Supreme Court dismisses appeal against insurance contract judgment due to lack of legal ground and failure to prove fraud.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's final judgment regarding an insurance contract dispute. The appellant argued that the lower court erred in finding the theft declaration fraudulent and failed to address prior similar declarations, claiming a violation of legal grounds. The court rejected these arguments, stating the lower court correctly applied its free evaluation of evidence and that the appellant failed to prove the necessary legal basis for the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577, 569, 560, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be admissible and substantiated by a specific legal ground, and if the lower court's decision is based on a free evaluation of evidence without error, the appeal is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 871 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 871/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Κουπλίδου.
Της αναιρεσίβλητης: Aνώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γλυφό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 130/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1776/2018, όπως αυτή διορθώθηκε με την 11417/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-11-2018 αίτησή του και τους από 7-1-2019 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 23-11-2018 (αρ. κατ. 174/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1776/2018 οριστικής απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), όπως έχει διορθωθεί με την υπ' αριθμ. 11417/2018 οριστική απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, καθώς και οι από 7-1-2019 (αρ. κατ. 3/2020) πρόσθετοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως, πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτών (άρθρα 577 παρ. 1 και 3 σε συνδ. με άρθρ. 569 παρ. 2 περ. α' και β' ΚΠολΔ) και να συνεκδικαστούν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας για την εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (άρθρα 246 σε συνδ. με άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων άσκησε κατά της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας την από 28-12-2015 (αρ.
κατ. 12893/2015) αγωγή, στην οποία ισχυρίστηκε, ότι με σύμβαση ασφάλισης, που είχε καταρτίσει με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, η τελευταία ανέλαβε να ασφαλίσει το με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας αυτού, για τον κίνδυνο μερικής ή ολικής κλοπής, ότι στις 29-7-2015 το αυτοκίνητο εκλάπη από άγνωστους δράστες και ότι η εναγομένη - ασφαλιστής, αν και ενημερώθηκε για την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, αρνήθηκε να του καταβάλει το συμφωνημένο ασφάλισμα.
Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωριστεί (μετά την μετατροπή του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό), ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 12.000 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην αξία του ασφαλισμένου οχήματος, πλέον 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 130/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική δίκη, δέχτηκε την αγωγή ως προς το ποσό των 12.000 ευρώ, που αφορούσε την αθέτηση της συμβατικής υποχρέωσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη - τότε ηττηθείσα εναγομένη άσκησε την από 10-11-2017 (αρ.
κατ. 471/2017) έφεση, με τους λόγους της οποίας επανέφερε τους ισχυρισμούς της περί σκηνοθετημένης (από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, τότε εφεσίβλητο) κλοπής του ασφαλισμένου οχήματος, τους οποίους είχε προβάλει και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο τους είχε απορρίψει με την αιτιολογία, ότι δεν τελούσαν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την ένδικη κλοπή.
Εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντα κρίνοντας, ότι αυτός δεν είχε αποδείξει ότι η δήλωση περί κλοπής του οχήματος ήταν αληθής, αλλά αντίθετα, ότι αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω δήλωση κλοπής έγινε για τον σκοπό είσπραξης του ασφαλίσματος και ότι συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2496/1997, ο οποίος έχει εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση ως εκ του χρόνου επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, μετά την 16-11-1997, οπότε άρχισε η ισχύς του νόμου αυτού (άρθρο 33 παρ. 4), ορίζεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση).
Ο ασφαλισμένος στη σύμβαση ασφαλίσεως ζημιών (όπως είναι η ασφάλιση κλοπής πραγμάτων) είναι το πρόσωπο που έχει συμφέρον στη διατήρηση του πράγματος, αυτός δηλαδή του οποίου η οικονομική σχέση με το πράγμα θα θιγεί με την επέλευση του κινδύνου και χάριν του οποίου συνάπτεται η σύμβαση ασφάλισης. Κατά κανόνα, οι ιδιότητες του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ανωτέρω Ν. 2496/1997, στην ασφάλιση κατά ζημιών το ασφάλισμα συνίσταται στην αποκατάσταση της ζημίας της περιουσίας, που συμφωνήθηκε ότι θα καλύπτεται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση (ασφαλιστική ζημία). Στην παράγραφο δε 2 του ως άνω άρθρου ορίζεται, ότι η ζημία της ασφαλισμένης περιουσίας μπορεί να συνίσταται στη βλάβη ή στην απώλεια αγαθών ή απαιτήσεων, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου, ότι το ασφάλισμα δεν μπορεί να υπερβαίνει την έκταση της ασφαλιστικής ζημίας, ούτε και το ασφαλιστικό ποσό.
Κατά δε το άρθρο 16 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω νόμου, στην ασφάλιση κατά ζημιών πραγμάτων, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, βάση υπολογισμού του ασφαλίσματος είναι η τρέχουσα αξία ή, αν δεν υπάρχει, η συνηθισμένη αξία αυτών κατά τον χρόνο επέλευσης του κινδύνου. Το δε ασφάλισμα καθορίζεται από την αντιπαραβολή της αξίας του πράγματος πριν και μετά την πραγματοποίηση του κινδύνου.
Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, προκύπτει, ότι η ασφαλιστική αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός των άλλων και την θετική ζημία του ασφαλισμένου μέχρι του ασφαλιστέου γι` αυτήν ποσού, συνισταμένη στην μείωση της περιουσίας του, είτε αυτή οφείλεται στην απομείωση της αξίας των πραγμάτων, που απαρτίζουν αυτή εξαιτίας της βλάβης που υπέστησαν από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, είτε στην απώλεια ή καταστροφή των πραγμάτων αυτών (ΑΠ 930/2019, ΑΠ 1953/2013).
Εξάλλου, από το άρθρο 7 παρ. 5 εδ. α` του ανωτέρω Ν. 2496/1997 "περί ασφαλιστικής συμβάσεως", συνάγεται ότι ο ασφαλιστής στην ασφάλιση ζημιών απαλλάσσεται της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται σε δόλο ή σε βαρειά αμέλεια του ασφαλισμένου. Βαρειά αμέλεια χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η εκτροπή από τους κανόνες της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας είναι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ασυνήθιστα σοβαρή.
Η υπαιτιότητα (άρα και η αμέλεια) είναι αόριστη νομική έννοια και επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της συνδρομής ή μη πταίσματος υπό τη μορφή της αμέλειας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ως προς το αν, με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά γεγονότα, έγινε ή όχι ορθή εξειδίκευση της εν λόγω έννοιας (ΑΠ 765/2009, πρβλ.
επίσης, ΑΠ 346/2016, ΑΠ 921/2009).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 550/2019, ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 198/2015).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β` ΚΠολΔ και συνακόλουθα από την ταυτόσημη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών. Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 550/2019, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 969/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης και τον συναφή με αυτόν μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, για την εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεων των άρθρων 1, 7 παρ. 1 και 7, 11 παρ. 1 και 2 και 16 του Ν. 2496/1997 σε συνδ.
με άρθρ. 361 ΑΚ, οι οποίες θεμελιώνουν την υποχρέωση του Ασφαλιστή να καταβάλει το ασφάλισμα, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, με την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με το να δεχθεί, εσφαλμένα, κατά την άποψη του αναιρεσείοντα, ότι δεν επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος - κλοπή του ασφαλισμένου στην ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία ΙΧΕ αυτοκινήτου, με αρ.
κυκλοφορίας ..., ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντα διότι δήθεν η δήλωση περί κλοπής του αυτοκινήτου, στις 29-7-2015, δεν είναι αληθής, αλλά ότι δήθεν έγινε με σκοπό την είσπραξη του ασφαλίσματος, δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογίες, άλλως διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου και των περιστατικών περί δήθεν σκηνοθετημένης κλοπής και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, στους οποίους το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο εσφαλμένα δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν, αν και αυτά αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων.
Πιο συγκεκριμένα, κατά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογία, έστω και με παρεμπίπτουσα κρίση, άλλως διέλαβε ανεπαρκή, άλλως αντιφατική αιτιολογία ως προς την ύπαρξη δήθεν αιτιώδους συνδέσμου στην επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου της σκηνοθετημένης κλοπής του αυτοκινήτου του α) με την δήθεν επίσης σκηνοθετημένη κλοπή του με αρ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του Δ. Κ., εξαδέλφου του αναιρεσείοντα και πωλητή του επιδίκου αυτοκινήτου, β) με τη συγγενική και επαγγελματική σχέση του αναιρεσείοντα με τον ανωτέρω εξάδελφό του στο πρατήριο του οποίου εργάζεται ο αναιρεσείων, γ) με την απουσία μάρτυρα στον τόπο κλοπής του επιδίκου αυτοκινήτου, δ) με την προασφαλιστική προεκτίμηση, ποσού 12.000 ευρώ, του επιδίκου αυτοκινήτου, που διενεργήθηκε στο πρατήριο του ως άνω εξαδέλφου του και ζ) με την εμπλοκή της συζύγου του αναιρεσείοντα σε προγενέστερο τροχαίο ατύχημα, στο οποίο αυτή είχε δηλώσει, δήθεν ανειλικρινώς, ότι ζημιώθηκε από τον αναιρεσείοντα σύζυγό της, τότε ακόμη σύντροφό της και χαρακτηρίστηκε εκ των υστέρων ως "δήλωση εξυπηρέτησης".
Επίσης, με τον συναφή 2ο κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση με την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με το να μην εφαρμόσει τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, διότι δήθεν η επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου είναι σκηνοθετημένη, παραβίασε τα παρακάτω διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της αιτιώδους συνάφειας και ειδικότερα, τα διδάγματα της κοινής πείρας α) ότι η τυχόν παραβατική συγγενική - επαγγελματική σχέση του Δ.
Κ. δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου της κλοπής του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντα, β) ότι η απουσία αυτοπτών μαρτύρων δεν συνεπάγεται την ανυπαρξία του ποινικού αδικήματος της κλοπής και γ) ότι η διεύθυνση κατοικίας του αναιρεσείοντα στο ..., δεν αποκλείει την μετάβασή του στη Γλυφάδα, που είναι ο τόπος κλοπής του αυτοκινήτου του.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η δήθεν επικαλούμενη παραβίαση των ανωτέρω διδαγμάτων κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία των μη εφαρμοσθέντων ουσιαστικών κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν, αλλά υπό την επίφαση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας ο αναιρεσείων πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου ως Δικαστηρίου ουσίας αναφορικά με την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ως προς το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου - κλοπής του ασφαλισμένου αυτοκινήτου και της συμπεριφοράς του λήπτη της ασφάλισης, ιδιοκτήτη του και ήδη αναιρεσείοντα.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες των ερευνώμενων (1ου κύριου και μοναδικού πρόσθετου) αναιρετικών λόγων προκύπτει, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του δέχθηκε, κατά ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος είναι ιδιοκτήτης του με αριθμό κυκλοφορίας ...
I.X.E. αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής DAIMLER CHRYSLER, τύπου SMART FORTWO COUPE, κυβισμού 999 cc, με ημερομηνία πρώτης αδείας κυκλοφορίας 10.10.2013, το οποίο απέκτησε, στις 13.5.2014, μεταχειρισμένο από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του, οπότε και εκδόθηκε η σχετική άδεια κυκλοφορίας στο όνομά του. Δυνάμει του με αριθμό ... πολυασφαλιστηρίου συμβολαίου κλάδου αυτοκινήτου και του με αριθμό ...
ανανεωτηρίου σχετικού συμβολαίου ο ενάγων συνήψε, στις 13.5.2014, με την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα Ανώνυμη Ελληνική Εταιρία Γενικών Ασφαλειών, με την επωνυμία "...." σύμβαση ασφάλισης, με αντικείμενο την ασφάλιση του ως άνω οχήματος, για το χρονικό διάστημα από 13.5.2015 έως 13.11.2015, για διάφορους κινδύνους, μεταξύ των οποίων και για αυτόν της ολικής και μερικής κλοπής, έναντι ασφαλίστρου ποσού 530,76 ευρώ.
Πριν από την κατάρτιση της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης η εναγόμενη προέβη σε προασφαλιστικό έλεγχο του αυτοκινήτου του ενάγοντος, τον οποίο διενήργησε ο πραγματογνώμων Χ. Χ., συντάσσοντας τη με αριθμό .../15.5.2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, κατά την οποία η αξία αυτού προτάθηκε για το ποσό των 12.000,00 ευρώ.
Στις 30.7.2015, ο ενάγων - εφεσίβλητος κοινοποίησε στην εναγόμενη - εκκαλούσα τη με ίδια ημερομηνία υπεύθυνη δήλωσή του, με την οποία την ενημέρωνε ότι στις 29.7.2015 εκλάπη το ανωτέρω όχημά του από άγνωστο πρόσωπο, ενώ ήταν παρκαρισμένο επί της οδού .... Μαζί με τη δήλωση αυτή ενεχείρισε στην εναγόμενη και τη με αριθμό ...-β/30.7.2015 βεβαίωση του Τμήματος Ασφαλείας Γλυφάδας.
Αποδείχθηκε, όμως, ακόμα ότι το επίδικο όχημα είχε αποκτήσει ο ενάγων από τον εξάδερφό του Δ. Κ. του Α., ιδιοκτήτη πρατηρίου υγρών καυσίμων στο ..., επί της οδού ..., όπου εργάζεται και ο ίδιος (ενάγων) (βλ. κατάθεση μάρτυρα ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Ο ως άνω δικαιοπάροχος του ενάγοντος έχει ασφαλίσει και στο παρελθόν όχημα για τον κίνδυνο μερικής ή ολικής κλοπής στην εναγόμενη, το οποία εκλάπη και καταβλήθηκε από αυτήν το σχετικό ασφάλισμα.
Ειδικότερα, αυτός είχε ασφαλίσει στην εναγόμενη το με αριθμό πινακίδων κυκλοφορία ... ΙΧΕ, μάρκας BMW, για το οποίο δήλωσε κλοπή στις 7.11.2013 (βλ. το με ημερομηνία 10.2.2014 έγγραφο του Τμήματος Ασφαλείας Περιστερίου), έλαβε δε αποζημίωση ποσού 25.000,00 ευρώ (βλ. τη με ημερομηνία 28.2.2014 απόδειξη πληρωμής). Ακόμα, ο Δ. Κ.
είχε μεταβιβάσει το με αριθμό πινακίδων κυκλοφορίας ... ΙΧΕ όχημα, μάρκας SMART, στον Α. Ρ., ο οποίος το μεταβίβασε στον ενάγοντα, που στη συνέχεια, αφού άλλαξε τον αριθμό πινακίδων κυκλοφορίας του σε ..., το μεταβίβασε στον Κ. Μ., ο οποίος δήλωσε κλοπή αυτού στις 8.2.2015, στην περιοχή της Γλυφάδας, και έλαβε εκ του λόγου τούτου το ποσό των 11.054,51 ευρώ (βλ.
την έρευνα συνθηκών ατυχήματος του Α. Τ.). Δεδομένης, μάλιστα, της συγγενικής και επαγγελματικής σχέσης του ενάγοντος με το Δ. Κ. και των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, δεν δύναται το Δικαστήριο να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί της πραγματικής επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, ενόψει μάλιστα του ότι δεν υφίσταται κάποια μαρτυρία περί της συντέλεσης της κλοπής από αυτόπτη μάρτυρα, αλλά ούτε και προέκυψε ο λόγος μετάβασης του ενάγοντος στη Γλυφάδα, αφού ο ίδιος είναι κάτοικος ....
Προς ενίσχυση της κρίσης αυτής πρέπει να λεχθεί ότι η προασφαλιστική εκτίμηση του επίδικου οχήματος είχε γίνει στο πρατήριο του Κ. (βλ. την έρευνα συνθηκών ατυχήματος του Α. Τ.). Αλλά και παλαιότερα ο ενάγων είχε εμπλακεί σε ατύχημα με τη σύζυγό του Ε. Κ., στο οποίο αυτός φερόταν ως ζημιωθείς και η σύζυγός του ως ζημιώσασα, με αποτέλεσμα να συνταχθεί η με ημερομηνία 13.10.2004 έκθεση έρευνας του Κ.
Κ., μετά από εντολή της εναγομένης, που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η δήλωση πρόκλησης ατυχήματος ήταν "δήλωση εξυπηρέτησης". Με βάση τα παραπάνω δεν αποδείχθηκε η επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, αλλά, αντίθετα, ότι η δήλωση περί κλοπής του επίμαχου οχήματος έγινε επί σκοπώ είσπραξης του ασφαλίσματος.
Το πόρισμα αυτό δεν αναιρείται από την προσκομισθείσα από τον ενάγοντα βεβαίωση του Τμήματος Ασφαλείας Γλυφάδας, αφού το όργανο που τη συνέταξε δεν βεβαίωσε το γεγονός της κλοπής, αλλά την καταγγελία του γεγονότος από τον ενάγοντα.
Συνεπώς, δεν επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος και δεν υποχρεούται η εναγόμενη στην καταβολή του ασφαλίσματος...". Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και ειδικότερα ότι δεν αποδείχτηκε η επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου (δηλ. η κλοπή του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος), αλλά αντίθετα ότι η δήλωση περί κλοπής του ως άνω οχήματος έγινε επί σκοπού είσπραξης του ασφαλίσματος σε βάρος των συμφερόντων της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας χωρίς να έχει λάβει χώρα η κλοπή αυτή και ότι, εφόσον δεν επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, δεν θεμελιώνεται υποχρέωση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει το ποσό των 12.000 ευρώ που αφορούσε την αξία του αυτοκινήτου, για την οποία τούτο είχε ασφαλιστεί σ' αυτήν, διέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 1, 7 παρ. 1 και 7, 11 παρ. 1 και 2 και 16 του Ν. 2496/1997 σε συνδ.
με άρθρ. 361 ΑΚ, που προβλέπουν την υποχρέωση του ασφαλιστή για την καταβολή του ασφαλίσματος, όταν επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος, τους οποίους επομένως δεν παραβίασε εκ πλαγίου με μη εφαρμογή και συνεπώς, η απόφασή του έχει νόμιμη βάση, διότι είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων στους ανωτέρω ουσιαστικούς κανόνες δικαίου.
Πιο συγκεκριμένα, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αξιολόγησε συνδυαστικά όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, που είχαν προσκομιστεί νόμιμα από τους διαδίκους και αφού έκρινε ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα, αποφάσισε κατά συνείδηση, όπως επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ, ότι ο αναιρεσείων - ενάγων, που είχε το βάρος απόδειξης της αγωγής του, κατ' άρθρ. 338 ΚΠολΔ, δεν απέδειξε, όπως θα έπρεπε, τους αγωγικούς ισχυρισμούς του περί της πραγματικής επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων (1ου κύριου και μοναδικού πρόσθετου), με στοιχεία α έως ζ, όπως έχουν εκτεθεί αναλυτικά προηγουμένως, πρέπει πρωτίστως να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση περί των πραγμάτων του Δικαστή ουσίας και σε κάθε περίπτωση είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον το Δικαστήριο δέχτηκε, ότι δεν αποδείχθηκε, ότι η δήλωση κλοπής ήταν αληθής, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί.
Αβάσιμα επίσης, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι θα έπρεπε το Δικαστήριο με παρεμπίπτουσα κρίση να αποφανθεί, ότι και οι προηγούμενες δηλώσεις κλοπής είναι σκηνοθετημένες, καθόσον αυτές δεν είχαν αχθεί προς κρίση ενώπιόν του, αλλά η προσβαλλόμενη απόφαση παρέθεσε τα πραγματικά περιστατικά, που αφορούσαν τις ανωτέρω προηγούμενες δηλώσεις κλοπής, την αλήθεια των οποίων, ούτε ο αναιρεσείων δεν έχει αμφισβητήσει ως επιχειρήματα υπέρ της βασιμότητας του αποδεικτικού της πορίσματος.
Επίσης, η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι "...δεν δύναται το Δικαστήριο να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση...", ουδόλως αντιφάσκει ή αλληλοαναιρείται με την παραδοχή ότι "...δεν αποδείχθηκε η επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου...", όπως αβάσιμα υποστηρίζει επίσης ο αναιρεσείων, εφόσον σύμφωνα με τις παραδοχές, ο αναιρεσείων δεν απέδειξε την ιστορική βάση της αγωγής του, αν και έφερε το σχετικό βάρος απόδειξης κατ' άρθρ. 338 και 340 ΚΠολΔ και το Δικαστήριο με βάση τα αποδεικτικά μέσα, που έκρινε ελεύθερα κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η δήλωση κλοπής του ασφαλισμένου αυτοκινήτου δεν ήταν αληθής, αλλά ότι έγινε για να εισπραχθεί το ασφάλισμα και στη συνέχεια, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντα ως αναπόδεικτη.
Επομένως, ορθά το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις για την εκ πλαγίου παραβίαση των οποίων παραπονείται ο αναιρεσείων και συνακόλουθα, εφόσον δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ο 1ος κύριος αναιρετικός λόγος και ο συναφής μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Βδ' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-11-2018 (αρ. κατ. 174/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1776/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ), όπως έχει διορθωθεί με την υπ' αριθμ. 11417/2018 οριστική απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ