Legislator Case Law & Legislation
873/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds regarding public property compensation claims.

Case Number 873/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of First Instance's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued that the lower court erred in rejecting her objection to the state's debt collection based on res judicata. The court held that the final judgment on the compensation protocol for unauthorized use of public land created a binding precedent, rendering the current objection legally impossible to raise.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 para. 1, 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure; Articles 115 paras. 1-2 of the Law on Public Property Management; Article 73 para. 1 of the Law on Debt Collection; The court established that a final judicial decision establishing a public debt creates res judicata, precluding subsequent procedural objections regarding the substantive validity of the claim.

Keywords

AI generated
res judicata public property debt collection compensation protocol unauthorized use administrative execution final judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 para. 1, 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 115 paras. 1-2 of the Law on Public Property Management
Article 73 para. 1 of the Law on Debt Collection
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 873 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 873/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ά. Μ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λουκά Δρόσο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Καβάλας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Νικολέτα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/5/2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 130/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 242/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/10/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη ανέγνωσε την από 21/2/2022 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 26-10-2015 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η 242/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 2466/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/1938, 19 α.ν. 1919/1939, 2 α.ν. 1925/1951 και 5 παρ. 4 του α.ν 263/1968 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο έκαναν χρήση.

Η αποζημίωση ορίζεται με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εντός μηνός δικαιούται αυτός να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του Προέδρου Πρωτοδικών, αναλόγως του ποσού της αποζημίωσης, οι οποίοι, κρίνοντας εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση.

Αν όμως αμφισβητείται με την ανακοπή το δικαίωμα του Δημοσίου, η απόφαση του Ειρηνοδίκη ή του Προέδρου (αντιστοίχως Ειρηνοδίκη ή Μονομελούς Πρωτοδικείου πλέον) ουδεμία επιρροή ασκεί στη δίκη για το δικαίωμα, που θα κινηθεί ενδεχομένως στο αρμόδιο δικαστήριο, δηλαδή η έκβαση της τυχόν επακολουθούσας κύριας δίκης με αντικείμενο το δικαίωμα του Δημοσίου είναι ανεξάρτητη από την τύχη του ανωτέρω πρωτοκόλλου αποζημίωσης, το οποίο, αν δεν ανακοπεί εμπρόθεσμα ή αν επικυρωθεί ή μεταρρυθμιστεί στη δίκη επί της ανακοπής, αποτελεί τίτλο διοικητικής εκτέλεσης κατά το νόμο περί εισπράξεως δημόσιων εσόδων, κατά του οποίου ουδεμία ανακοπή χωρεί από τις διατάξεις του νόμου αυτού, κατά τον οποίο εκτελείται.

Η ως άνω διάταξη έχει την έννοια ότι η απόφαση επί της ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου αποζημίωσης, εφόσον καταστεί τελεσίδικη, δεν αποτελεί δεδικασμένο ως προς το παρεμπιπτόντως κριθέν από αυτήν δικαίωμα του δημοσίου σε άλλες δίκες, που ενδεχομένως θα ανοιχθούν π.χ. με την άσκηση τακτικής διεκδικητικής αγωγής ασκούμενης από το Δημόσιο ή κατ' αυτού ή στη νέα δίκη επί ανακοπής κατά πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής από το κτήμα.

Κατ' αυτές τις δίκες μπορεί να τεθεί εκ νέου το ζήτημα του δικαιώματος του Δημοσίου, που επανακρίνεται στο πλαίσιό τους από το αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από την παρεμπίπτουσα κρίση του προγενεστέρως επιληφθέντος της ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου αποζημίωσης δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη (ή μη) του δικαιώματος αυτού.

Έτσι, μετά την τελεσιδικία της, η απόφαση επί της ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση ή κάρπωση δημόσιου κτήματος, αποτελεί δεδικασμένο ως προς το ζήτημα που επιλύθηκε με αυτήν μεταξύ των συγκεκριμένων προσώπων κατ' άρθρο 324 ΚΠολΔ, από το οποίο οι ανωτέρω ειδικές διατάξεις δεν εισάγουν απόκλιση, δηλαδή ως προς την οφειλή της αποζημίωσης και δη την οφειλή αποζημίωσης από ορισμένο πρόσωπο προς το Δημόσιο και το ποσό της.

Το δεδικασμένο επ' αυτού του ζητήματος, χωρίς, κατ` ειδικώς προβλεπόμενη απόκλιση όσων ορίζει το άρθρο 331 ΚΠολΔ, να επεκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση αυτού, όπως είναι το ζήτημα της κυριότητας ή νομής του ακινήτου, ακόμη και αν το δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αποφασίσει γι' αυτά, είναι οριστικό και όχι προσωρινό.

Λόγω δε της αρνητικής λειτουργίας του δεδικασμένου από την τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε επί της ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση ή κάρπωση δημόσιου κτήματος, η ύπαρξη της απαίτησης αποζημίωσης και το ποσό της δεν μπορούν να αμφισβητηθούν σε νέα δίκη, είτε με αγωγή, είτε με ανακοπή είτε με προβολή ένστασης που καλύπτεται από αυτό.

Η κρίση ως προς την οφειλή της αποζημίωσης και το ύψος της (περιλαμβάνουσα, κατ' άρθρο 330 εδ. α', και την κρίση επί των καταχρηστικών ενστάσεων, που προβλήθηκαν ή θα μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν ως προς το παραπάνω ζήτημα) επιστηρίζει πλήρως την επακολουθούσα εκτέλεση του πρωτοκόλλου, χωρίς να μπορεί να τεθεί εκ νέου το ζήτημα αυτό προς κρίση με ανακοπή κατ' αυτής.

Η απόφαση δε του Μονομελούς Πρωτοδικείου (ή του Ειρηνοδικείου) επί των ανωτέρω ζητημάτων τέμνει οριστικά τη συγκεκριμένη διαφορά και, παρά την ακολουθούμενη διαδικασία, δεν αφορά τη λήψη ασφαλιστικού ή ρυθμιστικού της κατάστασης μέτρου. Για τον λόγο αυτό υπό το ενδιαφέρον στην κρινόμενη περίπτωση καθεστώς του ανωτέρω διατάγματος πριν την τροποποίηση του άρθρου 115 αυτού με το άρθρο 326 παρ. 3 του ν. 4072/2012, που άρχισε να ισχύει από 11.4.2012 (οπότε και ρητώς επαναλήφθηκε η υφιστάμενη και στο αρχικό κείμενό του απαγόρευση της άσκησης ένδικων μέσων κατά των αποφάσεων που εκδίδονται επί ανακοπών κατά των πρωτοκόλλων αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιων κτημάτων), γινόταν παγίως δεκτό ότι μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ η απόφαση επί της ανωτέρω ανακοπής υπέκειτο στα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ (άρθρα 511 και 552) ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης και δεν ίσχυε γι` αυτήν η απαγόρευση του άρθρου 699 ΚΠολΔ, καθόσον είχε θεωρηθεί ότι η διάταξη του άρθρου 115 του 11/12-11-1929 δ/τος, που απαγόρευε την άσκηση ένδικων μέσων, είχε καταργηθεί κατ' άρθρο 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ (ΟλΑΠ 21-22/2002 και 38/2002).

Η αποζημίωση, που καθορίζεται με το πρωτόκολλο, αποτελεί δημόσιο έσοδο, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 του ν.δ. 356/1974 "περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων εσόδων" (ΚΕΔΕ), εισπραττόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. αυτού, και νόμιμο τίτλο διοικητικής εκτέλεσης, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 στοιχ. α' του ίδιου ν.δ/τος αποτελεί το πρωτόκολλο, εφόσον δεν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή κατ` αυτού ή εφόσον επικυρωθεί ή τροποποιηθεί από το δικαστήριο, μετά την άσκηση ανακοπής κατ` αυτού.

Η διάταξη (του άρθρου 115 παρ. 2 του από 11/12-11-1929 δ/τος), ότι καμιά ανακοπή από τον νόμο για την είσπραξη δημόσιων εσόδων δεν επιτρέπεται κατά του πρωτοκόλλου, δεν έρχεται σε αντίθεση, αλλά συμπορεύεται με εκείνη του άρθρου 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, σύμφωνα με την οποία, με την πριν από την έναρξη της εκτέλεσης ανακοπή του οφειλέτη, η οποία ασκείται :

α) κατά της ατομικής ειδοποίησης, β) κατά του εντάλματος προσωπικής κράτησης, που δεν έχει εκτελεστεί και γ) κατά του νόμιμου τίτλου, επιτρέπεται η προβολή κάθε αντίρρησης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, καθώς και η αμφισβήτηση του κατ` ουσία βασίμου της απαίτησης του Δημοσίου, εφόσον ο προσδιορισμός αυτής δεν έχει ανατεθεί στα δικαστήρια ή σε διοικητικές επιτροπές που αποφαίνονται με δύναμη δεδικασμένου.

Και αυτό διότι και σύμφωνα με την τελευταία διάταξη, μετά την οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου, απαγορεύεται η αμφισβήτηση της ουσιαστικής βασιμότητας της απαίτησης του Δημοσίου, εφόσον ο προσδιορισμός της έχει ανατεθεί στο δικαστήριο, που αποφαίνεται για την προβλεπόμενη ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου με δύναμη δεδικασμένου κατά τα προεκτιθέμενα.

Εφόσον δε το πρωτόκολλο έχει επικυρωθεί ή τροποποιηθεί με τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου, που αποφάσισε για την ανακοπή κατ` αυτού, η προβολή αντίρρησης σχετικά με την απαίτηση αποζημίωσης για τη χρήση ή κάρπωση δημόσιου κτήματος με την προβλεπόμενη από το άρθρο 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ ανακοπή πριν από την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης είναι απαράδεκτη, διότι προσκρούει στο δεδικασμένο που απορρέει από την τελεσίδικη αυτή απόφαση (ΑΠ 336/2006), εκτός βεβαίως αν με αυτήν τίθενται ζητήματα που δεν καλύπτονται από αυτό κατά τα προαναφερόμενα, δηλαδή ζητήματα που δεν αφορούν τον νόμιμο τίτλο (που δεν αφορούν την οφειλή από ορισμένο πρόσωπο προς το Δημόσιο και το ποσό της), όπως μεταγενέστερα δικονομικά ζητήματα αφορώντα το κύρος της ατομικής ειδοποίησης ή και τυχόν ζητήματα ουσιαστικού δικαίου, τα οποία προέκυψαν το πρώτον μετά την τελεσιδικία της απόφασης, που απέρριψε την ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου αποζημίωσης.

Όμοια δε συνέπεια με την τελεσίδικη από το αρμόδιο δικαστήριο απόρριψη της ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση ή κάρπωση δημόσιου κτήματος, η οποία αποτελεί δεδικασμένο εκτεινόμενο μέχρι τα ανωτέρω όρια (της ύπαρξης οφειλής από συγκεκριμένο πρόσωπο προς το Δημόσιο), έχει κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις και η μη εμπρόθεσμη άσκηση τέτοιας ανακοπής, παράγουσα δεδικασμένο ισοσθενές με την τελεσίδικη απορριπτική απόφαση, με την οποία εξομοιώνεται, δεδομένου ότι το δεδικασμένο δεν αποτελεί αναγκαίως εννοιολογικό γνώρισμα μόνον των δικαστικών αποφάσεων, αλλά έννομη συνέπεια, που προσδίδεται από διάταξη νόμου (πρβλ.

ΟλΑΠ 5/2020). Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά, συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έννοια και την έκταση που του προσέδωσε η απόφαση, καθώς και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή ή αντιστοίχως η ανακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις (ΑΠ 1072/2021, 108/2019, 912/2018, 1559/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση τα ακόλουθα: "... όπως ιστορείται στην υπό κρίση ανακοπή και προκύπτει από το σύνολο των εκατέρωθεν νομίμως προσκομισθέντων μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους εγγράφων, με το υπ'αριθ. 19/13-2-2010 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης αιγιαλού - παραλίας της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν.

Καβάλας, επιβλήθηκε στην ανακόπτουσα αποζημίωση συνολικού ποσού 18.930,83 ευρώ, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, για την αυθαίρετη χρήση κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως και 31-12-2009 τμήματος της χερσαίας ζώνης του λιμένα Καβάλας. Κατά του ανωτέρω πρωτοκόλλου η ανακόπτουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας την από 22-3- 2010 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 503/24-3-2010 ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων η υπ'αριθ. 1079/2010 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, που απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της.

Η απόφαση αυτή κατέστη ήδη τελεσίδικη, καθόσον δεν ασκήθηκε έφεση εντός τριάντα ημερών από την επίδοσή της στην ανακόπτουσα (βλ. υπ'αριθ. 338Β'/31-8-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καβάλας Β. Μ., σε συνδυασμό με το υπ'αριθ. 629/21- 10-2010 πιστοποιητικό περί μη άσκησης ενδίκων μέσων του Γραμματέα του ιδίου Δικαστηρίου).

Ακολούθως, για την είσπραξη της ανωτέρω αποζημίωσης ως δημοσίου εσόδου, συντάχθηκε από την Κτηματική Υπηρεσία Καβάλας σχετικός χρηματικός κατάλογος, που απεστάλη στη ΔΟΥ Β' Καβάλας, η οποία προέβη στην υπ'αριθ. 1406/6-4-2011 Ταμειακή Βεβαίωση του ποσού αυτού και κοινοποίησε προς την ανακόπτουσα τη σχετική υπ'αριθ. 348/6-4-2011 Ατομική Ειδοποίηση για την καταβολή του.

Κατόπιν τούτου η ανακόπτουσα με την υπό κρίση ανακοπή της ζήτησε την ακύρωση των ανωτέρω πράξεων, ισχυριζόμενη ότι το πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης, ως νόμιμος τίτλος βάσει του οποίου επισπεύδεται σε βάρος της διοικητική εκτέλεση, τυγχάνει άκυρο, αφενός μεν, ως εκδοθέν παρά το νόμο από αναρμόδιο όργανο, ήτοι από την Κτηματική Υπηρεσία και για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ το τελευταίο είχε παραχωρήσει κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα στον Οργανισμό Λιμένος Καβάλας το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης της χερσαίας ζώνης του λιμένα Καβάλας, τμήμα της οποίας αποτελεί και η φερόμενη ως καταληφθείσα έκταση, αφετέρου δε, επειδή σε κάθε περίπτωση εκδόθηκε καταχρηστικά, δεδομένου ότι η χρήση της επίμαχης έκτασης της παραχωρήθηκε από τον Οργανισμό Λιμένος Καβάλας, προς τον οποίο κατέβαλε ως αποζημίωση χρήσης κατά την ίδια περίοδο τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά.

Πλην όμως .... η ανακοπή αυτή, που έχει χαρακτήρα ανακοπής πριν από την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης, είναι απαράδεκτη, διότι οι λόγοι της, αναγόμενοι στην ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης του Δημοσίου προσκρούουν στη διάταξη του άρθρου 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ και στο δεδικασμένο, ως προς την οφειλή αποζημίωσης και το ποσό της, που απορρέει από την τελεσίδικη δικαστική απόφαση με την οποία επικυρώθηκε το πρωτόκολλο καθορισμού της αποζημίωσης για την αυθαίρετη χρήση της καταληφθείσας δημόσιας έκτασης.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την ανωτέρω αιτιολογία απέρριψε ως απαράδεκτη την ανακοπή, ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και επομένως τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον σχετικό μόνο λόγο της έφεσης είναι αβάσιμα και εντεύθεν απορριπτέα". Κατόπιν αυτών το Εφετείο Θράκης απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατ' ουσία, δεχόμενο (όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) ότι οι λόγοι της ανακοπής πριν την έναρξη της εκτέλεσης κατά τον ΚΕΔΕ, αναγόμενοι στην ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης του Δημοσίου, προσκρούουν στη διάταξη του άρθρου 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ και στο δεδικασμένο που απορρέει από την τελεσίδικη δικαστική απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιου κτήματος και επικυρώθηκε το πρωτόκολλο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 115 παρ. 2 του από 11/12/11-1929 δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων" και 73 παρ. 1 του ν. δ. 356/1974, δεν δέχθηκε κατά παράβαση του νόμου ότι υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο παρήχθη, κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της απόφασης, λόγω της τελεσίδικης απορρίψεως της ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιου κτήματος ως εκπρόθεσμης και το οποίο καλύπτει την ύπαρξη της απαίτησης του Δημοσίου κατά της αναιρεσείουσας για την αναγραφόμενη στο πρωτόκολλο αιτία και το προσδιορισθέν ποσό, επομένως δε και το ουσιαστικό ζήτημα της νομιμοποίησης του Δημοσίου να προβεί σε διοικητική εκτέλεση κατ' εκείνης για την είσπραξή του.

Ειδικότερα, τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το Εφετείο, συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, το οποίο έχει τις συνέπειες και την έκταση, που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς συνέτρεχαν οι κατά το άρθρο 324 και 330 εδ. α' ΚΠολΔ προϋποθέσεις για την ύπαρξή του κατά τα παρατιθέμενα σε αυτήν διαδικαστικά έγγραφα, το δεδικασμένο δε αυτό έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο της κριθείσας ανακοπής κατά των προσβαλλόμενων πράξεων (ταμειακής βεβαίωσης και ατομικής ειδοποίησης), με την οποία προβλήθηκαν αντιρρήσεις ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης του Δημοσίου κατά της αναιρεσείουσας.

Συνεπώς είναι αβάσιμος ο μόνος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, διότι απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ ανακοπή της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη λόγω της ύπαρξης δεδικασμένου.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-10-2015 αίτηση για αναίρεση της 242/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ