Legislator Case Law & Legislation
874/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on implied consent for early retirement compensation under Greek labor law.

Case Number 874/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the bank's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding early retirement compensation. The court found that the employee's implied consent to leave before the statutory age limit was clear and unambiguous based on the facts presented. Consequently, the lower court's ruling upholding the reduced compensation was affirmed as legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Art. 8 para. 1 lit. a of Law 3198/1955; Art. 559 para. 1 and Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure: Implied consent for early retirement under the 1955 law is valid if clear and unambiguous, and appeals based on non-submitted facts or factual evaluation are inadmissible.

Keywords

AI generated
implied consent early retirement labor compensation appeal admissibility factual evaluation Greek labor law statutory age limit

Cited Legislation

AI generated
Art. 8 para. 1 lit. a of Law 3198/1955
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 8 lit. a of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 874 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 874/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Πετρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2121/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 2308/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-4-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 11-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, κατά το άρθρο 8 εδ. α' του ν.3198/1955, μισθωτοί, που συνδέονται με σχέση εργασίας διάρκειας αόριστου χρόνου, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη με την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του ν.2112/1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας τους και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το μισό της οριζόμενης από το ν.2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, ή το β.δ.

της 16/18.7.1920 αποζημιώσεως για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου (3198/1955). Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις αόριστου χρόνου και αποβλέπει στη διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των μισθωτών για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την παροχή στους αποχωρούντες, υπό τους διαλαμβανόμενους σ' αυτήν όρους, μειωμένης αποζημιώσεως.

Όπως προαναφέρθηκε, προϋπόθεση εφαρμογής της ως άνω διατάξεως του άρθρου 8 εδ. α' του ν.3198/1955 είναι η συγκατάθεση του εργοδότη στην αποχώρηση από την εργασία του μισθωτού. Η συγκατάθεση (συναίνεση) αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, μπορεί δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί στην τελευταία περίπτωση να είναι σαφής και αναμφίβολη, συναγόμενη εμμέσως από τη συμπεριφορά του δηλούντος ενόψει και των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει συγχρόνως συμπερασματικώς και σχετική δήλωση βουλήσεως αφορά εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία ως τέτοια δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν.2112/1920, "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογήν των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται στο άρθρο 9 παρ. 1 του β.δ. 16/18.7.1920, προκύπτει δε και από το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3514/1928.

Όμοιο κανόνα περιέχει και το άρθρο 3 παρ. 2 του π.δ. 572/1988, με το οποίο η ελληνική νομοθεσία εναρμονίστηκε προς την Οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ 77/187/14.2.1997. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχείρησης και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, την αυτοδίκαια υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές με τον προηγούμενο εργοδότη σχέσεις.

Το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων. Περαιτέρω, με την από 12.9.2000 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, που καταρτίστηκε μεταξύ του πιο αντιπροσωπευτικού επιχειρησιακού σωματείου στο χώρο της επιχειρήσεως της αναιρεσείουσας με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Εργασίας/EFG EUROBANK" αφενός και της αναιρεσείουσας, η οποίας είναι καθολική διάδοχος της (πρώην) Τράπεζας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΕ" κατόπιν συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη στις 7.9.2000, αφετέρου, θεσπίστηκε ο νέος οργανισμός (εσωτερικός κανονισμός) υπηρεσίας όλου του προσωπικού της.

Μετά την κατάρτιση του νέου Οργανισμού Υπηρεσίας με την προαναφερόμενη επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, που κάνει συνολική και αποκλειστική ρύθμιση όλων των θεμάτων που αφορούν τις σχέσεις της αναιρεσείουσας με το προσωπικό της, έπαυσε η ισχύς των παλαιών εσωτερικών κανονισμών. Μάλιστα, με το άρθρο 20 του νέου Οργανισμού ορίστηκε ότι αυτός αποτελεί συνολική ρύθμιση όλων των θεμάτων που αφορούν τις σχέσεις του προσωπικού με την Τράπεζα και καταργεί όλες τις προηγούμενες υφιστάμενες ρυθμίσεις, μεταξύ των οποίων και το μέχρι τότε ισχύοντα στην Τράπεζα Εργασίας Οργανισμό (ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας από 20.1.1978).

Με τη λήξη της ισχύος της τελευταίας επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε. έπαυσε η άμεση και αναγκαστική ισχύς των κανονιστικών της όρων και άρχισε άμεση και αναγκαστική ισχύς των κανονιστικών όρων του αμέσως πιο πάνω νέου Οργανισμού (εσωτερικού κανονισμού) της αναιρεσείουσας, που καταρτίστηκε με την προαναφερόμενη από 12.9.2000 επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε.

Ειδικότερα, με τη νέα συλλογική ρύθμιση και συγκεκριμένα με το άρθρο 19 του Οργανισμού Υπηρεσίας ορίζεται ότι "οι ατομικές συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων της Τράπεζας είναι και οι υπάρχουσες ....καθίστανται αορίστου χρόνου". Ως μοναδικές εξαιρέσεις συμβάσεων ορισμένου χρόνου αναφέρονται οι συμβάσεις των νεοπροσλαμβανόμενων υπαλλήλων κατά την πρόβλεψη των παρ. 6 και 8 του άρθρου 4 του ίδιου Οργανισμού.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν εδώ:

Δυνάμει συμβάσεως εργασίας προσλήφθηκε στις 23-2-1981 ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος είναι πτυχιούχος τεχνολόγος-πολιτικός μηχανικός, από την Τράπεζα Εργασίας, της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, μετά από γενόμενη εξαγορά και απορρόφηση, η αναιρεσείουσα τραπεζική επιχείρηση τυγχάνει καθολικός διάδοχος. Εξελιχθείς έκτοτε σταδιακά στην ιεραρχία της, τοποθετήθηκε την 1-2-1994 ως Υποδιευθυντής και την 4-2-2000 ως Αναπληρωτής Διευθυντής της τεχνικής υπηρεσίας αυτής.

Μετά την κατά τα άνω εξαγορά και συγχώνευση της αρχικής εργοδότιδας Τράπεζας και την υπεισέλευση της ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας από τις 7-9-2000 ως νέας εργοδότιδας πλέον στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της προηγουμένης, αυτή (αναιρεσείουσα) στις 12-9-2000 κατάγγειλε την από 20-1-1978 ΣΣΕ (Πραξ. καταθ. Ειρην.

Αθηνών 2/1978 της 17-2-1978), που αποτελούσε τον Οργανισμό Προσωπικού της Τράπεζας Εργασίας, με αποτέλεσμα την κατάργηση των συλλογικών ρυθμίσεων που ίσχυαν στη μεταβιβάζουσα, κατά τα ανωτέρω, αρχική εργοδότιδα επιχείρηση. Στις 12-9-2000 καταρτίστηκε νέα ΣΣΕ με περιεχόμενο το νέο Εσωτερικό Κανονισμό "Οργανισμό", η οποία ΣΣΕ υπογράφηκε από την αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση, "Σωματείο Εργαζομένων Τραπεζικής Επιχείρησης EFG EUROBANK", σκοπός δε του νέου αυτού Οργανισμού ήταν να ισχύσει ενιαίο εργασιακό καθεστώς για όλο το προσωπικό της αναιρεσείουσας.

Σύμφωνα με τον όρο υπ' αριθ. 19 της εν λόγω ΣΣΕ "οι ατομικές συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων της Τράπεζας είναι, και οι υπάρχουσες καθίστανται αορίστου χρόνου.... Όλες οι εργασιακές συμβάσεις λήγουν ή μπορούν να καταγγελθούν κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας". Ο αναιρεσίβλητος, επειδή όπως ισχυρίζεται δυσαρεστήθηκε από γενόμενη μείωση των αρμοδιοτήτων του, που συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή της εργασιακής του συμβάσεως εκ μέρους της αναιρεσείουσας, όπως υποστηρίζει με την αγωγή του, αποφάσισε να αποχωρήσει από την υπηρεσία της, έχοντας συμπληρώσει ήδη 15 έτη υπηρεσίας και δεδομένου ότι η εργασιακή του σύμβαση ήταν σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου με βάση το προαναφερόμενο όρο της ως άνω ΣΣΕ.

Με το από 27-4-2001 έγγραφο του προς τη Διοίκηση της αναιρεσείουσας ο αναιρεσίβλητος δήλωσε ότι αποχωρεί από την υπηρεσία της από τις 8-6-2001. Συγκεκριμένα δήλωσε σ' αυτή "Με την παρούσα σας γνωρίζω ότι από 8 Ιουνίου 2001 αποχωρώ από την Τράπεζα, στην οποία παρείχα τις υπηρεσίες μου από 23 Φεβρουαρίου 1981". Συγχρόνως με την από 27-4-2001 αίτηση του ζήτησε από τα αρμόδια όργανα της αναιρεσείουσας την χορήγηση της κανονικής του αδείας του έτους 2001, δηλαδή άδεια 26 ημερών (μέχρι τις 7-6-2001).

Η αναιρεσείουσα χορήγησε σ' αυτόν την αιτηθείσα άδεια (μέχρι 7-6-2001), δίχως περαιτέρω να του ανακοινώσει ρητά την αποδοχή ή μη της παραιτήσεως του. Ακολούθως με την από 7-6-2001 εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή του, η οποία κοινοποιήθηκε νομίμως στην αναιρεσείουσα αυθημερόν, ο αναιρεσίβλητος υπενθύμισε σ' αυτήν τη με το ως άνω από 27-4-2001 έγγραφο του δηλωθείσα παραίτηση του από 8-6-2001 και την κάλεσε να του καταβάλει την κατά νομόαποζημίωση του.

Η αναιρεσείουσα με την από 19-6-2001εξώδικη απάντηση της, που κοινοποιήθηκε στοναναιρεσίβλητο στις 20-6-2001, όπως εκτιμάται, δηλαδή μετά πάροδο 54 ημερών από την κοινοποίηση σ' αυτήν της δηλώσεως παραιτήσεως και 13 ημερών από την κοινοποίηση του δεύτερου εγγράφου (εξώδικη δήλωση) του αναιρεσιβλήτου, με το οποίο της υπενθύμιζε την υποχρέωσή της, δήλωσε ρητά στον αναιρεσίβλητο τη μη συγκατάθεση της στην αποχώρηση του από την υπηρεσία της.

Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η πιο πάνω σιωπηρή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την έγγραφη δήλωση του αναιρεσιβλήτου προς αυτήν ότι αποχωρεί από την υπηρεσία της και πριν την αποχώρηση του και την αίτηση του για καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, συνιστά σαφώς συγκατάθεση αυτής κατά την έννοια της προαναφερθείσας διατάξεως του νομού, η μη απάντηση δε στην προκειμένη περίπτωση εκ μέρους της εργοδότιδας (αναιρεσείουσας) υποδηλώνει σιωπηρή μεν, αλλά αναμφίβολη αποδοχή της παραιτήσεως του αναιρεσιβλήτου εργαζομένου, ενώ η εσκεμμένη ενέργεια της να μην απαντήσει στην από 27.4.2001 δήλωση περί παραιτήσεως αυτού, αλλά να εκφράσει την άρνηση της πολύ μετά την αποχώρησή του έγινε μόνο για την αποφυγή καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης.

Με βάση τις παραδοχές του αυτές, καθώς και τις λοιπές παραδοχές του, που δεν ενδιαφέρουν εδώ, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 2121/2002 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της ίδιας αποφάσεως και εξαφάνισε αυτή, στη συνέχεια, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της την ένδικη από 5.12.2001 αγωγή του αναιρεσιβλήτου για επιδίκαση της αποζημιώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 8 εδ.

α' του ν.3198/1955. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς: α) Δεν παραβίασε ούτε τις διατάξεις των άρθρων 167 και 168 του ΑΚ, με την πρώτη από τις οποίες ορίζεται ότι η δήλωση της βουλήσεως έχει νομική ενέργεια μόνο αφότου περιέλθει στο πρόσωπο στο οποίο απαιτείται να απευθυνθεί και με τη δεύτερη από αυτές ορίζεται ότι η δήλωση της βουλήσεως δεν έχει καμιά ενέργεια, αν προηγουμένως ή ταυτόχρονα περιήλθε σ' εκείνον στον οποίο απευθύνεται ανάκλησή της, αλλ' ούτε και την ως άνω διάταξη του άρθρου 8 εδ.

α' του ν.3198/1955. Και αυτό γιατί πράγματι, με βάση τις ως άνω παραδοχές του, ο αναιρεσίβλητος, αποχωρώντας από την υπηρεσία του στην αναιρεσείουσα Τράπεζα, με την οποία συνδεόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατόπιν της προαναφερόμενης έγγραφης παραιτήσεώς του, ύστερα από συμπλήρωση υπερδεκαπενταετούς υπηρεσίας συνολικά, αρχικά στην (πρώην) Τράπεζα με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε." και στη συνέχεια στην ίδια την αναιρεσείουσα Τράπεζα, ως καθολική διάδοχο της πρώτης Τράπεζας κατόπιν συγχωνεύσεως με απορρόφησή της, με τη σιωπηρή συγκατάθεση (συναίνεση) της αναιρεσείουσας, που τελικά παρασχέθηκε πριν από την εν λόγω αποχώρηση αυτού (αναιρεσιβλήτου) από την υπηρεσία του, δικαιούταν να λάβει την ως άνω αποζημίωση, που προβλέπεται από το άρθρο 8 εδ.

α' του ν.3198/1955. Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αναφορικά με το ζήτημα της υπάρξεως σιωπηρής συγκαταθέσεως (συναινέσεως) εκ μέρους της αναιρεσείουσας για την αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου από την υπηρεσία του σ'αυτήν, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει επί του ζητήματος τούτου και πλήρεις και σαφείς είναι και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω υπό το στοιχείο α' διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα, καθορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος κατά τον οποίο παρασχέθηκε και δή τελικά πριν από την αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου μισθωτού από την υπηρεσία του στην αναιρεσείουσα Τράπεζα η σιωπηρή μεν αλλά σαφής και αναμφίβολη συγκατάθεση (συναίνεση) της τελευταίας για την αποχώρηση αυτήν του αντιδίκου της από την εργασία του, ως συναχθείσα εμμέσως από την όλη συμπεριφορά της ενόψει και των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περιπτώσεως, κατά τα πιο πάνω στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικώς διαλαμβανόμενα, δεδομένου μάλιστα ότι από τα πραγματικά αυτά περιστατικά πράγματι ήταν δυνατόν να συναχθεί σιωπηρή μεν αλλά σαφής και αναμφίβολη σχετική συγκατάθεση της αναιρεσείουσας.

Επομένως τόσο ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των άρθρων 167 και 168 του ΑΚ και του άρθρου 8 εδ. α' του ν.3198/1955, όσο και οι ενιαίως κρινόμενοι πρώτος και δεύτερος κατά το ένα από τα μέρη του λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ελλιπών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών επί του ζητήματος που αναφέρεται πιο πάνω υπό το στοιχείο β', πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Οι λοιπές αιτιάσεις, που προβάλλονται με τους ως άνω (πρώτο και δεύτερο) λόγους αναιρέσεως και οι οποίες αφορούν την ουσιαστική κρίση του Εφετείου επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, γιατί οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρ0 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). 2.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση.

Έτσι "πράγμα", κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως αποτελεί και η ανύπαρκτη βάση της αγωγής, την οποία λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τα πιο πάνω, στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφερόμενα, έλαβε υπόψη το Εφετείο για να συναγάγει την κρίση του για σιωπηρή συγκατάθεση εκ μέρους της αναιρεσείουσας για την αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου από την υπηρεσία του σ' αυτήν τελικά πριν από την αποχώρηση αυτήν είχαν προταθεί με τη ένδικη αγωγή του τελευταίου, όπως από την αγωγή αυτήν προκύπτει.

Επομένως το Εφετείο με το να λάβει υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνήγαγε την εν λόγω σιωπηρή συγκατάθεση της αναιρεσείουσας δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και γι' αυτό ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

α' αποκλειστικά και μόνο, κατά την αληθινή έννοιά του, όπως εκτιμάται, του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Απριλίου 2007 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 2.308/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ