Legislator Case Law & Legislation
873/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in divorce support case, upholding lower court's rejection of abuse of rights claim.

Case Number 873/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to reject her claim for alimony. The appellant argued that the respondent's request for support was an abuse of rights due to his long-term unemployment and lack of contribution to the family. The court held that the facts presented did not meet the legal threshold for abuse of rights under Article 281 of the Civil Code, and the lower court correctly applied the law without needing to examine the appeal's second ground.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1389-1392, 1495 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code; Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure: In divorce support cases, a claim for alimony is not considered an abuse of rights merely because the recipient is unemployed, unless the claimant's conduct objectively violates good faith and social purpose.

Keywords

AI generated
divorce support abuse of rights alimony claim unemployed spouse good faith principle civil procedure appeal family law

Cited Legislation

AI generated
Articles 1389-1392, paragraph 2 of the Civil Code
Article 1495 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 873 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 873/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Γ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βιργινία Περάκη και

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Νικολάου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28-2-2012 και 27-8-2012 αγωγές των ήδη αναιρεσείουσας και αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 252/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 105/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27-7-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου, ανέγνωσε την από 20-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 105/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών του άρθρου 681Β ΚΠολΔ και απέρριψε την από 25-6-2013 έφεση της αναιρεσείουσας και τους πρόσθετους αυτής λόγους. Η έφεση αυτή στρεφόταν κατά της 252/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που είχε δεχτεί εν μέρει την από 27-8-2012 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούνταν να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να του καταβάλει χρηματικό ποσό ως διατροφή του.

ΙΙ. Κατά τους ορισμούς και την έννοια των άρθρων 1389 - 1392 εδ. 2, 1495 ΑΚ, σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, οπότε εξακολουθεί μεν ο μεταξύ των συζύγων γάμος, αλλά δεν μπορεί να γίνει λόγος περί συνεισφοράς αυτών προς αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, μεταξύ των οποίων και η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή, αφού με τη διακοπή της συμβίωσης έπαυσε να υπάρχει και να λειτουργεί κοινός οίκος και να δημιουργούνται οικογενειακές ανάγκες, εκείνος από τους συζύγους που για εύλογη στο πρόσωπό του αιτία διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση, δικαιούται από τον άλλο, ανεξαρτήτως του εάν ο ένας είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, διατροφή σε χρήμα, που προκαταβάλλεται μηνιαίως και υποκαθιστά τη συνεισφορά του υπόχρεου υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής.

Η υποχρέωση για καταβολή κατά μήνα διατροφής σε χρήμα, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, είναι συνέπεια της κατά το άρθρο 1389 ΑΚ υποχρέωσης συνεισφοράς των συζύγων στην αμοιβαία διατροφή αυτών κατά τη διάρκεια του γάμου και δεν εξομοιώνεται με την κατά τα άρθρα 1485 επ. ΑΚ διατροφή, ούτε με την κατά τα άρθρα 1442 επ.

ΑΚ οφειλόμενη μετά το διαζύγιο, υπάρχει δε και αν ακόμη ο υπόχρεος αναγκάστηκε στη διακοπή της συμβίωσης από παράπτωμα του δικαιούχου και τούτο για τον λόγο ότι με δική του πρωτοβουλία διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση. Στην τελευταία όμως αυτή περίπτωση, αν το παράπτωμα του δικαιούχου της διατροφής συνιστά λόγο διαζυγίου, αναγόμενο σε υπαιτιότητα αυτού, περιορίζεται η έκταση της οφειλόμενης σ’ αυτόν από τον άλλο διατροφής στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρησή του (ελαττωμένη διατροφή) μετ’ ένσταση του εναγομένου, για την πληρότητα όμως της οποίας δεν αρκεί η παράθεση των παραπτωμάτων του ενάγοντος συζύγου, αλλά απαιτείται και αντίστοιχο αίτημα, όπως επίσης και προσδιορισμός από τον ενιστάμενο του ποσού της κατ’ αυτόν οφειλόμενης ελαττωμένης διατροφής (ΑΠ 551/2011).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν oυσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, για την ύπαρξη νόμιμης βάσεως σε απόφαση με την οποία επιδικάζεται διατροφή σε σύζυγο κατόπιν διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αιτιολογικό της, μεταξύ των άλλων στοιχείων, και ότι o δικαιούχος της διατροφής σύζυγος διέκοψε o ίδιος την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία ή ότι η διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως προήλθε από την πλευρά του υποχρέου για διατροφή συζύγου (ΑΠ 1217/2007, ΑΠ 613/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, αναφορικά με το ζήτημα της από εύλογη αιτία για την ενάγουσα διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους στις 29.4.2007 νόμιμο γάμο, από τον οποίο απέκτησαν ένα άρρεν τέκνο, που γεννήθηκε στις 8.3.2010 και ήδη του έχει δοθεί το όνομα Μ..

Από τις αρχές του γάμου τους οι διάδικοι σύζυγοι εγκαταστάθηκαν σε ιδιόκτητο διαμέρισμα της εκκαλούσας-αντεφεσίβλητης, επί της οδού [παρόδου] ... στην Πάτρα. Δύο έτη μετά το γάμο τους, ήτοι από το 2009, οι σχέσεις τους άρχισαν να διαταράσσονται εξαιτίας της αντισυζυγικής και ανάρμοστης για σύζυγο και πατέρα συμπεριφοράς του εφεσιβλήτου-αντεκκαλούντος.

Ο τελευταίος, ειδικότερα, επεδείκνυε αδιαφορία στις οικογενειακές του υποχρεώσεις απέναντι στη σύζυγό του και το τέκνο τους, με αποτέλεσμα η εκκαλούσα να έχει αναλάβει εξ ολοκλήρου την ανατροφή και διατροφή του ανήλικου τέκνου τους και τις λειτουργικές ανάγκες της συζυγικής οικίας. Στην διατάραξη της έγγαμης σχέσης τους συνετέλεσε σημαντικά και το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος-αντεκκαλών, ο οποίος μέχρι το τέλος του 2008 αφενός συμμετείχε μαζί με τον πατέρα του σε εταιρία περιορισμένης ευθύνης (...

ΕΠΕ), με αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία ειδών εξοπλισμού καταστημάτων, της οποίας έπαυσε η λειτουργία, και αφετέρου βοηθούσε τον πατέρα του στην επιχείρηση που διατηρούσε ο τελευταίος κατασκευής και εμπορίας επαγγελματικών ψυγείων, της οποίας, επίσης, έπαυσε η λειτουργία κατά τον ίδιο χρόνο, έκτοτε δεν κατέβαλε καμία προσπάθεια προς ανεύρεση νέας εργασίας, παρόλο που, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, είναι κοινωνικός, με ευρύ κύκλο γνωριμιών, και έχει απασχοληθεί επί σειρά ετών σε διάφορες επιχειρήσεις και θα μπορούσε να εξαντλήσει κάθε προσπάθεια να ανεύρει νέα εργασία, προκειμένου να ανταποκριθεί, έστω και εν μέρει, στην υποχρέωση συνεισφοράς του προς αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας του.

Αντιθέτως, επικαλούμενος αφενός την οικονομική κρίση της αγοράς και ότι κάθε προσπάθειά του για ανεύρεση εργασίας θα απέβαινε άκαρπη και μάταιη και αφετέρου σοβαρό πρόβλημα υγείας του (...), απαιτούσε από την εκκαλούσα σύζυγο του να καλύπτει η ίδια εξ ολοκλήρου τις οικογενειακές τους ανάγκες από το εισόδημα της εργασίας της ως φαρμακοποιού, καθώς και τις ατομικές του ανάγκες, γεγονός που, ευλόγως, άρχισε να δυσαρεστεί την εκκαλούσα, καθώς, ωστόσο, αρεσκόταν ο ίδιος σε προσωπικές απολαύσεις, δραστηριότητες και εξόδους, μη συνοδευόμενος από την εκκαλούσα σύζυγο του, επιδεικνύοντας αδιαφορία προς αυτήν.

Ουδέποτε συνεισέφερε, έστω και στο ελάχιστο, στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, αλλά ούτε και στα έξοδα που αφορούσαν το τέκνο τους, γεγονός που συνομολογεί σαφώς και ο ίδιος με την ένδικη αγωγή του περί διατροφής του και τις προτάσεις του, εκθέτοντας ειδικότερα (μεταξύ άλλων) ότι η εκκαλούσα σύζυγος του γνώριζε κατά το χρόνο του γάμου τους πως δεν ασκούσε κανένα επάγγελμα, ούτε είχε καμία εργασία, αλλά βοηθούσε τον πατέρα του στην επιχείρηση του κατασκευής και εμπορίας επαγγελματικών ψυγείων, της οποίας έπαυσε τη λειτουργία και ότι έτσι τις βιοτικές οικογενειακές ανάγκες και όλες τις διατροφικές τους ανάγκες κάλυπτε εξ ολοκλήρου η αντίδικος σύζυγός του από τα εισοδήματα της εργασίας της.

Οι μεταξύ των διαδίκων συζύγων προστριβές και διενέξεις από το έτος 2009 ήταν συχνές και ολίγον κατ’ ολίγον επήλθε μεταξύ τους πλήρης ψυχική, συναισθηματική και σωματική αποξένωση, με αποτέλεσμα από τον Αύγουστο του 2010, παρόλο που συγκατοικούσαν χάριν του μόλις ολίγων μηνών τέκνου τους, ο εφεσίβλητος κοιμόταν στο σαλόνι της συζυγικής οικίας, ενώ έπαυσαν κάθε κοινή κοινωνική συναναστροφή τους.

Μάλιστα, κατά το έτος 2011 και ενώ εξακολουθούσε η συγκατοίκησή τους στη συζυγική οικία, έφθασαν στο σημείο να κοινοποιούν εξώδικες δηλώσεις ο ένας στον άλλον, εκφράζοντας τα παράπονά τους. Επίσης, ο εφεσίβλητος κατηγορούσε την εκκαλούσα ενώπιον συγγενικών και φιλικών τους προσώπων, αλλά και στην υπάλληλο του φαρμακείου της Ε.

Κ., χρησιμοποιώντας και προσβλητικές φράσεις για το πρόσωπο της. Στις 30.9.2011 η εκκαλούσα προσήλθε στο Γ’ Αστυνομικό Τμήμα Πατρών και υπέβαλε έγκληση σε βάρος του εφεσίβλητου, κατόπιν της οποίας (εγκλήσεως) ασκήθηκε κατά του τελευταίου ποινική δίωξη για ενδοοικογενειακή απειλή και παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών.

Ακολούθως, κατόπιν της από 10.10.2011 αιτήσεως της εκκαλούσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών προς λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος του εφεσίβλητου, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 440/2012 απόφαση, με την οποία ανατέθηκε προσωρινά σ’ αυτήν η επιμέλεια του ανήλικου τέκνου τους, υποχρεώθηκε ο εφεσίβλητος να καταβάλλει στην εκκαλούσα για λογαριασμό του τέκνου τους αυτού προσωρινή μηνιαία διατροφή ποσού 150 ευρώ και διατάχθηκε προσωρινά η μετοίκηση του εφεσίβλητου από τη συζυγική οικία, οπότε και αποχώρησε ο τελευταίος.

Μετά τη μετοίκησή του στις 1.3.2012, αυτός εγκαταστάθηκε στην οικία των γονέων του στην Πάτρα, όπου και διαμένει έκτοτε συνεχώς, ενώ η εκκαλούσα διαμένει με το ανήλικο τέκνο τους στη μέχρι τότε συζυγική οικία, ιδιοκτησίας της (...). Ενόψει των προεκτεθέντων περιστατικών, αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία (...)".

Διαλαμβάνοντας επομένως το Εφετείο τη ρητή παραδοχή ότι η ήδη αναιρεσείουσα ήταν αυτή που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία και απορρίπτοντας την έφεσή της, με την οποία επεδίωκε να κριθεί ότι ο αντίδικός της ήταν αυτός που τη διέκοψε χωρίς εύλογη αιτία, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του ευλόγου της αιτίας για τη διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 1391 ΑΚ, την οποία ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου.

Επομένως, ο πρώτος με τον αριθμό Α1 λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλομένης, λόγω ανεπαρκών άλλως αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1389, 1390 και 1391 Α.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση αξιώσεως του ενός από τους συζύγους για καταβολή σ` αυτόν διατροφής σε χρήμα από τον άλλο, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, πρέπει να αναφέρεται κατά το άρθρο 216 § 1 Κ.Πολ.Δ., ότι οι διάδικοι είναι μεταξύ τους σύζυγοι, ότι ο ενάγων διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία και ότι οι βιοτικές του ανάγκες, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών της χωριστής διαβιώσεως, δικαιολογούν τον προσδιορισμό της διατροφής στο ζητούμενο με την αγωγή αυτή χρηματικό ποσό.

Δεν απαιτείται όμως να διαλαμβάνεται στην αγωγή για να είναι ορισμένη, ούτε στην απόφαση, η αποτίμηση της συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, αφού η υποχρέωση για τη συνεισφορά αυτή υπάρχει όσο διατηρείται η έγγαμη συμβίωση, ενώ όταν αυτή διακοπεί, αντικαθίσταται με τη χρηματική διατροφή, που προσδιορίζεται από τη σύγκριση των εκατέρωθεν οικονομικών δυνατοτήτων.

Οι οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων συζύγων που προσδιορίζουν την αναλογία της συνεισφοράς καθενός απ` αυτούς στη διατροφή αυτή δεν αποτελούν στοιχείο της αγωγής, αλλ` ενδέχεται να αποτελέσουν τη βάση σχετικής ενστάσεως του εναγομένου (ΑΠ 773/2014, 782/2003, 132/2003). Τέλος κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, εκτός των σ’ αυτήν αναφερομένων περιπτώσεων, για τις οποίες δεν πρόκειται εδώ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως στηριζόμενος επί ισχυρισμού που δεν προτάθηκε νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.

Εν προκειμένω το Εφετείο, ως προς το ζήτημα του προσδιορισμού του υποχρέου προς διατροφή συζύγου και του ποσού της οφειλομένης σ’ αυτόν διατροφής και αφού προέβη σε εκτίμηση των εκατέρωθεν οικονομικών δυνατοτήτων, δέχθηκε τα εξής: "Δικαιούχος διατροφής είναι ο εφεσίβλητος-ενάγων που όφειλε τη μικρότερη έως καθόλου συνεισφορά κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης και συνεπώς έχει, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου, δικαίωμα πλήρους διατροφής από την εκκαλούσα-εναγομένη σύζυγό του, η οποία είναι υπόχρεη (κατά την έννοια του νόμου) σε πλήρη διατροφή του.

Η τελευταία, που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, οφείλει πλήρη διατροφή, παρά το γεγονός ότι κατά τα προαναφερθέντα, αναγκάστηκε στη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης από την προπεριγραφείσα υπαίτια συμπεριφορά του δικαιούχου διατροφής συζύγου της. Επειδή όμως εν προκειμένω η εύλογη αιτία αποτελεί υπαίτια συμπεριφορά του εφεσιβλήτου-ενάγοντος, που κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου συνιστά και βάσιμο λόγο διαζυγίου, θα περιοριζόταν η έκταση της οφειλόμενης διατροφής στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρησή του (ελαττωμένη διατροφή) μετά προβολή της σχετικής ενστάσεως, που όμως δεν προβλήθηκε, όπως απαιτεί ο νόμος....

Η προβληθείσα από την εκκαλούσα-εναγομένη γενική άρνηση του δικαιώματος διατροφής του αντιδίκου συζύγου της, ως αποκλειστικά υπαίτιου για τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους, δεν αρκεί για την επιδίκαση ελαττωμένης διατροφής... Αξιολογώντας μετά ταύτα τις οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων συζύγων και λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες διαβιώσεώς τους, τις συνθήκες και τις νέες προσωπικές ανάγκες του εφεσιβλήτου-ενάγοντος από τη χωριστή διαβίωση, ο τελευταίος, ο οποίος κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης συμμετείχε στο υπέρτερο εισόδημα της αντιδίκου συζύγου του, δικαιούται για το επίδικο χρονικό διάστημα ανάλογη μηνιαία διατροφή που, λαμβανομένης υπόψη και της επιβάρυνσής τους για τη διατροφή του ανηλίκου τέκνου τους, ανέρχεται στο ποσό των 450 ευρώ".

Με τον υπό στοιχ. Α2 δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ότι με ανεπαρκή αιτιολογία καθόρισε το οφειλόμενο στον ενάγοντα ποσό μηνιαίας διατροφής διότι, όπως κατά λέξη αναφέρει: "οι αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης, επί τη βάσει των οποίων προσδιορίζει το ύψος της μηνιαίας διατροφής του αντιδίκου στο ποσό των 450 €, είναι όλως ελλιπείς.

Και τούτο διότι αυτή αρκείται στο να επαναλαμβάνει τα κρίσιμα για τον προσδιορισμό του ύψους της εκ του άρθρου 1391 § 1 ΑΚ αξιώσεως κριτήρια, χωρίς όμως οποιαδήποτε εξειδίκευση των στοιχείων αυτών στην ένδικη περίπτωση. Αναφέρει δηλ. ότι κρίσιμες για τον καθορισμό του ποσού της διατροφής είναι οι οικονομικές δυνάμεις των συζύγων και οι ανάγκες διαβιώσεώς τους, όμως, ενώ προσδιορίζει ως ένα βαθμό τις πρώτες (...), ουδεμία μνεία κάνει για το σύνολο των οικογενειακών βιοτικών αναγκών, δηλ.

των αναγκών διαβίωσης εμού, του αντιδίκου και του ανηλίκου τέκνου μας, περιοριζόμενη απλώς στον προσδιορισμό των διατροφικών αναγκών του τελευταίου, τις οποίες υπολογίζει στο ποσό των 550 €". Εξ άλλου με τον υπό στοιχ. Α3 τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται συναφώς στην απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ότι με ανεπαρκή άλλως ενδοιαστική αιτιολογία ως προς το ύψος των οικονομικών δυνάμεων των συζύγων και της συνεισφοράς του αναιρεσιβλήτου κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεως καθόρισε το οφειλόμενο ποσό μηνιαίας διατροφής.

Οι λόγοι αυτοί, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι προέβαλε στο Εφετείο ένσταση συνεισφοράς στην διατροφή του ενάγοντος, (πράγμα το οποίο άλλωστε δεν έπραξε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεών της στο Εφετείο), ώστε να απαιτείται η αποτίμηση των εκατέρωθεν οικονομικών δυνάμεων, για τον καθορισμό του ποσού με το οποίο αυτή συνέβαλε στη διατροφή του ενάγοντος, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης.

IV. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, 215 παρ. 1 εδ. α’ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνον διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως, που εμπεριέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής, ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρα της ως στοιχείου ασκήσεως της αγωγής και μέσου ενάρξεως της δίκης, ώστε ως εναρκτήρια αυτής διαδικαστική πράξη να συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπροθέσμου χρέους, χωρίς την υπερημερία του εναγόμενου οφειλέτη (ΑΚ 346) και, ως όχληση, να καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο, υπό την επιφύλαξη της ενστάσεως του άρθρου 342 ΑΚ και υπόχρεο να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας όχι ως άμεσο αποτέλεσμα της αγωγής, η οποία δεν έχει τέτοια συνέπεια, αλλά της οχλήσεως, που όταν ασκείται με την αγωγή, της οποίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, ούτε τη νομική της φύση ούτε την αυτοτέλειά της έναντι της αγωγής αποβάλλει (Ολ.ΑΠ 13/1994, ΑΠ 106/2014).

Με τον υπό στοιχ. Α4 τέταρτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι με την απόρριψη της εφέσεώς της ενσωματώνεται ουσιαστικά η κρίση της πρωτόδικης αποφάσεως περί αναγνωρίσεως καταβολής στον αναιρεσίβλητο ως διατροφή του ποσού των 450€ μηνιαίως για μία τριετία από την επίδοση της αγωγής, νομιμοτόκως από την καθυστέρηση κάθε παροχής, ωστόσο στις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προσδιορίζεται ο χρόνος επιδόσεως της αγωγής, από τον οποίο αρχίζει η υποχρέωσή της, δημιουργουμένης εκ του λόγου αυτού ανεπάρκειας αιτιολογίας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι η αιτιολογία της αποφάσεως είναι σαφής και πλήρης, η δε αναιρεσείουσα γνωρίζει εξ αρχής του δικαστικού αγώνος το χρόνο ενάρξεως της υποχρεώσεώς της, αφού έλαβε γνώση αυτού όταν της επιδόθηκε το αντίγραφο της αγωγής του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, που αποτελεί ταυτόχρονα και το χρόνο οχλήσεως.

V. Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες, για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφάρμοσε συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφάρμοσε αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφάρμοσε αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη επαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Εξάλλου, για να στοιχειοθετηθεί ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι όμως και όταν απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλο τυπικό λόγο (ΑΠ 2049/2014). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κρίνοντας επί του πρωτοδίκως προταθέντος και επαναφερθέντος ενώπιόν του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος με δύο σκέλη, ήτοι α) ότι ασκήθηκε προς αντιπερισπασμό της δικής της αγωγής, προκειμένου να αποφύγει να καταβάλει τη μηνιαία διατροφή που όφειλε για το ανήλικο τέκνο τους και β) ότι η ένδικη αξίωση του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος είναι άεργος από το έτος 2008, δηλαδή επί έξι (τότε) έτη και δεν έχει καμία διάθεση να αναζητήσει εργασία, μη συνεισφέροντας το παραμικρό στο τέκνο του και στην οικογένειά του, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, τους απέρριψε με την αιτιολογία ότι και αν ακόμη υποτεθούν αληθινά τα γεγονότα αυτά (το δεύτερο εκ των οποίων συνιστά βάσιμο λόγο διαζυγίου) δεν θεμελιώνεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.

Όντως, τα θεμελιωτικά της εν λόγω ενστάσεως της εναγομένης πραγματικά περιστατικά δεν αρκούσαν για να προκαλέσουν την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ και ορθώς επομένως αυτή αξιολογήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως μη νόμιμη, με άμεση δικονομική συνέπεια η προβαλλόμενη με τον υπό στοιχ. Β1 πέμπτο λόγο αναιρέσεως αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως της εν λόγω διατάξεως να ελέγχεται ως αβάσιμη.

Ο υπό στοιχ. Β2 έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τον άνω ισχυρισμό, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο υπεισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού η ως άνω ένσταση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.

VI. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή κατ’ άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Ιουλίου 2015 αίτηση της Μ. Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 105/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2017.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ