμένο που απορρέει από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, επί της υπό κρίση νέας με την αυτή ιστορική και νομική αιτία ενδίκου διαφοράς ως προς την συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό 60% του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου-εκκαλούντος και κατά ποσοστό 40% του πρώτου εναγομένου οδηγού του ασφαλισμένου στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου και της οποίας ειδική διάδοχος, όπως προεκτέθηκε, είναι η εκκαλούσα-εφεσίβλητη.

Επίσης με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κρίθηκε ότι ο ενάγων διακομίσθηκε στο νοσοκομείο "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί συμπιεστικό κάταγμα πρόσθιας κολώνας σώματος 03 οσφυϊκού σπονδύλου, ότι κατά την εξέτασή του το Φεβρουάριο του 2011 από τον διορισθέντα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνώμονα Ι.

Φ. διαπιστώθηκε μικρού βαθμού δυσκαμψία της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης στις κάμψεις και στροφές, ότι ο ακτινολογικός έλεγχος έδειξε μείωση του ύψους του σπονδυλικού σώματος του Ο σπονδύλου, εκφυλιστικές σπονδυλοαρθριτικές αλλοιώσεις στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης, κυρίως στο επίπεδο 0-0 με καθίζηση του μεσοσπονδυλίου διαστήματος 02-03, δημιουργία οστεοφύτων κυρίως αριστερά με κλίση του 02 στο μετωπιαίο επίπεδο, οπισθόληση του 02-03 με συνοδό στένωση του συστοίχου μεσοσπονδυλίου τρήματος, ότι ο παθών παρουσίαζε κατά την εξέτασή του εμμένον άλγος στην οσφύ σε έντονες δραστηριότητες, ότι η επίπτωση ως προς την ικανότητα για εργασία εθεωρείτο ελαφρά, ότι η ικανότητά του για χειρονακτική εργασία εθεωρείτο μειωμένη, ότι μελλοντικά αναμένεται περαιτέρω επιδείνωση της μετατραυματικής εκφυλιστικής σπονδυλοαρθρίτιδας με πιθανή προσβολή και γειτονικών σπονδυλικών επιπέδων καθώς και πιθανώς ριζιτικών ενοχλημάτων, ότι κατέστη ανάπηρος κατά ποσοστό 15% και ότι είναι ικανός, με αυτό το ποσοστό, μόνο για καθιστική εργασία ή ελαφρές χειρονακτικές εργασίες, εφόσον οι βαριές χειρωνακτικές εργασίες θα επιδεινώσουν τις ως άνω βλάβες.

Περαιτέρω με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κρίθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν ως πωλητής χοντρικής γαλακτοκομικών προϊόντων στην αντιπροσωπεία του Θ. Ο., με έδρα την …, με μηνιαίες αποδοχές 625 ευρώ, ότι αυτός κατέστη ανίκανος για εργασία για το ένδικο χρονικό διάστημα από 17-1-2008 μέχρι 3-7-2008 και ότι το διάστημα αυτό απώλεσε τις αποδοχές του ύψους 625 ευρώ το μήνα πλέον αναλογίας δώρων εορτών και αδείας και ότι επιπρόσθετα ζημιώθηκε με τις μη καταβληθείσες στο ΙΚΑ εργοδοτικές εισφορές για το ως άνω διάστημα.

Περαιτέρω και όπως προεκτέθηκε επί της από 31-12-2012 μεταγενέστερης αγωγής του ενάγοντος και επί των αιτημάτων του περί αποζημιώσεώς του για τις μηνιαίες αποδοχές, για δώρα και επιδόματα εορτών και για τις αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές που απώλεσε λόγω της αδυναμίας του να εργασθεί στην ως άνω επιχείρηση εξ αιτίας του τραυματισμού του για το χρονικό διάστημα από 4-7-2008 έως 20-1 0-2034, με την υπ' αριθμ. 494/2014 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκαν ως αόριστα αυτά (αγωγικά αιτήματα) για το χρονικό διάστημα από 4-7-2008 έως 31-12-2012 με την αιτιολογία ότι δεν προσδιορίζεται το ποσό της μηνιαίας παροχής, όπως διαμορφώνεται, μετά τον περιορισμό κατά τη συζήτηση της υποθέσεως εκ μέρους του ενάγοντος των αγωγικών κονδυλίων για το ως άνω διάστημα αλλά αναφέρεται συλλήβδην το συνολικό ύψος αυτών, β) με την υπ' αριθμ. 943/2016 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου έγιναν δεκτά ως βάσιμα κατ' ουσία για το χρονικό διάστημα 1-1-2013 έως 31-12-2016, ενώ κρίθηκε ότι ασκούνται πρόωρα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2017 έως 20-10-2034.

Την υπ' αριθμ. 943/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως προς το επιδικασθέντα με αυτή κονδύλια αποζημιώσεως του ενάγοντος για μηνιαίες αποδοχές, για επιδόματα εορτών και αδείας και για τις αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές στο IΚΑ για το διάστημα από 1-1-2013 έως 31-12-2016 προσβάλλει με λόγους εφέσεως η εκκαλούσα, ενώ κατά το μέρος που τα ως άνω κονδύλια απορρίφθηκαν ως αόριστα για το χρονικό διάστημα από 4-7-2008 έως 31-12-2012 και ως πρόωρα ασκηθέντα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2017 έως 20-13-2034, δεν προσβλήθηκαν με λόγους εφέσεως.

Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, έχει κριθεί με ισχύ δεδικασμένου ότι ο ενάγων εργαζόταν ως πωλητής χοντρικής γαλακτοκομικών προϊόντων στην αντιπροσωπεία του Θ. Ο., με έδρα την …, με μηνιαίες αποδοχές 625 ευρώ. Ο ενάγων από την πρόσκρουση του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος στο ακινητοποιημένο όχημά του, υπέστη κάταγμα συμπιεστικό πρόσθιας κολώνας σώματος 03 οσφυϊκού σπονδύλου με συνέπεια να έχει από τη βλάβη αυτή της υγείας του μερική μόνιμη αναπηρία σε ποσοστό 15% χωρίς να υπάρχει δυνατότητα περαιτέρω βελτίωσης της καταστάσεως της υγείας του, ενώ υπάρχει το ενδεχόμενο επιβάρυνσης αυτής και η οποία τον καθιστά ανίκανο να ασκεί την εργασία του διανομέα - πωλητή χοντρικής και μεταφορέα γαλακτοκομικών προϊόντων που ασκούσε προ του ατυχήματος στην επιχείρηση που εργαζόταν ή να εργάζεται σε άλλη παρεμφερή χειρονακτική εργασία, αφού τέτοια εργασία θα επιδεινώσει την κατάσταση της υγείας του.

Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος Α. Κ., μητέρας του, αλλά και από την ένορκη βεβαίωση του πρώην εργοδότη του Θ. Ο., προκύπτει ότι ο ενάγων προσπάθησε να επανέλθει στην επιχείρηση που εργαζόταν τον Ιούλιο του έτους 2010 πλην όμως, μετά από 2-3 ημέρες αναγκάσθηκε να σταματήσει να εργάζεται γιατί, λόγω του τραυματισμού του αδυνατούσε να αντεπεξέλθει στα καθήκοντά του, ότι προσλήφθηκε το έτος 2010 ως μηχανοτεχνίτης για τρεις (3) μήνες στην επιχείρηση "ΑΚΤΩΡ" πλην, όμως, η ως άνω εργασία επιδείνωσε την κατάσταση της υγείας του και ότι αναγκάσθηκε να σταματήσει να εργάζεται και σ' αυτή και ότι οι αιτήσεις που έκανε σε άλλες εταιρείες για πρόσληψή του δεν γίνονταν δεκτές λόγω της καταστάσεως της υγείας του.

Περαιτέρω ο ενάγων, που γεννήθηκε το έτος1969, προσκομίζει τους από 18-9-2013 και από 25-4-2018 μηχανογραφημένους λογαριασμούς ενσήμων του ΙΚΑ, από τους οποίους προκύπτει ότι συνολικά από 1-1-2008 έως 25-4-2018 έχουν καταχωρηθεί σ'αυτούς συνολικά 78 ημέρες εργασίας του το έτος 2010 και 12 ημέρες εργασίας το έτος 2011 και ότι από το έτος 2012 και μετά δεν έχει καταχωρηθεί καμία ημέρα εργασίας.

Επομένως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 31-12-2016 αδυνατούσε να εργασθεί ως διανομέας-πωλητής χοντρικής και μεταφορέας γαλακτοκομικών προϊόντων στην επιχείρηση που εργαζόταν προ του ατυχήματος και στην οποία λόγω της ηλικίας του μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα συνέχιζε να εργάζεται το ως άνω διάστημα αν δεν τραυματιζόταν.

Περαιτέρω η εναγόμενη ισχυρίσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι ο ενάγων δεν θα εισέπραττε από την εργασία του ποσό 980 ευρώ το μήνα, όπως ισχυρίζεται αυτός, αλλά ενόψει της οικονομικής κρίσης της μεγάλης προσφοράς εργασίας και της μικρής ζήτησης για εργαζόμενους η αμοιβή του δεν θα ξεπερνούσε το ποσό των 500 ευρώ το μήνα και επιπρόσθετα προέβαλε ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος, κατ'άρθρο 300 του ΑΚ, από την παράλειψή του να εργασθεί σε άλλη εργασία συμβατή με το ποσοστό αναπηρίας του, όπως σε εργασία κλητήρα και φύλακα.

Πλην, όμως, ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης, περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος από την παράλειψή του να ανεύρει άλλη εργασία, την οποία θα μπορούσε να ασκήσει χωρίς να εμποδίζεται από τον ένδικο τραυματισμό του, είναι αόριστος, καθότι η δεύτερη εναγόμενη δεν εξέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν και συγκεκριμένα δεν εξέθεσε ποίες μηνιαίες προσόδους θα μπορούσε να αποκομίσει από τις εργασίες που ισχυρίσθηκε ότι ο ενάγων μπορούσε να ασκήσει, ώστε, σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της ενστάσεως, είτε να μην επιδικαστεί αποζημίωση, είτε να επιδικαστεί η μεταξύ των αποδοχών των υπό σύγκριση επαγγελματικών δραστηριοτήτων διαφορά.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με την υπ' αριθμ. 943/2016 οριστική του απόφαση, απέρριψε ως αόριστη την ως άνω ένσταση ορθά εφάρμοσε το νόμο, έστω και με ελλιπή αιτιολογία που συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με το σχετικό λόγο εφέσεώς της πρέπει να απορριφθούν ως κατ'ουσία αβάσιμα..

Περαιτέρω και όπως προεκτέθηκε, η μελλοντική αποθετική ζημία του ενάγοντος λόγω του τραυματισμού του δεν ταυτίζεται κατ'ανάγκη με το ποσοστό αναπηρίας του ή το είδος και την έκταση της σωματικής του βλάβης, αλλά είναι αντίστοιχη με την απωλεσθείσα ικανότητά του να ασκήσει την εργασία που παρείχε στην προαναφερθείσα επιχείρηση ...".

Στην συνέχεια δέχτηκε ότι ο ενάγων για το ως άνω χρονικό διάστημα θα εισέπραττε από την εργασία του μετά πιθανότητος τα ποσά που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως και ότι δικαιούτο τις επίσης σ' αυτή αναφερόμενες εργοδοτικές εισφορές και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να του καταβάλει τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά για τις παραπάνω αιτίες.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον το πόρισμα του είναι πλήρες και επαρκές, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αποζημίωσης του ενάγοντος λόγω απωλείας των εισοδημάτων του (διαφυγόντων κερδών) εξ αιτίας της ανικανότητας του για την εργασία του πωλητή μεταφορέα το επίδικο χρονικό διάστημα συνεπεία του τραυματισμού του που προκλήθηκε από το ένδικο ατύχημα.

Ειδικότερα, δέχτηκε με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ότι ο ενάγων δεν μπορούσε να εργαστεί το επίδικο χρονικό διάστημα στην εργασία που απασχολείτο πριν το ατύχημα, εξ αιτίας του εξ αυτού τραυματισμού του και τούτο ανεξαρτήτως του ποσοστού αναπηρίας του, αφού δέχτηκε, ότι η μελλοντική αποθετική ζημιά του ενάγοντος λόγω του τραυματισμού του δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη με το ποσοστό αναπηρίας του ή το είδος και την έκταση της σωματικής του βλάβης αλλά είναι αντίστοιχη με την απωλεσθείσα ικανότητα του να ασκήσει την εργασία που παρείχε στην προαναφερθείσα επιχείρηση.

Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος και η συνεπεία του τραυματισμού του ανικανότητα του προς εργασία με συνέπεια το ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογιών αλλά ούτε και της παραθέσεως αντιφασκουσών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως αυτή (αναιρεσείουσα) διατείνεται, σύμφωνα με τις παραπάνω αιτιάσεις της. Τούτο δε διότι οι ως άνω επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα, ως αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Συνεπώς, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ανεξαρτήτως του ότι απαραδέκτως προβάλλεται σύμφωνα με τα παραπάνω. Περαιτέρω το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε, εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ως άνω εφαρμοσθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως πιθανολογηθέντα πραγματικά περιστατικά, όπως προαναφέρθηκαν, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της μελλοντικής αποθετικής ζημίας (διαφυγόν κέρδος) και δικαιολογούν την παραδοχή της ένδικης αγωγή κατά της αναιρεσείουσας κατά το μέρος που έγινε δεκτή. Ειδικότερα διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά εκείνα που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους από την εργασία του ενάγοντος ως πωλητή - μεταφορέα, που ασκούσε πριν το ένδικο ατύχημα, με βάση την κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και τις ειδικές περιστάσεις, όπως και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, βάσει των οποίων καθίσταται πιθανό το προσδοκώμενο και αιτούμενο με την αγωγή διαφυγόν κέρδος.

Συνεπώς ο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί. Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του Δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης.

Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθ. 8 ή αναλόγως 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 192/2016).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το Δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το Δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010). Από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 262 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η ένσταση, ως καταλυτικό γεγονός της αγωγής, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντα.

Δηλαδή για την πληρότητα της ενστάσεως πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν όλα τα θεμελιωτικά της γεγονότα, που επιφέρουν, ως έννομη συνέπεια, την παρακώλυση της γεννήσεως ή ασκήσεως ή την κατάλυση του ένδικου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτοχρόνως δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απορρίψεως της αγωγής για το συγκεκριμένο λόγο, το οποίο όμως δύναται να καλύπτεται από το γενικό αίτημα του ενισταμένου για παραδοχή όλων των ισχυρισμών του και την απόρριψη της αγωγής (ΟλΑΠ 472/1983, Α.Π. 1070/2017 ΑΠ 1357/2010, 355/2015).

Διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη. Αν το δικαστήριο δεν απορρίπτει την ένσταση, αν και το δικόγραφο των προτάσεων σε ότι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική αιτία αυτής είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσίαν εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της παραπάνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 262 Κ.Πολ.Δ.

να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διάταξης του άρθρου 262 Κ.Πολ.Δ., πρέπει κατ' άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. για το παραδεκτό της προβολής του, όπως και επί αοριστίας της αγωγής, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται αναφορά περί τούτου στο αναιρετήριο.

Εξάλλου, σε περίπτωση σωματικής βλάβης κατά κανόνα διαρκούς και τέτοιας μορφής που δεν επιτρέπει στον παθόντα την άσκηση του επαγγέλματος που ασκούσε μέχρι του τραυματισμού του ή επαγγέλματος που μπορούσε ν` ασκήσει μετά τον τραυματισμό του και πορισμού εντεύθεν εισοδημάτων είναι δυνατό, υπό περιστάσεις, να προκύψει για τον τραυματισθέντα υποχρέωση αλλαγής επαγγέλματος.

Κρίσιμα στοιχεία είναι οι γνώσεις του, η ηλικία του, η εκπαίδευσή του, η σωματική και η ψυχική δυνατότητα προσαρμογής του τραυματισθέντος στη νέα κατάσταση, οι συνθήκες αγοράς εργασίας κ.λ.π. Πάντως δεν επιτρέπεται να αξιωθεί από τον ενάγοντα η άσκηση νέου επαγγέλματος άσχετου με τις γραμματικές του γνώσεις.

Για να είναι πλήρως ορισμένος ο σχετικός ισχυρισμός κατά την έννοια των άρθρων 300 ΑΚ και 262 ΚΠολΔ πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους ο παθών πρέπει να αλλάξει ή να ασκήσει νέο επάγγελμα, ποιο είναι τούτο και πόσα θα αποκομίζει από τη νέα αυτή επαγγελματική δραστηριότητα. Αν ο σχετικός ισχυρισμός του εναγόμενου κριθεί ορισμένος και βάσιμος στην ουσία του, τότε από την αιτουμένη αποζημίωση θα επιδικασθεί πλέον μόνο η διαφορά μεταξύ των εισοδημάτων από την επαγγελματική δραστηριότητα που ασκούσε κατά το ατύχημα ο παθών ή εκείνου που θα μπορούσε ν` ασκήσει μετά τον τραυματισμό του και των εισοδημάτων που θα αποκόμιζε από τη νέα του επαγγελματική δραστηριότητα (Α.Π.1138/2014).

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατ' εκτίμηση αυτού η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 14 (έστω και αν αναφέρεται αριθμητικά στον αρ. 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα παρά τον νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την προταθείσα από αυτήν νόμιμα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα με σχετικό λόγο έφεσης ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος εξ αιτίας παράλειψης του να εργαστεί σε άλλη διαφορετική από αυτή που εργαζόταν μέχρι το ατύχημα εργασία.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με την προταθείσα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφερθείσα με σχετικό λόγο έφεσης (όπως προκύπτει από το σχετικό δικόγραφο το οποίο παραδεκτά επισκοπείται) στο Εφετείο ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: "Ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος. Ο ενάγων εργαζόταν ως πωλητής χονδρικής γαλακτοκομικών προιόντων στην αντιπροσωπεία του Θ. Ο.. Υπέστη συμπιεστικό κάταγμα πρόσθιας κολώνας σώματος οσφυικού σπονδύλου 03 και κατέστη ανάπηρος σε ποσοστό 15% σύμφωνα με τον ιατρό πραγματογνώμονα Ι.Φ. ο οποίος στην πραγματογνωμοσύνη του αναφέρει "ο ασθενής έχει την δυνατότητα εργασίας με αυτό το ποσοστό σε καθιστική εργασία και σε ελαφριές χειρωνακτικές εργασίες αλλά βαριές χειρωνακτικές εργασίες δεν συνιστώνται". Συντρέχει ωσαύτως πταίσμα του ενάγοντος, ο οποίος παρέλειψε να εργαστεί σε άλλη εργασία συμβατή με το ελάχιστο ποσοστό αναπηρίας του όπως είναι ενδεικτικά η εργασία του κλητήρα, φύλακα, ή υπαλλήλου delivery κτλ".

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 3763/2018 απόφασή του δέχθηκε ως προς την παραπάνω ένσταση τα ήδη πιο πάνω αναφερθέντα και σύμφωνα με τα οποία απέρριψε την ένσταση αυτή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο αφού σύμφωνα με τα προαναφερθέντα η κρινόμενη ένσταση δεν περιείχε με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά που την θεμελιώνουν και συγκεκριμένα ποιες προσόδους θα μπορούσε να αποκομίσει ο ενάγων από ποιό συγκεκριμένο επάγγελμα που θα μπορούσε να μετέλθει, ώστε σε περίπτωση ευδοκίμησης της ένστασης είτε να μην επιδικαστεί αποζημίωση, είτε να επιδικαστεί η μεταξύ των αποδοχών των υπό σύγκριση επαγγελμάτων διαφορά Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως, που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 931 του Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του.

Είναι πρόδηλο, ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ.

αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικά είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 158/2016, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 72/2012).

Εξάλλου, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής αποζημίωσης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, ως πρόσθετη χρηματική παροχή - ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, κατ' ανάλογη εφαρμογή προς την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ (πρβλ.

ΑΠ Ολομ. 9/2015, ΑΠ 1717/2017 Α.Π. 419/2019).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο προέβη στον καθορισμό της οφειλόμενης εκ του άρθρου 931 ΑΚ εύλογης αποζημιώσεως κατά παράβαση της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας που επιβάλλει το άρθρ. 25 § 1 του Συντάγματος ως και η διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ άλλως καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδικάζοντας στον αναιρεσίβλητο ως χρηματική παροχή κατ' αρθ. 931 Α.Κ.

το υπέρμετρο ποσό των 15.000 ευρώ. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, σχετικά δε με το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής παροχής κατ' αρθ. 931 Α.Κ. δέχτηκε τα ακόλουθα: Περαιτέρω ο ενάγων, ηλικίας 39 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος, λόγω του τραυματισμού του στο τροχαίο ατύχημα υπέστη, όπως προεκτέθηκε, μόνιμη μερική αναπηρία σε ποσοστό 15%, από τη βλάβη που υπέστη στη σπονδυλική στήλη με πιθανή επιδείνωση του ποσοστού αναπηρίας του στο μέλλον λόγω της εκφυλιστικής σπονδυλοαρθρίτιδας που παρουσιάζει, με αποτέλεσμα να υπάρξουν δυσμενείς επιπτώσεις στην εργασία του καθότι δεν μπορεί να ασκήσει το επάγγελμα του πωλητή εμπορευμάτων που ασκούσε προ του τραυματισμού του, ή άλλο επάγγελμα που απαιτεί βαριά χειρονακτική εργασία, στον τρόπο ζωής του, και στις καθημερινές ενασχολήσεις του, λόγω της κόπωσης στην ορθοστασία και βάδιση της αδυναμίας επίκυψης, μεταφοράς βαρέων αντικειμένων και πολύωρης οδήγησης και που τον καθιστούν γενικά άτομο που, λόγω της καταστάσεως της υγείας του, μειονεκτεί έναντι των άλλων ατόμων της ηλικίας του.

Συνακόλουθα, λόγω της μερικής διαρκούς αναπηρίας του ενάγοντος και των ως άνω συνεπειών της στο πρόσωπό του, συντρέχει νόμιμη περίπτωση επιδικάσεως σ'αυτόν της προβλεπόμενης από το άρθρο 931 του ΑΚ ιδιαίτερης εύλογης αποζημιώσεως, η οποία, βάσει των συνθηκών του ατυχήματος, της ηλικίας του ενάγοντος, του ποσοστού της μερικής αναπηρίας του και του ποσοστού συνυπαιτιότητάς του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 15.000 ευρώ.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την επιδικασθείσα στον αναιρεσίβλητο χρηματική παροχή κατ' αρθ. 931 Α.Κ. στο πιο πάνω ποσό, ήτοι σε αυτό των 15.000 ευρώ δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνει, και μάλιστα καταφανώς, εκείνο που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.

Κατέληξε δε στο πόρισμα του με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες. Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος, από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης. Επομένως μετά από αυτά, αφού απορρίπτονται ως αβάσιμοι όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-3-2019 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 3394/287/4-4-2019) αίτηση για αναίρεση της 3763/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2021.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου