Legislator Case Law & Legislation
874/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on cohabitation property claims, ruling analogy to marriage law is invalid without legal gap.

Case Number 874/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's rejection of her claim for property sharing based on cohabitation. The appellant argued that her 25-year relationship with her deceased brother-in-law created a legal gap requiring analogy to marriage laws regarding asset sharing. The court held that since the parties explicitly chose not to marry, no legal gap existed, and the specific conditions for applying marriage or partnership statutes were not met. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1400 para. 1 Civil Code; Art. 47 Civil Code; Art. 904 Civil Code: Analogy to marital property regimes is inadmissible in free unions where no legislative gap exists and the parties explicitly rejected marital legal status.

Keywords

AI generated
free union property analogy of law legislative gap marital property regime unjust enrichment cohabitation assets appellate review

Cited Legislation

AI generated
Art. 1400 para. 1 Civil Code
Art. 47 Civil Code
Art. 904 Civil Code
Art. 559 no. 1 Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 874 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 874/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Χ1, η ,οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτη Νικολόπουλου.

Της αναιρεσιβλήτου :......., την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ιωάννης Παπανδρουλάκης, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23.12.1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 388/1999 προδικαστική,157/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 54/2007 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 03.07.2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 22.02.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο πλαίσιο της δικαστικής διαγνώσεως μιας διαφοράς η χρησιμοποίηση της μεθόδου της αναλογίας νόμου προϋποθέτει, αφενός μεν, την ύπαρξη ακούσιου κενού ως προς τη νομοθετική ρύθμιση μιας συγκεκριμένης βιοτικής σχέσεως, δηλαδή την κατάληψη αυτής αρρύθμιστης, αφετέρου δε, την ομοιότητα της εν λόγω βιοτικής σχέσεως, κατά τα ουσιώδη της σημεία, με άλλη νομοθετικώς ρυθμισμένη.

Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει κενό που να απαιτεί συμπλήρωση με αναλογία, ήτοι με προσφυγή σε έναν άλλο κανόνα δικαίου, όταν ο νομοθέτης άφησε μια περίπτωση αρρύθμιστη είτε διότι δεν τον ενδιέφερε η ρύθμισή της είτε, κατά μείζονα λόγο, διότι δεν επιθυμούσε να τη ρυθμίσει. Εξάλλου, το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ, το οποίο έχει ενταχθεί στο -αναφερόμενο στις σχέσεις των συζύγων από το γάμο- τέταρτο κεφάλαιο του ίδιου Κώδικα, ορίζει ότι "αν ο γάμος λυθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.." Από τη διάταξη αυτή, αποσκοπούσα στην προστασία του συζύγου με τη μικρότερη αύξηση της περιουσίας (δηλ.

κατά κανόνα του οικονομικώς ασθενέστερου) και περιέχουσα, ως εκ τούτου κανόνα αναγκαστικού δικαίου, συνάγεται ότι η εφαρμογή της προϋποθέτει τέλεση γάμου και άρα στο ρυθμιστικό της πεδίο εμπίπτει μόνο η αξίωση του ενός συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου. Αναλογική εφαρμογή αυτής της ρυθμίσεως στη λεγόμενη ελεύθερη (εκτός γάμου) ένωση δύο ετερόφυλων προσώπων δεν είναι δυνατή, καθόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναλογίας.

Ειδικότερα, κατά τη θέσπιση της κρίσιμης ρυθμίσεως, ο νομοθέτης, επιθυμώντας την υπαγωγή σ' αυτή μόνο της έγγαμης σχέσεως, απέφυγε ηθελημένως όμοια ή ανάλογη ρύθμιση και της ελεύθερης ενώσεως, μολονότι τη γνώριζε ως υπάρχουσα de facto κατάσταση. Μεταξύ των δύο περιπτώσεων άλλωστε υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές, ως προς τη σύσταση, τη λειτουργία, τη λύση, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, τις δεσμεύσεις κλπ, και ως εκ τούτου η ελεύθερη ένωση, μη υπαγόμενη στο νομικό καθεστώς του γάμου, δεν επιφέρει τις έννομες συνέπειές του, ενόψει μάλιστα και του ότι οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι, αρνούμενοι να τελέσουν γάμο, δεν θέλησαν να υπαχθούν γενικώς στις διατάξεις που ρυθμίζουν τον γάμο.

Περαιτέρω, δεν υπάρχουν περιθώρια αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων για την αφανή εταιρία στην ελεύθερη ένωση, αφού μεταξύ των δύο αυτών βιοτικών σχέσεων δεν υπάρχει καμία ομοιότητα. Θα είναι όμως δυνατή η ευθεία εφαρμογή των άνω διατάξεων, καθώς και των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αν σε συγκεκριμένη περίπτωση ελεύθερης συμβιώσεως συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, δικάζοντας επί εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, έκρινε απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη κατά τις δύο πρώτες θεμελιώσεις και ως αόριστη κατά την τρίτη θεμελίωση την από 22-12-1998 αγωγή, με την οποία, υπό την επίκληση αναλογικής εφαρμογής, κυρίως, των διατάξεων για την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα (άρθρο 1400 επ ΑΚ), επικουρικώς, των διατάξεων για την αφανή εταιρία (άρθρο 47 επ.

ΕμπΝ και 741 επ ΑΚ) και, επικουρικότερα, των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρα 904 επ ΑΚ), η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη ότι η αναιρεσίβλητη (εναγομένη) είναι η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος στις 27-11-1997 αδελφού της (......), με τον οποίο η ίδια (αναιρεσείουσα) συζούσε σε ελεύθερη ένωση από το έτος 1983 έως το θάνατό του, καθώς και ότι κατά το άνω χρονικό διάστημα αυτός απέκτησε τα αναφερόμενα στην αγωγή, αξίας κατά τον χρόνο θανάτου του - 35.000.000 δραχμών, περιουσιακά στοιχεία, στην απόκτηση των οποίων αυτή (αναιρεσείουσα) συνέβαλε κατά ποσοστό 95%, ζητούσε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να της μεταβιβάσει τα αναφερόμενα στην αγωγή δύο ακίνητα, άλλως να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 32.250.000 δραχμών για συμμετοχή της στα αποκτήματα του θανόντος.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις αναφερόμενες πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση τόσο με την κύρια (επί των διατάξεων για συμμετοχή στα αποκτήματά) όσο και με την πρώτη επικουρική (επί των διατάξεων για τη λύση αφανούς εταιρίας) θεμελίωση της αγωγής.

Επομένως, όλοι οι λόγοι (τέσσερις) του αναιρετηρίου, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι. Σημειωτέον ότι με την αίτηση αναιρέσεως δεν πλήττεται η απορριπτική κρίση του Εφετείου ως προς τη δεύτερη επικουρική (επί των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) θεμελίωση της αγωγής.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-7-2007, αίτηση της Χ1 περί αναιρέσεως της 54/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα την πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ