Legislator Case Law & Legislation
873/2012 AI generated

Supreme Court partially allows appeal regarding mental anguish damages, remanding for retrial while dismissing other grounds.

Case Number 873/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision in a traffic accident case involving death and mental anguish damages. The appellants argued that the awarded compensation was disproportionate and violated constitutional principles, while the respondents contended the amount was appropriate. The court ruled that the specific determination of mental anguish damages falls under the court's discretion and cannot be directly reviewed via the principle of proportionality, leading to the dismissal of that specific argument.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 25(1) of the Constitution: The principle of proportionality does not allow for a direct judicial review of the specific amount of compensation for mental anguish, as the court's discretion in this matter is not subject to such direct constitutional scrutiny.

Keywords

AI generated
mental anguish damages proportionality principle civil liability traffic accident appeal procedure discretionary assessment retrial remand

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code
Article 25(1) of the Constitution
Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 6/2009
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 873 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 873/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Π. του Θ., χήρας Σ. Π., 2. Γ. Π. του Σ. και 3. Ε. Π. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Μπότσαρη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Π. Λ. του Γ., 2. Δ. Λ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Θεόδωρου Ζευκίδη, αφού ανακάλεσε την από 1-2-2012 δήλωσή του και κατέθεσαν προτάσεις και 3. Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεώργιου Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 57/2005 και 129/2005 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:305/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2274/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-7-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 9-3-2011 έκθεσή της κωλυομένης να συμμετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτου Δημητρούλας Υφαντή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά. τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 928 εδ. β' του ΑΚ, κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα ότι δεν αποκαθίσταται η ζημία του εμμέσως ζημιωθέντος, επί θανατώσεως προσώπου υφίσταται υποχρέωση προς αποζημίωση και έναντι τρίτου, ο οποίος κατά το νόμο είχε δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή και στερήθηκε εξαιτίας του θανάτου το δικαίωμα αυτό. Η αξίωση που απορρέει από την ως άνω διάταξη είναι γνήσια αξίωση αποζημιώσεως και όχι διατροφής και αποσκοπεί να φέρει το δικαιούχο διατροφής στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν θανατωνόταν ο υπόχρεος για να τον διατρέφει. Επομένως, από απόψεως εκτάσεως, η αποζημίωση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1378 επ., 1442 επ., 1485 επ. και 1504 ΑΚ, περιλαμβάνει ό,τι και για όσο χρόνο θα όφειλε να καταβάλει ο θανατωθείς στο δικαιούχο της διατροφής (ΑΠ 925/2004).

Από την αυτή ως άνω διάταξη (άρθρο 928 εδ. β' ΑΚ) συνάγεται ότι η αξίωση αποζημιώσεως του επιζώντος συζύγου στοχεύει γενικώς στην αποκατάσταση της ζημίας που αυτός υφίσταται εξαιτίας του ότι, με το θάνατο του άλλου συζύγου, επέρχεται απόσβεση της αξιώσεως για συμβολή στις ανάγκες της οικογενείας που ο σύζυγος είχε από το νόμο.

Για να ευρεθεί, όμως, το περιεχόμενο της αποζημιώσεως επιβάλλεται να γίνει προσφυγή στις σχετικές διατάξεις του οικογενειακού δικαίου, που ρυθμίζουν το ζήτημα της συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες και ειδικότερα στη διατροφή του συζύγου (άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ), το μέτρο της οποίας προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, λαμβανομένων υπόψη των αναγκών του δικαιούχου, όπως διαμορφώνονται στα πλαίσια της συμβιώσεως, οριοθετούνται δε από το ύψος των τυχόν εισοδημάτων του και της λοιπής περιουσίας αυτού, σε συσχετισμό προς την περιουσιακή κατάσταση του άλλου συζύγου.

Κρίσιμος για τον υπολογισμό της με το ανωτέρω περιεχόμενο αποζημιώσεως είναι ο προσδιορισμός των εισοδημάτων του θανατωθέντος κατά τον τελευταίο καιρό πριν από την θανάτωση του και της πιθανής εξελίξεως των εισοδημάτων αυτών, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν αυτός ζούσε. Εξάλλου, όταν ενάγει ο επιζών σύζυγος τον υπόχρεο και ζητά αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας του από τη στέρηση του δικαιώματος διατροφής, την οποία κατά το νόμο θα όφειλε ο θανατωθείς και υπόχρεος αν ζούσε, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής του πρέπει να μνημονεύονται τα εξής στοιχεία:

α) η ύπαρξη γάμου μεταξύ δικαιούχου και υπόχρεου διατροφής, β) η θανάτωση του υπόχρεου από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του εναγομένου, γ) ο πιθανός χρόνος ζωής του υπόχρεου σε διατροφή συζύγου και δ) το ποσό της καταβλητέας διατροφής, ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής. Αντίθετα, δεν απαιτείται, για να είναι ορισμένη η αγωγή αποζημιώσεως του δικαιούχου συζύγου, να γίνεται στο δικόγραφο αποτίμηση της συνεισφοράς που θα παρείχε καθένας από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογενείας, αφού η αποτίμηση αυτή μπορεί να θεμελιώσει καταλυτικό της αξιώσεως ισχυρισμό του εναγομένου (ΑΠ 153/2005).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2274/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Την 3-9-2004 και περί ώρα 21.00, ο πρώτος εναγόμενος Π. Λ., οδηγώντας το υπ' αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο στο 170 χιλ/τρο της Επαρχιακής οδού Έδεσσας -Βέροιας με κατεύθυνση προς Βέροια και εντός του χωρίου Ριζού Σκύδρας, στο ύψος της διασταύρωσης με δευτερεύουσα κοινοτική οδό που οδηγεί προς τον οικισμό Σεβαστιανά.

Το οδόστρωμα της ανωτέρω επαρχιακής οδού, που είναι διπλής κατευθύνσεως, έχει εύρος 9,70 μέτρων, τα δε δύο ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται με διπλή διαγράμμιση, συνεχόμενη στο ρεύμα προς Βέροια και διακεκομμένη στο ρεύμα προς Έδεσσα, η οποία διακόπτεται στο ύψος της προαναφερόμενης διασταύρωσης. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας εντός του χωριού Ριζού είναι αυτό των 40 χλμ.

ανά ώρα, καθόσον πρόκειται για κατοικημένη περιοχή (άρθρο 20 ΚΟΚ), στην είσοδο δε και στην έξοδο του χωριού υπάρχουν σχετικές πινακίδες Ρ - 32 με το εν λόγω αναγραφόμενο όριο ταχύτητας. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Σ. Π. βρισκόταν πεζός στο ύψος της προαναφερόμενης διασταύρωσης και στο δεξιό, σε σχέση με την πορεία των κατευθυνόμενων προς Βέροια, πεζοδρόμιο της ανωτέρω οδού.

Πρόθεση του ήταν να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα και να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, που βρίσκεται στο ρεύμα πορείας προς Έδεσσα, σε σημείο όπου δεν υπάρχουν καθορισμένες για τους πεζούς διαβάσεις ή φωτεινοί σηματοδότες, όπως δεν υπάρχουν και σε κοντινή, απόσταση από το σημείο όπου αυτός στεκόταν.

Πράγματι, ο Σ. Π. κατήλθε στο οδόστρωμα, χωρίς όμως προηγουμένως να ελέγξει με την αρμόζουσα προσοχή την κίνηση των οχημάτων επ' αυτού και διέσχισε το ρεύμα πορείας προς "Βέροια, κινούμενος από δεξιά προς τ' αριστερά σε σχέση με την πορεία του επερχόμενου ΙΧΕ αυτοκινήτου του πρώτου εναγόμενου. Μόλις, όμως, αυτός έφθασε στη διαχωριστική γραμμή, ο πρώτος εναγόμενος, έχοντας αναπτύξει ταχύτητα 70 περίπου χλμ.

ανά ώρα, επέπεσε με το αριστερό τμήμα του εμπρόσθιου προφυλακτήρα (στο ύψος του φανού) του οχήματος που οδηγούσε, επί του πεζού, ο οποίος προσέκρουσε σε όλη σχεδόν την πλάγια αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου και τελικά εκτινάχθηκε και κατέπεσε στο οδόστρωμα, στο ρεύμα πορείας προς Έδεσσα, με συνέπεια να τραυματιστεί θανάσιμα.

Σημειώνεται ότι το οδόστρωμα στο σημείο του ατυχήματος εκτείνεται σε ευθεία 200 περίπου μέτρων και η ορατότητα δεν περιοριζόταν, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρή, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός (νύχτας), λόγω της ύπαρξης κολώνων ηλεκτροφωτισμού. Οι συνθήκες του ατυχήματος προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν κατά τη διενεργηθείσα αστυνομική προανάκριση, εκ των οποίων ο μάρτυρας απόδειξης Δ.

Π. του Π. (αδελφός του θανόντος) και οι προανακριτικώς εξετασθέντες μάρτυρες Δ. Π. του Κ. (ανεψιός του θανόντος) και Ό. Φ. υπήρξαν αυτόπτες, αφού οι δύο πρώτοι έχουν την οικία τους, η δε τρίτη διατηρεί κατάστημα, σε πολύ μικρή απόσταση από τον τόπο του ατυχήματος και βρίσκονταν τη στιγμή εκείνη εκτός των εν λόγω οικημάτων, οπότε και είδαν τα περιστατικά της παράσυρσης του πεζού.

Ακόμη, οι πιο πάνω συνθήκες προκύπτουν από την από 3-9-2004 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συντάχθηκε από τον αστυνόμο Κ. Κ. και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του ίδιου, σε συνδυασμό με την από 6-9-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Τ.. Με βάση τα αποδειχθεντα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε από υπαιτιότητα τόσο του πρώτου εναγόμενου, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, Π.

Λ., όσο και του θανόντος πεζού, Σ. Π., κατά ποσοστά 70% και 30% αντίστοιχα. Ειδικότερα ο πρώτος εναγόμενος ευθύνεται σε ποσοστό 70% γιατί δεν κατέβαλε την επιμέλεια του μέσου- συνετού οδηγού, την οποία όφειλε και από τις περιστάσεις μπορούσε να καταβάλει, δηλαδή δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, δεν ρύθμισε δε την ταχύτητα του, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες κυκλοφοριακές συνθήκες (νύχτα με τεχνητά φωτιζόμενο οδόστρωμα, κατοικημένη περιοχή) κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε, δυνάμενο να προβλεφθεί εμπόδιο, το οποίο βρισκόταν στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Αντίθετα, κινούταν στο οδόστρωμα κατοικημένης περιοχής, έχοντας αναπτύξει ταχύτητα 70 περίπου χλμ. ανά ώρα, που είναι ανώτερη από το ισχύον στο σημείο εκείνο όριο των 40 χλμ. ανά ώρα. Λόγω της άνω αμελούς συμπεριφοράς που επέδειξε ο πρώτος εναγόμενος και της αυξημένης ταχύτητας του οχήματος του, δεν μπόρεσε να αντιληφθεί εγκαίρως, αν και είχε από μεγάλη απόσταση ορατότητα του σημείου, τον πεζό, που κατά το χρόνο εκείνο επιχείρησε να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα εκτός διαβάσεων και εκ δεξιών προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, ώστε να ενεργήσει επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό ή τροχοπέδηση, με αποτέλεσμα την παράσυρση του τελευταίου και τον θανάσιμο τραυματισμό του.

Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος κατά την από 3-9-2004 προανακριτική του κατάθεση ενώπιον του ως άνω προανακριτικού υπαλλήλου, ανέφερε κατά λέξη ότι το "όχημα συγκρούσθηκε με έναν πεζό, ο οποίος εμφανίσθηκε από το πουθενά", γεγονός που καταδεικνύει ότι ο εν λόγω οδηγός δεν οδηγούσε έχοντας τεταμένη την προσοχή του ώστε να αντιληφθεί τον πιο πάνω πεζό.

Παρέβη δηλαδή ο πρώτος εναγόμενος οδηγός τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1,19 παρ. 1 και 2 και 20 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. Εξάλλου ο θανών, Σ. Π., ευθύνεται σε ποσοστό 30% διότι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κατά τους κανόνες της οδικής κυκλοφορίας και εκείνους της κοινής πείρας και λογικής, κατά παράβαση του άρθρου 38 παρ, 4 του Κ.Ο.Κ., επιχείρησε να διασχίσει κάθετα τη συγκεκριμένη οδό, σε σημείο όπου δεν υπάρχουν καθορισμένες για τους πεζούς διαβάσεις, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει πριν κατέλθει στο οδόστρωμα αν κινούνταν επ' αυτού οχήματα και χωρίς να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία τους, δεδομένου ότι το επερχόμενο ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος ήταν απολύτως ορατό σ' αυτόν (πεζό), αφενός λόγω της ευθύτητας της οδού, αφετέρου διότι είχε αναμμένους τους προβολείς του λόγω του σκότους.

Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του θανόντος στην πρόκληση του ατυχήματος. Αντίθετα ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο πεζός, επιχειρώντας να διασχίσει το ρεύμα πορείας προς Έδεσσα (ήτοι το αντίθετο από αυτό όπου κινούταν το αυτοκίνητο), κινήθηκε από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματος και επέπεσε ο ίδιος επ' αυτού, δεν αποδείχθηκε, καθόσον δεν επιβεβαιώνεται από κανένα από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία.

Εξάλλου ο εναγόμενος οδηγός Π. Λ. κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια με την 16/07 απόφαση του Τριμ. Πλη/κείου Έδεσσας και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών. Αποτέλεσμα του ατυχήματος ήταν να τραυματισθεί θανάσιμα, όπως προαναφέρθηκε, ο Σ. Π., ο οποίος διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Έδεσσας, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του με μονή ενεργό αίτια τα τραύματα που είχε υποστεί κατά το ένδικο ατύχημα.

Ειδικότερα κατά τη διενεργηθείσα νεκροψία - νεκροτομή διαπιστώθηκε ότι ο θανών είχε υποστεί θλαστικό τραύμα στην ινιακή χώρα, κατάγματα πλευρών, κάταγμα δεξιού γόνατος και δεξιάς κνήμης, αιμοθώρακα με συλλογή σημαντικής ποσότητας αίματος,- αιμοπεριτώναιο στην κοιλία και ρήξη σπλήνας, εμφάνιζε δε αιματηρό υγρό στην οσφυνωτιαία χώρα.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας για το ένδικο τροχαίο ατύχημα, δέχθηκε τα ίδια. Επομένως ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε τον νόμο.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα (57/05 αγωγής) Π. Π. ήταν σύζυγος του θανόντος από νόμιμο γάμο και οι δεύτερος και τρίτος των εναγόντων τέκνα του. Όλοι οι ενάγοντες (129/05 αγωγή) ήταν αδελφοί του. Ο θανών, κατά τον χρόνο του θανάτου του, ήταν ηλικίας 68 ετών. Ήταν συνταξιούχος και ελάμβανε μηνιαία σύνταξη γήρατος από τον Ο.Γ.Α., ποσού (375,90) ευρώ, και από Ι.Κ.Α.

ποσού (65,12) ευρώ μηνιαίως. Το συνολικό μηνιαίο εισόδημα του, συμπεριλαμβανομένων των δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και του επιδόματος αδείας (Αθ. Κρητικός αριθμ. 551), ανέρχονταν στο ποσό των 514,52 ευρώ. Η πρώτη των εναγόντων Π. Π. σύζυγος του, ηλικίας 66 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ήταν επίσης συνταξιούχος του Ο.Γ.Α.

και ελάμβανε μηνιαία σύνταξη, συνυπολογιζομένων των προαναφερομένων επιδομάτων, ανερχόμενη στο ποσό των (270,60) ευρώ. Δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε από το ΙΚΑ οποιοδήποτε ποσό λόγω θανάτου του συζύγου της. Οι παραπάνω σύζυγοι συγκατοικούσαν στην ίδια οικογενειακή στέγη χωρίς προβλήματα και ο καθένας παρείχε στον άλλον τις προσωπικές του υπηρεσίες και φροντίδες.

Η πρώτη ενάγουσα σύζυγος του θανόντος αντιμετώπιζε τις βιοτικές της ανάγκες πλήρως με την προαναφερόμενη σύνταξη της, δεδομένου ότι το παραπάνω ποσό είναι ανάλογο με τις συνθήκες της ζωής της ως συνταξιούχου αγρότισσας, διαμένουσας σε ιδιόκτητη οικία στο χωριό Ριζό - Γιαννιτσών, το δε μηνιαίο εισόδημα, του θανόντος συζύγου της ήταν κατά μικρό μέρος μεγαλύτερο του δικού της, ικανό προς αντιμετώπιση των δικών του βιοτικών αναγκών, οι οποίες, οπωσδήποτε, ήταν μεγαλύτερες από αυτές της ενάγουσας συζύγου του.

Επομένως η ως άνω ενάγουσα δεν απώλεσε κανένα ποσό λόγω του θανάτου του συζύγου της εξαιτίας του προαναφερόμενου τροχαίου ατυχήματος. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα αντίθετα και επιδίκασε στην παραπάνω ενάγουσα, ως αποζημίωση λόγω στερήσεως διατροφής, το ποσό των (105) ευρώ μηνιαίως για χρονικό διάστημα εννέα ετών από το θάνατο του συζύγου της, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος της 13/07 εφέσεως, αβάσιμος δε ο περί του αντιθέτου λόγος της 2/07 εφέσεως ... Ακόμη το Εφετείο δέχτηκε και τα εξής: Κατά τον χρόνο του θανάτου του, όπως προαναφέρθηκε, ο αποβιώσας Σ. Π. ζούσε στο χωριό Ριζό - Γιαννιτσών μαζί με την σύζυγο του Π. Π. και τον δεύτερο ενάγοντα γυιό του Γ.

Π., ενώ ο τρίτος ενάγων γυιός της Ε. είχε ήδη δημιουργήσει δική του οικογένεια και διέμενε σε διπλανή οικία. Όλοι οι ενάγοντες, αδέλφια του θανόντος, αγρότες, ζούσαν στο ίδιο χωριό. 0 θανών συνδέονταν με στενούς δεσμούς αγάπης τόσο με την σύζυγο και τα τέκνα του, όσο και με τους λοιπούς ενάγοντες αδελφούς του.

Εξαιτίας του θανάτου του όλοι οι παραπάνω δοκίμασαν ψυχικό πόνο. Ενόψει των συνθηκών, κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα, του πταίσματος του υπαιτίου οδηγού και του θανόντος, της ηλικίας του θανόντος και της κοινωνικής θέσης και οικονομικής κατάστασης των εκ των διαδίκων φυσικών προσώπων, οι ενάγοντες υπέστησαν ψυχική οδύνη.

Για την αποκατάσταση της πρέπει να επιδικασθούν σ' αυτούς, ανάλογα με τον βαθμό συγγένειας τους με τον θανόντα, για χρηματική ικανοποίηση, τα εξής ποσά. Στους ενάγοντες της 57/05 αγωγής σύζυγο και τέκνα του θανόντος το ποσό των (20.000) ευρώ στον καθένα και στους ενάγοντες της 129/05 αγωγής αδελφούς αυτού, το ποσό των (5000) ευρώ στον καθένα.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που επιδίκασε τα παραπάνω ποσά, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις". Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχαν ασκήσει αλλά κρίθηκε και ο θανατωθείς σύζυγος και πατέρας αντίστοιχα συνυπαίτιος κατά ποσοστό 30%, δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ και 38 παρ.4 ΚΟΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού και της συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της υπαίτιας αμελούς συμπεριφοράς και της συνυπαιτιότητας του παθόντος, καθεμιά των οποίων δεν αναιρεί την άλλη και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής των αναιρεσειόντων κατά ένα μέρος και της ένστασης συνυπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων.

Αντίθετα όμως το Εφετείο με το να δεχθεί τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης των αναιρεσιβλήτων που αναφερόταν στην επιδίκαση αποζημίωσης στην πρώτη αναιρεσείουσα Π. χήρα Σ. Π. από τη στέρηση της διατροφής που λάμβανε συμπληρωματικά από τον θανατωθέντα σύζυγό της και να απορρίψει στη συνέχεια το αντίστοιχο αγωγικό κεφάλαιο, που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος ως βάσιμο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 928 εδ.β, 1378 επ. 1442 επ. 1485 επ.

και 1504 ΑΚ καθόσον δεν περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση επαρκή αιτιολογία ως προς το ζήτημα της αποζημίωσης της πρώτης αναιρεσείουσας λόγω στέρησης της διατροφής που εδικαιούτο από τον θανατωθέντα συνέπεια του ατυχήματος συζύγου της. Και τούτο διότι ενώ δέχεται ότι ο εν λόγω θανατωθείς δεν διέθετε κάποιο ποσό για την κάλυψη κατά ένα μέρος των βιοτικών αναγκών της συζύγου του Π.

Π., που λάμβανε ως μηνιαία σύνταξη από τον ΟΓΑ το ποσό των 270,60 ευρώ, με την παραδοχή ότι το μηνιαίο εισόδημα του θανόντος ανερχόμενο σε 514,52 ευρώ, ήταν κατά μικρό μέρος μεγαλύτερο της συζύγου του, που δεν ανταποκρίνεται κατά τα προαναφερόμενα στην πραγματικότητα, και ότι το εισόδημα αυτό ήταν ικανό μόνο προς αντιμετώπιση των δικών του βιοτικών αναγκών, οι οποίες οπωσδήποτε ήταν μεγαλύτερες από αυτές της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας συζύγου του, δεν προσδιορίζει πόσες ήταν οι μεγαλύτερες ανάγκες του συζύγου έναντι της συζύγου του που συγκατοικούσαν στην ίδια στέγη, χωρίς προβλήματα οποιασδήποτε μορφής και ο καθένας παρείχε στον άλλον τις προσωπικές του υπηρεσίες και φροντίδες.

Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης της πρώτης αναιρεσείουσας. Περαιτέρω από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμα ως προς τα λοιπά ζητήματα, εκτός του ανωτέρω της διατροφικής αποζημίωσης της πρώτης αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των ιδίων παραπάνω εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση αυτών.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους δύο πρώτους λόγους, κατά το άλλο μέρος τους, της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ.19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Εξάλλου, οι ίδιοι δύο πρώτοι λόγοι της αναίρεσης κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβάνουν αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ως προς το ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα ως προς τη συνδρομή συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος πεζού και κατά πόσο αυτή διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο με την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση με το ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός ήταν αποκλειστικά υπαίτιος και ο θανατωθείς πεζός δεν συντέλεσε αιτιωδώς στην επέλευση του θανάτου του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες ουσιαστικές παραδοχές της, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους, περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρηση του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α)κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.ΑΠ 43/2005).

Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.

Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολ.ΑΠ 6/2009).

Στην συγκεκριμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος, διότι το ποσό των 20000 ευρώ που επιδίκασε σε καθένα από αυτούς ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τη θανάτωση του Σ. Π., δεν είναι ανάλογο με τις περιστάσεις της εν λόγω περίπτωσης. Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν παραπάνω ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου δεν υπόκειται απευθείας σε έλεγχο μέσω της αρχής της αναλογικότητας.

Κατ' ακολουθίαν όλων των προεκτιθέμενων πρέπει: α) να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα ως προς την εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 305/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας κατά το μέρος που είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 18-3-2005 αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας Π. Π. ως προς την επιδίκαση σ' αυτήν αποζημίωσης λόγω στέρησης διατροφής της από τον θανατωθέντα στο επίδικο τροχαίο ατύχημα Σ. Π. για το χρονικό διάστημα από 23-3-2005 έως 15-8-2013 και να παραπεμφθεί ως προς το προαναφερόμενο μέρος της που αναιρείται για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Θεσσαλονίκης), το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και β) να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι μεν δεύτερος και τρίτος αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων οι δε αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2274/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της όσον αφορά την αναιρεσείουσα Π. χήρα Σ. Π. και κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει την από 10-7-2009 αίτηση των: 1) Γ. Π. του Σ. και 2) Ε. Π. του Σ. για αναίρεση της ως άνω απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ, και τους δεύτερο και τρίτο αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ