Legislator Case Law & Legislation
874/2011 AI generated

Supreme Court reverses lower court for rejecting inheritance claim due to insufficient factual details in the complaint.

Case Number 874/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court reversed the Athens Court of Appeal's dismissal of an inheritance claim based on alleged vagueness in the complaint. The appellant argued that the lower court incorrectly required specific historical exchange rates for gold, which the court held were derivable from evidence rather than needing explicit statement in the pleadings. Consequently, the court found the lower court erred in deeming the claim inadmissible and remanded the case for retrial by a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(8), 559(14) of the Code of Civil Procedure; The court must distinguish between legal vagueness and quantitative or qualitative insufficiency of facts, where the latter is remediable by evidence without requiring explicit recitation of all underlying data in the complaint.

Keywords

AI generated
inheritance claim legal vagueness quantitative insufficiency remand for retrial exchange rate evidence Code of Civil Procedure inadmissible plea

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 1899 of the Civil Code
Article 1900 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 874 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 874/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. συζ. Ι. Κ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κουτσιλαίο.

Της αναιρεσίβλητης: Ι. συζ. Ι. Μ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κανδαράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-8-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2741/2002 μη οριστική, 6333/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6473/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-8-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 23-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1899 και 1900 ΑΚ προκύπτει ότι, για τον υπολογισμό της εξ αδιαθέτου μερίδας των συγκληρονόμων κατιόντων του αποβιώσαντος ανιόντος, από τους οποίους ένας ή περισσότεροι είναι υπόχρεοι σε συνεισφορά, θα ληφθεί ως βάση η πλασματική ομάδα της κληρονομιάς, ήτοι αφού κατά πρώτον αποτιμηθεί η αξία της όλης κληρονομικής (πραγματικής) ομάδας, δηλαδή του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων που ανήκαν στον κληρονομούμενο κατά το θάνατο του, με την αξία που είχαν στο χρόνο του θανάτου, κατόπιν προστίθεται η κατά το χρόνο που έγιναν αξία των συνεισενεκτέων παροχών, στις οποίες καταλέγεται και η νομοτύπως συσταθείσα προίκα κατ' άρθρο 1895 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 28 του ν. 1329/1983, το δε προκύπτον άθροισμα, που αποτελεί την πλασματική ομάδα, διαιρείται με τον αριθμό των κατιόντων κληρονόμων και στη συνέχεια από το πηλίκον που θα προκύψει αφαιρείται η αξία της συνεισενεκτέας παροχής, που έλαβε ο υπόχρεος σε συνεισφορά, οπότε το υπόλοιπο που θα προκύψει από την αφαίρεση αυτή αποτελεί τη μερίδα του υποχρέου σε συνεισφορά.

Το δικαίωμα όμως επί της μερίδας αυτής, καθοριζόμενης αρχικά κατ' ανάγκη σε ποσό. χρημάτων, υπολογίζεται, όπως προαναφέρθηκε, επί της πλασματικής ως άνω ομάδας της κληρονομιάς, ασκείται όμως και καλύπτεται από την πραγματική ομάδα της κληρονομιάς, αφού αυτή είναι η διανεμητέα μεταξύ των κατιόντων κληρονομιά, κατά ποσοστό ειδικότερα που εκφράζει τη σχέση της αξίας της μερίδας σε δραχμές (ήδη ευρώ) προς την αξία των αντικειμένων της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς (ΑΠ 638/2003 και ΑΠ 1288/1989).

Επίσης, κατά το άρθρο 1899 εδαφ. β' ΑΚ για τον προσδιορισμό της αξίας της παροχής, για την οποία υπάρχει υποχρέωση συνεισφοράς στην κληρονομιά, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος που έγινε η παροχή. Αν όμως, μετά την παροχή και μέχρι το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, ο οποίος χρόνος είναι και ο κρίσιμος, κατ' άρθρο 1831 ΑΚ, για τον υπολογισμό της αξίας της κληρονομιάς, μεσολαβήσει νομισματική έκπτωση ή ουσιώδης υποτίμηση της τρέχουσας αξίας της δραχμής, πρέπει κατ' εφαρμογή της καθιερούμενης από το άρθρο 288 ΑΚ αρχής της καλής πίστεως, που διέπει οποιαδήποτε ενοχή και την άσκηση των εξ' αυτής δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, η αξία αυτή του χρόνου της παροχής, να υπολογισθεί σε δραχμές της ίδιας όμως πραγματικής αξίας, την οποία αυτές είχαν κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου.

Η αξία δηλαδή του χρόνου της παροχής θα αναχθεί, με βάση την αρχή της καλής πίστεως του άρθρου 288 ΑΚ, στο ισάξιο της κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αφού ληφθεί υπόψη η τιμή και η αγοραστική αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας σε κυκλοφορούσες δραχμές, τόσο κατά το χρόνο της παροχής, όσο και κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου και γίνει η μεταξύ τους σύγκριση, αλλά και η αύξηση του τιμαρίθμου που επήλθε στο μεταξύ (ΑΠ 854/2007, ΑΠ 1176/2002, ΑΠ 1013/1996, ΑΠ 1924/1988).

Τα στοιχεία αυτά, (τιμή χρυσής λίρας και τιμάριθμος) δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνει αναλυτικά στον ισχυρισμό του ο διάδικος, ο οποίος ζητεί την αναγωγή της αξίας παροχής που έγινε από τον κληρονομούμενο, από την αξία του χρόνου που έγινε, στην αξία του χρόνου θανάτου του κληρονομούμενου, διότι αυτά θα προκύψουν από τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι θα επικαλεστούν και προσκομίσουν, ενώ το δικαστήριο μπορεί να προσφύγει και στα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανάλυση των σχετικών αποδείξεων.

Είναι δε τα διδάγματα της κοινής πείρας γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν χρειάζεται να γίνει επίκληση και απόδειξη των, αλλά εφαρμόζονται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο.

Έτσι με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας για την αναγωγή της αξίας της παροχής, που έγινε από τον κληρονομούμενο από τον χρόνο της παροχής στο χρόνου του θανάτου του κληρονομούμενου, μπορεί να ληφθεί υπόψη η αγοραστική αξία της χρυσής λίρας κατά το χρόνο της παροχής και ακολούθως κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου και η μεταξύ των σύγκριση καθώς και η χωρήσασα στο μεταξύ μεταβολή (αύξηση) του τιμάριθμου, τα στοιχεία δε αυτά δεν είναι αναγκαίο να εκτίθενται στην αγωγή (ΑΠ 1233/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, όπως αυτός σωστά εκτιμάται, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένδικη αγωγή ως αόριστη, παρά το νόμο την κήρυξε απαράδεκτη, αφού αυτή περιείχε όλα τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία για να είναι ορισμένη.

Όπως προκύπτει από την ένδικη (από 19-8-1996) αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), εκθέτει σ' αυτή η ενάγουσα-αναιρεσείουσα ότι η αποβιώσασα την 1-10-1995 Α. χήρα Κ.

Κ., μητέρα αυτής και της εναγομένης, χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατέλιπε μόνους πλησιέστερους συγγενείς της την ίδια και την αναιρεσίβλητη αδελφή της. Ότι η κληρονομηθείσα πιο πάνω μητέρα της κατέλιπε κατά το χρόνο του θανάτου της μοναδικό περιουσιακό στοιχείο το συνολικό χρηματικό ποσό των 13.639.075 δρχ. σε προθεσμιακή κατάθεση και σε καταθέσεις ταμιευτηρίου στις αναφερόμενες τράπεζες.

Ότι η εναγομένη συγκληρονόμος είχε λάβει από την αποβιώσασα μητέρα τους όσο ζούσε, με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. .../13-8-1966 συμβόλαιο του αναφερόμενου συμβολαιογράφου, ως προίκα το περιγραφόμενο ακίνητο, αξίας κατά το χρόνο συστάσεως της προίκας 240.000 δρχ. Ότι έκτοτε, ήτοι από τον ως άνω χρόνο συστάσεως της προίκας και μέχρι το χρόνο του θανάτου της κληρονομουμένης (1-10-1995), μεσολάβησε ουσιώδης υποτίμηση της δραχμής, οπότε η αξία της παροχής αυτής, αναγόμενη, κατ' εφαρμογή της καθιερούμενης από το άρθρο 288 ΑΚ αρχής της καλής πίστεως, στο ισάξιο της σε δραχμές της ίδιας πραγματικής αξίας, την οποία αυτές είχαν κατά το χρόνο του θανάτου της κληρονομουμένης, ανέρχεται, με βάση τις ισοτιμίες της Τράπεζας της Ελλάδος, σε 11.100.000 δρχ., αφού από έγγραφο της παραπάνω Τράπεζας προκύπτει ότι το πρσό των 240.000 δρχ.

του μηνός Φεβρουαρίου 1966 αντιστοιχεί στο ποσό των 11.100.000 δρχ. του παραπάνω χρόνου θανάτου της κληρονομουμένης. Ότι έτσι η αξία της πλασματικής ομάδας της κληρονομιάς, μετ' αφαίρεση των εξόδων κηδείας της κληρονομουμένης, που ανήλθαν σε 300.000 δρχ., ανέρχεται σε 24.439.075 ([Ι3.639.075-300.000=]13.339.075 + 11.100.000 =24.439.075) και, επομένως, η εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα αυτής (ενάγουσας) και της εναγομένης διαμορφώνεται σε 12.169.538 δρχ.

για την καθεμία και ότι από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί η παραπάνω αξία της συνεισενεκτέας παροχής (προίκας), που έλαβε η εναγομένη, δηλαδή 11.100.000 δρχ., οπότε το υπόλοιπο που απομένει, ανερχόμενο σε 1.069.538 δρχ., αποτελεί τη μερίδα που δικαιούται να λάβει η εναγομένη από την πραγματική ομάδα της κληρονομιάς, γεγονός που αμφισβητείται από την τελευταία.

Ζήτησε δε η ενάγουσα με την αγωγή της να αναγνωρισθεί ότι, μετά τη συνεισφορά της παραπάνω παροχής (προίκας), η εξ αδιαθέτου μερίδα της εναγομένης στην πραγματική κληρονομιαία περιουσία της παραπάνω κληρονομουμένης ανέρχεται στο ανωτέρω ποσό των 1.069.538 δρχ. Η ένδικη αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα είναι πλήρως ορισμένη ως προς τον προσδιορισμό κατ' αναγωγή της αξίας της συνεισενεκτέας ως άνω προίκας, καθόσον, κατά τα προεκτιθέμενα, η ενάγουσα προσδιορίζει την αξία της προαναφερόμενης συνεισενεκτέας παροχής κατά το χρόνο που δόθηκε και το ισάξιο σε δραχμές κατά το χρόνο του θανάτου της κληρονομουμένης, κατ' αναγωγή σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 288 ΑΚ, για τον υπολογισμό της πλασματικής αξίας της κληρονομιάς και, ακολούθως, για την εξεύρεση του κληρονομικού της μεριδίου, ενώ δεν είναι αναγκαίο, όπως προαναφέρθηκε, να αναφέρονται η αγοραστική αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας τόσο κατά το χρόνο της παροχής, και όσο και το χρόνο του θανάτου της κληρονομουμένης, όπως και τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν στον τιμάριθμο και δη ποιο ήταν το ύψος αυτού κατά το χρόνο της παροχής και ποια η χωρήσασα στο μεταξύ μεταβολή (αύξηση) του τιμαρίθμου μέχρι το θάνατο της κληρονομουμένης με προσδιορισμό του ύψους αυτού, αφού τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από τις αποδείξεις κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στη νομική σκέψη.

Το Εφετείο, όμως με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ότι η ένδικη αγωγή δεν προσδιορίζει στο δικόγραφό της τα στοιχεία, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για την αναγωγή της αξίας της παροχής που έγινε από την κληρονομουμένη και πιο συγκεκριμένα ότι "δεν αναφέρει ποια ήταν η τιμή της χρυσής λίρας Αγγλίας σε κυκλοφορούσες δραχμές τόσο κατά το χρόνο που έγινε η παραπάνω συνεισενεκτέα παροχή (13-8-1966) όσο και κατά το χρόνο του θανάτου της κληρονομουμένης (1-10-1955), ως και ποιο ήταν το ύψος (ποσοστό) του τιμαρίθμου κατά τους αντίστοιχους χρόνους, έτσι ώστε να μπορεί, μετά από σύγκριση, να προσδιορισθεί η αξία της προαναφερόμενης παροχής (προίκας) για τον υπολογισμό της πλασματικής ομάδας της κληρονομιάς και την εξεύρεση της εξ αδιαθέτου μερίδας των διαδίκων συγκληρονόμων και ακολούθως της μερίδας της εναγομένης και του ποσοστού αυτής επί της παραπάνω κληρονομίας, μετά τη συνεισφορά της προίκας, αλλά όλως αορίστως η ενάγουσα επικαλείται τις ισοτιμίες που προκύπτουν από την Τράπεζα της Ελλάδος, οι οποίες όμως δεν προσδιορίζονται".

Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εκκαλούμενης απόφασης με την οποία η ένδικη αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, εξαφάνισε την τελευταία, καθώς και τη συνεκκαλούμενη (2741/2002) προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει ορισμένη και νόμιμη την εν λόγω αγωγή και αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της.

Κρίνοντας, όμως, έτσι, το Εφετείο, έσφαλε. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6473/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ