Supreme Court dismisses appeal on private forest ownership, upholding lower court's finding of public domain status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second-instance court's decision regarding the ownership of a disputed forest area. The appellant argued that the land was historically private property used for residence and agriculture, while the State contended it was public domain under the 1836 decree. The court rejected these claims, ruling that the lower courts provided sufficient legal reasoning to determine the land's status as public domain.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 of the Decree of 17 November 1836 on private forests; Art. 1 and 2 of the same Decree; The court established that when a lower court provides clear and sufficient reasoning to determine that a forest area belongs to the public domain, an appeal must be dismissed as unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 874 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 874/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ορφανίδη.
Του αναιρεσιβλήτου:Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κουρούμαλη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 149/1996 μη οριστική,375/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9040/1999 μη οριστική,5456/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-1-2003 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Νικόπουλος ανέγνωσε την από 21-4-2004 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αχιλλέα Νταφούλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, η διάταξη του άρθρ. 1 του Β.Δ. της 17.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" ορίζει ότι "εντός ενός έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος οφείλουν οι ιδιοκτήτες των υπό τα άρθρ. 1 και 2 δασών να παρουσιάσουν εις την επί των Οικονομικών Γραμματέων... τους νομίμους τίτλους της ιδιοκτησίας των. Η Γραμματεία θέλει εξετάσει αυτούς, θέλει τους αναγνωρίσει ή απορρίψει και εις την πρώτην περίπτωσιν θέλει δώσει επισήμως την κατοχήν εις τους ιδιοκτήτες, εις δε την δευτέραν αποπέμψει τας ελλειπουσας νομίμων αποδείξεων αξιώσεις αυτών ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων.
Εις την περίπτωσιν αυτήν όμως μέχρι της τελειωτικής δικαστικής αποφάσεως περί της ιδιοκτησίας μένει η διακατοχή του διαφιλονικουμένου δάσους αναφαίρετος εις ον ευρίσκεται. Παρελθούσης της ανωτέρω προθεσμίας θεωρούνται όλα τα δάση περί των οποίων δεν παριουσιαστούν οι ως άνω απαιτούμενοι τίτλοι, ως αδιαφιλονίκητα εθνικά και θέλουν διατίθενται ως τοιαύτα".
Οι διατάξεις των άρθρ. 1 κι 2 του ιδίου διατάγματος αναφέρουν ως ιδιωτικά δάση: α) εκείνα για τα οποία "δι' εγγράφων εκδιδομένων κατά τους νομίμους τύπους από τας αρμοδίας Τουρκικάς Αρχάς αποδειχθούν ότι υπήρχαν και που της αρχής του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνος ιδιοκτησίας πλήρεις ιδιωτών", β) εκείνα τα οποία κείνται "εις ιδιωτικά χωρίς - τζεκλίκια, εντός των ακριβώς υποδειχθέντων ορίων...
και σχηματίζουν αναγκαίον και φυσικόν συστατικόν μέρος αυτών" και γ) εκείνα "περί της ιδιοκτησίας των οπίων εγείρουν αξιώσεις Δήμοι ή Μοναστήρια στηριζομένας εις νομικά έγγραφα...". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι τα δάση: α) είναι ιδιωτικά αν, μετά την τήρηση της διαδικασίας του άρθ. 3 του άνω διατάγματος αναγνωρίστηκαν ως τέτοια από το Υπουργείο Οικονομικών ή, σε αρνητική περίπτωση, από τα δικαστήρια, β) είναι δημόσια (αδιαφιλονίκητα εθνικά) αν δεν υποβλήθηκαν αρμοδίως και εμπροθέσμως οι απαιτούμενοι τίτλοι προς αναγνώρισή τους ως ιδιτικών, ανεξάρτητα αν υπήρχαν ή όχι οι εν λόγω τίτλοι, και γ) προσωρινώς διακατεχόμενα από ιδιώτες, δήμους - κοινότητες ή μοναστήρια, αν υποβλήθηκαν από αυτούς αρμοδίως και εμπροθέσμως οι εν λόγω τίτλοι, αλλά είτε δεν κρίθηκαν από το ως άνω Υπουργείο ακόμη, είτε κρίθηκαν μη νόμιμοι, άκυροι κ.λ.π.
και συνεπεία τούτου εκκρεμεί η διαφορά στα δικαστήρια, ή δεν έγινε προσφυγή στα αρμόδια δικαστήρι ούτε από το Δημόσιο, ούτε από τους ενδιαφερομένους (ΑΠ 575/1967, 426/1987). Περαιτέρω, είναι αληθές ότι παρόμοια διαδικασία οριζόταν και ενώπιον της "Επιτροπής των κατά την Εύβοιαν και Αττικήν κτημάτων", που προβλεπόταν από την Συνθήκη της 27 Ιουνίου/9 Ιουλίου 1832 και συστήθηκε το ίδιο έτος (1832) πλην όμως η τήρηση της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής αυτής δεν αναπλήρωνε την έλλειψη τηρήσεως της διαδικασίας με τις συνέπειές της, που, κατά τα προεκτιθέμενα, προέβλεπε το άρθρο 3 του ως άνω Β.Δ.
περί ιδιωτικών Δασών, διότι πρώτου μεν το διάταγμα αυτό ως μεταγενέστερο της συστάσεως της Επιτροπής, ενώ είχε υπόψη του την ε'νωπιον εκείνης τηρούμενη διαδικασία, δεν αρκέστηκε σ' αυτήν, αλλά απήτησε και πάλι την κατάθεση των τίτλων από τους ιδιώτες που πρόβαλλαν δικαιώματα επί των προαναφερομένων γαιών, στο προβλεπόμενο από αυτό αρμόδιο όργανο, και δεύτερον στην Επιτροπή, όπως προκύπτει και από δική της ανακοίνωση, υποβάλλονταν, ως τίτλοι της αρμόδιας Οθωμανικής Κρατικής Υπηρεσίας ταπία ή χοτζέτια, ενώ στην προβλεπόμενη από το ως άνω Β.Δ.
Γραμματεία, για την αναγνώριση κυριότητας ιδιώτη επί δάσους υποβάλλονταν, κατά τα περί δασών κρατούντα στο Οθωμανικό Δίκαιο ως τέτοιοι τίτλοι μόνο ειδικά ταπία, στα οποία αναφερόταν ότι η παραχωρούμενη γαία ήταν δάσος (ΑΠ 538/1977, 1053/1982). Εξάλλου από τις διατάξεις των νόμων 8 και 1 παρ. 1 κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), οι οποίες κατά τα άρθρ. 51 (ή 64) του ΕισΝΑΚ έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα σε ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση σ' αυτό νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε χρησιδέσποζε μπορούσε κατά τις διατάξεις του Ν. 2 παρ. 2 Πανδ. (41.4) Ν. 6 Πανδ. (44.3), Ν. 76 παρ. 1 πανδ. (23.3) να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον όμω είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος εκείνου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρ. 18 και 21 του Ν. ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ΝΔ της 22/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", συνάγεται ότι προκειμένου περί δημόσιων κτημάτων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση, για την κτήση επ' αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής μη διάνοια κυρίου και καλή πίστη του νομέα να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11.9.1915 (Ολ.
ΑΠ 75/1987). Τέλος, κατά το α'ρθρο 1 του ΒΔ διατάγματος της 3/12-12-1833, όλα τα λειβάδια (ή βοσκοτόπια) για την υπέρ ιδιώτη επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο ειδικού σχετικού περιεχομένου, που να έχει εκδοθεί από την αρμόδια Οθωμανική Κρατική Υπηρεσία, ήτοι ειδικό ταπίο, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Κατάλυση της κυριότητας του Δημοσίου και δημιουργία κυριότητας του ιδιώτη δεν μπορούσε να επιφέρει ούτε η μεταβίβαση της γης με σπαχί, ταπί ή χοτζέτι, γιατί οι τίτλοι αυτοί μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσαν να προσπορίσουν (ΑΠ 1239/1996). Η παραπάνω διάταξη (άρθρ. 1Δ/τος 3/12-13-1833) αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, που προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής καιιδιωτικής κτήσης στο μέλλον τα ακίνητα αυτά.
Η ένοια αυτή προκύπτει και από τα άρθρα 1 παρ. 2ν. ΚΘ' 31-1/18-2-1964 και 3ν. ΨΗΖ/1880. Αρα χωρίς και εδώ, υπό τις ίδιες ως άνω προϋποθέσεις, έκτακτη χρησικτησία μέχρι 11-9-1915. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη οριστική απόφαση κατ' ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: Α) Το δεύτερο τμήμα του επιδίκου ακινήτου, που εμφαίνεται στο από Νοεμβρίου 1994 σχεδιάγραμμα του μηχανικού ...
υπό στοιχεία 26-27-12-28-29-30-31-32-26, έχει εμβαδό 9000 τ.μ. και περιέχει πυκνή βλάστηση από θάμνους, σχίνα, πουρνάρια, ως και δένδρα αείφυλλα και πλατύφυλλα, ήταν ανέκαθεν δάσος, ήτοι πριν από την ισχύ του Β.Δ. της 17.11.1836. Υλοτομία και ρητινοσυλλογή στο άνω δάσος έκαναν ο πατέρας του ενάγοντος ήδη (αναιρεσείιοντος) και οι δικαιοπάροχοί του με άδεια του οικείου Δασαρχείου.
Για το δάσος αυτό δεν τηρήθηκε η από το άρθρο 3 του άνω Β.Δ/τος επιβαλλόμενη υποχρέωση υποβολής των τίτλων στη Γραμματεία των Οικονομικών εντός της ετήσιας ανατρεπτικής προθεσμίας από τη δημοσίευση αυτού (Β.Δ./τος) προς εξέταση αυτών (τίτλων). Επομένως από την παρέλευση της άνω προθεσμίας το δάσος αυτό θεωρήθηκε αδιαφιλονίκητα εθνικό (δημόσιο), ανήκον εντεύθεν κατά κυριότητα στο εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) Ελληνικό Δημόσιο.
Η μη τήρηση της άνω διαδικασίας δεν αναπληρώνεται από την προσκόμιση (εκ μέρους του απώτατου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος ...) του χοτζετίου που αυτός είχε υποβάλει στην επί των κατά την Αττική και Εύβοια Οθωμανικών Κτημάτων Επιτροπή και την έκδοση της 125/6-5-1836 απόφασης της τελευταίας, η οποία απόφασητης Επιτροπής αυτης δεν αποτελεί νόμιμο τίτλο ικανό να προσπορίσει κυριότητα επί του τμήματος αυτού του επιδίκου στον άνω απώτατο δικαιοπάροχο του ενάγοντος.
Δεν αποδείχθηκε δε ότι οι τότε δικαιοπάροχοι του ενάγοντος νεμήθηκαν το δασικό αυτό τμήμα με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία μέχρι την 11-9-1915. Επομένως το τμήμα αυτό, ως δημόσιο δάσος, ανήκει κατά κυριότητα στο εναγόμενο και Β) Το τρίτο τμήμα, εμφαινόμενο στο ίδιο ως άνω σχεδιάγραμμα του αυτού μηχανικού υπό στοιχεία 1-2-4-32-31-30-29-13-15-16-17-18-1, εμβαδού 28.000 τ.μ., ανέκαθεν ήταν αμμώδης έκταση με ποώδη βλάστηση, κατάλληλη για τη βόσκηση ποιμνίων από τους κατοίκους της περιοχής.
Το τμήμα αυτό, ως βοσκότοπος πριν από το 1833, δυνάμει του άρθρου 1 του από 3/12-12-1833 Β.Δ/τος, ανήκει κατά κυριότητα στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Ασκηση συνεχούς τριακονταετούς νομής με καλή πίστη μέχρι την 11-9-1915 επί του τμήματος αυτού από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος δεν αποδείχθηκε. Επομένως και το τμήαμ αυτό ανήκει κατά κυριότητα στο εναγόμενο.
Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, που στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή σε σχέση με τα επίδικα αυτά τμήματα ακινήτου κατά παραδοχή αντίστοιχης ένστασης του εναγομένου, δεν παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) τις πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε (με παράλειψη εφαρμογής) τις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα και ως γενικότερου περιεχομένου μη καλύπτουσες τη ρύθμιση των παραπάνω εκτιθέμενων ειδικών ζητημάτων διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του Πρωτόκολλου του Λονδίκου της 3-2-1830 για την ανεξαρτησία της Ελλάδος, 1 του από 1-7-1830 Β' Πρωτόκολλου των ίδιων μερών, 7 της από 27-6-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και του από 9/21-7-1832 Πρωτοκόλλου αυτής, της από 27-12-1832 Διακήρυξης της Ελληνικής Επιτροπής για την αγορά των Οθωμανικών ιδιοκτησιών στην Εύβοια και στην Αττική που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 15/1838), της από 28-3-1835 Συμβιβάσεως των Αθηνών μεταξύ απεσταλμένων της Υψηλής Πύλης και της επί των Οθωμανικών κτημάτων Ελληνικής Επιτροπής που κυρώθηκε με το από 4/16-4-1835 β.δ (ΦΕΚ 15/1838) και του από 4/16-10-1835 Πρωτοκόλλου του Υπουργικού Συμβουλίου και της 5059 (9573-9574) από 1/13-11-1835 Διαταγής των επί του Βασιλ.
Οίκου, Οικονομικών και Εξωτερικών Γραμματειών. Συνακόλουθα η προσβαλλόμενη απόφαση (οριστική) του Εφετείου δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αρθ.8 περ. α και 19 ΚΠολΔικ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα υποστηρίζεται, σε σχέση με το τρίτο τμήμα του επίδικου ακινήτου, ότι το Εφετείο δέχτηκε με ανεπαρκείς αιτιολογίες πως αυτό ήταν βοσκότοπος πριν από το 1833, διότι ήταν αμμώδης έκταση με ποώδη βλάστηση κατάλληλη για βόσκηση ποιμνίων από τους κατοίκους της περιοχής, άρα ανήκει στην κυριότητα του εναγόμενου Δημοσίου, χωρίς το τελευταίο να προτείνει τέτοιο ισχυρισμό.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των κρίσιμων διαδικαστικών εγγράφων που προσκομίζονται (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔικ) και μάλιστα την από 25-1-1996, 30-3-1998 και 7-10-1999 προτάσεων του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου Δημοσίου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και του Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα, προκύπτει, ότι αυτό το διάδικο μέρος (Δημόσιο) έχει προβάλει παραδεκτά και νόμιμα στα δικαστήρια της ουσίας σχετικό ισχυρισμό για λειβάδι και βοσκότοπο που περιήλθε στην κυριότητά του, σύμφωνα με το άρθρο 1 του από 3/12-12-1983 Β.Δ/τος.
Από τον ισχυρισμό αυτό δεν έχει παραιτηθεί σε καμία συζήτηση της υπόθεσης τόσο στο πρωτοδικείο, όσο και στο Εφετείο, όπου ζήτησε να απορριφθεί η αντίθετη έφεση του αναιρεσείοντος και να γίνει δεκτή ως βάσιμη η δική του έφεση ώστε να απορριφθεί η ένδικη από 10-8-1995 αγωγή ως αβάσιμη και κατά το πρώτο τμήμα (των 3.000 τ.μ.) του επίδικου ακινήτου, όπου παλαιά διόροφη κατοικία με αποθήκες και συναφείς εγκαταστάσεις, καθώς και ελεύθερος χώρος που καλλιεργούσαν και συνέλεγαν καρπούς ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοί του που αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη.
Η δε αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης ότι ήταν ανέκαθεν αμμώδης έκταση, κατάλληλη για βόσκηση ποιμνίων από τους κατοίκους της περιοχής και ως βοσκότοπος το τρίτο αυτό τμήμα του επίδικου ακινήτου (εμβαδού 28.000 τ.μ.). πριν από το 1833, δυνάμει του άρθρου 1 του από 3/12-12-1983, ανήκει κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, είναι σαφής και επαρκής.
ΕΠΕΙΔΗ ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, Από το άρθ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με τις προαναφερθείσες παραδοχές του σε σχέση με τα δεύτερο και τρίτο τμήματα του επίδικου ακινήτου, καθώς και εκείνη σε σχέση με το πρώτο τμήμα, έκτασης 3000 τ.μ., κατά την οποία παραδοχή "υπήρχε σαυτό παλαιά διόροφη κατοικία με αποθήκες και συναφείς εγκαταστάσεις, ενέμοντο αυτό ο ενάγων από το έτος 1993 που το απέκτησε από κληρονομία του πατέρα του Χ μέχρι την αγωγή, πριν από αυτόν ο προαναφερθείς πατέρας του από το έτος 1937, που το απέκτησε με το ...
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Παν. Καραμπέη μέχρι το θάνατό του (1993), και πριν από τον ως άνω πατέρα οι αναφερθέντες δικαιοπάροχοί τους από το έτος 1836, ασκούντες τις προσιδιάζουσες σ' αυτό πράξεις νομής, ήτοι κατοικούσαν στην οικία, καλλιεργούσαν τον ελεύθερο χώρο του και συνέλεγαν τους καρπούς, επέβλεπαν, φύλαγαν και περιέφρασαν αυτό, που ξεχώριζε, ως ιδιοκτησία του ενάγοντος και των άνω δικαιοπαρόχων του, από την υπόλοιπη επίδικη έκταση με υπάρχουσα περίφραξη, αποτελούμενη κατά ένα μέρος από μάνδρα εκ τσιμεντολίθων και κατά το υπόλοιπο από συρματόπλεγμα, κατά ταύτα ο ενάγων έγινε κύριος αυτού το μεν παραγώγς, από κληρονομιά του πατέρα του δυνάμει της από 13-5-1991 ιδιόγραφης διαθήκης, την οποία (κληρονομία) αποδέχτηκε με την κατά νόμο πράξη που μετέγραψε νόμιμα, το δε πρωτοτύπως δια τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας με συνυπολογισμό της νομής των δικαιοπαρόχων του, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες δεν είναι αντιφατικές προς τις προηγούμενες για τα άλλα δύο τμήματα και δεν στερούν την αναιρεσιβαλλομένη από νόμιμη βάση αλλά επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των σχετικών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-1-2003 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά της υπ' αριθμ. 5456/2002 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και της συμπροσβαλ-λόμενης υπ' αριθμ. 9040/1999 μη οριστικής απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου.
ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε τιρακόσια τριάντα ευρώ (330) .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 3 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ