Supreme Court dismisses appeal against land registry entry error regarding private property not subject to prescription.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final judgment that rejected a claim for land registration. The lower courts ruled that the disputed property was private, never state-owned, and thus immune from prescription, having been informally transferred to the heirs decades prior. Consequently, the court held the appeal inadmissible because the property's status as private land precluded the application of public domain acquisition rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 974, 976, 979, 1045, 1051, 1094 of the Civil Code; Article 51 of the Registration Law; Article 2 § 4 of Law 147/2014; Articles 1, 2, 3 of the Ottoman Land Law: If a property was never part of the Ottoman public domain and remained private throughout, it cannot be acquired by prescription, rendering claims based on public domain acquisition inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 873 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 873/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Κ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 3) Β. Μ., το γένος Π. και Ε. Γ., κατοίκου ..., 4) Λ. συζ. Ι. Κ., το γένος Π. και Ε. Γ., κατοίκου ..., 5) Μ. Κ., το γένος Π. και Ε. Γ., κατοίκου ... Οι υπό στοιχεία 2 και 3 αναιρεσίβλητοι, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Οι λοιποί, υπό στοιχεία 1, 4 και 5 αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γκερλεκτσή, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Όπως προκύπτει από τις από 3-1-2023 κατατεθειμένες προτάσεις του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου: 1) ο υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις ...-2021 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου της ΔΕ Ελευθερών του Δήμου Παγγαίου Καβάλας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι και καθολικοί διάδοχοι αυτού, α) Π., χήρα Κ. Γ., το γένος Ε. Ι., β) Ε. Γ. του Κ., γ) Ι. Γ. του Κ., κάτοικοι ..., και 2) η υπό στοιχείο 3 αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις ...-2022 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Καβάλας, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος και καθολική διάδοχος αυτής, Α. Μ. του Α. και της Β., κάτοικος ... Άπαντες οι συνεχίζοντες τη δίκη, εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-1-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 134/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 231/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-2-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 24.02.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 231/30.07.2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο απέρριψε την από 14.02.2017 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 134/30.12.2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 19.01.2016 αγωγή του άρθρου 6§2 του ν. 2664/1998 των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).
Η προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσίβλητοι ήγειραν κατά του αναιρεσείοντος Eλληνικού Δημοσίου την από 19.01.2016 αγωγή, την οποία απηύθηναν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας και με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί το δικαίωμα (συγ)κυριότητάς τους επί των περιγραφομένων εδαφικών τμημάτων και να διαταχθεί η συνένωσή τους σε ένα ακίνητο με δικό του Κ.Α.Ε.Κ. .Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού συζήτησε την ως άνω έχουσα αγωγή, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 134/30.12.2016 οριστική απόφασή του, με την οποία έκανε δεκτή την αγωγή.
Κατά των αναιρεσιβλήτων και της ανωτέρω αποφάσεως το αναιρεσείον άσκησε την από 14.02.2017 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία ζήτησε την τυπική και κατ' ουσίαν παραδοχή της, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, τη διακράτηση της υποθέσεως από αυτό (Μονομελές Εφετείο Θράκης), την αναδίκαση της αγωγής και την απόρριψή της.
Συζητήσεως γενομένης, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, αυτό (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) εξέδωσε την υπ' αριθμ. 231/30.07.2019 οριστική (τελεσίδικη) απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά, αλλ' απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Κατά της αποφάσεως αυτής στρέφεται με την από 24.02.2020 αίτησή του το αναιρεσείον ζητώντας την αναίρεσή της για τον αναφερόμενο στο αναιρετήριο μοναδικό λόγο.
Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (ΟθΝπΓαιών) οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: α. Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησία ("mulk", "arazi-i memluke") (οικόπεδα, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κτλ), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβιβάσεως, β.
τις δημόσιες γαίες ("arazi-i empiriye") (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσιάσεως ("tassaruf"), γ. τις αφιερωμένες γαίες ("arazi-i mevkufe"), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ.
τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες ("arazi-i metruke") (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες κτλ), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο οθωμανικό δημόσιο, και ε. τις νεκρές γαίες ("arazi-i mevat") (βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο οθωμανικό δημόσιο.
Με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 22.02/03.02.1830 "Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος", 04/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζεται, σε συνδυασμό με την από 27.06/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 03.02.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια αυτού, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους τους, οι οποίοι αποχώρησαν, και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", περιερχόμενα, κατά το άρθρο 16 αυτού, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ("Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον.").
Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενομένη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και τα κατέλαβε είτε διαρκούντος του πολέμου, είτε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους.
Η διαδοχή εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αριθμ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.03.1829 με τον παράτιτλο: "Οροθεσία της Στερεάς και των Νήσων", διαλαμβάνοντας ότι "Αι νήσοι αι εις την Πελοπόννησον παρακείμεναι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες, θέλουσιν ωσαύτως συμπεριληφθή εντός αυτού τούτου του Κράτους.".
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2§4 του ν. 147/1914 "Περί της εν ταις προσαρτωμέναις χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας και της δικαστικής αυτών οργανώσεως" στις περιοχές οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του οθωμανικού κράτους εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία πλην όμως διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις περί γαιών, οι οποίες ρύθμιζαν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ' αυτών, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους Ελληνικούς νόμους. Στην κατηγορία των προσαρτωμένων χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία, από την 01.02.1914, άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 36§3 του ίδιου ως άνω νόμου (147/1914 - Φ.Ε.Κ. Α' 25 της 01.02.1914), η Ελληνική νομοθεσία.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Εισ.Ν.Α.Κ., η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του Α.Κ., κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Α. Κ.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (ΟθΝπΓαιών), του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σ' αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις προσαρτώμενες χώρες, με τη διάταξη του άρθρου 2§4 του ν. 147/1914, "Άρθρο 3. Δημόσιαι γαίαι εισί τα χωράφια, λειμώνες, χειμάδια, θέρετρα (θεριναί βοσκαί), δάση και παραπλήσια, των οποίων η ιδιοκτησία ανήκει εις το δημόσιον. ... ." (βλ.
και άρθρα 4, 9, 12, 34 και 49 του ίδιου νόμου). Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημόσιων γαιών ("arazi-i empiriye"), γίνεται με τη χορήγηση από το δημόσιο εγγράφου τίτλου, ονομαζόμενου ταπίο ("tapu"), το οποίο φέρει το μονόγραμμα ("τουρά", "τουγράς", "tugra) του σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα, όχι κυριότητας, αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως ("tassaruf"), αντικείμενο της οποίας είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους.
Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπίο) αποκτάται το δικαίωμα εξουσιάσεως για ορισμένη χρήση των δημόσιων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ίδιου παραπάνω "Νόμου περί των γαιών", σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς αμφισβήτηση, αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως και είτε έχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν έχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ' αυτόν δωρεάν νέος τίτλος.
Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διατάξεως, του άρθρου μόνου της ερμηνευτικής εγκυκλίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28ης Σεφέρ 1304 "Περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως επί των δασών", του άρθρου 13 του νόμου "Περί ταπίων" της 8ης Δζεμάζηλ - αχίρ 1275, του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων (περί ταπίων) της 15ης Σαμπάν 1276, αλλά και του συνόλου των διατάξεων του "Νόμου περί των γαιών" (ειδικότερα των άρθρων 9, 30, 71), συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μόνιμης εγκαταστάσεως είναι όχι μόνο η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή, αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια της γης.
Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργησίμων γαιών και όχι επί οικοπέδων και κήπων, έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και με οπωροφόρα δένδρα, ούτε επί των λοιπών δημοσίων γαιών [λειμώνων, δασών, χειμερινών και θερινών (δηλαδή βοσκοτόπων) και παρομοίων τόπων], οι οποίες εξουσιάζονταν μόνο με έκδοση έγγραφου τίτλου (ταπίου) κατ' εφαρμογήν και των άρθρων 2 και 3 των οδηγιών της 23 Μουχαρέμ 1923 "Περί εξελέγξεως τίτλων δασών" (Ολ.Α.Π. 609/1963, Α.Π. 24/2020, Α.Π. 1204/2014, Α.Π. 1122/2008).
Περαιτέρω, με το διάταγμα υπ' αριθμ. 2468/1917 "Περί ρυθμίσεως των εννόμων σχέσεων επί των κατά τους οθωμανικούς Νόμους δημοσίων γαιών" της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης (άρθρα 1 και 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με τον ν. 1072/1917 "Περί επεκτάσεως καθ' άπαν το Κράτος των υπ' αριθμ. 2466, 2467, 2468, 2469 και 2470 διαταγμάτων της Προσωρινής Κυβερνήσεως περί του αγροτικού ζητήματος", καταργήθηκε, κατά βάση, ο θεσμός των δημοσίων γαιών του Οθωμανικού δικαίου.
Από της ισχύος του ως άνω διατάγματος, δηλαδή, από τις 20.05.1917, ως προς τους καλλιεργουμένους και μόνο αγρούς, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως ("τεσσαρούφ", "tassaruf") μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ ο ν. 2052/1920 ("Αγροτικός Νόμος") επανέλαβε στα άρθρα 49 επόμ.
τις διατάξεις του διατάγματος υπ' αριθμ. 2468/1917. Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101 - 104 του διατάγματος της 11/12.11.1929 ("Περί διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων"), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του ν. 1540/1938 ("Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί διοικήσεως των Δημοσίων Κτημάτων νομοθεσίας"), παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου, χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών.
Η κυριότητα δε όλων των λοιπών κατηγοριών δημοσίων γαιών, με την απελευθέρωση των προσαρτώμενων χωρών, κατά το έτος 1912, περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου βάσει διεθνών συνθηκών (άρθρο 60§1 της Συνθήκης της Λωζάνης της 24.07.1923 που κυρώθηκε με το από 25.08.1923 διάταγμα - Φ.Ε.Κ. Α'238/25.08.1923), σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 7 και 27 της από 10.06.1930 Συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που υπεγράφη στην Άγκυρα και κυρώθηκε με τον ν. 4793/1930 "Περί κυρώσεως της μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας Συμφωνίας περί τρόπου εφαρμογής της εν Λωζάννη υπογραφείσης Συμβάσεως περί ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών πληθυσμών και της υπ' αριθ. 9 Δηλώσεως" και της από 21.06.1924, συμπληρωματικής της VIII/07.12.1923, αποφάσεως της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών και με τις διατάξεις του Οθωμανικού νόμου περί γαιών που διατηρήθηκε σε ισχύ, όπως παραπάνω αναφέρεται.
Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1248 και 1814 του Οθωμανικού Α.Κ., που δεν αναγνώριζε τον θεσμό της χρησικτησίας ως τρόπο κτήσεως της κυριότητας σε ακίνητα, 1 και 2 του ν. 197/1914, που επεξέτεινε την ισχύ της Ελληνικής νομοθεσίας (διατάξεις του βζρδ, που προέβλεπαν τον θεσμό της χρησικτησίας), του ν.δ. της 22.04/16.05.1926, με το οποίο απαγορεύθηκε από τις 11.05.1915 και μετέπειτα οποιαδήποτε κτητική ή αποσβεστική παραγραφή των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου στα ακίνητα της κυριότητάς του και των άρθρων 2 και 4 του α.ν. 1539/1938, που περιέχει όμοιες προς το άνω διάταγμα διατάξεις, σαφώς προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η υπό τρίτου κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητο της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου που κείται στη Μακεδονία (Α.Π. 24/2020, Α.Π. 545/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 του Α.Κ., για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας, κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά.
Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το πράγμα ως εάν να ήταν δικό του. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση, η περιμάνδρωση, η περιτοίχιση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του κτλ χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας.
Οι στηριζόμενοι στις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γενέσεως του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και, για τον λόγο αυτό, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απορρίψεώς τους τις φέρει εκείνο (Ελληνικό Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (Α.Π. 1182/2018).
Για να είναι όμως ορισμένη η αγωγή που στηρίζεται σε απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία, δεν απαιτείται να εκτίθεται σ' αυτή ότι το ακίνητο δεν είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ούτε να δικαιολογείται για ποιο λόγο αυτό δεν συμβαίνει.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 του Α.Κ., προκύπτει ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντιδίκου του επικαλουμένου κτήση κυριότητας με χρησικτησία (Α.Π. 894/2020, Α.Π. 977/2007) που είναι διακωλυτική του επικαλουμένου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και, όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό επίσης πρέπει να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του.
Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ενστάσεως ανεπιδέκτου χρησικτησίας του επιδίκου, λόγω αποκτήσεως κυριότητας από το ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο.
Η ανεπάρκεια των εκτιθεμένων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από τον νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντιστοίχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ενστάσεως.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδικεύσεως των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντιστοίχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τους αριθμούς 8 ή, αναλόγως, 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 192/2016).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 29/2021, Α.Π. 480/2010).
Στην ένδικη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) του δικογράφου της αγωγής τους, οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) ισχυρίσθηκαν ότι, δυνάμει του υπ' αριθμ. ....1937 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Παγγαίου Κ. Π., το οποίο μεταγράφηκε νομίμως, ο Π. Γ., παππούς του πρώτου από τους ενάγοντες και πατέρας των υπολοίπων (2ου, 3ης, 4ης και 5ης), απέκτησε ποσοστό 3/4 της κυριότητας δύο ακινήτων, κειμένων στη συνοικία "Ταξιάρχες" των Ελευθερών Καβάλας από τους Β., Α.
και Χ. Σ., ενώ το λοιπό ποσοστό του 1/4 της κυριότητας των αυτών ακινήτων ανήκε στη σύζυγό του Ε. Γ., με την ιδιότητα αυτής ως κληρονόμου του πατέρα της Κ. Σ. Ότι τα ακίνητα αυτά, τα οποία ευρίσκονταν ένθεν κακείθεν κοινοτικής οδού, από το έτος 1937, απετέλεσαν την κυρία εγκατάσταση της οικογενείας του Π. Γ., το μεν ένα, στο οποίο είχε ανεγερθεί κτίσμα, ως χώρο κατοικίας, το δε έτερο ως λαχανόκηπο (μπαξέ).
Ότι, τα ακίνητα αυτά στην κοινή αντίληψη θεωρούνταν ως ενιαίο της οικογενείας Π. και Ε. Γ. Ότι το (ενιαίο) ακίνητο παραχώρησαν ατύπως, το έτος 1988, στους δεύτερο, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη όπως και στον πατέρα του πρώτου αναιρεσιβλήτων Σ. Γ. οι γονείς τους. Ότι, έκτοτε, άρχισαν να νέμονται το ακίνητο αρχικά με αντιπρόσωπό τους τη μητέρα τους, έως τον θάνατό της, το έτος 2008, και ακολούθως, αυτοπροσώπως, έως και την άσκηση της αιτήσεως.
Ότι το επίδικο, όλο ακίνητο, ανήκε, επί Οθωμανικής περιόδου, στην κατηγορία των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, χωρίς ποτέ, μετά την απελευθέρωση της περιοχής και την ένταξή της στον εθνικό κορμό, να επιληφθούν αυτού τόσο το Ελληνικό Δημόσιο όσο και η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων. Ότι, συνεπώς, κατέστησαν (συγ)κύριοι αυτού, κατά ποσοστό 1/5 έκαστος, εξ αδιαιρέτου λόγω έκτακτης χρησικτησίας, γιατί νεμήθηκαν αυτό, προσμετρουμένου του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, από το έτος 1937 έως το έτος 1988, επικουρικώς δε συμφώνως προς την πρόβλεψη του άρθρου 4§1β' του ν. 3127/2003.
Ζήτησαν δε, κατά συνοπτική απόδοση των επιμέρους αιτημάτων του αιτητικού της αιτήσεώς τους, να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής που καταχωρίσθηκε στα οικεία βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Παγγαίου, έτσι ώστε να δημιουργηθεί νέο ακίνητο, αποτελούμενο από συνένωση των αναφερομένων τμημάτων και να προκύψει νέο ακίνητο, αντίστοιχο προς το προπεριγραφέν αρχικό ακίνητό τους, με συνολική έκταση 549,91 τ.μ.
και συνιδιοκτήτες αυτούς (ενάγοντες) και αιτία κτήσεως την έκτακτη χρησικτησία. Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος αυτού το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (ποσοτική αοριστία της αιτήσεως) και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά τον σχετικό ισχυρισμό του, διατυπωθέντα με λόγο εφέσεως, δέχθηκε ότι η ένδικη αίτηση είναι ορισμένη καίτοι στο δικόγραφό της αναφερόνταν λιγότερα στοιχεία από αυτά που ήσαν αναγκαία, κατά νόμο, ώστε να επέλθει η επικαλουμένη έννομη συνέπεια, δηλαδή, η κτήση της (συγ)κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον απώτατο δικαιοπάροχο των εναγόντων ενόψει του ότι για το όλο ακίνητο, από το οποίο προερχόταν, ως τμήμα του το επίδικο, δεν αναφέρεται στην αγωγή ότι είχε εκδοθεί, κατά τους κανόνες του Οθωμανικού δικαίου, τίτλος (ταπίο) για το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως ("τεσσαρούφ", "tassaruf"), το οποίο έπρεπε να κατέχει ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων μεγαλέμπορος και μεγαλοκτηματίας Ρουσιαμάνης (το κύριο όνομα του οποίου δεν διασώθηκε).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το εξεταζόμενο σκέλος του, είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Συγκεκριμένως, της βασιμότητας της προσαπτομένης αιτιάσεως προϋποτίθεται ότι στην αγωγή εξετίθετο ότι το όλο αρχικό ακίνητο το οποίο απέκτησε ο ανωτέρω από άγνωστο Οθωμανό γαιοκτήμονα ανήκε στην κατηγορία των ακινήτων δημόσιων γαιών ("arazi-i empiriye") και όχι σε αυτή των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας ("mulk", "arazi-i memluke") (οικόπεδα, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κτλ), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβιβάσεως, όπως υπονοείται στην ένδικη αγωγή, ενόψει των ισχυρισμών που παρατίθενται στο δικόγραφό της.
Με το δεύτερο σκέλος του αυτού λόγου αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από τον αριθμό 1α' του αριθμού 559 του Κ.Πολ.Δ., της πλημμελείας συνισταμένης στην εκ μέρους του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων 1041, 1045, 1094 του Α.Κ., 2§1 του α.ν. 1539/1938, 53 του Εισ.Ν.Α.Κ., 58§1 του ν.δ. 86/1969, 1 - 3, 8, 9, 20, 24, 30, 36, 61, 68, 70, 71, 79, 97 του ΟθΝπΓαιών, 2§4 του ν. 147/1914 και 9 ν. 262/1914.
Οι παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, στις οποίες αυτό στήριξε την εκφορά της δικαστικής του κρίσεως, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, είναι οι ακόλουθες: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα ενιαίο ακίνητο, έκτασης 549,91 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην παλαιά συνοικία των "Ταξιαρχών" στις Ελευθερές του Δήμου Παγγαίου της Περιφερειακής Ενότητας Καβάλας και αποτυπώνεται στο από Ιανουάριο του έτους 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ.
Δ. με στοιχεία κορυφών 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-18-19-20-21-11-23-24-1. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 το νέμονταν αποκλειστικά οι δεύτερος, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των εναγόντων και ο αδελφός τους Σ. κατά ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Περιήλθε δε στη νομή τους κατά το ποσοστό αυτό ύστερα από άτυπη δωρεά των γονέων τους Π.
και Ε. Γ., οι οποίοι το νέμονταν ήδη από το έτος 1937. Έκτοτε και μέχρι τουλάχιστον το χρόνο άσκησης της αγωγής οι ενάγοντες ασκούν με διάνοια κυρίου διακατοχικές πράξεις νομής και ειδικότερα έως το έτος 2003 η μητέρα τους Ε. Γ. ως αντιπρόσωπος νομής και έκτοτε οι ίδιοι οι ενάγοντες συντηρούν και καθαρίζουν τον κήπο και επισκευάζουν τις φθορές.
Το έτος 1995 ο Σ. Γ. με άτυπη δωρεά μεταβίβασε το ποσοστό του στον πρώτο ενάγοντα και ήδη πρώτο εφεσίβλητο υιό του, ο οποίος συνέχισε να ασκεί τις ίδιες ως άνω διακατοχικές πράξεις νομής με τον δικαιοπάροχο του. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο περιήλθε με οποιοδήποτε τρόπο στην κυριότητα του Δημοσίου ώστε να εξεταστεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας έναντι του Δημοσίου ή ότι είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο ανεπίδεκτο χρησικτησίας.
Η γενική άρνηση από το τέταρτο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των αντιδίκων του χωρίς μάλιστα να επικαλείται κυριότητα του επί του επιδίκου, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε αντίθετο συμπέρασμα αφού δεν υφίσταται κάποιο τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου. Κατά συνέπεια, οι ενάγοντες απέκτησαν την αποκλειστική κυριότητα επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου ο καθένας αφού συνυπολογιζομένου και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους νέμονται το ακίνητο μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής για χρονικό διάστημα, που υπερβαίνει την εικοσαετία.
Εξάλλου αποδείχθηκε ότι τμήμα του επιδίκου ακινήτου έκτασης 112,87 τ.μ. με στοιχεία κορυφών 1-2-25-63-38-22-23-24-1 και τμήμα έκτασης 309,69 τ.μ. με στοιχεία κορυφών 27-4-28-61-8-58-69-70-11-64-27 έχει εσφαλμένως καταχωρηθεί στο Κτηματολόγιο ως τμήμα του γεωτεμαχίου με Κ.Α.Ε.Κ. 210190901007/00, αγνώστου κυρίου και τμήμα του έκτασης 84,36 τ.μ. με στοιχεία κορυφών 39-62-63-25-3-27-64-12-65-66-67-68-16-17-18-19-39 εμφανίζεται ως τμήμα του γεωτεμαχίου με Κ.Α.Ε.Κ. 21019ΕΚ00001/0/0, αγνώστου κυρίου.".
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε είτε ευθέως είτε εμμέσως πλην σαφώς ότι: 1. Το επίδικο ακίνητο ουδέποτε υπήρξε ανεπίδεκτο χρησικτησίας και, τούτο, διότι ανέκαθεν ήταν ιδιωτικό ακίνητο, μη ανήκον στο Οθωμανικό Δημόσιο και, συνεπώς, μη περιελθόν στο Ελληνικό Δημόσιο. 2. Τα ακίνητο αυτό (συν)νεμήθηκαν οι γονείς των δευτέρου, τρίτης, τετάρτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, όπως και του πατέρα του πρώτου αυτών, από το έτος 1937 έως και το έτος 1988, οπότε ατύπως το παραχώρησαν στα τέκνα τους, κατά ποσοστό 1/5 σε έκαστο, ενώ, το έτος 1995, ο γιός των ανωτέρω και πατέρας του πρώτου αναιρεσιβλήτου το παραχώρησε ατύπως σ' αυτόν (πρώτο αναρεσίβλητο). 3. Οι δεύτερος, τρίτη, τετάρτη και πέμπτη αναιρεσίβλητοι όπως και ο πατέρας του πρώτου αυτών κατέστησαν (συγ)κύριοι του επιδίκου ακινήτου πολύ πριν την ολοκλήρωση των πρώτων εγγραφών στο κτηματολογικό βιβλίο του οικείου κτηματολογικού γραφείου, εφόσον χρησιδέσποσαν επ' αυτού, προσμετρώντας και τον χρόνο (συν)νομής των δικαιοπαρόχων τους για χρονικό διάστημα υπερβαίνον κατά πολύ τα είκοσι έτη.
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 979, 1045, 1051, 1094 του Α.Κ., 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., 2§4 του ν. 147/2014 και 1, 2, 3 του ΟθΝπΓαιών, οι οποίες ήσαν, ενόψει των παραδοχών του εφαρμοστέες παραλλήλως δε ορθώς δεν εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1041 του Α.Κ., 2§1 του α.ν. 1539/1938, 53 του Εισ.Ν.Α.Κ., 58§1 του ν.δ. 86/1969, 9 του ν. 262/1914, 8, 9, 20, 24, 30, 36, 61, 68, 70, 71, 79 και 97 του ΟθΝπΓαιών, οι οποίες δεν ήσαν εφαρμοστέες, ενόψει των παραδοχών του.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως και κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσιβλήτων), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.02.2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 231/30.07.2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου