Supreme Court allows appeals against lower court decisions on liability and compensation in a traffic accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted two concurrent appeals filed by the plaintiff and an insurance company against final judgments from the Thessaloniki Court of Appeal. The court found the appeals valid under Article 559 of the Code of Civil Procedure regarding unclear reasoning on the plaintiff's conduct and liability issues. Consequently, the lower court decisions were revoked, and the case was remanded for retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 573, 246, 559, 580, 495, 178, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; Appeals against final judgments on liability and compensation are admissible if they allege unclear reasoning or violation of substantive law, leading to revocation and remand for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 873 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.
Αριθμός 873/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών - αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Μ.του Δ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία ...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί τις από 6-2-2020 δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως προς τη 2η των αναιρεσειουσών - αναιρεσιβλήτων. Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Ν. Κ.του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάτσο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Ν. Κ. παραιτείται από τον τρίτο (3ο) λόγο της από 18-4-2018 αίτησής του για αναίρεση της 637/2016 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και της 173/2014 συμπροσβαλλόμενης εν μέρει οριστικής απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2007 αγωγή του Ν.Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 11790/2008 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Ακολούθως η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 22-4-2009 κλήση του Ν. Κ. και η ως άνω από 10-5-2007 αγωγή του συνεκδικάστηκε με την από 1-6-2009 αγωγή - πλαγιαστική αγωγή του "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32424/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 173/2014 εν μέρει οριστική και 637/2016 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείουσες - αναιρεσίβλητες με την από 19-5-2017 αίτησή τους και ο αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος με την από 18-4-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αντίστοιχης αίτησής τους, την απόρριψη της αντίθετης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο συζητήθηκαν οι: 1) από 19-5-2017 (αριθμ. εκθέσ. καταθ. 86/2017) και 2) από 18-4-2018 (ειδικ. αριθμ. κατάθ. 104/2018) αιτήσεις για αναίρεση α) της με αριθμό 637/2016 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και β) της με αριθμό 173/2014 εν μέρει οριστικής απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρα 573 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπουμένων σε αυτές λόγων.
Με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλονται οι εκδοθείσες κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα ως άνω αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων της δεύτερης από τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης (ενάγων) με την από 10-5-2007 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ισχυρίσθηκε ότι στις 14-5-2005 και περί ώρα 18.00, οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας .. δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, κυβισμού 153 κ.ε., και κινούμενος στην διπλής κατεύθυνσης οδό ...στη ...με κατεύθυνση από την έξοδο προς το κέντρο της πόλης, έφθασε στη διασταύρωση της οδού αυτής με την οδό ...
και ... και επιχείρησε να τη διασχίσει, καθόσον οι φωτεινοί σηματοδότες, που ρυθμίζουν την κυκλοφορία των οχημάτων σε αυτή, έδειχναν πράσινο φως στην πορεία του. Ότι την ίδια στιγμή ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...ΙΧΕ αυτοκίνητο του, που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, και κινούμενος στην ίδια οδό αλλά με αντίθετη κατεύθυνση, έφθασε στην παραπάνω διασταύρωση και, σκοπεύοντας να στρίψει αριστερά και να εισέλθει στο προς ..
ρεύμα πορείας της οδού ... και ..., πραγματοποίησε τον ελιγμό αυτόν εντελώς ανέλεγκτα και απρόσεκτα, τη στιγμή που ο φωτεινός σηματοδότης έδειχνε διπλό παλλόμενο κίτρινο βέλος προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα να εισέλθει στη διασταύρωση και να παρεμβληθεί στην πορεία του παντελώς αιφνίδια και απρόσμενα, με περαιτέρω συνέπεια τη σύγκρουση των δύο οχημάτων, την καταστροφή της μοτοσυκλέτας του και το σοβαρό τραυματισμό του ίδιου, ο οποίος εκτινάχθηκε από τη θέση του οδηγού της μοτοσυκλέτας και κατέπεσε σε παρακείμενο χώρο εκτελέσεως έργων.
Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν το συνολικό ποσό του 1.153.824,50 ευρώ ως αποζημίωση για θετική και αποθετική ζημία, πρόσθετη αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η 11790/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη από τους ιατρούς Κ.
Γ., ορθοπεδικό, και Η.Τ., νευρολόγο-ψυχίατρο, οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν ότι αποκλειστικά υπαίτιος, αλλιώς συνυπαίτιος σε ποσοστό 95% είναι ο ενάγων, ο οποίος λίγα μέτρα πριν την παραπάνω διασταύρωση επιτάχυνε τη μοτοσυκλέτα του και επιχείρησε να τη διασχίσει με ταχύτητα μεγαλύτερη των 80 χλμ/ώρα. Ακολούθως, μετά τη διεξαγωγή των ιατρικών πραγματογνωμοσυνών, η αγωγή επαναφέρθηκε προς συζήτηση στις 6-2-2010, ήτοι μετά τον επελθόντα στις 6-6-2009 θάνατο του πρώτου εναγομένου, στη θέση του οποίου υπεισήλθε η θυγατέρα του Ε.
Μ. ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 32424/2010 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι ο ενάγων είναι αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης, διότι έφθασε στη διασταύρωση με ταχύτητα 45 χλμ/ώρα και εισήλθε σε αυτήν, χωρίς να ακινητοποιήσει το όχημά του προ του υπάρχοντος στην πορεία του φωτεινού σηματοδότη που είχε ερυθρή ένδειξη.
Επί της από 15-3-2011 εφέσεως του ενάγοντος κατά της ως άνω απόφασης, εκδόθηκε η εν μέρει οριστική 173/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (αναιρεσιβαλλόμενη), με την οποία, αφού κρίθηκε ότι συνυπαίτιοι στην πρόκληση του ατυχήματος είναι και οι δύο οδηγοί κατά ποσοστό 50% ο καθένας και δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της αγωγής, επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 27.040,50 ευρώ, ανέβαλε κατά τα λοιπά την οριστική του απόφαση, διατάσσοντας τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και διορίζοντας προς τούτο ως πραγματογνώμονες τους ιατρούς Ε.
Κ. ορθοπεδικό-χειρουργό και Ε. Μ. νευρολόγο, για την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος. Ακολούθως, μετά τη διενέργεια των ως άνω πραγματογνωμοσυνών, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 637/2016 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (αναιρεσιβαλλόμενη), με την οποία, αφενός αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρο η καθεμία, το ποσό των 12.979,40 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων του για το χρονικό διάστημα από 1-4-2013 έως και την 31-3-2017, απορρίπτοντας ως προώρως ασκηθέν το αγωγικό αίτημα του ενάγοντος για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω απώλειας των εισοδημάτων του για το χρονικό διάστημα από 1-4-2017 μέχρι το χρόνο της συνταξιοδότησής του την 30-5-2040, αφετέρου υποχρέωσε τις εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 60.000 ευρώ ως χρηματική παροχή κατ' άρθρο 931 ΑΚ και το ποσό των 80.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Τις ως άνω αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης προσέβαλαν οι διάδικοι με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, ο δε αναιρεσείων της από 18-4-2018 αίτησης αναίρεσης, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε παραδεκτά από τον τρίο λόγο αναίρεσης (άρθρα 573 παρ. 1, 299 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπαίτιου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Επίσης οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει, ότι όταν στην γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Σε κάθε περίπτωση η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια κατά τα πρεκτεθέντα και υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Ειδικότερα ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Έλλειψη δε νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, οι οποίες υπάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξήγαγε από αυτές το δικαστήριο, εφόσον αυτό εκτίθεται σαφώς (ΑΠ 270/2018, ΑΠ 144/2017, ΑΠ 76/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) "Οι οδηγοί των οδικών οχημάτων υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις πιο κάτω ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών ρύθμισης της κυκλοφορίας, εκτός αν η ρύθμιση αυτής γίνεται από τροχονόμο κατά διάφορο τρόπο, α) πράσινο σταθερό φως κυκλικής μορφής:
Ο οδηγός προχωρεί κατευθείαν μπροστά ή στρίβει προς τα δεξιά ή αριστερά, εκτός αν άλλο σήμα ή πινακίδα απαγορεύει την κατευθείαν κίνηση ή στροφή. Ο οδηγός υποχρεούται, και αν ακόμη ο φωτεινός σηματοδότης δείχνει πράσινο φως, κινούμενος κατευθείαν μπροστά, να παραχωρεί προτεραιότητα σε άλλο όχημα ή πεζό που κινείται ακόμη από προηγούμενη σηματοδότηση..., β) ερυθρό σταθερό φως κυκλικής μορφής:
Ο οδηγός υποχρεούται να σταματήσει προ της ειδικής γραμμής διακοπής αυτής ή, αν δεν υπάρχει τέτοια, σε αρκετή απόσταση από το σηματοδότη, ώστε η σηματοδότηση να είναι σε αυτόν ευχερώς ορατή, να παραμένει δε σε στάση μέχρις ότου ανάψει το πράσινο φως..., δ) απλό ή διπλό κίτρινο φως κυκλικής μορφής, το οποίο αναβοσβήνει (αναλάμπον):
Ο οδηγός υποχρεούται να ανακόπτει ταχύτητα, να προχωρεί με ιδιαίτερη προσοχή και να παραχωρεί προτεραιότητα στους πεζούς και τα οχήματα.... θ) κίτρινο φως με τη μορφή βέλους, το οποίο είναι σταθερό ή αναβοσβήνει: Ο οδηγός έχει τις αυτές υποχρεώσεις, όπως και προ κίτρινου φωτός κυκλικής μορφής...". Κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ΚΟΚ, αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή. Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ΚΟΚ, το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 23 παρ. 2 του ΚΟΚ, προκειμένου ο οδηγός να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, υποχρεούται να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, αν είναι διπλής κατεύθυνσης και προς το αριστερό άκρο αυτού, αν είναι μονής κατεύθυνσης (μονόδρομος).
Για να εισέλθει στην κάθετη οδό πρέπει να πραγματοποιήσει τη στροφή στο κέντρο της διασταύρωσης, ώστε το όχημα να εισέλθει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος αυτής της οδού. Κατά την κίνηση αυτή ο οδηγός υποχρεούται να επιτρέπει τη διέλευση των οχημάτων που κινούνται αντίθετα στο οδόστρωμα που πρόκειται να εγκαταλείψει.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 173/2014 εν μέρει οριστική απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού του επιβατικού αυτοκινήτου και του ενάγοντος οδηγού της μοτοσυκλέτας, καθώς και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς καθενός από αυτούς και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "...Στις 14-5-2005 και περί ώρα 17.40' ο πρώτος εναγόμενος Δ.
Μ., ο οποίος απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζει νομίμως, κατά τα ανωτέρω, η θυγατέρα του Ε.Μ., πρώτη των εφεσιβλήτων, εκινείτο στη ...και επί της οδού ..., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, κυριότητάς του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη των εφεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ....
Η οδός αυτή είναι διπλής κατευθύνσεως, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 12 μέτρων (6 μέτρων ανά κατεύθυνση) είναι ευθεία και η ορατότητα δεν περιοριζόταν από κανένα φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο. Οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές και το οδόστρωμα ξηρό. Ο ως άνω οδηγός έβαινε με κατεύθυνση από το κέντρο προς την έξοδο της πόλεως και στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας.
Όταν έφθασε στη διασταύρωση της οδού ...με την οδό ... και ..., όπου η κίνηση πεζών και οχημάτων ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, έχοντας αυτός την πρόθεση να προβεί σε ελιγμό προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του και να εισέλθει στην οδό Κ.και Δ., έκανε χρήση του αριστερού δείκτη αλλαγής πορείας του οχήματός του (φλας) και λόγω του υπάρχοντος στην πορεία του φωτεινού σηματοδότη, που εκείνη τη στιγμή είχε ερυθρή ένδειξη για τα οχήματα με κατεύθυνση αριστερά, προς την οδό Κ.και Δ., ακινητοποίησε το όχημά του, πρώτο πριν από το φωτεινό σηματοδότη.
Κατά την ίδια χρονική στιγμή επί της οδού ... αλλά αντιρρόπως, ήτοι με κατεύθυνση από την είσοδο προς το κέντρο πόλεως, εκινείτο ο ενάγων και ήδη εκκαλών Ν.Κ., οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, κυριότητάς του. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας για τον εκκαλούντα οδηγό, σύμφωνα με σχετική ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32, ήταν 30 χλμ/ώρα, λόγω εκτελέσεως έργων διαπλάτυνσης της οδού πλησίον της άνω διασταυρώσεως και από την πλευρά της κατεύθυνσης, όπου εκινείτο ο εκκαλών.
Ο υπάρχων στην πορεία του τελευταίου φωτεινός σηματοδότης, που ρύθμιζε την κίνηση πεζών και οχημάτων επί της ανωτέρω διασταυρώσεως με την οδό Κ. και Δ. είχε και γι' αυτόν ερυθρή ένδειξη και έτσι ο εκκαλών διέκοψε την πορεία του, στην πρώτη θέση προ του φωτεινού σηματοδότη, παρεμβαλλόμενος μεταξύ δύο ακινητοποιημένων αυτοκινήτων.
Δηλαδή, και για τα δύο οχήματα, οι φωτεινοί σηματοδότες που υπήρχαν στην πορεία τους είχαν κατ' εκείνη τη στιγμή, ερυθρή ένδειξη. Όσον αφορά την κρίσιμη, εν προκειμένω, εναλλαγή των φωτεινών σηματοδοτών στην άνω διασταύρωση, όπου, κατά τα ανωτέρω, συνέβη το επίδικο ατύχημα, ίσχυαν κατά το χρόνο εκείνο τα εξής, αναφορικά με τη διέλευση των οχημάτων:
Όταν στην πορεία του οχήματος του Δ. Μ.ο φωτεινός σηματοδότης έδειχνε κίτρινο αναλάμπον (παλλόμενο) βέλος προς τα αριστερά, οπότε και μόνο είχε αυτός την ευχέρεια να πραγματοποιήσει τη στροφή αυτή εντός 27 δευτερολέπτων, τότε στην πορεία του οχήματος του εκκαλούντος ο φωτεινός σηματοδότης έδειχνε πράσινη ένδειξη με απόκλιση 8-10 δευτερολέπτων....
Δηλαδή, σύμφωνα με την παραπάνω εναλλαγή των φωτεινών σηματοδοτών, ο Δ. Μ. είχε μεν πλεονέκτημα εκκίνησης έναντι του εκκαλούντος κατά 8-10 δευτερόλεπτα, όφειλε όμως, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 23 παρ. 2 ν. 2696/2999, να πλησιάσει προοδευτικά τον άξονα του οδοστρώματος της διασταύρωσης και όταν έφθανε στο κέντρο αυτής, να ελέγξει εάν μπορεί να αρχίσει και ολοκληρώσει τη στροφή αριστερά, ακινδύνως για τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα, όπως αυτό του εκκαλούντος.
Όταν, σε συνέχεια των ως άνω πραγματικών περιστατικών, ο φωτεινός σηματοδότης που υπήρχε στην πορεία του Δ.Μ. έδειξε κίτρινο φως αναλάμπον με μορφή βέλους προς τα αριστερά, αυτός προέβη βιαστικά σε στροφή αριστερά, κατευθυνόμενος προς την οδό Κ. και Δ.. Συγκεκριμένα ο εν λόγω οδηγός του επιβατικού αυτοκινήτου, προκειμένου να στρίψει γρήγορα αριστερά, αντί να καταλάβει προοδευτικά τον άξονα του οδοστρώματος της διασταύρωσης, ώστε να βρεθεί κανονικά στο κέντρο αυτής και να ελέγξει, εάν υπήρχε κίνηση οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπως όφειλε, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του ΚΟΚ, αυτός πραγματοποίησε με το αυτοκίνητό του κλειστή στροφή αριστερά, καταλαμβάνοντας, με την είσοδό του στη διασταύρωση, διαγώνια θέση στην άκρη της διπλής (μεταξύ των δύο ρευμάτων) διαχωριστικής γραμμής επί της αριστερής λωρίδας του ρεύματος πορείας της οδού Λ.
προς κέντρο πόλεως. Ταυτοχρόνως, ο εκκαλών, με την αφή της πράσινης για την πορεία του ένδειξης του φωτεινού σηματοδότη, και ενώ ο Δ. Μ. με το αυτοκίνητο του βρισκόταν στην αρχή της διασταύρωσης, ξεκίνησε εσπευσμένα και κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα 50 χλμ/ώρα, αντί της ανωτέρω επιτρεπόμενης των 30 χλμ/ώρα, εισήλθε στη διασταύρωση χωρίς να αντιληφθεί, αν και μπορούσε (αφού η οδός είναι ευθεία και δεν υπήρχαν εμπόδια στην ορατότητα), την προαναφερόμενη προς τα αριστερά κίνηση του αυτοκινήτου του Δ.
Μ., διανύοντας δε (ο εκκαλών) 16-17 μέτρα εντός της διασταυρώσεως επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσυκλέτας του επί της εμπρόσθιας δεξιάς γωνίας του ΙΧΕ αυτοκινήτου του Δ. Μ., με αποτέλεσμα να συγκρουσθούν τα οχήματά τους, στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος πορείας της οδού Λ. προς κέντρο πόλεως.
Από τη σύγκρουση αυτή εκτινάχθηκε ο εκκαλών από τη θέση του οδηγού της μοτοσυκλέτας και επέπεσε σε μεγάλη απόσταση από το σημείο σύγκρουσης, σε χώρο εκτελούμενων έργων, με συνέπεια το σοβαρό τραυματισμό του, και την καταστροφή της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του... Υπό τα άνω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, συνυπαίτιοι του ένδικου τροχαίου ατυχήματος είναι αμφότεροι οι εμπλακέντες οδηγοί και μάλιστα κατά το ίδιο ποσοστό ευθύνης, ήτοι κατά 50% έκαστος, οι οποίοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να επιδείξουν...
δεν οδηγούσαν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους, ώστε να έχουν τον πλήρη έλεγχο του οχήματός τους και να μπορούν σε κάθε στιγμή να εκτελούν τους απαιτούμενους χειρισμούς για την αποφυγή του ατυχήματος. Ειδικότερα, ο μεν πρώτος εναγόμενος Δ. Μ., που διήνυε κατά το χρόνο του ατυχήματος το 78° έτος της ηλικίας του, ενώ εκινείτο με το αυτοκίνητό του στην οδό Λ.
και επρόκειτο να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, για να εισέλθει στην κάθετη αυτής οδό Κ. και Δ., δεν πλησίασε προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος της διασταυρώσεως, για να πραγματοποιήσει από το σημείο αυτό τη στροφή και ακολούθως να εισέλθει στη δεξιά πλευρά της διπλής κατευθύνσεως της οδού Κ.
και Δ., όπως όφειλε, αλλά πραγματοποίησε γρήγορα κλειστή στροφή προς τα αριστερά, και ενώ είχε στην πορεία του κίτρινο αναλάμπον φως με τη μορφή βέλους, δεν ανέκοψε την ταχύτητά του, ούτε παραχώρησε προτεραιότητα στο αντιθέτως κινούμενο όχημα του εκκαλούντος, ο οποίος είχε πράσινη ένδειξη στον προ αυτού φωτεινό σηματοδότη...
ο δε εκκαλών, διότι ανέπτυξε υπερβολική ταχύτητα, ανερχόμενη σε 50 χλμ/ώρα, πέραν της επιτρεπόμενης των 30 χλμ/ώρα, την οποία δεν ανέκοψε, όπως όφειλε, αφού ο εναγόμενος οδηγός Δ. Μ. βρισκόταν ήδη εντός της διασταυρώσεως, η δε υπερβολική ταχύτητά του (εκκαλούντος) τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, λόγω της μικρής απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα...".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείοντος) κατά της υπ' αριθμ. 32424/2010 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 10-5-2007 αγωγή του, και αφού εξαφάνισε την ως άνω εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε κατά ένα μέρος την ως άνω αγωγή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων αυτών, ήτοι ως προς τη σωστή ή μη εξειδίκευσή των αορίστων νομικών εννοιών της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής προς το επελθόν αποτέλεσμα, και ειδικότερα ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συγκλίνουσας υπαιτιότητας του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...ΙΧΕ αυτοκινήτου (α' εναγομένου) και του οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας δίκυκλης μοτοσυκλέτας (ενάγοντος) σχετικά με την πρόκληση του ατυχήματος.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας ξεκίνησε με την αφή της πράσινης για την πορεία του ένδειξης του φωτεινού σηματοδότη, αμέσως μετά αναφέρει ότι η εκκίνησή του ήταν εσπευσμένη και πρόωρη και μάλιστα ότι ανέπτυξε ταχύτητα 50 χλμ/ώρα για μια διαδρομή μόλις 16 έως 17 μέτρων μέσα στη διασταύρωση.
Επίσης, ενώ δέχεται ότι ο εναγόμενος Δ. Μ. εισήλθε στη διασταύρωση, όταν ο φωτεινός σηματοδότης που υπήρχε στην πορεία του έδειξε κίτρινο φως αναλάμπον με τη μορφή βέλους προς τα αριστερά και ότι ο φωτεινός σηματοδότης στην πορεία του ενάγοντος έδειξε πράσινο φως κυκλικής μορφής μετά πάροδο 8-10 δευτερολέπτων από την αφή του ως άνω αναλάμποντος κίτρινου βέλους, δεν διευκρινίζει αν ο οδηγός του επιβατικού αυτοκινήτου προλάβαινε να πραγματοποιήσει την προς τα αριστερά στροφή και να απομακρυνθεί από την πορεία του ενάγοντος στο ως άνω χρονικό διάστημα των 8-10 δευτερολέπτων, λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές των προσβαλλόμενων αποφάσεων, αυτός (α' εναγόμενος) με την αφή του κίτρινου παλλόμενου φωτός, προέβη βιαστικά σε κλειστή στροφή αριστερά και εισήλθε στη διασταύρωση, καταλαμβάνοντας διαγώνια θέση στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας της οδού Λ.προς κέντρο πόλεως, και, τέλος, αν προλάβαινε να πραγματοποιήσει την προς τα αριστερά στροφή γιατί δεν το έπραξε πριν την αφή της πράσινης ένδειξης του φωτεινού σηματοδότη στην πορεία του ενάγοντος και την εκκίνηση του τελευταίου.
Με τις ελλιπείς και αντιφατικές ως άνω αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σε αυτό προσώπων, δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, εάν ορθά υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά, που το Εφετείο έκρινε, ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου που εφάρμοσε, ήτοι των άρθρων 914, 297, 298, 300, 330 ΑΚ και 6 παρ. 1, 12 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 23 παρ. 2 του ν. 2696/1999, τους οποίους συνεπώς παραβίασε εκ πλαγίου και έτσι στέρησε τις αποφάσεις από νόμιμη βάση.
Έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, όπως αποδίδεται με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της από 19-5-2017 αναίρεσης, και όχι σε εκείνη από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, όπως αποδίδεται με το πρώτο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης. Επίσης, όπως αποδίδεται βάσιμα με τον πρώτο λόγο της από 18-4-2018 αναίρεσης του ενάγοντος, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι οι αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις περιέχουν ασαφείς αιτιολογίες ως προς το θέμα της συμπεριφοράς αυτού στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος.
Στον λόγο αυτόν εκτίθενται, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, τα αναγκαία προς θεμελίωση, του προβλεπόμενου από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, περιστατικά και όχι εκείνα από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων και προβάλλει με τον ως άνω λόγο αναίρεσης. Επομένως, ο πρώτος λόγος της από 19-5-2017 αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, και ο πρώτος λόγος της από 18-4-2018 αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει κατά παραδοχή αυτών να αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις στο σύνολό τους, παρέλκει δε η εξέταση των λοιπών λόγων της από 19-5-2017 αναίρεσης από τους αριθμούς 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που πλήττει επίσης το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, και 19 του ίδιου άρθρου, που πλήττει το κεφάλαιο της αποζημίωσης εκ του άρθρου 931 ΑΚ, καθώς και του δευτέρου λόγου της από 18-4-2018 αναίρεσης, που πλήττει επίσης το κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια των πιο πάνω λόγων της δύο αναιρέσεων, που έγιναν δεκτοί, εκτείνεται σε όλα τα κεφάλαια των προσβαλλόμενων αποφάσεων, και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λόγων αυτών, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα.
Μετά από αυτά, πρέπει να γίνουν δεκτές οι από 19-5-2017 και 18-4-2018 κρινόμενες αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης, κατά παραδοχή των προαναφερόμενων λόγων τους, και να αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες των δύο αναιρέσεων, σε αυτούς (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής κατά ίσα μέρη νίκης και ήττας του κάθε μέρους (άρθρα 178, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 19-5-2017 και 18-4-2018 κρινόμενες αντίθετες αιτήσεις για αναίρεση των υπ' αριθμ. 173/2014 εν μέρει οριστικής και 637/2016 οριστικής αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Δέχεται τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 173/2014 εν μέρει οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και την υπ' αριθμ. 637/2016 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν τις παραπάνω αποφάσεις.
Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες και των δύο αναιρέσεων του παραβόλου που έχουν καταθέσει. Και Συμψηφίζει, στο σύνολο της, τη δικαστική δαπάνη της δίκης για τις δύο αναιρέσεις, μεταξύ των διαδίκων αυτών.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ