Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment due to lack of legal grounds and insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's final judgment regarding insurance liability. The appellant argued for multiple legal grounds, including procedural violations and misinterpretation of insurance contract terms, but the court found these arguments substantively unfounded. The court ruled that the lower court's decision was based on clear facts, contained sufficient reasoning, and did not violate applicable legal principles or interpretative rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 495, 176, 180, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appealed judgment is based on clear facts, contains sufficient and non-contradictory reasoning, and does not violate legal principles or interpretative rules.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 871 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 871/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο που ανακάλεσε την από 11/2/2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παπαδόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/6/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4176/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3289/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/2/2019 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. 134/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο η από 8-2-2019 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ύστερα από την υπ' αριθμ. 134/2022 πράξη του Προέδρου του τμήματος λόγω επανασυζήτησης κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ.
Υπόκειται προς κρίση η από 8-2-2019 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 3289/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απερρίφθη κατ' ουσίαν η από 16-5-2016 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 4176/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 6-6-2011 αγωγή των εναγουσών, ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά την επικουρική της βάση από την ασφαλιστική υποκατάσταση, αφού απέρριψε την κύρια βάση από σύμβαση εκχώρησης απαίτησης, και υποχρέωσαν την εναγόμενη να καταβάλει στην πρώτη απ' αυτές το ποσό των 92.106 ευρώ και στη δεύτερη απ' αυτές το ποσό των 39.474 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Η νομική ανεπάρκεια των αναφερομένων στην αγωγή ή στην κατά το άρθρο 262 ΚΠολΔ ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).
Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 963/2006).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποιοτική ή ποσοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 262 παρ. 1 εδ.
α του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ένσταση ως αυτοτελής ισχυρισμός πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, πρέπει να γίνεται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 538/2012).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 531/2014) και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013).
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017). Εξ άλλου οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.
Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της δήλωσης ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.
Α.Π. 26/2004). Αντιθέτως οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες δεν παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η δήλωση βούλησης είναι σαφής και χωρίς κενά (Α.Π. 410/2018, 396/2017, 1039/2015). Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004).
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993, 215/2005).
Ιδίως αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 1258/2004). Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Για τη διαμόρφωση σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πως η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.
Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 397/2011). Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1999, ΑΠ 148/2008). Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς εάν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των δεκτών γενόμενων περιστατικών στην έννοια του νόμου (ΑΠ 683/2010, 527/2008).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(α, β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλ.
οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ.
ΑΠ 2/2001). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009).
Δεν καθιδρύεται ο πιο πάνω λόγος όταν το δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπάγγελτα το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα εκτιθέμενα, έστω και αν καταλήγει σε διάφορο συμπέρασμα από τον διάδικο που προτείνει τα περιστατικά (ΑΠ 258/2019, 2219/2014, 1326/2011). Επίσης, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλ.
σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 του ν.δ/τος 400/1970, η ασφάλιση ασκείται στην Ελλάδα μόνο από ανώνυμη εταιρεία και από αλληλασφαλιστικό συνεταιρισμό, ο οποίος έχει συσταθεί σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο και ασχολούνται αποκλειστικά με ασφαλιστικές εργασίες (...) Κατά δε το άρθρο 2α' του ως άνω ν.δ/τος, "ασφαλιστική επιχείρηση" θεωρείται (...) για την εφαρμογή του 7ου κεφαλαίου "ιδιαίτερες διατάξεις για την ελευθερία εγκατάστασης και για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών" κάθε ασφαλιστική επιχείρηση που έχει έδρα σε κράτος μέλος της Ε.Ε. (...)" (εδ.α'). "Υποκατάστημα" θεωρείται κάθε πρακτορείο ή υποκατάστημα ασφαλιστικής επιχείρησης σε άλλο κράτος-μέλος.
Εξομοιώνεται με πρακτορείο ή υποκατάστημα κάθε μόνιμη παρουσία μίας επιχείρησης στο έδαφος κράτους-μέλους της Ε.Ε. (...) έστω και αν αυτή η παρουσία δεν έχει λάβει τη μορφή υποκαταστήματος ή πρακτορείου, αλλά ασκείται μέσω απλού γραφείου (...) ή από ανεξάρτητο πρόσωπο εντεταλμένο να ενεργεί μονίμως για την επιχείρηση, όπως θα ενεργούσε ένα πρακτορείο (εδ.
β"). "Εγκατάσταση" θεωρείται η έδρα καθώς και κάθε πρακτορείο ή υποκατάστημα μιας επιχείρησης κατά την έννοια του παραπάνω στοιχ β' του παρόντος άρθρου. Οι παραπάνω διατάξεις του ν.δ/τος 400/1970, όπως προσαρμόσθηκαν προς τις προβλέψεις των Οδηγιών 72/239/ΕΟΚ,
92/49/ΕΟΚ και 92/96/ΕΟΚ, αποσκοπούν στην υλοποίηση της ελευθερίας εγκατάστασης στην Ελλάδα ασφαλιστικών επιχειρήσεων που πληρούν τις "ευρωπαϊκές προϋποθέσεις", αρκεί να διαθέτουν άδεια λειτουργίας από οποιοδήποτε κράτος μόλος, έστω και αν σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία της χώρας καταγωγής τους δεν έχουν περιβληθεί τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας.
Έτσι, οι επιχειρησιακές μορφές που επέλεξαν τα κράτη-μέλη, με τις οποίες διεξάγεται η ιδιωτική ασφάλιση έγιναν "ευρωπαϊκές ασφαλιστικές επιχειρήσεις". Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 2 παρ.1, 2 και 5 του ν. 2496/97 σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 361, 185, 192 και 193 ΑΚ συνάγεται, ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση από τον λήπτη της ασφάλισης και αποδοχή αυτής από τον ασφαλιστή.
Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα. Η πρόταση όμως είναι ισχυρή και όταν ακόμη είναι αόριστη ως προς κάποιο από τα στοιχεία της (ουσιώδη ή επουσιώδη), εφόσον ο προσδιορισμός αυτών επαφίεται στο λήπτη ή μπορεί να συναχθεί με αναφορές στις δηλώσεις των μερών που προηγήθηκαν.
Ουσιώδη στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης είναι τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι πρόσωπο διαφορετικό του συμβαλλομένου, η διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, το πρόσωπο ή το αντικείμενο που σχετίζονται με την επέλευση του κινδύνου, το είδος των κινδύνων (ασφαλιστικοί κίνδυνοι), το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή (ασφαλιστικό ποσό), οι τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό.
Πέραν των ουσιωδών αυτών στοιχείων, είναι δυνατό, στα πλαίσια της συμβατικής ελευθερίας των συμβαλλομένων, να συμφωνηθούν και πρόσθετοι όροι εφόσον και αυτοί αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και έγιναν εκατέρωθεν αποδεκτοί. Στην πρακτική συνήθως η πρόταση προς κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης γίνεται με έγγραφη προς τούτο αίτηση προς τον ασφαλιστή, που περιέχει τους όρους της υπό κατάρτιση σύμβασης, η οποία μπορεί να περιέχει και την κάλυψη περισσοτέρων του ενός ασφαλιστικών κινδύνων η αποδοχή της δε από τον ασφαλιστή μπορεί να εκδηλωθεί και σιωπηρώς, όπως με την αποστολή του ασφαλιστηρίου εγγράφου, με την καθ' οιονδήποτε τρόπο ειδοποίηση του προτείνοντος, την είσπραξη ασφαλίστρου κλπ.
Από το νόμο (άρθρο 2 ν. 2496/97) καθιερώνεται ως αποδεικτικός τύπος της ασφαλιστικής σύμβασης και των τυχόν προσθέτων όρων αυτής, το έγγραφο (ασφαλιστήριο), το οποίο εκδίδεται και υπογράφεται από τον ασφαλιστή, χωρίς να απαιτείται και η υπογραφή από τον λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος δεσμεύεται και από τους τυχόν προσθέτους όρους που τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, κατά παρέκκλιση της αίτησης και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι, αναγράφονται στα εξατομικευμένα στοιχεία του ασφαλιστηρίου, γίνεται μνεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου με εντονότερα στοιχεία ότι ο λήπτης έχει δικαίωμα εναντίωσης και χορηγείται στο λήπτη μαζί με το ασφαλιστήριο υπόδειγμα έντυπης δήλωσης εναντίωσης, ο δε λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώθηκε γραπτώς στους κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όρους, εντός μηνός από της παραλαβής του ασφαλιστηρίου.
Αν ο ασφαλιστής που εξέδωσε το ασφαλιστήριο παρέλειψε να ενημερώσει τον λήπτη, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο (με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου) και να χορηγήσει στο λήπτη έντυπη δήλωση εναντίωσης, τότε οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι δεν δεσμεύουν τον λήπτη και η ασφαλιστική σύμβαση θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί υπό τους όρους της αίτησης προς κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης.
Οι ρυθμίσεις αυτές, υπαγορεύτηκαν με σκοπό να παρασχεθεί στο λήπτη της ασφάλισης και κατ' επέκταση στον ασφαλισμένο προστασία έναντι της οργανωμένης και ευρισκομένης σε πλεονεκτικότερη θέση ασφαλιστικής επιχείρησης, από τον αιφνιδιασμό του λήπτη, με την θέση ειδικών όρων και ρυθμίσεων στο ασφαλιστήριο, που εκδίδεται από την ασφαλιστική επιχείρηση, συνήθως μετά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης.
Ως παρεκκλίσεις από την αίτηση θεωρούνται επί πλέον ειδικοί όροι που τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, οι οποίοι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της αίτησης αλλά και η μη αναφορά στο ασφαλιστήριο της κάλυψης ορισμένων ασφαλιστικών κινδύνων που με την αίτηση του ζήτησε ο λήπτης, αφού και στην τελευταία αυτή περίπτωση υπάρχει εντονότατη παρέκκλιση (διαφοροποίηση) από την αίτηση με πλέον δυσμενείς για τον ασφαλισμένο συνέπειες, δεδομένου ότι, όχι μόνο τίθενται πρόσθετοι όροι και προϋποθέσεις ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης και των εξ αυτής δικαιωμάτων του ασφαλισμένου, αλλά ο τελευταίος παραμένει ακάλυπτος έναντι ορισμένων ασφαλιστικών κινδύνων την κάλυψη των οποίων ζήτησε με την αίτηση του.
Από αυτά παρέπεται, ότι αν ο ασφαλιστής προς απόκρουση της εις βάρος του αγωγής του ασφαλισμένου για καταβολή του ασφαλιστικού ποσού, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, επικαλείται ασφαλιστήριο που εκδόθηκε από τον ίδιο κατά παρέκκλιση της αίτησης, όπως είναι και εκείνο που δεν περιέχει όρους για την κάλυψη ορισμένων ασφαλιστικών κινδύνων που ζήτησε με την αίτηση του ο λήπτης, πρέπει, για να είναι ορισμένος και άρα ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός του, να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι ο λήπτης της ασφάλισης ενημερώθηκε για την παρέκκλιση κατά τον παραπάνω αναφερόμενο τρόπο (γραπτά ή με σχετική σημείωση με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του παραδοθέντος σ' αυτόν ασφαλιστηρίου) και ότι χορηγήθηκε στο λήπτη έγγραφη δήλωση εναντίωσης, ο τελευταίος δε αυτός δεν εναντιώθηκε γραπτά μέσα στην παραπάνω μηναία προθεσμία από την παραλαβή του περιέχοντος τις παρεκκλίσεις ασφαλιστηρίου.
Διαφορετικά, ο ισχυρισμός του και μόνο ότι με το εκδοθέν από τον ίδιο ασφαλιστήριο προβλέπονται εξαιρέσεις από την ασφαλιστική κάλυψη, ή δεν καλύπτονται ορισμένοι ασφαλιστικοί κίνδυνοι την κάλυψη των οποίων ζήτησε ο λήπτης με την αίτηση του είναι αλυσιτελής (πρβλ. ΑΠ 1308 /2007). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997 "ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρεώσεως προς ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται, στη μεν ασφάλιση ζημιών, σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων, μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των νομικών αντιπροσώπων τους ή των εκπροσώπων τους ή των προσώπων που συνοικούν μαζί τους ή τρίτων στους οποίους έχει ανατεθεί επαγγελματικά η φύλαξη του αντικειμένου της ασφάλισης".
Έτσι, επί ασφαλίσεως ζημιών εξαιρούνται από την ασφαλιστική κάλυψη οι κίνδυνοι που πραγματοποιήθηκαν από δόλο ή βαριά αμέλεια οιουδήποτε των άνω προσώπων, ο κύκλος των οποίων διαγράφεται ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων της προστήσεως. Βαριά θεωρείται η αμέλεια, όταν η εκ μέρους του δράστη απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του πρώτου είναι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ασυνήθιστα σοβαρή, όταν δηλαδή ο δράστης, εξαιτίας μεγάλης αδιαφορίας ή απερισκεψίας του, δεν προέβλεψε την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος ή προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει, και έτσι δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για την αποτροπή του (πρβλ ΑΠ 1137/2008).
Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 2496/1997 ρυθμίζεται η περίπτωση ασφάλισης της γενικής αστικής ευθύνης, η οποία αναφέρεται σε όλους τους κινδύνους αστικής ευθύνης προς αποζημίωση και περιλαμβάνει τις δαπάνες, που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη και καλύπτει κινδύνους επαγγελματικούς, επιχειρησιακούς κ.λ.π., δημιουργεί συμβατική σχέση και συνακολούθως δικαιώματα και υποχρεώσεις μόνο μεταξύ του ασφαλιστή αφ' ενός και του αντισυμβαλλομένου αυτού (δηλαδή, του ασφαλισμένου) αφ' ετέρου.
Έτσι περίπτωση προαιρετικής ασφάλισης γενικής αστικής ευθύνης είναι και αυτή της αστικής ευθύνης για την περίπτωση ατυχήματος κατά την εκτέλεση ενός δημόσιου ή ιδιωτικού έργου, ώστε ο ζημιωθείς τρίτος δεν έχει ευθεία αξίωση έναντι του ασφαλιστή παρά μόνο κατά του λήπτη της ασφαλίσεως από τις υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις του οποίου γεννήθηκαν οι αξιώσεις του (ΑΠ 106/2014).
Περαιτέρω, με την ίδια ως άνω διάταξη ρυθμίζεται και η περίπτωση ασφάλισης της γενικής αστικής ευθύνης από την πρόκληση ατυχημάτων ασχέτων από τη λειτουργία του αυτοκινήτου. Ατυχήματα τα οποία θεωρούνται άσχετα με τη λειτουργία του αυτοκινήτου είναι αυτά που προκαλούνται από μηχάνημα π.χ. ανυψωτικό γερανό ή την πρέσσα έκχυσης ετοίμου μπετόν ή αντλία μέσω της οποίας διοχετεύεται συνήθως από ή προς το αυτοκίνητο ποσότητα υγρών ή στερεών, που είναι τοποθετημένο σε ειδικά διασκευασμένο αυτοκίνητο.
Και τούτο διότι η ζημία δεν συνδέεται με τους ειδικούς τυπικούς κινδύνους του αυτοκινήτου. Στην περίπτωση αυτή, προέχει η χρήση του μηχανήματος ως εργαλείου και όχι ως αυτοκινήτου. Η ασφάλιση γενικής αστικής ευθύνης συνιστά ασφάλιση κατά ζημιών παθητικού, αφού καλύπτει τους κινδύνους δημιουργίας ή επαύξησης του παθητικού της περιουσίας του ασφαλισμένου και συνεπώς το ασφάλισμα προσδιορίζεται σύμφωνα με την έκταση της αύξησης του παθητικού της περιουσίας, όπως καθορίζεται από το ασφαλιστικό ποσό υπό την έννοια του ανωτάτου ορίου ευθύνης.
Κατά κανόνα, οι ιδιότητες του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο. Αν όμως οι άνω ιδιότητες δεν συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο, όπως συμβαίνει επί ασφάλισης ξένου συμφέροντος (όπως είναι η ασφάλιση υπέρ "όποιου ανήκει"), η ασφάλιση συνάπτεται για λογαριασμό άλλου και είναι γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τα άρθρα 410 επ.
ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή, τρίτος δικαιούχος του ασφαλίσματος είναι ο ασφαλισμένος που ορίσθηκε από τη σύμβαση ότι απειλείται από τον ασφαλιστικό κίνδυνο και πλήττεται από την πραγματοποίηση του. Αυτός (τρίτος) είναι ο μόνος που μπορεί να ζητήσει την καταβολή του ασφαλίσματος απευθείας στον ίδιο (ΑΠ 11/2006).
Εξάλλου, στο άρθρο 15 του ίδιου ως άνω νόμου, που φέρει τον τίτλο ασφάλιση με περισσότερους ασφαλιστές σύμφωνα με την παρ. 1 :
Αν η ασφαλισμένη περιουσία έχει ασφαλιστεί κατά του ίδιου κινδύνου σε περισσότερους ασφαλιστές (πολλαπλή ασφάλιση), ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος οφείλουν να γνωστοποιήσουν χωρίς καθυστέρηση σε κάθε ασφαλιστή την ασφάλιση και το ασφαλιστικό ποσό. παρ. 2: Οι περισσότερες ασφαλίσεις είναι ισχυρές μέχρι την έκταση της ασφαλιστικής ζημίας, παρ.3 :
Αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, οι περισσότεροι ασφαλιστές ευθύνονται εις ολόκληρο, μέχρι το ασφαλιστικό ποσό της σύμβασής τους. Επιτρέπεται να συμφωνηθεί ότι, σε περίπτωση μη γνωστοποίησης της ύπαρξης άλλων ασφαλίσεων κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, θα περιορίζεται το ασφάλισμα στο μέτρο που δεν καλύπτεται από προηγούμενη ασφάλιση.
Σε περίπτωση που ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος παραλείψουν τη γνωστοποίηση με δόλο, εφαρμόζονται οι παρ. 6 και 7 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου. παρ. 4 : Αν οι περισσότερες ασφαλιστικές συμβάσεις έχουν συναφθεί με κοινή συμφωνία, με ή χωρίς κοινό συντονιστή ασφαλιστή, ο κάθε ασφαλιστής ευθύνεται κατ' αναλογία του ασφαλισμένου σε αυτόν ποσοστού (συνασφάλιση).
Από τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου καθίσταται προφανές ότι η ασφάλιση με περισσότερους ασφαλιστές είναι μια έννοια γένους όπου εντάσσεται η συνασφάλιση, κοινοτική συνασφάλιση , διαδοχική και διπλή ασφάλιση. Μοναδική προϋπόθεση για να έχουμε συνασφάλιση είναι να υπάρχει κοινή συμφωνία των μερών, χωρίς ανάγκη καθορισμού κοινού συντονιστή-ασφαλιστή.
Οι συνασφαλιστές δεν ευθύνονται σε ολόκληρο, αλλά σύμφωνα με το ποσοστό που έχει αναλάβει ο καθένας. Διαδοχική ασφάλιση έχουμε, όταν μετά τη σύναψη της ασφάλισης ακολουθήσει σε διαφορετικό χρονικό σημείο επόμενος ασφαλιστής πάντα για το ίδιο ασφαλιστικό συμφέρον. Αντίθετα στη συνασφάλιση έχουμε συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων, κοινό χρόνο τυπικής, ουσιαστικής και τεχνικής έναρξης και διάρκειας της ασφάλισης.
Παρεμφερής με τη (διαδοχική) είναι η λεγόμενη διπλή ασφάλιση. Τέτοια ασφάλιση έχουμε όταν το ασφαλιστικό συμφέρον ασφαλιστεί πλήρως για τους ίδιους κινδύνους σε περισσότερους ασφαλιστές. Όπως και στη διαδοχική έτσι και στη διπλή ασφάλιση, όλες ο ασφαλίσεις είναι ισχυρές, αλλά, αθροιζόμενες δεν μπορούν να ξεπεράσουν την έκταση της ασφαλιστικής ζημίας και κατά συνέπεια να οδηγήσουν στον πλουτισμό του λήπτη της ασφάλισης.
Στην (πολλαπλή) ασφάλιση γεννάται το ζήτημα που αφορά το ποσοστό που θα αποτελέσει τη βάση κατά το διακανονισμό της ζημίας μεταξύ των περισσοτέρων ασφαλιστών. Το άρθρο 487 παρ.1 ΑΚ ορίζει, ότι "μεταξύ τους οι περισσότεροι συνοφειλέτες ευθύνονται κατ' ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση". Η λύση της κατανομής κατ' ίσα μέρη της ζημίας δεν λαμβάνει υπόψη τα διάφορα ασφαλιστικά ποσά για τα οποία ευθύνονται οι ασφαλιστές, αλλά και τα διάφορα ασφάλιστρα που εισέπραξε ο καθένας τους.
Θα πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί αν προκύπτει τίποτε άλλο από τη σχέση, αν και στη διπλή ασφάλιση δεν υπάρχει μία σχέση, αλλά περισσότερες. Σύμφωνα με τις σχέσεις αυτές, τα διάφορα ασφαλιστικά ποσά θα καθορίσουν την κατανομή της ζημίας μεταξύ των περισσοτέρων ασφαλιστών.
Συνεπώς, οι ασφαλιστές θα ευθύνονται μεταξύ τους κατά την αναλογία του ασφαλιστικού τους ποσού, όπως συμβαίνει και στην παρεμφερή περίπτωση της διαδοχικής ασφάλισης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 488 ΑΚ, εφόσον ένας από τους συνοφειλέτες ικανοποίησε το δανειστή και έχει| δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών υποκαθίσταται στα δικαιώματα του δανειστή.
Ικανοποίηση (με την έννοια του άρθρου 483 ΑΚ) του δανειστή και ύπαρξη δικαιώματος κύριας αναγωγής συνεπάγονται από κοινού για τον ικανοποίησαντα και δικαιούχο αναγωγής συνοφειλέτη αυτοδίκαιη υποκατάσταση του στα δικαιώματα του δανειστή. Η υποκατάσταση εξαρτάται όμως όχι μόνο από την ύπαρξη των δικαιωμάτων του δανειστή, αλλά και από την ύπαρξη και έκταση του δικαιώματος κύριας αναγωγής.
Έτσι, η διάταξη του άρθρου 15 παρ.3 ν.2496/1997 που εφαρμόζεται στην περίπτωση της πολλαπλής (διπλής) ασφάλισης, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 487-488 ΑΚ, παρέχουν στον ασφαλιστή που πλήρωσε δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών με μερική υποκατάσταση του (κατά την έκταση του δικαιώματος αναγωγής) στα δικαιώματα του ασφαλισμένου έναντι τους.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι με την από 6-6-2011 αγωγή τους οι ενάγουσες, εκ των οποίων η πρώτη αποτελεί ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, που εδρεύει στην Ελλάδα και η δεύτερη είναι νομίμως εγκατεστημένη στην ημεδαπή δια υποκαταστήματος της ισχυρίστηκαν ότι βάσει ασφαλιστικής σύμβασης που συνήψαν με κοινό ασφαλιστήριο (συνασφάλιση) με την κοινοπραξία με την επωνυμία "... ", ανέλαβαν έναντι συμφωνηθέντος ασφαλίστρου , την υποχρέωση να καλύψουν την αστική ευθύνη έναντι τρίτων της κοινοπραξίας και των ασφαλισμένων της, όπως αυτοί ορίστηκαν στο ασφαλιστήριο, μεταξύ των οποίων και η "..." από την εκτέλεση του τεχνικού έργου "Εγνατία Οδός :
Τμήμα ...", την εκτέλεση του οποίου ανέλαβε η λήπτρια την ασφάλιση, ευθυνόμενες (οι ασφαλιστικές εταιρίες) ως προς την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος μέχρι το ασφαλιστικό ποσό των 235.000 ευρώ , κατά ποσοστό 70 % η πρώτη και κατά ποσοστό 30% η δεύτερη, με χρόνο έναρξης της ασφαλιστικής κάλυψης την 1.3.2004 και λήξη την 31.12.2007.
Ότι η εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία κατόπιν σύμβασης ασφάλισης, που συνήψε με την εταιρία με την επωνυμία "... ", η οποία ήταν μέλος της προαναφερόμενης Κοινοπραξίας, ανέλαβε την υποχρέωση να καλύψει την αστική ευθύνη της λήπτριας της ασφάλισης και ασφαλισμένης της έναντι τρίτων από την λειτουργία της υπ' αριθμ. ...
αντλίας σκυροδέματος, με χρόνο έναρξης της ασφαλιστικής κάλυψης την 23.8.2007 και λήξης την 1.3.2008 και με ανώτατο όριο ευθύνης από την πρόκληση σωματικών βλαβών το ποσό των 500.000 ευρώ με ελάχιστο όριο απαλλαγής το ποσό των 750 ευρώ και σε κάθε περίπτωση με ποσοστό 10% επί του ποσού της ζημίας. Ότι την 16-10-2007 επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση για τον κοινό ασφαλισμένο κίνδυνο, δηλ.
καθ' ον χρόνο πραγματοποιούνταν από την εταιρία "... ", εργασίες σκυροδέτησης σε παράπλευρη οδό της Εγνατίας Οδού και συγκεκριμένα ενώ γινόταν έγχυση σκυροδέματος σε τάφρο με χρήση της υπ'αριθμ. ... αντλίας σκυροδέματος, από θραύση του μεταλλικού συνδέσμου του βραχίονα της, ο οποίος αποκολλήθηκε και κατέπεσε επί του εδάφους και καταπλάκωσε τον Α.
Α., με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος του. Ότι ο θανάσιμα τραυματισθείς είχε προσληφθεί από τη "..." με σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ως εργάτης. Ότι οι ενάγουσες κατέβαλαν για λογαριασμό της ασφαλισμένης τους, "..." κατόπιν εξώδικου συμβιβασμού στους τρίτους ζημιωθέντες - συγγενείς του αποβιώσαντος το ποσό των 215.000 ευρώ και ότι είχε προηγηθεί η έκδοση της υπ' αριθμ. 25854/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που υποχρέωνε τη "... " και τους νομίμους εκπροσώπους αυτής, να καταβάλει στους ενάγοντες της υπ' αριθμ. 10343/2008 κύριας αγωγής το εκεί αναφερόμενο ποσό.
Ότι κατόπιν της καταβολής του ποσού των 215.000 ΕΥΡΩ από τις ενάγουσες, η "... " εκχώρησε σε αυτές την απαίτηση που διατηρούσε κατά της εναγομένης για καταβολή του ασφαλίσματος. Ζήτησαν κατά την κύρια βάση της αγωγής τους την σύμβαση εκχώρησης απαίτησης, άλλως κατά την επικουρική βάση λόγω του δικαιώματος αναγωγής συνεπεία της πολλαπλής ασφάλισης, άλλως τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει α) στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 150.500 ευρώ και β) στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 64.500 ευρώ , με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταβολής του ανωτέρω ποσού στους ενάγοντες της υπ' αριθμ. 10343/2008 κύριας αγωγής ,ήτοι από την 25.1.2011, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4176/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της, δέχθηκε την επικουρική ως νόμιμη και εν μέρει κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει σε κάθε μία των εναγουσών τα εκεί αναφερόμενα ποσά. Κατά της ως άνω απόφαση ασκήθηκε από την εναγόμενη η από 16-5-2016 έφεσή της, η οποία απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατ' ουσίαν.
Ειδικότερα, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής : " Οι ενάγουσες, που αμφότερες τυγχάνουν ασφαλιστικές εταιρίες, εκ των οποίων η πρώτη εδρεύει στην Ελλάδα και η δεύτερη είναι νομίμως εγκατεστημένη στην ημεδαπή δια υποκαταστήματός της, δυνάμει, του υπ' αριθμ. ...
κοινού ασφαλιστηρίου συμβολαίου τεχνικών ασφαλίσεων (συνασφάλιση), όπως αυτό διέπεται από τους συνημμένους γενικούς και ειδικούς όρους και πρόσθετες πράξεις που αποτελούν ενιαίο σύνολο, συνήψαν με την κοινοπραξία με την επωνυμία "...-..." σύμβαση ασφαλίσεως με την οποία ανέλαβαν την υποχρέωση έναντι συμφωνηθέντος ασφαλίστρου, να παρέχουν ασφαλιστική κάλυψη κατά παντός κινδύνου από την εκτέλεση, του τεχνικού έργου "Εγνατία Οδός:
Τμήμα ...". Προβλέφθηκε δε οι ασφαλιστικές εταιρίες να ευθύνονται ως προς την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος μέχρι το ανώτατο όριο για κάθε επιμέρους περίπτωση ευθύνης, κατά ποσοστό 70 % η πρώτη και κατά ποσοστό 30%, η δεύτερη. Ως χρόνος διάρκειας της ασφαλιστικής σύμβασης ορίστηκαν: α) οι τριάντα έξι μήνες, που αφορούν στην περίοδο κατασκευής του έργου, με χρόνο έναρξης της ασφαλιστικής κάλυψης την 1.3.2004 και λήξης την 31.12.2007, β) οι εικοσιτέσσερις μήνες, για την περίοδο εκτεταμένης συντήρησης με χρόνο έναρξης την 1.3.2007 και λήξης την 1.3.2009 και γ) οι έξι μήνες, για την περίοδο απλής συντήρησης με χρόνο έναρξης την 1.3.2009 και λήξης την 1.9.2009.
Επιπλέον, στο ως άνω ασφαλιστήριο ορίστηκαν ως συνασφαλισμένοι (με την λήπτρια της ασφάλισης-ασφαλισμένη Κοινοπραξία): Ο κύριος του έργου "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ", όλοι οι εργολάβοι, υπεργολάβοι, μελετητές και οι σύμβουλοι. Ειδικότερα, οι ανωτέρω ασφαλιστικές εταιρίες ανέλαβαν να καλύψουν: 1) τις υλικές ζημίες κατά παντός κινδύνου εργολαβικών κατασκευών, με ανώτατο όριο ευθύνης το ποσό των 130.779.222, 94 ευρώ, 2) α) την αστική ευθύνη προς τρίτους κατά παντός κινδύνου εργολαβικών κατασκευών, που περιλαμβάνει τις σωματικές βλάβες ή το θάνατο κατ' άτομο, μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ, τις σωματικές βλάβες ή το θάνατο σε περίπτωση ομαδικού ατυχήματος, μέχρι του ποσού του 1.500.000 ευρώ, τις υλικές ζημίες ανά ζημιογόνο γεγονός, μέχρι του ποσού του 1.000.000 ευρώ, με συνολικό όριο ευθύνης για όλη την περίοδο ασφάλισης, το ποσό των 10.000.000 ευρώ και β) την αστική ευθύνη του εργοδότη (άρθρα 657, 658 και 932 ΑΚ) για σωματικές βλάβες ή θάνατο κατ' άτομο, μέχρι του ποσού των 235.000 ευρώ, για σωματικές βλάβες ή θάνατο σε ομαδικό ατύχημα μέχρι του ποσού των 700.000 ευρώ και συνολικό όριο ευθύνης το ποσό του 1.500.000 ευρώ.
Προβλέφθηκε, επίσης, ότι τα ανώτατα όρια της αστικής ευθύνης τρίτων και της εργοδοτικής αστικής ευθύνης θα μειωθούν κατά την περίοδο συντήρησης στο 50%. Ήτοι με το προαναφερθέν ασφαλιστήριο συμβόλαιο καλυπτόταν τόσο η αστική ευθύνη έναντι τρίτων όσο και η εργοδοτική αστική ευθύνη έναντι των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας με την ασφαλισμένη κοινοπραξία.
Επομένως, ζημίες τρίτων, που δεν συνδέονταν με συμβατική σχέση με την ασφαλισμένη κοινοπραξία δεν εμπίπτουν στην ασφαλιστική κάλυψη της εργοδοτικής αστικής ευθύνης, αλλά στην ασφαλιστική κάλυψη της γενικής αστικής ευθύνης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα-εναγόμενη, η οποία αποτελεί επίσης ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", δυνάμει του υπ' αριθμ. ...
ασφαλιστηρίου συμβολαίου, όπως συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. ... πρόσθετη πράξη, συνήψε με την εταιρία με την επωνυμία "...", η οποία ήταν μέλος της προαναφερόμενης Κοινοπραξίας, σύμβαση ασφαλίσεως, με την οποία η εναγόμενη-εκκαλούσα ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι συμφωνηθέντος ασφαλίστρου, να καλύψει, μεταξύ άλλων, την αστική ευθύνη της λήπτριας της ασφάλισης και ασφαλισμένης από την λειτουργία της υπ' αριθμ. ...
αντλίας σκυροδέματος και δη από τη χρήση της ως εργαλείου και όχι ως οχήματος, με χρόνο ενάρξεως της ασφαλιστικής καλύψεως την 23η.8.2007 και λήξεως την 1η.3.2008 και με ανώτατο όριο ευθύνης από την πρόκληση σωματικών βλαβών -στην έννοια των οποίων εντάσσεται και ο θάνατος- το ποσό των 500.000 ευρώ με ελάχιστο όριο απαλλαγής το ποσό των 750 ευρώ και σε κάθε περίπτωση με ποσοστό 10% επί του ποσού της ζημίας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 16η-10-2007, ο Α. Α., ο οποίος είχε προσληφθεί από την εταιρία "...", προκειμένου να απασχοληθεί ως εργάτης στο έργο "Εγνατία Οδός: τμήμα ...", με την εκτέλεση του οποίου είχε επιφορτιστεί και η ανωτέρω ανώνυμη τεχνική εταιρία, αφού ανάδοχος αυτού είχε οριστεί η Κοινοπραξία με την επωνυμία "...", της οποίας αποτελούσε μέλος, τραυματίστηκε θανάσιμα, κατά τον χρόνο που αυτός, μαζί με άλλους εργαζόμενους της "...", εκτελούσαν κατ' εντολή της τελευταίας εργασίες σκυροδέτησης με τη βοήθεια της με αριθμό κυκλοφορίας ...
αντλίας σκυροδέματος, ιδιοκτησίας της και συγκεκριμένα κατασκεύαζαν μία τάφρο απορροής των όμβριων υδάτων κατά μήκος παράπλευρης της Εγνατίας οδού, στην περιοχή ... με έγχυση του σκυροδέματος από την παραπάνω αντλία, την οποία χειριζόταν ένας χειριστής που είχε ανοικτό τον αρθρωτό βραχίονα έγχυσης, ενώ οι εργάτες μορφοποιούσαν το μπετόν στην τάφρο, με αποτέλεσμα κατά την εκτέλεση της παραπάνω εργασίας, τη θραύση ενός μεταλλικού αρθρωτού συνδέσμου του βραχίονα της αντλίας και με επακόλουθο την απότομη μερική κατάρρευση και την πτώση του βραχίονα στο έδαφος, καταπλακώνοντας τον Α.
Α. και επιφέροντας το θάνατο αυτού.
Συνεπώς, με το θανάσιμο τραυματισμό του ... επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση, δεδομένου ότι πραγματοποιήθηκε ο ασφαλισμένος κίνδυνος κατά τα προβλεφθέντα σε αμφότερα τα προαναφερόμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια. Εξάλλου, εφόσον η "...", η οποία συμμετείχε στην εκτέλεση του προπεριγραφέντος τεχνικού έργου, για τις ανάγκες του χρησιμοποίησε μέσα και εγκαταστάσεις και προσέλαβε εργατοτεχνικό προσωπικό, φέρει την ιδιότητα της εργολάβου και συνεπώς της ασφαλισμένης.
Κατ' αυτόν το τρόπο, η "..." ετύγχανε ασφαλισμένη τόσο στις ενάγουσες ασφαλιστικές εταιρίας όσο και στην εναγόμενη. Εν συνεχεία, αποδείχθηκε ότι οι συγγενείς του αποβιώσαντος, σύζυγος, θυγατέρα, μητέρα αδερφή και πεθερά άσκησαν την από 5.3.2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: 10343/2008 αγωγή απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και στρεφόμενης κατά της "..." και των νομίμων εκπροσώπων αυτής αλλά και της εδώ εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Τα ποσά αυτά στηρίζονται σε ίδια απαίτηση των εκεί εναγόντων, στηριζόμενα στην αποζημίωση της ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενή τους και όχι απαίτηση αποζημίωσης, που κληρονόμησαν από τον θανόντα συγγενή τους, ώστε να δύναται η απαίτησή τους αυτή να συνδεθεί με την συμβατική σχέση που είχε ο θανών με την εταιρία ....
Επίσης, με την από 25-2-2009 και με αριθμό κατάθεσης: 2284/2009 προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή, που άσκησε το μέλος της, ως άνω, Κοινοπραξίας και ασφαλισμένη εταιρία "... Α.Ε." κατά των εφεσίβλητων ασφαλιστικών εταιριών και η οποία στηριζόταν στο, ως άνω, περιγραφέν συνασφαλιστήριο συμβόλαιο, ζητούσε όπως αυτές παρέμβουν προς υποστήριξή της στην ανοιγείσα με τη κύρια αγωγή δίκη και να αναγνωριστεί ότι αυτές υποχρεούνται, κατά το λόγο συμμετοχής εκάστης ασφαλιστικής εταιρίας στην υπό κρίση ασφάλιση να της καταβάλουν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό το οποίο θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες.
Περαιτέρω με την υπ' αρ. κατάθεσης 7606/2009 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή, που ασκήθηκε από τις εφεσίβλητες ασφαλιστικές εταιρίες κατά της εκκαλούσας ασφαλιστικής με την επωνυμία ..., στηριζόμενη στο προαναφερθέν ασφαλιστήριο συμβόλαιο μεταξύ της προσεπικαλούσας ασφαλισμένης των εφεσίβλητων "... Α.Ε." και της ..., ζητήθηκε να υποχρεωθεί η εδώ εναγόμενη·-εκκαλούσα να της καταβάλει ότι τυχόν υποχρεωθούν οι, ως άνω, εφεσίβλητες να καταβάλουν προς την ασφαλισμένη τους εταιρία "...
Α.Ε.". Οι ως άνω αγωγή, προσεπικλήσεις και ασκηθείσα δια των προτάσεων πρόσθετη παρέμβαση συζητήθηκαν κατά τη δικάσιμο 9-12-2009 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία εργατικών διαφορών), εκδοθείσας της υπ' αρ. 25854/2010 απόφασής του, η οποία έκανε δεκτή της κυρίως αγωγή στρεφόμενη κατά των: 1) ...
Α.Ε., 2) ..., 3) ..., υποχρεώνοντάς τους, εις ολόκληρον τον καθένα, να καταβάλουν στους κυρίως ενάγοντες τα εξής ποσά: α) στην Κ. Γ., το ποσό των 50.000,00 ευρώ, β) στην Μ. Α. του Α., το ποσό των 50.000,00 ευρώ, γ) στην Μ. Α., το γένος Γ. Γ., το ποσό των 50.000.00 ευρώ, δ) στην Φ. Α., το ποσό των 30.000.00 ευρώ, ε) στην Μ. Γ., το ποσό των 10.000.00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και καταδικάζοντας τους εναγόμενους στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης, που όρισε στο ποσό των 3.000 ευρώ, αφού έκρινε ότι η θραύση του συνδέσμου οφειλόταν στην κακή συντήρηση του μηχανήματος, για την οποία συντήρηση υπεύθυνοι ήταν οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, με την ιδιότητα του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της πρώτης εναγομένης και η πρώτη εναγόμενη όφειλε, ως ιδιοκτήτρια του μηχανήματος και εργοδότρια, να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα δια των προστηθέντων της, που θα εξασφαλίζουν την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων αλλά και την ασφαλή λειτουργία των μέσων και εγκαταστάσεων, ενώ, περαιτέρω, απέρριψε την υπ' αρ. 7606/2009 προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή στρεφόμενη κατά της ..., λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης των εφεσίβλητων ασφαλιστικών εταιριών στο να ασκήσουν την, εν λόγω, προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή, διότι στην, εν λόγω, σύμβαση δεν ήταν συμβαλλόμενες μετά της ..., αλλά τρίτες καθώς δέχθηκε ότι η σύμβαση ασφαλίσεως, που συνέδεε την πρώτη εναγόμενη εταιρία με την τέταρτη εναγόμενη δε συνιστούσε την κατ' άρθρο 26 του ΑσφΝ υποχρεωτική ασφάλιση αλλά την προαιρετική του άρθρου 25 ΑσφΝ ώστε οι δικαιούχοι της ένδικης αξίωσης δεν μπορούσαν να στραφούν απευθείας, κατά της ασφαλιστικής εταιρίας.
Περαιτέρω, με την ίδια, ως άνω, απόφαση, έγινε δεκτή η υπ' αρ. 2284/2009 προσεπίκληση της ασφαλισμένης ... (ενός εκ των μελών της κοινοπραξίας) αναγνωρίζοντας ότι οι εφεσίβλητες ασφαλιστικές εταιρίες οφείλουν στην ως άνω ασφαλισμένη τους, το ποσό που θα καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες της αγωγής, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων μέχρι του ποσού των 235.000 ευρώ, που ήταν το ανώτατο όριο ασφαλιστικής κάλυψης, με το νόμιμο τόκο μέχρι την καταβολή του ποσού αυτού, επιβάλλοντας δικαστική δαπάνη 500 ευρώ.
Μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης, οι ενάγουσες ασφαλιστικές εταιρίες προέβησαν, για λογαριασμό της "...", κατόπιν συμβιβασμού στις 25-1-2011, στην καταβολή στους ανωτέρω συγγενείς του αποβιώσαντος του συνολικού ποσού των 215.000 ευρώ για κεφάλαιο, τόκους υπερημερίας και δικαστικά έξοδα, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε απαίτησής τους, απορρέουσας από τον θανάσιμο τραυματισμό του Α.
Α. όπως αποδεικνύεται από το από 25-1-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό εξωδίκου συμβιβασμού-εξοφλητική απόδειξη ποσού 215.000 ΕΥΡΩ. Περαιτέρω, η ασφαλισμένη κοινοπραξία και η εταιρία-μέλος αυτής "...", οι. οποίοι έλαβαν γνώση της ως άνω καταβολής, δέχθηκαν και ενέκριναν αυτήν και ρητώς δήλωσαν ότι ουδεμία άλλη απαίτηση έχουν ή διατηρούν κατά των εφεσίβλητων ασφαλιστικών εταιριών, για τη συγκεκριμένη ζημία, αφού δια της προπεριγραφείσας ευθείας καταβολής προς τους κυρίως ενάγοντες από τις εφεσίβλητες ασφαλιστικές εταιρίες, έχει εξοφληθεί κάθε απαίτηση της ασφαλισμένης σ' αυτές κοινοπραξίας και των εταίρων μελών της απορρέουσα από την υπ' αριθμόν 25854/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Τέλος, δυνάμει συμβάσεως εκχωρήσεως, η οποία συμπεριλήφθηκε εντός του ίδιου ιδιωτικού συμφωνητικού-εξοφλητικής απόδειξης, η ασφαλισμένη Κοινοπραξία με την επωνυμία ".... - ... Α.Ε." και το μέλος αυτής εταιρία ... Α.Ε., συμφώνησαν τα ακόλουθα: α) Δυνάμει του υπ' αρ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου της ασφαλιστικής εταιρείας ..., η εταιρία με την επωνυμία ...
Α.Ε., ασφάλιζε την αστική της ευθύνη, για το χρονικό διάστημα από 23-8-2007 έως 1-3- 2008, και δη των εις το ασφαλιστήριο αναφερόμενων οχημάτων- μηχανημάτων, μεταξύ των οποίων και την υπ' αρ. ... αντλία σκυροδέματος, για την αστική του ευθύνη κατά τη χρήση του ως εργαλείου, για μεν σωματικές βλάβες μέχρι του ποσού των 500.000,00 ευρώ και απαλλαγή 10% επί του ποσού της ζημίας με ελάχιστο τα 750,00 ευρώ και για υλικές ζημίες έναντι ασφαλισμένου κεφαλαίου 100.000 ευρώ και απαλλαγή 10% επί του ποσού της ζημίας με ελάχιστο ποσό των 750,00 ευρώ, β) Εξαιτίας του προπεριγραφέντος ατυχήματος, η εταιρία ...
Α.Ε. διατηρεί απαίτηση κατά της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας, ύψους 215.000,00 ευρώ, ποσό το οποίο κατεβλήθη από τις εφεσίβλητες ασφαλιστικές εταιρίες στους κυρίως ενάγοντες και γ) ... Α.Ε. δηλώνει ότι εξοφλήθηκε η απαίτησή της εκ ποσού 215.000,00 ευρώ από τις εφεσίβλητες ασφαλιστικές εταιρίες και ότι εκχωρεί και μεταβιβάζει προς τις εφεσίβλητες ασφαλιστικές εταιρίες άπαντα τα δικαιώματά της και τις απαιτήσεις της κατά της ασφαλιστικής εταιρίας ..., απορρέοντα από το υπ' αριθμό ...
ασφαλιστήριο συμβόλαιο αστικής ευθύνης κατά τη χρήση του συγκεκριμένου οχήματος ως εργαλείου, μέχρι του ποσού των 215.000,00 ευρώ, ήτοι του ποσού που κατεβλήθη εις πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των κυρίως εναγόντων, ποσό το οποίο όφειλε να καταβάλει η εταιρία ... Α.Ε. δυνάμει της εκδοθείσας υπ' αρ. 25854/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία εργατικών διαφορών), και τα οποία κατέβαλε δια χειρός των εφεσίβλητων ασφαλιστικών εταιριών προς τους κυρίως ενάγοντες.
Επίσης, το ένδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο των εφεσίβλητων-εναγουσών ασφαλιστικών εταιριών συνιστά ένα γενικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο κάλυπτε, με βάση τους διαλαμβανόμενους γενικούς και. ειδικούς όρους, τόσο το ίδιο το έργο, που είχε αναλάβει η ασφαλισμένη κοινοπραξία όσο και την αστική ευθύνη αυτής εν γένει έναντι τρίτων καθώς και την εργοδοτική αστική ευθύνη.
Με βάση το ασφαλιστήριο αυτό συμβόλαιο, ρητώς εξαιρούντο τα οχήματα που χρησιμοποιεί η εταιρία, τα οποία όφειλαν να έχουν ασφαλιστική κάλυψη αστικής ευθύνη έναντι τρίτων, από την κυκλοφορία τους στον δρόμο. Για τον λόγο αυτό, εξάλλου και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, η εταιρία "...
Α.Ε." προέβη στην ασφαλιστική κάλυψη των οχημάτων της στην εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία, η οποία με εξειδικευμένο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ανέλαβε την ασφαλιστική κάλυψη αυτών. Με βάση το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που είχε εκδώσει η εκκαλούσα ρητώς είχε αναλάβει εξειδικευμένα την ασφάλιση αυτού όχι μόνο για ατυχήματα, που θα λάβουν χώρα κατά την κυκλοφορία τους, αλλά και όταν αυτά χρησιμοποιούνται ως εργαλεία, όπως εν προκειμένω με το ζημιογόνο όχημα.
Η ασφάλιση που παρείχε η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία υπήρξε εξειδικευμένη και περιορισμένη για το συγκεκριμένο όχημα και τα λοιπά οχήματα της ασφαλισμένης, τα οποία δεν καλύπτοντο δυνάμει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου των εφεσίβλητων εταιριών, λόγω ρητής εξαίρεσης που υπήρχε σ' αυτό, έναντι της γενικής ασφαλιστικής κάλυψης, που παρείχαν αυτές (οι ασφαλιστικές εταιρίες), ως δε εκ της φύσεως της ασφαλιστικής κάλυψης που παρείχε στο ζημιογόνο όχημα, όφειλε να αποζημιώσει στο σύνολό της την υπό κρίση ζημία.
Θα πρέπει επιπροσθέτως να τονισθεί ότι εν προκειμένω δεν επρόκειτο περί ασφάλισης εργοδοτικής αστικής ευθύνης, ούτως ώστε να υπάρξει η οποιαδήποτε περίπτωση εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης από πλευράς της εκκαλούσας, διότι ο αποβιώσας εργαζόμενος υπήρξε μεν εργαζόμενος υπεργολάβου της ασφαλισμένης κοινοπραξίας με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, πλην όμως, εν προκειμένω οι απαιτήσεις που ηγέρθησαν, δυνάμει της αγωγής των συγγενών κατά της ασφαλισμένης εταιρίας "...
Α.Ε.", ουδεμία σχέση είχαν με την συμβατική σχέση μεταξύ του θανόντος εργαζομένου και της ασφαλισμένης, αλλά αποτελούσαν ίδιες απαιτήσεις τους, απαιτήσεις από ψυχική οδύνη, και όχι απαιτήσεις στις οποίες εισήλθαν ως καθολικοί διάδοχοι του θανόντος κατά της ασφαλισμένης εταιρίας. Οι συγγενείς του θανόντος δεν είχαν την όποια σύμβαση ή σχέση εξάρτησης με την ασφαλισμένη, στις εφεσίβλητες, κοινοπραξία, ούτε συνδέοντο καθ' οιονδήποτε τρόπο ως προστηθέντες αυτής, αντιθέτως οι απαιτήσεις που ήγειραν υπήρξαν αυτοτελείς, και σε κανένα τρόπο δεν δύναται να συνδεθούν με την παρεχόμενη ασφαλιστική κάλυψη εργοδοτικής αστικής ευθύνης.
Δηλαδή οι συγγενείς του θανόντος, εγείροντας απαίτηση εις βάρος της ασφαλισμένης κοινοπραξίας και μη έχοντες την οποιαδήποτε ίδια σχέση εξηρτημένης εργασίας με αυτήν, αποτελούν τρίτους, σύμφωνα με την έννοια του νόμου, και ως εκ τούτου ενεργοποιείται η κάλυψη αστικής ευθύνης έναντι τρίτων. Άλλωστε σύμφωνα με την πάγια νομολογία η παροχή χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη στην οικογένεια του θύματος δικαιολογητικό λόγο έχει τον ψυχικό πόνο που δοκίμασαν οι συγγενείς του θανατωθέντα για την απώλεια προσφιλούς προσώπου και σκοπό έχει την κτήση περιουσιακών αγαθών με τα οποία θα γίνει η ηθική παρηγοριά και ψυχική ανακούφιση τους, και δεν αποτελεί απαίτηση του ίδιου του θανατωθέντος που κληρονομείται στους συγγενείς του...Δηλαδή η απαίτηση καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης συνιστά ίδια απαίτηση των συγγενών, οι οποίοι σε σχέση με την κοινοπραξία και με την "...
Α.Ε." είναι τρίτοι, αφού δεν συνδέονται με την οποιαδήποτε σχέση πρόστησης ή σχέση εξηρτημένης εργασίας με την ασφαλισμένη στις εφεσίβλητες κοινοπραξία ούτως ώστε να ενεργοποιείται ο όρος του ασφαλιστηρίου της εκκαλούσας σχετικά με το ότι οι αποζημιωθέντες δεν τυγχάνουν τρίτοι". Ως προς δε τους ισχυρισμούς της εναγομένης α) περί εξαίρεσης από τη σύμβαση ασφάλισης με την εταιρεία "...
ΑΕ" βάσει του συμβατικού όρου ότι η κάλυψη της αστικής ευθύνης από τη χρήση της προαναφερθείσας αντλίας θα παρέχεται εφόσον τα ασφαλισμένα οχήματα είναι καλυμμένα με όλα τα μέσα που προϋποθέτουν τη λειτουργία του και β) ότι η ασφαλισμένη παραβίασε την υποχρέωση να τηρήσει τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας με αποτέλεσμα να επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, οπότε απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : "Ορθά δε η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι οι ισχυρισμοί αυτοί τυγχάνουν απορριπτέοι πρωτίστως λόγω αοριστίας καθώς για το ορισμένο ισχυρισμού του ασφαλιστή προς απόκρουση αγωγής για καταβολή ασφαλίσματός λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, ο οποίος θεμελιώνεται σε εξαιρέσεις από την ασφαλιστική κάλυψη που ζήτησε με την αίτηση του ο λήπτης της ασφάλισης πρέπει αυτός (ασφαλιστής) να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι ο λήπτης της ασφάλισης ενημερώθηκε για την παρέκκλιση κατά τον προαναφερόμενο στην ανωτέρω μείζονα σκέψη τρόπο (γραπτό ή με σχετική σημείωση με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του παραδοθέντος σ' αυτόν ασφαλιστηρίου και ότι χορηγήθηκε στο λήπτη έγγραφη δήλωση εναντίωσης), ο τελευταίος δε αυτός δεν εναντιώθηκε γραπτά μέσα στην παραπάνω μηναία προθεσμία από την παραλαβή του περιέχοντας τις παρεκκλίσεις ασφαλιστηρίου.
Διαφορετικά, ο ισχυρισμός του και μόνο ότι με το εκδοθέν από τον ίδιο ασφαλιστήριο δεν καλύπτονται ορισμένοι ασφαλιστικοί κίνδυνοι την κάλυψη των οποίων ζήτησε ο λήπτης με την αίτηση του, είναι αόριστος. Επίσης, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η ασφαλισμένη παραβίασε την υποχρέωση να τηρήσει τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας με αποτέλεσμα να επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, οπότε απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος.
Με τον ανωτέρω ισχυρισμό, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση, επιχειρεί να διαλάβει κατά τρόπο μη σαφή ισχυρισμό περί απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, στηριζόμενο στο άρθρο 7 παρ. 5 του ΑσφΝ, χωρίς να αναφέρει αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια της ασφαλισμένης της, γεγονός που απαιτείται για την έκπτωση του ασφαλισμένου από το δικαίωμα λήψης ασφαλίσματος, εν όψει του ότι η συγκεκριμένη διατύπωση ουδόλως συνιστά συγκεκριμένο λόγο εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης.
Καθίσταται προφανές ότι η εκκαλούσα επιχειρεί την επίκληση της μη κάλυψης της συγκεκριμένης ζημίας, με μια αναφορά στο εσωτερικό του ασφαλιστηρίου συμβολαίου χωρίς ρητή αναφορά στις πρώτες σελίδες αυτού σχετικά με τις παρεχόμενες καλύψεις και χωρίς φυσικά να προσδιορίζει στην φερόμενη ως δήλωση που προβαίνει, τι εννοεί με τον όρο ότι τα ασφαλισμένα οχήματα πρέπει να είναι καλυμμένα με όλα τα νόμιμα μέσα, γεγονός που σε καμιά περίπτωση δεν δύναται να ερμηνευθεί ότι έχει σχέση με την συντήρηση αυτών.
Είναι προφανές ότι η εκκαλούσα συμπλέκει την συγκεκριμένη αναφορά με την έκπτωση του ασφαλισμένου από το δικαίωμα λήψης ασφαλίσματος, αν η ζημία οφείλεται σε δόλο του ασφαλισμένου, όπως προβλέπεται στην κάλυψη της αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, γεγονός ωστόσο που προϋποθέτει την ρητή επίκληση εντός των προτάσεων της ύπαρξης δόλου του ασφαλισμένου, επίκληση στην οποία ουδόλως προέβη κατά την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, συνεπώς πρέπει ν' απορριφθούν οι ανωτέρω λόγοι έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμοι".
Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την ως άνω έφεση ως ουσία αβάσιμη, επικυρώνοντας την προαναφερθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Με αυτά που δέχθηκε και έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα ότι οι ενάγουσες συνασφαλίστριες της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που ήταν ασφαλισμένη πολλαπλώς τόσο σ' αυτές όσον και στην εναγόμενη, με βάση το εκ του νόμου κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις δικαίωμα εναγωγής τους, συνεπεία προηγούμενης καταβολής απ' αυτές του επιδικασθέντος ως άνω ποσού στους τρίτους συγγενείς του θανόντος ασφαλισμένου για ψυχική οδύνη, λόγω επέλευσης του προαναφερθέντος ασφαλιστέου κινδύνου, στράφηκαν κατά της εναγομένης, η οποία είχε συνάψει σύμβαση ασφάλισης κατά τα προαναφερθέντα με το μέλος της προαναφερθείσας κοινοπραξία με την επωνυμία "...
ΑΕ" για την αστική ευθύνη της από τη λειτουργία της υπ' αριθμ. ... θανατηφόρας αντλίας σκυροδέματος και υποχρεώθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση να καταβάλει σε κάθε μία απ' αυτές τα εκεί αναφερόμενα ποσά, απορρίπτοντας, μεταξύ των άλλων, τον σχετικό ισχυρισμό της εναγομένης περί ειδικού απαλλακτικού αυτής όρου του ασφαλιστηρίου ότι "η κάλυψη της αστικής ευθύνης από τη χρήση της αντλίας ως εργαλείου θα παρέχεται εφόσον τα ασφαλισμένα οχήματα είναι καλυμμένα με όλα τα νόμιμα μέσα, που προϋποθέτουν τη λειτουργία τους ως εργαλείου" ως αόριστο, διότι αυτή δεν επικαλείται ότι η λήπτης της ασφάλισης ενημερώθηκε για την παρέκκλιση κατά τον προαναφερόμενο στην ανωτέρω μείζονα σκέψη τρόπο (γραπτά ή με σχετική σημείωση με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του παραδοθέντος σ' αυτόν ασφαλιστηρίου και ότι χορηγήθηκε στη λήπτη έγγραφη δήλωση εναντίωσης) και ότι αυτή δεν εναντιώθηκε γραπτά μέσα στην παραπάνω μηναία προθεσμία από την παραλαβή του περιέχοντος τις παρεκκλίσεις ασφαλιστηρίου, και ότι σε κάθε περίπτωση η εναγόμενη επικαλείται απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος κατά το άρθρο 7 παρ.5 του ν. 2496/1997, χωρίς να αναφέρει αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια, ορθώς το νόμο εφάρμοσε και ερμήνευσε, προσέτι δε δεν ανακύπτει πλημμέλεια ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για τη μη προσφυγή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου σχετικά με την έννοια του όρου "το ασφαλισμένο όχημα (αντλία) θα είναι καλυμμένο όλα τα νόμιμα μέσα", καθόσον τούτο δεν προέβη σε ερμηνεία του ως άνω όρου, αλλά απέρριψε τον ως άνω σχετικό ισχυρισμό ως αόριστο.
Επί πλέον, το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε πιο πάνω και έτσι που έκρινε, απορρίπτοντας την έφεση της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ έχει τις απαιτούμενες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις και δεν αντιφάσκουν, ούτε είναι ενδοιαστικές κατά τρόπο που καθιστούν ευχερή τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.
Ούτε έλαβε υπόψη της μη προταθέντα ισχυρισμό από τις ενάγουσες κατά παράβαση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι αυτές ασκούν με την ένδικη αγωγή το δικαίωμά τους εξ αναγωγής κατά της εναγομένης από την προαναφερθείσα σύμβαση γενικής ασφάλισης αστικής ευθύνης και όχι από την επίσης προαναφερθείσα σύμβαση εργοδοτικής αστικής ευθύνης, διότι το δικαστήριο προβαίνει αυτεπαγγέλτως στην υπαγωγή των επικαλούμενων από τους διαδίκους πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, αυτόν δηλ.
της πολλαπλής ασφάλισης και της εξ αυτής αναγωγής, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση. Επομένως, οι από τον αρ. 1, 8, 14, 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους τα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-2-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 3289/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 8 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 7 Ιουνίου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ