Legislator Case Law & Legislation
871/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal on compensation unit price but dismisses procedural defect argument regarding summons timing.

Case Number 871/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a First Instance Court decision setting the compensation unit price for expropriation. The appellants argued procedural flaws, including an alleged premature summons, but the Court found the appeal admissible on substantive grounds regarding the compensation calculation. The Court dismissed the procedural objection because the contested lower court decision did not rely on the alleged error, rendering the defect irrelevant to the outcome.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine an appeal even if a party was absent, provided the appeal is admissible on substantive grounds, and procedural defects that do not affect the operative part of the decision are disregarded.

Keywords

AI generated
expropriation compensation unit price determination appeal admissibility procedural defect dismissal summons timing code of civil procedure retrial by different judges

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3, sub-paragraph B of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Law 2882/2001 on Forced Expropriation of Real Estate

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1753/2017
Supreme Court Case 1545/2017
Supreme Court Case 242/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 871 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 871/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Α. Π. του Ι. και 2) Π. Π. του Ι., κατοίκων … Λαμίας, οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ – ΟΤΑ με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ ΣΤΥΛΙΔΟΣ», που εδρεύει στη Στυλίδα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λιανό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.10.2014 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειουσών (μετά την έκδοση της 292/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Λαμίας.

Εκδόθηκε η 45/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 17.05.2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσίβλητο όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη από 17.05.2016 (αρ.κατ.12/2016) αίτηση αναίρεσης των αιτουσών και ήδη αναιρεσειουσών Α. και Π. Π. κατά της υπ’ αρ. 45/2015 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων –Ν. 2882/2001 και χάριν συντομίας ΚΑΑΑ, στρέφεται κατά του καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ, με την επωνυμία Δήμος Στυλίδος.

Η συζήτηση της αίτησης αυτής, επισπεύδεται από τις αναιρεσείουσες, με επιμέλεια των οποίων επιδόθηκε στις 08.09.2020, στον αναιρεσίβλητο Δήμο Στυλίδος (βλ. την επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λαμίας, Δημητρίου Μαγγίπα, επί του αντιγράφου του δικογράφου του αναιρετηρίου),κατόπιν παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειουσών, Κωνσταντίνου Μαραγκούνη, ο οποίος, επίσης, κατ’ εντολή αυτών, κατέθεσε την αίτηση αναίρεσης στο Εφετείο Λαμίας, η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί, αρχικά, στη δικάσιμο της 03.04.2020, με αριθμό πινακίου 27.

Κατά την αρχική όμως ως άνω δικάσιμο, η συζήτηση της υπόθεση ανεστάλη εξαιτίας των ειδικών συνθηκών της πανδημίας του κορωνοϊού. Στη συνέχεια, με την από 14.07.2020 πράξη της Προέδρου του Δ’ Τμήματος του Αρείου Πάγου, ορίστηκε αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 2 του Ν. 4690/2020, να συζητηθεί η υπόθεση στη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 40.

Όμως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι αναιρεσείουσες, που επισπεύδουν κατά τα ανωτέρω τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Ωστόσο, η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, που γίνεται από το γραμματέα, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 74 παρ.2 του Ν. 4690/2020, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Επομένως, κατόπιν τούτου πρέπει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης να προχωρήσει σαν να είναι παρούσες και οι απολειπόμενες και επισπεύδουσες τη συζήτηση αναιρεσείουσες (άρθρο 576 παρ.1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, η αίτηση αναίρεσης στρέφεται, όπως προαναφέρθηκε, κατά του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ – ΟΤΑ,ο οποίος εκπροσωπείται νόμιμα από τη Δήμαρχο Στυλίδος, η οποία στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Κωνσταντίνο Λιανό, με βάση το υπ’ αρ. 11016/7-10-2020 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Φαλάρων, Μαρίας Βαρθολομαίου – Τσιαμπούλα, σύμφωνα με την υπ’ αρ. 113/5-10-2020 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου,η οποία προσκομίζεται νόμιμα για το παραδεκτό της ανωτέρω εκπροσώπησης, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 72 παρ.1 περ. 1γ’ και ε του Ν. 3852/2010 (ΑΠ 322/2019, ΑΠ 54/2018, ΑΠ 2002/2017, ΑΠ 537/2014).

[II] Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης,που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ) , αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Για την εφαρμογή του εγκεκριμένου αιγιαλού και παραλίας με επισπεύδοντα τον τότε Δήμο Εχιναίων και νυν Στυλίδας, εκδόθηκε η με αριθμό .../3-2-1999 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών , με την οποία καθορίσθηκε οριογραμμή αιγιαλού και παραλίας στη θέση «...» Νομού Φθιώτιδος. Η ανωτέρω απόφαση δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ .../11-3-1999, ενώ η σχετική από 21.01.1999 Έκθεση της Επιτροπής Καθορισμού Ορίων Αιγιαλού δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ .../31-12-1999 και αποτελεί συστατικό στοιχείο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης.

Στο μεταξύ διάστημα με την με αριθμό …/10-11-1999 Πράξη αναλογισμού αποζημίωσης και τακτοποίησης ιδιοκτησιών, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά λόγω ρυμοτομίας ,για την εν λόγω εφαρμογή αιγιαλού και παραλίας του Τμήματος Πολεοδομικών Σχεδίων και Εφαρμογών της Διεύθυνσης Χωροταξίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδος, καθορίσθηκε αναλογισμός αποζημίωσης των θιγόμενων ιδιοκτησιών από την ανωτέρω απόφαση καθορισμού αιγιαλού και παραλίας .

Οι απαλλοτριούμενες και προσκυρούμενες εκτάσεις βρίσκονται στην κτηματική Περιφέρεια της τοπικής κοινότητας Αχινού του Δήμου Στυλίδος και αποτυπώνονται στα διαγράμματα καθορισμού ζώνης Αιγιαλού – Παραλίας, που εγκρίθηκαν με τη με αριθμό .../8-2-1999 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ .../11-3-1999), η οποία έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Φαλάρων στον τόμο … και αριθμό … .

Μεταξύ των ρυμοτομημένων ιδιοκτησιών περιλαμβάνονται η ιδιοκτησία της πρώτης αναιρεσείουσας, με αριθμό Κτηματολογικού Πίνακα …, έκτασης 75.423,69 μ², η ιδιοκτησία της δεύτερης αναιρεσείουσας, με αριθμό Κτηματολογικού Πίνακα 6, έκτασης 75.405,70 μ² και η συνιδιοκτησία αμφοτέρων έκτασης 10.000 μ². Από τις ανωτέρω ιδιοκτησίες απαλλοτριώνεται τμήμα 892,80 μ², 708,30 μ² και 500 μ² αντίστοιχα.

Εξάλλου, η παραπάνω …/10-11-1999 Πράξη κυρώθηκε με την υπ’ αρ. …/1-3-2000 απόφαση του Νομάρχη Φθιώτιδας, με την οποία απορρίφθηκαν μεταξύ άλλων και οι ενστάσεις των αναιρεσειουσών κατά της Πράξης Αναλογισμού ,ενώ με την υπ’ αρ. .../6-6-2000 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος απορρίφθηκε προσφυγή, μεταξύ άλλων και των αναιρεσειουσών κατά της ανωτέρω απόφασης του Νομάρχη , καθώς επίσης και η προσφυγή τους κατά της απόφασης του ΓΓ Περιφέρειας , με την υπ’ αρ. .../8-9-2000 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ.

Οι αναιρεσείουσες με την από 3-1-2001 αίτησή τους προσέβαλαν όλες τις ανωτέρω αποφάσεις ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, ζητώντας την ακύρωσή τους. Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η υπ’ αρ. 3910/2010 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, που απέρριψε την αίτηση των αναιρεσειουσών. Στο μεταξύ χρονικό διάστημα ο αναιρεσίβλητος Δήμος Στυλίδος άσκησε την από 19.03.2001 (αρ.κατ. 1117 ΑΠ/16/3-4-2001) αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας για τον δικαστικό καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης των θιγομένων απαλλοτριουμένων ακινήτων των ήδη αναιρεσειουσών, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η υπ’ αρ. 287/2002 μη οριστική απόφαση, που ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης μέχρι να εκδοθεί η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Στη συνέχεια, με την από 30.11.2011 κλήση του αναιρεσιβλήτου Δήμου Στυλίδος η υπόθεση συζητήθηκε και εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 292/2013 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης στο ποσό των 55 ευρώ/ μ². Η απόφαση αυτή δημοσιεύτηκε στις 25.10.2013 και κοινοποιήθηκε, με την επιμέλεια των αναιρεσειουσών, στον αναιρεσίβλητο Δήμο Στυλίδος, στις 21.02.2014.

Ακολούθως, ο αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Εφετείου Λαμίας την από 24.03.2014 αίτησή του για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, ενώ οι αναιρεσείουσες άσκησαν την ένδικη από 20.10.2014 (αρ.κατ. 107/10-11-2014) αυτοτελή αίτησή τους, με την οποία ζήτησαν να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για τις απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες τους σε μεγαλύτερο ποσό, καθώς επίσης επί πλέον (α) να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τις εναπομένουσες μετά την απαλλοτρίωση εκτάσεις των ιδιοκτησιών τους, (β) να αναγνωριστεί, ότι δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας για τις απαλλοτριούμενες εκτάσεις τους, διότι δεν ωφελήθηκαν από την απαλλοτρίωση και γ) να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος Στυλίδος να διορθώσει τον Κτηματολογικό Πίνακα, ώστε να διαγραφεί η υποχρέωση αυτών περί αυτοαποζημίωσης για τα εδαφικά τμήματα, η οποία είχε επιβληθεί σε βάρος τους, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην ανωτέρω αίτησή τους.

Κατά την δικάσιμο της 10.02.2015, που είχε οριστεί για τη συζήτηση των ανωτέρω δύο αντιθέτων αιτήσεων , ο αναιρεσίβλητος Δήμος Στυλίδος παραιτήθηκε από την από 24.03.2014 αίτησή του και συζητήθηκε μόνον η ένδικη αίτηση των αναιρεσειουσών, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση των ήδη αναιρεσειουσών περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης ,καθώς επίσης και τα λοιπά σωρευόμενα αιτήματα αυτής υπό στοιχείο α,β και γ'.

Ειδικότερα, κατά συνοπτική παράθεση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχτηκε ότι προϋπόθεση για την ενιαία κρίση των ανωτέρω σωρευομένων αιτημάτων (με στοιχείο α,β και γ), έστω και χωρίς την τήρηση της προδικασίας για την εμπρόθεσμη άσκηση αυτών, είναι η συνεκδίκαση αυτών,ότι σε διαφορετική περίπτωση, εάν δηλαδή δεν συντρέχει περίπτωση συνεκδίκασης, τα σωρευόμενα αιτήματα εκτιμώνται ως αυτοτελή και πρέπει να έχουν ασκηθεί παραδεκτά αυτοτελώς, ότι στην ένδικη περίπτωση τα ως άνω αιτήματα είχαν ασκηθεί εκπρόθεσμα και ότι, μετά την απόρριψη της αίτησης περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης ως εκπρόθεσμης, δεν συνεκδικάστηκαν και συνεπώς είναι απορριπτέα ως εκπρόθεσμα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 2882/2001 που εφαρμόζεται κατ’ άρθρο 29 παρ. 2 και στις απαλλοτριώσεις, που κηρύχθηκαν μετά την 01.02.1971, ορίζεται ότι για τον οριστικό προσδιορισμό αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου, κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται εντός προθεσμίας 30 ημερών από την επίδοση της απόφασης του προσωρινού προσδιορισμού τιμής μονάδος και σε κάθε περίπτωση εντός προθεσμίας έξη μηνών από την έκδοση της απόφασης από το Μονομελές Πρωτοδικείο, να ζητήσει από το αρμόδιο Εφετείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριωθείσα έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος της, να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης (παρ. 1 και 2). Ο Πρόεδρος του Εφετείου ορίζει δικάσιμο σε χρόνο όχι βραχύτερο των 20 ημερών, ούτε πέραν των 40 ημερών από την κατάθεση της αίτησης, η οποία επιδίδεται με επιμέλεια του αιτούντος σε εκείνους κατά των οποίων απευθύνεται, μέσα σε είκοσι ημέρες από τον ορισμό της δικασίμου και πάντως δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη (παρ. 3). Η αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος είναι εμπρόθεσμη, φθάνει να κατατεθεί εντός της εξάμηνης προθεσμίας από την επίδοση της απόφασης του προσωρινού προσδιορισμού, χωρίς να ενδιαφέρει ο χρόνος επίδοσής της (ΑΠ 67/2005).

Περαιτέρω,το άρθρο 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος ορίζει:

(1) Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος.

(2) Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε, αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση.

[...]

(4) Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια [...]. Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις, που σχετίζονται με απαλλοτρίωση, καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών.

Από το συνδυασμό της ως άνω Συνταγματικής διάταξης με εκείνη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ ορίζει ότι «παν φυσικό η νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του [...] αντικείμενο της δίκης του καθορισμού αποζημιώσεως είναι η αποζημίωση εν συνόλω, λαμβανομένη, δηλαδή η χορήγηση αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφέλειας του ιδιοκτήτη αυτού, όπου η ύπαρξη της επηρεάζει τις εκ της απαλλοτριώσεως αξιώσεις του, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και η δικαστική δαπάνη».

Ο δε προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ 1 του Ν.Δ. 797/1971 και 18 παρ. 1 του ΚΑΑΑ περιορισμός της αρμοδιότητας του Εφετείου, σε μόνο τον προσδιορισμό της αποζημίωσης και της ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 13 παρ. 4 είναι ανίσχυρος, ως προσκρούων στην ως άνω διάταξη του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Επομένως, υποβαλλομένου αιτήματος στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, περί αναγνωρίσεως του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό, ότι δεν ήταν ωφελούμενος και συνεπώς, δεν ήταν υποχρεωμένος σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών, ούτε σε αυτοαποζημίωση, το Εφετείο είναι αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως κατά τη διαδικασία αυτή (α) τη χορήγηση αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου, (β) την αναγνώριση δικαιούχων της αποζημιώσεως, (γ) την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας του ιδιοκτήτη απαλλοτριούμενου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό και εντεύθεν την υποχρέωση ή μη συμμετοχής στις δαπάνες απαλλοτριώσεως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977 και (δ) το αίτημα περί της δικαστικής δαπάνης (ΟλΑΠ 10 και 11 /2004).

Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου. Κατά δε την παρ 2 του ίδιου ως άνω άρθρου ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριούμενου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο, μπορεί με αίτηση του να ζητήσει από τον φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης.

Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης. Από τις, ως άνω, διατάξεις προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από αυτές διαδικασία για την αναγνώριση της μη ύπαρξης ωφέλειας ιδιοκτητών απαλλοτριουμένων, κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977, δεν εμποδίζει τον δικαιούχο της αποζημίωσης να υποβάλει το αίτημά του για άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας σωρευτικά με το αίτημα για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου, διότι στην αντίθετη περίπτωση θα υπήρχε απαγόρευση, που θα προσέκρουε στην ως άνω διάταξη του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Στην περίπτωση αυτή της συνεκδίκασης του αιτήματος για την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας, με εκείνο του καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης δεν εφαρμόζονται, ούτε η ειδική διαδικασία, ούτε και η προδικασία που προβλέπονται από το Ν. 2971/2001, οι οποίες μπορούν να εφαρμοστούν μόνο αν υποβληθεί χωριστό αίτημα για άρση του τεκμηρίου.

Κατά συνέπεια, στην περίπτωση της συνεκδίκασης των, ως άνω, αιτημάτων δεν απαιτείται και η τήρηση της προθεσμίας των δύο μηνών, που προβλέπεται από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001 και η μη τήρηση αυτής δεν καθιστά, απαράδεκτο το αίτημα άρσεως του τεκμηρίου (ΑΠ 781/2010,ΑΠ 1424/2010, ,ΑΠ 1046/2010,ΑΠ 34/2015, ΑΠ 653/2014).

Τέλος, το αίτημα περί καταβολής ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 13 παρ.4 Ν. 2882/2001, υποβάλλεται μαζί με την κύρια αίτηση για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης απαλλοτρίωσης, διότι και η αποζημίωση αυτή εμπίπτει στην έννοια της πλήρους αποζημίωσης και προστατεύεται συνταγματικά .

[III] Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, και κατ’ ορθή εκτίμηση του άρθρου 559 αρθμ. 14 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να απορρίψει το αυτοτελές αίτημά τους περί της άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας για τις απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες τους, ώστε να αποζημιωθούν πλήρως, το οποίο είχαν σωρεύσει με το αίτημα περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, προκειμένου να κριθούν ενιαίως, διότι, δήθεν, η από 20.10.2014 (αρ.κατ. 107/10-11-2014) αίτηση των αναιρεσειουσών για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης είχε ασκηθεί εκπρόθεσμα μετά την πάροδο 30 ημερών από την κοινοποίηση στον αναιρεσίβλητο, στις 21.02.2014, της υπ’ αρ. 292/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης και σε κάθε περίπτωση, δήθεν μετά την πάροδο έξη μηνών από τη δημοσίευση της ανωτέρω απόφασης, στις 25.10.2013 και ότι συνεπώς η αίτηση περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος ήταν απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη και ότι συνακόλουθα, εφόσον δήθεν δεν συνέτρεχε πλέον περίπτωση συνεκδίκασης του αιτήματος για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης με το αίτημα ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας ,το τελευταίο πρέπει δήθεν να απορριφθεί ως απαράδεκτο, λόγω μη τήρησης της ανατρεπτικής προθεσμίας των δύο μηνών για την άσκηση αυτού από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, εσφαλμένα (το Εφετείο), κατά την άποψη των αναιρεσειουσών ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ.1,2 και 4 του ισχύοντος Συντάγματος , του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και αυτές σε συνδυασμό με τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 3 Ν. 653/1977, 33 παρ.2 Ν. 2971/2001 και 20 παρ.2 Ν. 2882/2001, τις οποίες παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου με ελλιπή αιτιολογία, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου , διότι, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες, το αίτημα περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας και άρσης της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης αυτών ,το οποίο είχε σωρευθεί με το αίτημα περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, θα έπρεπε να εκδικαστεί αυτοτελώς και παρά την απόρριψη του αιτήματος καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος ως εκπρόθεσμου, χωρίς να ήταν αναγκαίο (για το αίτημα ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας) να τηρηθεί η ειδική διαδικασία της προδικασίας του Ν. 2971/2001 περί της ανατρεπτικής προθεσμίας των δύο μηνών του άρθρου 33 παρ.2 Ν. 2971/2001,η οποία,κατά την άποψη των αναιρεσειουσών, τηρείται μόνον,όταν το αίτημα ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας ασκείται αυτοτελώς και όχι σωρευτικά,όπως συνέβη στην ένδικη αίτησή τους.

Με τον συναφή 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ με την αιτίαση ,ότι το Εφετείο με το να απορρίψει το αίτημα ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας ως εκπρόθεσμο ,παρά το νόμο κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο. Με τον επίσης (συναφή προς τους ανωτέρω 1ο και 2ο λόγους), 3ο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ,για την εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 33 παρ.2 Ν. 2971/2001, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί, αφενός μεν ότι το αίτημα ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας σωρεύεται παραδεκτά με το αίτημα του καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης και ότι στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται η προδικασία του Ν. 2971/2001 περί τήρησης της προθεσμίας των δύο μηνών για την άσκηση του αιτήματος αυτού και αφετέρου εντελώς αντιφατικά να απορρίψει το αίτημα αυτό, διότι δήθεν θα έπρεπε να συνεκδικαστεί και να κριθεί ενιαίως με το αίτημα καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, διέλαβε αντιφατική αιτιολογία και κατέστησε έτσι την απόφασή του αναιρετέα ,διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης.

[IV] Από την επιτρεπτή κατ’ αρ. 561 αρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο,μετά από νομική ανάπτυξη, δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά τα ακόλουθα:

«| [...] Στην προκειμένη περίπτωση, οι αιτούσες, με την υπ’ αριθμ. κατάθ. ΒΑΒ 107/10-11-2014 αίτησή τους, ζητούν να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα αναφερόμενα σε αυτή ακίνητα, τα οποία απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά λόγω ρυμοτομίας προς εφαρμογή του εγκεκριμένου αιγιαλού και παραλίας του πρώην Δήμου Εχιναίων και νυν Στυλίδας, σε εκτέλεση του οποίου εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. …/1999 πράξη αναλογισμού αποζημίωσης και τακτοποίησης ιδιοκτησιών και επιπλέον να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τις εναπομένουσες, μετά την απαλλοτρίωση, εκτάσεις, να αναγνωρισθεί ότι δεν συντρέχει τεκμήριο ωφελείας για τις ιδιοκτησίες τους από την απαλλοτρίωση και να υποχρεωθεί ο καθού η αίτηση Δήμος Στυλίδας να διορθώσει, δια των αρμοδίων οργάνων του, τον κτηματολογικό πίνακα, ώστε να διαγραφεί η επιβληθείσα σε αυτές υποχρέωση αυταποζημίωσης για τα εδαφικά τμήματα, που περιγράφουν στην αίτηση.

Σύμφωνα με την προηγηθείσα πρώτη νομική σκέψη όλα τα αιτήματα, που περιέχονται στην αίτηση παραδεκτά ασκούνται μαζί με την αίτηση για καθορισμό οριστικής μονάδας αποζημίωσης, Η αίτηση αυτή, όμως, για τον καθορισμό της οριστικής μονάδας, έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα, διότι η υπ. αριθμ. 292/2013 απόφαση για τον καθορισμό της προσωρινής μονάδας αποζημίωσης, στη συζήτηση της οποίας μετείχαν και παραστάθηκαν οι αιτούσες, εκδόθηκε, την 25.10.2013, και σε κάθε περίπτωση από την έκδοση της έως την κατάθεση της ένδικης αίτησης (10.11.2014) έχει παρέλθει χρόνος, που υπερβαίνει κατά πολύ τους έξι μήνες, εντός του οποίου έπρεπε να ασκηθεί. Επιπλέον οι αιτούσες επέδωσαν την άνω απόφαση στον καθού Δήμο την 21.02.2014, όπως προκύπτει από την επί του αντιγράφου αυτής επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας Επαμ. Παπασυκιώτη και είχαν δικαίωμα και οι ίδιες να ασκήσουν αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης εντός τριάντα ημερών, την οποία δεν άσκησαν εντός αυτής της προθεσμίας. Ο καθού Δήμος άσκησε εμπρόθεσμα τέτοια αίτηση, αντίγραφο της οποίας επέδωσε στις αιτούσες (βλ. υπ’ αριθμ. ... και .../9-4-2014 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λαμίας Νικολέτας Καραμήτρου), από το δικόγραφο της οποίας, όμως, παραιτήθηκε κατά τη δικάσιμο της 10.02.2015, την ίδια με την ένδικη αίτηση που συζητήθηκε.

Επομένως, η αίτηση αυτή, όπως νόμιμα ισχυρίσθηκε και ο καθ’ ού η αίτηση, πρέπει να απορριφθεί, λόγω του εκπροθέσμου της, ως απαράδεκτη. Συνακόλουθα θα απορριφθούν και τα υπόλοιπα αιτήματα, τα οποία, σύμφωνα με τις άνω νομικές σκέψεις, εξετάζονται και δη χωρίς να τηρούνται οι επιμέρους διαδικασίες και προθεσμίες, μόνο όταν γίνεται συνεκδίκαση με την αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και όχι όταν η αίτηση αυτή είναι απαράδεκτη [...]|».

[V] Αναφορικά με τους δύο πρώτους λόγους αναίρεσης που αφορούν στα υπό στοιχ. β' και γ' αιτήματα της ένδικης αίτησης περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας και σχετικής διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα πρέπει να αναφερθούν τα εξής:

Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε, ότι τα αιτήματα προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, ανατροπής τεκμηρίου ωφέλειας των απαλλοτριουμένων τμημάτων και σχετικής διόρθωσης του Κτηματολογικού Πίνακα σωρεύτηκαν, κατ’ αρχήν, παραδεκτά, πλην όμως, ότι, μετά την απόρριψη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης του αιτήματος καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, τα λοιπά σωρευόμενα αυτά αιτήματα, λόγω μη τήρησης, των επί μέρους προθεσμιών και διαδικασιών, έπρεπε να απορριφθούν.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσείουσες επέδωσαν στον αναιρεσίβλητο Δήμο Στυλίδος την υπ’ αρ. 292/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης, στις 21.02.2014 (βλ. τη σχετική επ’ αυτής επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λαμίας, Επαμεινώνδα Παπασυκιώτη).

Επομένως με βάση την παραδοχή αυτή, από την επομένη ημέρα (22.02.2014) άρχισε να τρέχει η 30ημερη προθεσμία του άρθρου 20 παρ.2 ΚΑΑΑ για την άσκηση της αίτησης για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, η οποία σύμφωνα με ημερολογιακό υπολογισμό έληγε στις 22.03.2013 και συνεπώς, η ένδικη από 20.10.2014 (αρ.κατ. 107/10-11-2014 αίτηση των αναιρεσειουσών περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος είχε ασκηθεί εκπρόθεσμα, όπως ορθά δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Μάλιστα και με επάλληλη αιτιολογία, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι σε κάθε περίπτωση είχε παρέλθει η εξάμηνη προθεσμία από τη δημοσίευση, στις 25.10.2013, της ανωτέρω απόφασης (292/2013),η οποία σημειωτέον προβλέπεται για την περίπτωση που δεν επιδοθεί η απόφαση περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος κατ' άρθρο 20 παρ.2 περ.β’ ΚΑΑΑ, καθόσον το ανωτέρω εξάμηνο συμπληρώθηκε στις 25.04.2014 ,ενώ η ένδικη αίτηση των αναιρεσειουσών είχε κατατεθεί το μήνα Νοέμβριο 2014, δηλαδή εκπροθέσμως.

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές ορθά κατ’ αρχήν το Εφετείο δέχθηκε, ότι η ένδικη από 20.10.2014 (αρ.κατ. 107/10-11-2014 αίτηση των αναιρεσειουσών περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών τους είχε ασκηθεί εκπρόθεσμα. Κατόπιν τούτου, αν και ορθά επίσης είχε δεχθεί, ότι παραδεκτά σωρεύτηκαν τα ως άνω υπό στοιχεία β’ και γ’ αιτήματα των αναιρεσειουσών με το αίτημα καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος, εντούτοις απέρριψε αυτά ως απαράδεκτα, με την εσφαλμένη παραδοχή, ότι εφόσον δεν είχε τηρηθεί η προδικασία για την εμπρόθεσμη άσκηση αυτών ,που προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 2α του άρθρου 33 παρ.3 Ν. 2971/2001 για την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας, και εφόσον το αίτημα καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης (άρθρο 13 παρ.1 ΚΑΑΑ) απορρίφθηκε επίσης ως απαράδεκτο, δεν συνέτρεχε πλέον περίπτωση συνεκδίκασης αυτών, (περίπτωση κατά την οποία θα ήταν επιτρεπτή η εξέτασή τους και χωρίς την τήρηση της αναγκαίας προδικασίας) και ότι συνεπώς, ελλείψει της συνεκδίκασης, τα ανωτέρω σωρευόμενα αιτήματα πρέπει πλέον να εξεταστούν αυτοτελώς και να απορριφθούν ως εκπρόθεσμα.

Η ανωτέρω όμως κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με την οποία, μετά την απόρριψη ως απαραδέκτου του αιτήματος για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, δεν συνέτρεχε πλέον περίπτωση συνεκδίκασης των σωρευομένων ως άνω υπό στοιχ. β' και γ' αιτημάτων, τα οποία θα έπρεπε να εξεταστούν ως αυτοτελή αιτήματα και εφόσον αυτά ήταν εκπρόθεσμα θα έπρεπε να απορριφθούν ως απαράδεκτα, είναι εσφαλμένη.

Και τούτο διότι, από το εισαγωγικό μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης και των ταυτάριθμων πρακτικών αυτής, που επισκοπούνται επίσης επιτρεπτά ως διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθρο 561 αρ. ΚΠολΔ), προκύπτει ότι στην ένδικη περίπτωση, που πρόκειται για αντικειμενική σώρευση αιτημάτων, με καθαρά δικονομικό χαρακτήρα, η οποία υπηρετεί την οικονομία της δίκης, μετά την εκφώνηση της υπόθεσης, όπως ήταν γραμμένη στη σειρά της από το οικείο πινάκιο ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, άρχισε η συζήτηση στο ακροατήριο του Εφετείου και ότι μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων και τη δήλωση παράστασης αυτών άρχισε η ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης.

Συνεπώς, τα παραδεκτά σωρευόμενα αιτήματα συνεκδικάστηκαν (σύμφωνα με όσα ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 218,233,242 και 246 του ΚΠολΔ) και το Εφετείο θα έπρεπε, να ερευνήσει κατ’ ουσίαν τα ενιαίως σωρευόμενα αιτήματα, της ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας για τα απαλλοτριούμενα τμήματα των ιδιοκτησιών τους, για τα οποία δεν ωφελήθηκαν και της αντίστοιχης διόρθωσης του Κτηματολογικού Πίνακα, ώστε να απαλειφθεί η σχετική υποχρέωση αυτοαποζημίωσης, χωρίς να είναι αναγκαία η τήρηση της προδικασίας αυτών για την εμπρόθεσμη άσκησή τους. Κατόπιν τούτου οι ως άνω 1ος, 2ος αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.

[VI] Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήρια άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως «αίτηση», στην οποία οφείλει το δικαστήριο να αποφανθεί, διαφορετικά ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, είναι κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της και αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία. Κατά την αληθινή έννοια των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτή λόγου αναιρέσεως απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει, όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό.

Συνεπώς, αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολο της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη)/ δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 5° λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.9 περ.γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως απαράδεκτο λόγω εκπρόθεσμης άσκησης το αίτημά τους περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης και χωρίς στη συνέχεια να ερευνήσει τα σωρευόμενα (με την ένδικη από 20.10.2014 αίτησή τους) προς ενιαία κρίση αυτοτελή αιτήματα αυτών και ειδικότερα, (α) περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τις εναπομείνασες εκτός απαλλοτρίωσης ιδιοκτησίες τους, (β) περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών τους και (γ) περί διόρθωσης του Κτηματολογικού Πίνακα, ώστε να διαγραφεί η υποχρέωσή τους για αυτοαποζημίωση για τα ανωτέρω εδαφικά τμήματα, για τα οποία δεν ωφελήθηκαν , άφησε (το Εφετείο) τις ανωτέρω τρείς αιτήσεις τους αδίκαστες.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος εφόσον το Εφετείο μετά την απόρριψη ως απαράδεκτου λόγω εκπρόθεσμης άσκησης του αιτήματος της ένδικης αίτησης των αναιρεσειόντων περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, απέρριψε ως απαράδεκτα τα σωρευόμενα στην ένδικη από 20.10.2014 αίτησή τους προς ενιαία κρίση αυτοτελή αιτήματα αυτών (α) περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τις εναπομείνασες εκτός απαλλοτρίωσης ιδιοκτησίες τους, το οποίο (αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης) σημειωτέον όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, η αίτηση με την οποία ζητείται ο δικαστικός καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη μείωση του εναπομείναντος από την απαλλοτρίωση τμήματος του ακινήτου, δικάζεται μόνο μαζί με την αίτηση για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα τμήματα του ακινήτου και όχι ανεξάρτητα απ’ αυτήν (ΑΠ 215/2012, ΑΠ 627/2007), (β) περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών τους και (γ) περί διόρθωσης του Κτηματολογικού Πίνακα, ώστε να διαγραφεί η υποχρέωσή τους για αυτοαποζημίωση για τα ανωτέρω εδαφικά τμήματα, για τα οποία δεν ωφελήθηκαν, διότι δεν τηρήθηκε η ειδική διαδικασία, και η προδικασία που προβλέπονται από το Ν. 2971/2001, καθώς και η προθεσμία των δύο μηνών, που προβλέπεται από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, η τήρηση των οποίων δεν απαιτείται , και η έλλειψή τους δεν καθιστά απαράδεκτο το αίτημα για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, μόνο στην περίπτωση της συνεκδίκασης του αιτήματος για την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας, με εκείνο του καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης (ΑΠ 781/2010,ΑΠ 1424/2010, ΑΠ 1046/2010, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 653/2014), είναι δε αναγκαία μόνο αν υποβληθεί χωριστό αίτημα για άρση του τεκμηρίου ωφέλειας και συνεπώς δεν άφησε αδίκαστα τα ως άνω σωρευόμενα αιτήματα.

[VII] Κατά το άρθρο 556 ΚΠολΔ, «δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικηθούν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι, που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι. Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον».

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 68 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον", προκύπτει ότι, κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον. Το έννομο αυτό συμφέρον προκύπτει κυρίως από την βλάβη, που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη, εξάλλου, του διαδίκου υπάρχει, όταν, κατά κανόνα, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, κατά κανόνα, να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος (ΑΠ 796/2020, ΑΠ 401/2017, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 640/2015, ΑΠ 226/2014). Δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να θεμελιωθεί έννομο συμφέρον, όταν η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Στην περίπτωση αυτή ο λόγος αναιρέσεως προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού δεν μπορεί να έχει ως έννομη συνέπεια την εξαφάνιση της προσβαλλομένης (ΑΠ 325/2020, ΑΠ 91/2019,ΑΠ 258/2015, ΑΠ 243/2015).

Με τον 4ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος αφορά διαφορετικό κεφάλαιο και ειδικότερα την αντίθετη αίτηση του αναιρεσιβλήτου για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης και συνεπώς πρέπει να ερευνηθεί , οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ.α ΚΠολΔ ,με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι αυτές κοινοποίησαν στον αναιρεσίβλητο Δήμο Στυλίδος, στις 21.02.2014, την υπ’ αρ. 292/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης και ότι ο αναιρεσίβλητος άσκησε δήθεν εμπρόθεσμα την από 24.03.2014 αίτησή του περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, την οποία επέδωσε στις αναιρεσείουσες στις 09.04.2014, από την οποία (αίτησή του) ο αναιρεσίβλητος παραιτήθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αν και η ανωτέρω αίτηση του αναιρεσιβλήτου είχε ασκηθεί εκπρόθεσμα μετά την πάροδο των 30 ημερών από την κοινοποίηση της υπ'αρ.292/2013 ως άνω απόφασης, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 20 παρ.2 Ν.2882/2001, που προβλέπει την προδικασία άσκησης αίτησης προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των υπ’ αρ. 1 και 45/10-2-2015 πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του Εφετείου Λαμίας, που επισκοπούνται ως διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ,ότι ο αναιρεσίβλητος Δήμος Στυλίδος είχε ασκήσει επίσης την από 24.03.2014 (αρ.κατ. 94/2-4-2014) αίτηση για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, η οποία, όπως δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, κοινοποιήθηκε στις αναιρεσείουσες στις 09.04.2014 (βλ.

τις υπ’αρ. ... και .../9-4-2014 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας Νικολέτας Καραμήτρου), δηλαδή, μετά την πάροδο της 30ήμερης προθεσμίας, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 20 παρ.2 Ν.2882/2001 ,η οποία όπως έχει εκτεθεί προηγουμένως έληγε στις 22-3-2014. Επομένως,η ανωτέρω αίτηση του αναιρεσιβλήτου είχε ασκηθεί πράγματι εκπρόθεσμα και γι'αυτό ο αναιρεσίβλητος Δήμος Στυλίδος παραιτήθηκε από το δικόγραφο αυτής κατά τη δικάσιμο της 22.03.2014 ενώπιον του Εφετείου, πριν από τη συζήτηση της ένδικης υπόθεσης ,ενώ καταργήθηκε η δίκη αναφορικά με την αίτηση αυτή (βλ.

τα υπ’ αρ.1/10-2-2015 πρακτικά συνεδριασης του Εφετείου ). Εξάλλου, όπως επίσης έχει εκτεθεί, η προσβαλλόμενη απόφαση ερεύνησε μόνον την αίτηση των αναιρεσειουσών και, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της, εντελώς διηγηματικά αναφέρθηκε στην αίτηση του αναιρεσιβλήτου Δήμου Στυλίδος και την παραίτηση από αυτήν, πλην όμως εντελώς πλεοναστικά διέλαβε γι'αυτήν τον χαρακτηρισμό, ότι ήταν «εμπρόθεσμη».

Η πλεοναστική αυτή αναφορά, που από παραδρομή επίσης προσέδιδε στην αίτηση του αναιρεσιβλήτου τον χαρακτηρισμό της εμπρόθεσμης άσκησης , δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι ουδόλως το Εφετείο ερεύνησε την αίτηση του αναιρεσιβλήτου, μετά την κατάργηση της δίκης ως προς την αίτηση αυτή και συνακόλουθα, αλυσιτελώς οι αναιρεσείουσες αιτιώνται για την ανωτέρω εσφαλμένη παραδοχή, δηλαδή περί του εμπροθέσμου της αίτησης του αναιρεσιβλήτου.

Άλλωστε, οι αναιρεσείουσες δεν δικαιολογούν έννομο συμφέρον, εφόσον η ανωτέρω πλημμέλεια δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, ο 4ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

[VII] Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι συναφείς 1ος, 2ος αναιρετικοί λόγοι παρελκούσης της έρευνας του 3ου λόγου, γιατί η αναιρετική εμβέλεια των ως άνω λόγων που έγιναν δεκτοί καθιστούν αλυσιτελή την εξέτασή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής, που αφορά τα σωρευόμενα ως άνω υπό στοιχείο β και γ αιτήματα (ανατροπής τεκμηρίου ωφέλειας και διόρθωσης του Κτηματολογικού Πίνακα) και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για να συζητηθεί περαιτέρω, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 αρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 εδ.Βδ’ ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, δεν πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου ,που ηττήθηκε (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), δικαστικά έξοδα ,διότι οι αναιρεσείουσες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου,ούτε καταχωρήθηκε σχετικό αίτημα στα πρακτικά και συνεπώς δεν έχουν υποβληθεί σε δικαστική δαπάνη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αρ. 45/2015 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001) κατά το μέρος αυτής, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές. Kαι

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, στις καταθέσασες τούτο αναιρεσείουσες.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ