Supreme Court allows appeal against Athens Court of Appeal decision regarding procedural composition and statute of limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the lower court erred in rejecting his request to restore the case status due to a missed deadline caused by his lawyer's sudden illness, which he claimed constituted force majeure. The court found that the illness did not meet the legal definition of force majeure and that the appellant had acted with due diligence in filing the appeal promptly. Consequently, the court held the lower court's decision invalid and remanded the case for retrial before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; Force majeure does not excuse procedural delays if the party acted with due diligence; procedural composition defects require remand to a new panel.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 873 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 873/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Γ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πρόκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Γεωργόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/8/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5607/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7439/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/5/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 9/1/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης και να απορριφθούν οι πρώτος και τέταρτος λόγοι.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 2-5-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμό 7439/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία συνεκδίκασε την από 24-11-2010 αίτηση του αναιρεσείοντος Β. Γ. περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και την από 16-11-2010 έφεση του ίδιου κατά της υπ' αρ. 5607/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο 130.338,44 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (αρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (αρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 2 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση ή έλαβε μέρος στη σύνθεση του δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας. Ο λόγος αυτός, συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδάφιο α' του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε και στο άρθρο 109 § 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέληση του το δικαστή, που του έχει ορίσει ο νόμος", ιδρύεται, όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μη νόμιμη σύνθεση του Δικαστηρίου υπάρχει, αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ, του Οργανισμού των δικαστηρίων ή ειδικών νόμων για τη σύνθεση αυτού και την αναπλήρωση των κωλυόμενων μελών του. Έτσι ο καθορισμός της σύνθεσης του δικαστηρίου, με την έννοια του προσδιορισμού του συγκεκριμένου δικαστή ή των συγκεκριμένων δικαστών, που θα εκδικάσουν τις υποθέσεις, γίνεται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου ή από τριμελές συμβούλιο (άρθρο 15 ν. 1756/1988, όπως αντικ.
από άρθρο 2 ν. 2172/1993 και έχει αντικ. μεταγενέστερα). Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων βάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου Αθηνών για μη νόμιμη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, παράπονο το οποίο συνίσταται στο ότι, κατά τον χρόνο της διάσκεψης της εν λόγω απόφασης στις 22/8/2013, συμμετείχε στη σύνθεση του Δικαστηρίου ο Πρόεδρος Εφετών Βασίλειος Πέππας, ο οποίος είχε ήδη προαχθεί σε Αρεοπαγίτη με Π.Δ.
της 6/8/2013, το οποίο δημοσιεύθηκε στο 845/8-8-2013, ΦΕΚ τεύχος τρίτο, δεν είχε προηγηθεί οποιαδήποτε έγκριση του Προέδρου του Αρείου Πάγου περί συμμετοχής του στη σύνθεση (άρθρο 11 παρ. 8 Ν. 2145/1993, περί οργανισμού των δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών). Όπως όμως διατυπώνεται, ο ως άνω πρώτος λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον ο δικαστής λογίζεται ως προαχθείς και αναχωρεί για την νέα του θέση προς ανάληψη καθηκόντων σε αυτή, όχι από την δημοσίευση του σχετικού Π.Δ.
στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αλλά από την νόμιμη επίδοση του σχετικού ΦΕΚ σε αυτόν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006 και 4/2005).
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται μόνο ... 14) αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο" και με το λόγο αυτό ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου αλλά και του ενδίκου βοηθήματος, δηλαδή αν αυτό είχε ασκηθεί κατά τους νομίμους τύπους και εντός της προθεσμίας, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 152 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει την αίτηση επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση ως έκτακτο ένδικο βοήθημα, με το οποίο παρέχεται στο διάδικο προστασία επί απώλειας "γνήσιων" δικονομικών προθεσμιών, αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξαιτίας ανώτερης βίας, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Τούτο με την έννοια της πρόσδοσης, με δικαστική απόφαση, στην εκπρόθεσμη διαδικαστική πράξη, της έννομης ενέργειας, που αυτή θα είχε, αν ήταν εμπρόθεσμη (Ολ ΑΠ 29/1992). Έτσι, αίτημα επαναφοράς δεν είναι η χορήγηση νέας προθεσμίας, αλλά η θεώρηση ως εμπρόθεσμης και παραδεκτής της εκπρόθεσμης διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 1266/2001).
Πρόκειται, επομένως, υπό την έννοια αυτή, για διάταξη δικονομικού δικαίου, η παραβίαση της οποίας κατ' αρχήν δεν ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού ο λόγος αυτός ιδρύεται για εκ πλαγίου παραβίαση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μόνο κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αλλ' όχι και κανόνων του δικονομικού δικαίου.
Όμως ο παραπάνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν η γενόμενη παραβίαση εκ πλαγίου αναφέρεται στην από το ουσιαστικό δίκαιο περιεχόμενη στην πιο πάνω διάταξη νομική έννοια της ανώτερης βίας εξαιτίας της οποίας δεν τήρησε κάποια προθεσμία (ΟλΑΠ 29/1992, ΑΠ 302/2007, ΑΠ 141/2005). Υπάρχει εκ πλαγίου παραβίαση της περιεχόμενης στη διάταξη του άρθρου 152 ΚΠολΔ από το ουσιαστικό δίκαιο νομικής έννοιας της ανώτερης βίας, όταν κατ' ουσίαν γίνεται δεκτό, ότι τα περιστατικά, που ο αιτών είχε επικαλεσθεί, για τη θεμελίωση του σχετικού αιτήματος συνιστούν ή δεν συνιστούν την έννοια της ανωτέρας βίας [ΑΠ 490/2009].
Τέλος, κατά το άρθρο 336 παρ. 1 ΚΠολΔ πραγματικά γεγονότα, τα οποία είναι τόσο πασίγνωστα, ώστε να μην υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι είναι αληθινά, λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη, αν η αλήθειά τους ισχύει απέναντι σε όλους. Κατά συνέπεια, αν το γεγονός που συνιστά την ανωτέρα βία είναι πασίγνωστο, δεν απαιτείται επίκληση και απόδειξή του, ώστε να μη βλάπτει η μη αναγραφή στην αίτηση του λόγου και των μέσων απόδειξής του και η σχετική έκθεση να εκτιμάται ως πληρούσα τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της από 24-11-2010 αίτησης του εκκαλούντος για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση αλλά και της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] προκύπτουν τα ακόλουθα: Ειδικότερα, στην παραπάνω αίτηση εκτίθεται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "...λόγω ανωτέρας βίας συνισταμένης στην κατωτέρω αναφερόμενη αιφνίδια ασθένεια του υπογράφοντος την παρούσα πληρεξουσίου δικηγόρου μου, κατέστη αδύνατη η τήρηση της από το άρθρο 518 ΚΠολΔ προβλεπόμενης προς άσκηση έφεσης τριακονθήμερης προθεσμίας, με αποτέλεσμα την εκπρόθεσμη κατά μια (1) ημέρα κατάθεση της ως άνω έφεσης μου.
Συγκεκριμένα, στις 17 Νοεμβρίου 2010, ο υπογράφων την παρούσα πληρεξούσιος δικηγόρος μου, ο μόνος στον οποίο είχα αναθέσει την άσκηση έφεσης κατά της στην αρχή απόφασης και ο μόνος στον οποίο είχα παραδώσει το σύνολο των αποδεικνυόντων τους ισχυρισμούς μου εγγράφων και λοιπών στοιχείων, αντιμετώπισε σοβαρότατο πρόβλημα υγείας, το οποίο κατέστησε αδύνατη την εμφάνιση του ενώπιον της Γραμματείας του αρμοδίου Δικαστηρίου προς (εμπρόθεσμη) κατάθεση της έφεσης μου.
Στις 08.30 της 17ης Νοεμβρίου 2010 και ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος μου ήταν έτοιμος να αναχωρήσει από την κατοικία του με προορισμό το γραφείο του, αισθάνθηκε εντονότατη δύσπνοια, ταχυπαλμία και οξύτατη κεφαλαλγία. Η κατάσταση αυτή, η οποία απέκλειε στον πληρεξούσιο δικηγόρο μου τη δυνατότητα και να βαδίσει ακόμη, πρέπει να συνδυασθεί προς το γεγονός ότι στις 12 Μαρτίου 2010 ο ίδιος πληρεξούσιος δικηγόρος μου είχε υποβληθεί στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο - με τη μέθοδο της εξωσωματικής κυκλοφορίας (by pass) σε χειρουργική επέμβαση εκτομής μυξώματος του αριστερού κόλπου, μεσοκολπικού διαφράγματος και μέρους της οροφής του αριστερού κόλπου και τέλος σύγκλεισης μεσοκολπικού ελλείμματος με αυτόλογο περικάρδιο.
Στις 09.30 της ίδιας πάντοτε ημεροχρονολογίας (17-11-2010) ο πληρεξούσιος δικηγόρος μου διακομίσθηκε με το οδηγούμενο από τη σύζυγο του αυτοκίνητο στο εδρεύον στη Βάρη, Καρδιολογικό Κέντρο υπό τον τίτλο "Καρδιολογία Νοτίων Προαστίων", όπου αφού υποβλήθηκε σε σειρά εξετάσεων διαπιστώθηκε ότι έπασχε από "υψηλά επίπεδα αρτηριακής πίεσης και εκτακτοσυστολική αρρυθμία".
Τελικά και στις 14:00 της 17ης Νοεμβρίου 2010, ο πληρεξούσιος δικηγόρος μου μεταφέρθηκε στην κατοικία του στη …, συνεχίζοντας να αντιμετωπίζει έντονη δύσπνοια, ταχυπαλμία και οξύτατη κεφαλαλγία, δηλαδή κατάσταση που απέκλειε οποιαδήποτε δυνατότητα πνευματικής ή άλλης εργασίας και μετακίνησης. Μετά την επιστροφή του στην οικία του ο πληρεξούσιος δικηγόρος μου, σύμφωνα με την υπόδειξη του ιατρού ο οποίος τον είχε εξετάσει, κατακλίθηκε και μόνο κατά τις βραδινές ώρες της ίδιας ημέρας άρχισαν να εμφανίζονται ενδείξεις βελτίωσης της κατάστασης της υγείας του.
Επειδή ο πληρεξούσιος δικηγόρος μου παρέμεινε κλινήρης τόσο κατά την 17η όσο και κατά την 18η Νοεμβρίου 2010 και για το λόγο αυτό το πρωί της 18ης Νοεμβρίου 2010 παρέδωσε στη δικηγόρο κόρη του Σ. Π. το δικόγραφο της στην αρχή έφεσης προς κατάθεση του στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως και έγινε. Επειδή είναι προφανές ότι η κατά μια (1) ημέρα παραβίαση της προθεσμίας προς κατάθεση της ανωτέρω έφεσης μου οφείλεται σε γεγονός ανωτέρας βίας και συγκεκριμένα στην αιφνιδιαστική ασθένεια του πληρεξούσιου δικηγόρου μου, ασθένεια η οποία καθιστούσε αδύνατη την εμπρόθεσμη κατάθεση της ίδιας έφεσης.
Επειδή στο άρθρο 152 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται, ότι αν οποιοσδήποτε διάδικος δεν κατέστη δυνατό να τηρήσει κάποια προθεσμία, εξαιτίας ανώτερης βίας (ή δόλου του αντιδίκου) έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Επειδή πάγια γίνεται δεκτό ότι ως ανωτέρα βία θεωρείται κάθε τυχαίο γεγονός απρόβλεπτο ή αναπότρεπτο που συνεπάγεται αντικειμενικά, δηλαδή χωρίς οποιοδήποτε πταίσμα του διαδίκου ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του (χωρίς να εξαιρείται και η ελαφρά του αμέλεια) την παρακώλυση του να τηρήσει την προθεσμία, το οποίο γεγονός να μην υπάρχει η δυνατότητα να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ανεξάρτητα αν το γεγονός είναι εξωτερικό ή όχι (...).
Επειδή προς απόδειξη του περί ανωτέρας βίας που συνέτρεξε στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου μου ισχυρισμού μου, προαποδεικτικά προσκομίζω τα ακόλουθα έγγραφα: α) τη με ημερομηνία 17-11-2010 Ιατρική Γνωμάτευση του Καρδιολόγου Α. Δ. Ζ. (Καρδιολογία Νοτίων Προαστίων), στην οποία περιγράφονται τα συμπτώματα που παρουσίασε ο πληρεξούσιος δικηγόρος μου στις 17 Νοεμβρίου 2010 και οι διαπιστώσεις στις οποίες ο ανωτέρω καρδιολόγος κατέληξε μετά τις εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε (...), β) τη με αριθμό 811/17-11-2010 απόδειξη παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε το προαναφερθέν Καρδιολογικό Κέντρο (...) και γ) το με αριθμό ΕΝΤ .../18-3-2010 Εξιτήριο - Ενημερωτικό Σημείωμα Εξόδου του Ωνασείου Καρδιολογικού Κέντρου, από το οποίο προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος μου νοσηλεύθηκε από τις 12 Μαρτίου 2010 μέχρι τις 18 Μαρτίου 2010 στη Β' Καρδιοχειρουργική Κλινική του ιδίου Νοσοκομείου, ότι κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του υποβλήθηκε στις προαναφερθείσες χειρουργικές επεμβάσεις και ότι χορηγήθηκε προς αυτόν τρίμηνη αναρρωτική άδεια (...).".
Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία του αιτήματος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση τα ακόλουθα: "Με το μοναδικό λόγο της από 24-11-2010 αιτήσεως, η οποία παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ως αρμοδίου για την εκδίκαση της εκκρεμούσας ενώπιον του κύριας δίκης, ο αιτών - εκκαλών ισχυρίζεται, ότι η εκπρόθεσμη άσκηση της από 16-11-2010 (αυξ.
αρ. εκθ. κατ. δικ. 9501/18-11-2010) εφέσεως του οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας και ειδικότερα στο γεγονός ότι, το πρωί της 17-11-2010 (τελευταίας ημέρας για την εμπρόθεσμη κατάθεσή της), ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ασθένησε, με συνέπεια να μην μπορέσει να εμφανισθεί στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και να καταθέσει την ένδικη έφεση κατά της εκκαλουμένης.
Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται, ότι ο άνω πληρεξούσιος αισθάνθηκε, όπως επί λέξει αναγράφεται "εντονότατη δύσπνοια, ταχυπαλμία και οξύτατη κεφαλαλγία", ότι συνεπεία των ανωτέρω συμπτωμάτων - τα οποία συνδύασε και με χειρουργική επέμβαση της καρδιάς του (με τη μέθοδο της εξωσωματικής κυκλοφορίας), στην οποία είχε υποβληθεί προ οκτώ (8) μηνών (10-3-2010), διακομίσθηκε με ιδιωτικό αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τη σύζυγό του, στο ιδιωτικό Καρδιολογικό Κέντρο "Καρδιολογία Νοτίων Προαστίων", όπου διαπιστώθηκε, ότι έπασχε από "υψηλά επίπεδα αρτηριακής πιέσεως και εκτακτοσυστολική αρρυθμία" και ότι απεχώρησε από το εν λόγω καρδιολογικό κέντρο, μεταβάς στην οικία του περί την 14.00' της ίδιας ημέρας, εξακολουθώντας να παρουσιάζει τα πιο πάνω αρχικά συμπτώματα και αδυνατώντας πλέον να μεταβεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών, προκειμένου να καταθέσει την άνω έφεση.
Με βάση δε αυτό το ιστορικό και επικαλούμενος, ρητά, ως αποδεικτικά μέσα για την ευδοκίμηση της ένδικης αιτήσεώς του α) την από 17-11-2010 ιατρική γνωμάτευση του καρδιολόγου του άνω καρδιολογικού κέντρου Α. Δ. Ζ., β) την 811/17-11-2010 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του ίδιου κέντρου και γ) το .../18-3-2010 εξιτήριο από το Ωνάσειο Καρδιολογικό Κέντρο, στο οποίο ο άνω δικηγόρος του, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε υποβληθεί προ οκταμήνου, στην προαναφερθείσα καρδιολογική χειρουργική επέμβαση, ζητεί να θεωρηθεί ότι η ένδικη έφεσή του ασκήθηκε εμπρόθεσμα.
Όμως με αυτό το περιεχόμενο η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτη, διότι ο αϊτών δεν εξέθεσε, ότι η ανωτέρω ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του τον εμπόδισε να ενεργήσει προς το σκοπό της καταθέσεως της ένδικης εφέσεως, με άλλο δικηγόρο συνεργάτη του ή όχι ... . Πέραν όμως και ανεξάρτητα τούτου, η ένδικη αίτηση τυγχάνει και ουσιαστικά αβάσιμη, διότι από τα επικαλούμενα με το δικόγραφο της έγγραφα, ως μόνα προαποδεικτικά προσκομιζόμενα, αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα την από 17-11-2010 ιατρική γνωμάτευση του καρδιολόγου του άνω καρδιολογικού κέντρου Α.
Δ. Ζ., στην οποία αναφέρεται ότι, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αιτούντος παρουσίασε κατά την κλινική εξέταση και το ηλεκτροκαρδιογράφημα, στα οποία υπεβλήθη, "υψηλά επίπεδα αρτηριακής πιέσεως", χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτων, και "εκτακτοσυστολική αρρυθμία" χωρίς επίσης ειδικότερο προσδιορισμό των τελευταίων και ότι του συνεστήθη κλινήρης παραμονή επί διήμερο, β) την 811/17-11-2010 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του ίδιου κέντρου προς τον άνω δικηγόρο και γ) το .../18-3-2010 εξιτήριο από το Ωνάσειο Καρδιολογικό Κέντρο, στο οποίο ο τελευταίος είχε υποβληθεί προ οκταμήνου, σε χειρουργική επέμβαση της καρδιάς του, και χωρίς να ληφθεί υπόψη η προσκομιζόμενη εκ των υστέρων .../29-11-2011 ένορκη βεβαίωση της θυγατρός του άνω πληρεξουσίου δικηγόρου, Σ.
Π. του Π. και της Μ., επίσης δικηγόρου, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κάβουρα Καϊάφα, εφόσον, σύμφωνα και με την μείζονα σκέψη, ο αϊτών δεν επικαλέσθηκε αυτήν ως αποδεικτικό μέσο με το εισαγωγικό δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως, αποδείχθηκε, ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αιτούντος, ενόψει της φύσεως και της βαρύτητας της αδιαθεσίας - ασθένειας του, που δεν απέκλειε οιαδήποτε δραστηριότητα, δεν είχε απωλέσει την επαφή με το περιβάλλον και ως εκ τούτου μπορούσε α) είτε να ειδοποιήσει τηλεφωνικά ή με άλλο τρόπο, κάποιον άλλον δικηγόρο, συνεργάτη του ή όχι - όπως η θυγατέρα του, η οποία και κατέθεσε την επομένη ημέρα (18-11-2010) την ένδικη έφεση στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών (βλ.
την άνω έκθεση καταθέσεως της ένδικης εφέσεως) - προκειμένου να προβεί στην κατάθεση του δικογράφου της από 16-11-2010 εφέσεως - ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι η τελευταία, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο σώμα της ημερομηνία συντάξεως της, είχε ήδη συνταχθεί από την άνω ημεροχρονολογία (16-11-2010) - είτε να καταστήσει γνωστή την ανωτέρω αδυναμία του στον αιτούντα, προκειμένου να επιμεληθεί ο ίδιος (ο αιτών) της καταθέσεως του εν λόγω δικογράφου με άλλο δικηγόρο, της δικής του επιλογής, θέτοντας στη διάθεση του και την ένδικη έφεση.
Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί".
Εν προκειμένω με τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι παρά τον νόμο κήρυξε το απαράδεκτο του εν λόγω ενδίκου βοηθήματος και ειδικότερα, ότι "Με δεδομένο ότι η παράβαση δικονομικής διάταξης επάγεται ακυρότητα μόνον εφόσον η τήρηση της διάταξης αυτής διαγράφεται από το νόμο με ποινή ακυρότητας, η από την προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξη ως απαράδεκτης της ένδικης αίτησης επαναφοράς χωρίς την επίκληση και τη συνδρομή οποιοσδήποτε συγκεκριμένης σχετικής δικονομικής ρύθμισης, καθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετέα.
Η κήρυξη ως απαράδεκτης της αίτησης επαναφοράς μου γιατί - κατά την εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης - δεν περιλήφθηκε στην αίτηση μου αναφορά μη προβλεπόμενη σε οποιαδήποτε δικονομική διάταξη (περί της υποχρέωσης του ασθενήσαντος πληρεξουσίου δικηγόρου μου να ενημερώσει και ενεργοποιήσει άλλο συνάδελφο του), στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης δηλαδή την - παρά την απουσία σχετικής ρύθμισης - κήρυξη απαραδέκτου".
Ενόψει του ότι το γεγονός που συνιστά εν προκειμένω την ανωτέρα βία είναι ιατρικό πασίδηλο, δεν απαιτείται επίκληση και απόδειξή του και έτσι δεν βλάπτει η μη αναγραφή στην αίτηση του λόγου και των μέσων απόδειξής του, καθώς και η παράλειψη αναφοράς σε αυτήν (ένδικη αίτηση), ότι η ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του αιτούντος εμπόδισε τον τελευταίο να ενεργήσει με σκοπό την κατάθεση της ένδικης έφεσης με άλλο δικηγόρο, συνεργάτη του ή όχι και η τελευταία δεν είναι απαράδεκτη.
Η αναφορά στην ένδικη αίτηση στην εκδηλωθείσα στις 08.30 της 17ης Νοεμβρίου 2010 αιφνίδια ασθένεια του υπογράψαντος αυτήν πληρεξουσίου δικηγόρου του εκκαλούντος, που ήταν ο μόνος, στον οποίο είχε παραδοθεί από τον τελευταίο το σύνολο των αποδεικνυόντων τους ισχυρισμούς του εγγράφων και λοιπών στοιχείων και η αδυναμία του να εμφανισθεί ενώπιον της Γραμματείας του αρμοδίου Δικαστηρίου προς εμπρόθεσμη κατάθεση της έφεσής του, καθώς και η περιγραφή των συμπτωμάτων της εμφανισθείσας ασθένειας, κατά την αναχώρηση από την κατοικία του με προορισμό το γραφείο του, που ήταν εντονότατη δύσπνοια, ταχυπαλμία, οξύτατη κεφαλαλγία και αδυναμία βάδισης σε συνδυασμό προς το γεγονός, ότι στις 12 Μαρτίου 2010 ο ίδιος πληρεξούσιος δικηγόρος του αιτούντος είχε υποβληθεί στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο - με τη μέθοδο της εξωσωματικής κυκλοφορίας (by pass) σε χειρουργική επέμβαση εκτομής μυξώματος του αριστερού κόλπου, μεσοκολπικού διαφράγματος και μέρους της οροφής του αριστερού κόλπου και τέλος σύγκλεισης μεσοκολπικού ελλείμματος με αυτόλογο περικάρδιο και επιπλέον ότι στις 09.30 της ίδιας πάντοτε ημεροχρονολογίας (17-11-2010), που διακομίσθηκε με το οδηγούμενο από τη σύζυγό του αυτοκίνητο στο εδρεύον στη … Καρδιολογικό Κέντρο υπό τον τίτλο "Καρδιολογία Νοτίων Προαστίων", όπου, αφού υποβλήθηκε σε σειρά εξετάσεων, διαπιστώθηκε ότι έπασχε από "υψηλά επίπεδα αρτηριακής πίεσης και εκτακτοσυστολική αρρυθμία" αποτελούν στοιχεία ικανά να καταστήσουν αυτήν παραδεκτή κατ' άρθρο 155 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι δεν συνιστά ανώτερη βία η εν λόγω αιφνίδια καρδιολογικής φύσης ασθένεια του πληρεξούσιου δικηγόρου του εκκαλούντος κατά την τελευταία ημέρα της προθεσμίας άσκησης της έφεσης και εντεύθεν η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής κατά μία ημέρα, είναι ανεπαρκείς.
Τούτο δε διότι, με τις εν λόγω πραγματικές παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αιτιολογεί επαρκώς τα διδάγματα της κοινής πείρας αναφορικά με την κοινή αντίληψη για την ιατρικά πασίγνωστη κατάσταση που δημιουργεί η αιφνίδια αύξηση των επιπέδων αρτηριακής πίεσης και οι αρρυθμίες των έκτακτων συστολών, ούτε κατά πόσο ο ασθενών αιφνίδια από καρδιολογικής φύσεως επεισόδιο και με ήδη βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό καρδιολογικού προβλήματος, όπως άλλωστε δέχεται και το Εφετείο, λόγω πρόσφατης εγχειρήσεως ανοικτής καρδιάς, που αυτός είχε υποστεί, είναι σε θέση να επιμεληθεί πάραυτα των επαγγελματικών του υποχρεώσεων και στο χρόνο που αναζητεί διέξοδο και ανάσχεση του δημιουργηθέντος ιατρικού προβλήματος και την επιβίωσή του, να έχει τη δύναμη να αναζητήσει άλλο δικηγόρο, συνεργάτη του ή όχι, άλλως το διάδικο που εκπροσωπεί για να ενεργήσει την κατάθεση του δικογράφου της έφεσης, το οποίο, όπως γίνεται γνωστό κατατέθηκε στην αρμόδια γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την αμέσως επόμενη ημέρα, γεγονός που οδηγεί στην αναμφίβολη παραδοχή, ότι το εν λόγω δικόγραφο είχε συνταχθεί πριν εκδηλωθεί αιφνίδια η ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος και είχε επιδειχθεί η αναγκαία επιμέλεια που επέβαλε την ενέργεια της εμπρόθεσμης άσκησης της ένδικης έφεσης.
Έτσι με το κάνει δεκτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι τα περιστατικά, που ο αιτών επικαλέσθηκε για την ασθένειά του και τα εξ αυτής ζητήματα προς θεμελίωση του σχετικού αιτήματος, δεν συνιστούν την έννοια της ανωτέρας βίας, παραβίασε εκ πλαγίου την περιεχόμενη στην ως άνω διάταξη (ΚΠολΔ 152) και προερχόμενη από το ουσιαστικό δίκαιο παραπάνω νομική έννοια της ανωτέρας βίας εξαιτίας της οποίας (παραβίασης) δεν θεωρήθηκε ως εμπρόθεσμη και παραδεκτή η εκπρόθεσμη διαδικαστική πράξη της άσκησης της έφεσης.
Επομένως οι, δεύτερος και τρίτος, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, συνδυαστικά από τους αριθμούς 1,19 (κατ' εκτίμηση) και 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα απέρριψε την από 24-11-2010 αίτηση του αναιρεσείοντος για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, λόγω της απώλειας της προθεσμίας προς άσκηση της εφέσεως, και στη συνέχεια και την έφεση, ως εκπρόθεσμη, καθόσον δεν υφίστατο η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα στο πρόσωπο του συνηγόρου του ανώτερη βία, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Μετά από αυτά παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, καθόσον η παραδοχή των προαναφερθέντων αναιρετικών λόγων ως βάσιμων άγει στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης στο σύνολό της και πρέπει η αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, κατά την παρ.3 αρθρ.580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το αρθρ. 65 του Ν. 4139/2013, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από αυτούς, που εξέδωσαν την απόφαση αυτή.
Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας ως προς την ερμηνεία των εφαρμοσθεισών κανόνων δικαίου (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του αρθρ.495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παράβολου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτόν, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 336/2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 7439/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2015 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ