Legislator Case Law & Legislation
874/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding bonus inclusion in salary for period after contract term expired.

Case Number 874/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision to reject the claim for bonus inclusion in salary. The court found that the bonus was a contractual obligation limited to specific years (2003-2004) and did not constitute a permanent increase to regular wages. Consequently, the court ruled that the bonus could not be retroactively included in salary calculations for the period following the expiration of the contractual agreement.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure; The bonus paid for a specific period does not constitute a permanent increase to regular wages and cannot be included in salary calculations for periods after the contractual obligation expires.

Keywords

AI generated
bonus inclusion salary calculation contractual term permanent increase dismissed appeal labor dispute contract expiration

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 874 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 874/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Αναγνωστόπουλου και κατέθεσε προτάσεις στις 10/12/2013.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ελληνικής Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.Α.Ε.", ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Ελληνικής Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ METROLIFE ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαϊωάννου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις στις 15/11/2013.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/1/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2270/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6476/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσείων με την από 22/1/2009 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 769/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε εν μέρει την 6476/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 1775/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 22/7/2012 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 638/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 30/5/2013 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 14/2/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα ,παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που κρίνει αρμόδιο, και κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν.4055/2012, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 2/4/2012 (άρθρο 113 Ν. 4055/2012 σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.), αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αρ. 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο, ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε.

Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι η αναίρεση της αποφάσεως και επομένως και η εξαφάνιση της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο της παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά το κεφάλαιο, το οποίο αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνέχονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.

Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της αποφάσεως, το οποίο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται.

Με την αναίρεση της αποφάσεως, κατά το μέτρο της παραδοχής της αντίστοιχης αιτήσεως, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή, κ.λ.π.

Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί από το εφετείο. Το τελευταίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, ή ο Άρειος Πάγος, όταν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για δεύτερη φορά, δικάζει την ουσία της υποθέσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, όπως ισχύει, μετά την αντικατάσταση της παραγράφου αυτής από το άρθρο 12 του Ν. 4055/2012, 581 παρ. 2 και 3 και 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο, στο οποίο αναφέρεται η παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση και δεν μπορεί να εξετάσει λόγους εφέσεως που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση.

Στην προκείμενη περίπτωση επί αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, στην οποία ανέφερε, ότι εργάσθηκε στις εις αυτή αναφερόμενες εταιρείες και στην εναγομένη, η οποία είναι καθολικός διάδοχος αυτών, με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, από το 1991 μέχρι την 20/11/2004, οπότε απολύθηκε από την εναγομένη, ότι οι ως άνω συμβάσεις αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διότι κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης και ότι η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη, καθόσον, α) δεν του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και επικουρικά, β) έγινε για λόγους εκδίκησης και υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις του αποτελούν μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, ότι είναι άκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, με απειλή χρηματικής ποινής, και να του επιδικασθούν μισθοί υπερημερίας, άλλως σε περίπτωση που ήθελε κριθεί έγκυρη η καταγγελία, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εκδόθηκε η 2270/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς την κύρια βάση, αναγνωρίσθηκε ότι είναι άκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και υποχρεώθηκε η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος και να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1/12/2004 έως 30/10/2005.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν εφέσεις και από τους δύο διαδίκους. Το Εφετείο, με την 6476/2008 απόφαση του δέχθηκε τις εφέσεις και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και διακράτησε την υπόθεση, αναγνώρισε ότι η από 15/9/1991 σύμβαση έργου, η από 1/2/1998 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και η από 5/5/2003 σύμβαση μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελούν μία ενιαία σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η καταγγελία της συμβάσεως αυτής και επιδίκασε μισθούς υπερημερίας στον ενάγοντα.

Κατά της αποφάσεως αυτής ο ενάγων άσκησε την από 22/ 6/2009 αίτηση αναιρέσεως και ο Άρειος Πάγος με την 769/2010 απόφαση του, αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση, για ανεπάρκεια αιτιολογιών (άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.), μόνο ως προς το κεφάλαιο του συνυπολογισμού ή μη στις συνολικές αποδοχές του ενάγοντος της συμφωνημένης πρόσθετης παροχής (bonus).

To Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δέχθηκε, με την 1775/2011 απόφαση, ότι η πρόσθετη αυτή παροχή bonus, είχε χαρακτήρα μόνιμο και σταθερό κατά τα έτη 2003 και 2004, δεν είχε όμως το χαρακτήρα αυτό το έτος 2005, για το οποίο ουδόλως προέκυψε ότι η εναγομένη αποποιήθηκε το δικαίωμα μονομερούς ανακλήσεως του (bonus). Κατά της αποφάσεως αυτής ο ενάγων άσκησε την από 22/7/2012 αίτηση αναιρέσεως, η οποία έγινε δεκτή με την 638/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου και αναιρέθηκε η ως άνω εφετειακή απόφαση, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών (άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.) μόνο ως προς το ζήτημα του bonus και συγκεκριμένα, α) γιατί ενώ δέχεται ότι η πρόσθετη παροχή bonus είχε μόνιμο και σταθερό χαρακτήρα, κατά τα έτη 2003 και 2004, στη συνέχεια δέχεται ότι η παροχή αυτή δεν είχε τον ως άνω χαρακτήρα, χωρίς να αιτιολογείται πως απώλεσε το χαρακτήρα αυτό, και β) γιατί ενώ δέχεται ότι η παροχή αυτή ήταν σταθερή και μόνιμη και ως εκ τούτου μπορούσε να ανακληθεί, αν ο εργοδότης είχε επιφυλάξει ρητά για τον εαυτό του το δικαίωμα ανακλήσεως της παροχής αυτής ,στη συνέχεια δεν διαλαμβάνονται παραδοχές για τη ρητή επιφύλαξη του δικαιώματος ανακλήσεως της παροχής από τον εργοδότη.

Μετά τη δεύτερη αναίρεση της εφετειακής αποφάσεως και την κήρυξη απαράδεκτης της συζητήσεως της εφέσεως (πρώτου λόγου) και του πρόσθετου λόγου εφέσεως του ενάγοντος, νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω κατ' ουσίαν συζήτηση, ο πρώτος λόγος εφέσεως, καθώς και ο πρόσθετος λόγος εφέσεως αυτού (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) μόνον ως προς το κεφάλαιο του bonus, για το οποίο αναιρέθηκε (και για το από 1/1/2005 έως 30/10/2005 χρονικό διάστημα) με την από 30/5/2013 κλήση του ενάγοντος.

Επειδή, κατά το άρθρο 656 παρ. 1 του ΑΚ, αν ο εργοδότης περιήλθε σε υπερημερία περί την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, έχει την υποχρέωση να του καταβάλει το μηνιαίο μισθό του καθώς και τις πάσης φύσεως πρόσθετες αποδοχές, τις οποίες κατέβαλε σ' αυτόν σταθερά και μόνιμα, ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα των παρεχομένων υπηρεσιών του, κατά το χρόνο της πραγματικής εργασίας του και τις οποίες ο τελευταίος με πιθανότητα θα ελάμβανε, αν ο εργοδότης αποδεχόταν τις υπηρεσίες του.

Στην έννοια του μισθού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 και 361 Α.Κ.,3 παρ. 2 του Ν. 2190/1920, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της 95/1949 διεθνούς συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3245/1955, περιλαμβάνεται και κάθε πρόσθετη παροχή, πάνω από τα ελάχιστα όρια αυτού, εφόσον όμως η παροχή αυτή χορηγείται τακτικώς και ανελλιπώς, ως αντάλλαγμα νόμιμο ή συμβατικό της παρεχόμενης εργασίας του.

Στην προκείμενη περίπτωση έγινε δεκτό, με δύναμη δεδικασμένου (με την υπ' αριθμ. 6476/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών), ότι ο ενάγων, προσλήφθηκε από τη δικαιοπάροχο της εναγομένης "Η ΙΟΝΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α." την 15/9/1991, με έγγραφη σύμβαση, χαρακτηριζόμενη ως σύμβαση έργου, ως Διευθυντής Δικτύου Πωλήσεων Κλάδου Ασφαλίσεων Ζωής για χρονικό διάστημα οκτώ (8) ετών, αντί ετήσιας αμοιβής 4.800.000 δρχ., ότι την 1/2/1998, και μετά τη συγχώνευση της ως άνω εταιρείας από την ασφαλιστική εταιρεία METROLIFE Α.Ε.Γ.Α., κατάρτισε με την τελευταία σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 1/3/1998 μέχρι 31/12/2000, με δυνατότητα παράτασης μέχρι 31/12/2003, αντί μηνιαίων αποδοχών 850.000 δρχ., και του ανατέθηκαν καθήκοντα διευθυντή πωλήσεων, ότι στη συνέχεια, την 2/1/2001 συνήψε με την ως άνω εταιρεία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και του ανατέθηκαν τα ίδια καθήκοντα, αντί μηνιαίου μισθού 1.200.000 δρχ., ότι τον Ιούλιο του 2002 η ως άνω εταιρεία συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεως από την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και από τη συγχώνευση αυτή προέκυψε η εταιρεία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.

Ε.", η οποία, ως οιονεί καθολική διάδοχος υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ως άνω εταιρείας, η οποία και αυτή είχε υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εταιρείας "ΙΟΝΙΚΗ ΑΕΓΑ" (με τη συγχώνευση με απορρόφηση καταχωρήθηκε, στα Μητρώα Ανωνύμων Ασφαλιστικών Εταιρειών η διαγραφή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε" και η σημερινή επωνυμία της εταιρείας "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), ότι την 5/5/2003 ο ενάγων συνήψε με την εναγομένη έγγραφη σύμβαση, χαρακτηριζόμενη ως σύμβαση μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών διετούς διάρκειας, αντί μηνιαίας αμοιβής 4.400 ευρώ και ότι η έννομη σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα με την εναγομένη και τους δικαιοπαρόχους της ήταν η της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διότι ο ενάγων κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης και των δικαιοπαρόχων της, από της συνάψεως της αρχικής συμβάσεως (15/9/1991), η δε γενόμενη στις 20/11/2004 από την εναγομένη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη, καθόσον η εναγομένη δεν κατέβαλε στον ενάγοντα τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης (άρθρο 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955), και οφείλει μισθούς υπερημερίας του αιτούμενου χρονικού διαστήματος (1/12/2004 έως 30/10/2005).

Περαιτέρω, από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 2270/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τις υπ' αρ. 14431, 14432, 14433, 14434/16/9/2005 και 14767/21/9/2005 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, μετά νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης και απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με το ζήτημα της πρόσθετης παροχής (bonus).

Τόσο με την αρχική σύμβαση (από 15/9/1991), όσο και με την από 1/2/1998 όμοια, ο ενάγων, εκτός του συμφωνημένου μισθού (4.800.000 ετησίως με την πρώτη και 850.000 δρχ με τη δεύτερη), ουδεμία άλλη πρόσθετη παροχή ελάμβανε, είτε συμβατικώς είτε εξ ελευθεριότητας της εργοδότριας του. Το πρώτον με την από 2/1/2001 σύμβαση εργασίας, εκτός του μηνιαίου μισθού των 1.200.000 δρχ. (3.521,64 ευρώ) συμφωνήθηκε να λαμβάνει και τα εξής:

α ) πιστωτική κάρτα Εμπορικής Τράπεζας για δαπάνες μέχρι 150.000 δρχ. (440,21 ευρώ) το μήνα, β) έξοδα παραστάσεως και δημοσίων σχέσεων 200.000 δρχ. (586,94 ευρώ) το μήνα, και γ) πρόσθετη αμοιβή (bonus) με βάση το ύψος της νέας πρωτοετούς παραγωγής της εταιρείας, το οποίο (ύψος αμοιβής) θα ορίζεται εκάστοτε από τον Πρόεδρο της εταιρείας, ενώ με την από 5/5/2003 "σύμβαση μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών" διετούς διάρκειας, οι διάδικοι συμφώνησαν όπως, εκτός της μηνιαίας αμοιβής των 4.400 ευρώ το μήνα ,ο ενάγων θα λαμβάνει το ποσό των 730 ευρώ το μήνα, για έξοδα αυτοκινήτου και παραστάσεως, ενώ του χορηγήθηκε και εταιρική κάρτα, βάσει της οποίας θα δικαιούται να προβαίνει σε δαπάνες μέχρι του ποσού των 730 ευρώ το μήνα.

Με την ως άνω σύμβαση ορίσθηκε ακόμη ,ότι ο ενάγων, "... θα δικαιούται ετήσιο bonus, υπολογιζόμενο ημερολογιακώς, για κάθε χρόνο (ήτοι για το 2003 και για το 2004) που θα ανέρχεται σε 0,006 επί του συνόλου των εισπραχθέντων ασφαλίστρων των πρωτοετών ατομικών ασφαλιστηρίων ζωής και προσθηκών του δικτύου Agency. To bonus αυτό θα υπολογίζεται μόνον εάν τα παραπάνω ασφάλιστρα υπερβαίνουν για κάθε έτος το ποσό των 5, 2 εκατ.

ευρώ και θα καταβάλλεται μετά το πέρας εκάστου των άνω δύο ημερολογιακών ετών. Διευκρινίζεται, ότι για τους τέσσερις μήνες του έτους 2005 δεν θα δικαιούται bonus δεδομένου ότι θα υπολογισθούν οι πρώτοι τέσσερις μήνες του 2003 στο bonus του πρώτου έτους ... ". Με την τελευταία σύμβαση των διαδίκων συμφωνήθηκε η χορήγηση της πρόσθετης παροχής (bonus) στον ενάγοντα μόνο για τη χρονική περίοδο των ετών 2003 - 2004, όχι δε και για το έτος 2005, για το οποίο γίνεται ρητή μνεία, ότι για τους 4 πρώτους μήνες του 2005 δεν θα δικαιούται bonus "...δεδομένου ότι θα υπολογισθούν οι πρώτοι τέσσερις μήνες του 2003 στο bonus του πρώτου έτους ...", εφόσον το σύνολο των εισπραχθέντων ασφαλίστρων των πρωτοετών ατομικών ασφαλιστηρίων ζωής και προσθηκών του δικτύου Agency υπερβαίνουν για κάθε έτος το ποσό των 5.200.000 ευρώ, η οποία θα καταβαλλόταν μετά το πέρας εκάστου έτους.

Όμως, μόνη η χορήγηση της παροχής αυτής στον ενάγοντα για συγκεκριμένο ,σαφώς προσδιορισμένο χρονικό διάστημα (τη διετία 2003 - 2004) με ρητό αποκλεισμό για το από 1/1/2005 κι' εντεύθεν διάστημα, δεν της προσέδωσε το χαρακτήρα σταθερά και μόνιμα καταβαλλόμενης παροχής, ώστε να προσαυξάνει τις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος και να υπολογίζεται στις αποδοχές υπερημερίας.

Η εναγομένη δεν είχε αναλάβει συμβατική υποχρέωση να καταβάλει την παροχή αυτή από την 1/1/2005 κι' εντεύθεν, ούτε είχε αποκτήσει μισθολογικό χαρακτήρα, με την επί μακρό χρόνο καταβολή της και την εξ αυτού επέλευση σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, για χορήγηση της για όσο χρονικό διάστημα διαρκούσε η σύμβαση, καθόσον η καταβολή της αποδείχθηκε μόνο κατά την τελευταία διετία, κατά τη διάρκεια της 14ετούς συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος.

Ούτε μπορεί να θεωρηθεί, ότι η πρόσθετη αυτή παροχή καταβαλλόταν σταθερά και μόνιμα, και για μεγάλο χρονικό διάστημα, από το γεγονός ότι υπήρχε σχετική πρόβλεψη στην από 1/1/2001 σύμβαση, με βάση το ύψος της νέας πρωτοετούς παραγωγής ασφαλίστρων, καθόσον, αφενός μεν το ύψος της παροχής αυτής θα οριζόταν από τον πρόεδρο της εναγομένης, αφετέρου δε, δεν προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, ότι ο ενάγων έλαβε κατά τη διετία 2001 - 2002 την πρόσθετη αυτή παροχή.

Το ζήτημα της για συγκεκριμένο χρονικό και μόνο διάστημα χορήγησης του bonus, είναι ανεξάρτητο από το χαρακτήρα της συνδέουσας τους διαδίκους έννομης σχέσεως, ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από της συνάψεως της αρχικής συμβάσεως (15/9/1991) κι' εντεύθεν μέχρι της καταγγελίας αυτής, στις 20/11/2004, καθώς επίσης είναι ανεξάρτητο από το ποίο χαρακτήρα θεωρούσε η εναγομένη ότι έχει η σύμβαση αυτή, καθόσον για τη χρονική περίοδο των ετών 1991-2000 ουδεμία συμφωνία περί bonus είχε γίνει μεταξύ των διαδίκων, αν και είχαν συναφθεί δύο συμβάσεις, ενώ το πρώτον συμφωνήθηκε μεταξύ αυτών την 1/1/2001, ότι ο ενάγων θα δικαιούται, bonus, με βάση το ύψος της νέας πρωτοετούς παραγωγής της εταιρείας, το ύψος του οποίου θα οριζόταν από τον Πρόεδρο, και για το οποίο δεν προέκυψε καταβολή του.

Πρέπει να σημειωθεί, ότι για το μήνα Δεκέμβριο του 2004 (και το Νοέμβριο του ίδιου έτους) ο ενάγων έλαβε την πρόσθετη ως άνω παροχή ( βλ. υπ' αριθμ. 14/24/2/2005 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσού 24.226,68 ευρώ), την οποία δικαιούται και για προσαύξηση του δώρου Χριστουγέννων 2004 (αιτούμενη και επιδικασθείσα 7.500 ευρώ), γιατί κατά το έτος αυτό επιτεύχθηκε ο όρος της είσπραξης ασφαλίστρων των πρωτοετών ατομικών ασφαλιστηρίων ζωής και προσθηκών του δικτύου Agency, άνω του ποσού των 5.200.000 ευρώ, η πρόσθετη όμως αυτή παροχή (bonus) αποτελεί συμβατική υποχρέωση της εναγομένης, για το έτος αυτό (και για το 2003) την οποία και εκπλήρωσε και όχι σταθερά και μόνιμα καταβαλλόμενη παροχή, ώστε να συνυπολογίζεται στις τακτικές αποδοχές και κατ' επέκταση στις αιτούμενες αποδοχές υπερημερίας από 1/1/2005 έως 30/10/2005, ούτε μπορεί να συναχθεί, ότι θα την ελάμβανε, μετά πιθανότητος και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν εργαζόταν στην εναγομένη το έτος 2005 (από 1/1/2005 έως 31/10/2005).

Ενόψει όλων των προεκτεθέντων και κυρίως του ότι, α) για χρονικό διάστημα δώδεκα περίπου ετών (1991 - 2002), εκτός των τακτικών αποδοχών του, ουδεμία πρόσθετη παροχή ελάμβανε ο ενάγων ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας του, β) η πρόσθετη παροχή (bonus) προβλέφθηκε το πρώτον, με την από 2/1/2001 σύμβαση, με βάση τη νέα πρωτοετή παραγωγή ασφαλίστρων, αλλά με καθορισμό του ύψους της ρ παροχής από τον πρόεδρο της εναγομένης, χωρίς να προκύπτει η καταβολή της για το εν λόγω διάστημα, (2001 - 2002) και γ) ότι η πρόσθετη παροχή (bonus) που συμφωνήθηκε να καταβάλλεται στον ενάγοντα με την από 5/5/2003 σύμβαση, γ1) είχε συγκεκριμένο, σαφώς προσδιορισμένο χρονικό ορίζοντα, τη διετία 2003 - 2004 και γ2) δεν θα καταβαλλόταν από 1/1/2005 έως 30/4/2005, οπότε και έληγε η συμβατική δέσμευση της εναγομένης για το (bonus), γιατί υπολογίσθηκε για το έτος 2003, η επί διετία συμβατική χορήγηση της παροχής αυτής δεν είχε το χαρακτήρα της σταθερά και μόνιμα χορηγούμενης πρόσθετης παροχής που προσαυξάνει τις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος, ούτε είχε καταλήξει σε σιωπηρή συμφωνία για καταβολή της στο διηνεκές, λόγω της για σχετικά μικρό χρονικό διάστημα καταβολής της σε σχέση με τη χρονική διάρκεια της συμβάσεως εργασίας (πρόσληψη ενάγοντος 1991 άκυρη καταγγελία 20/11/2004, αποδεδειγμένη καταβολή πρόσθετης παροχής μόνο τη διετία 2003 - 2004).

Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων θα πρέπει, να απορριφθεί ο πρώτος λόγος του δικογράφου της εφέσεως, καθώς και ο πρόσθετος λόγος εφέσεως, που αφορά το συνυπολογισμό της πρόσθετης παροχής (bonus) στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος, για τη χρονική περίοδο από 1/1/2005 έως 30/10/2005 (η πρόσθετη παροχή έχει καταβληθεί για το μήνα Δεκέμβριο, ενώ έχει συνυπολογισθεί στο δώρο Χριστουγέννων και έχει επίδικασθεί το αιτούμενο ποσό αυτής των 7.500 ευρώ στις αποδοχές υπερημερίας του Δεκεμβρίου 2004) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης σε βάρος του εκκαλούντος (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων τον πρώτο λόγο του δικογράφου της εφέσεως και τον πρόσθετο λόγο, κατά το σκέλος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Απορρίπτει τους λόγους αυτούς.

Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, το οποίο ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ