Supreme Court dismisses appeal in labor dispute over overtime hours due to lack of evidence and improper application of commercial book rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final labor court decision regarding overtime compensation. The appellant argued the lower court erred in accepting witness testimony over a ship's logbook and failed to apply specific evidence rules. The court rejected these claims, ruling that the lower court properly weighed conflicting evidence and that the ship's logbook lacked enhanced probative force between the employer and the employee.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a), 444(a), 448 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on violation of substantive law is inadmissible if the lower court freely evaluated evidence without error, and commercial books do not constitute full proof between an employer and employee.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 871 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 871/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοφάνη Τσινούκα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Χιώτελη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/12/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 261/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/7/2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 25.7.2016 αίτηση προσβάλλεται η 261/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 61/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξαφανίστηκε η ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση και, ακολούθως, έγινε εν μέρει δεκτή η αναφερόμενη κατωτέρω αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και επιδικάστηκε σ’ αυτόν για διαφορές αποδοχών το ποσό των 54,06 ευρώ. Η αίτηση στρέφεται κατ’ απόφασης δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, της οποίας δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε προβάλλεται, επίδοση (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι που περιέχονται σ’ αυτήν ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται - μεταξύ των άλλων περιπτώσεων - και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, μολονότι συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού ( Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ίδιου δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013 ).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 §3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 2102/2014).Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης αυτής να επιδέχεται η τελευταία μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 2234/2013 και 270/2012).
Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ’ ουσία και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό ( κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα) έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 828/2010).
Για το ορισμένο δε του λόγου αυτού, πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναίρεσης: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωθέν περιεχόμενο που προσέδωσε σ’ αυτό το δικαστήριο και μάλιστα "αυτολεξεί", ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (Α.Π. 444/2016 και 9/2014).
Οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι πάντως απαράδεκτοι, αν υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους, πλήττεται η μη ελεγχόμενη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/1995 και Α.Π. 384/2017, ΑΠ 600/2016 ). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 3, 5 του α.ν. 3276/1944 "περί συλλογικών συμβάσεων στη ναυτική εργασία", ο οποίος εκδόθηκε στο Κάϊρο και αναδημοσιεύτηκε στην Ελλάδα στις 6-7-1945 (ΦΕΚ Α`. 172), σύμφωνα με το άρθρο 8 της 21/1945 Σ.Π., και εξακολουθεί να ισχύει, προκύπτει ότι οι συναπτόμενες μεταξύ οργανώσεων εφοπλιστών και εργατών θαλάσσης, από τις κρινόμενες από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας (Υ.Ε.Ν.) ως περισσότερο αντιπροσωπευτικές, συλλογικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας, που κυρώθηκαν με απόφαση του Υ.Ε.Ν.
και δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αποκτούν χαρακτήρα κανονιστικής διοικητικής πράξης και θέτουν κανόνες δικαίου, που δεσμεύουν όχι μόνο τις συμβληθείσες οργανώσεις και τα μέλη τους, αλλά και όλες τις τυχόν υφιστάμενες μη συμβληθείσες οργανώσεις και τα μέλη τους, υπό την προϋπόθεση όμως ότι αφορούν πλοία τα οποία ανήκουν στην ίδια κατηγορία, η οποία προβλέφθηκε από τη συλλογική σύμβαση.
Περαιτέρω, στο άρθρο 170 του ν. δ. 187/1973 "περί Κωδικός Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου" και υπό τον τίτλο "κατηγορίαι δρομολογιακών γραμμών και αρμοδιότης δρομολογήσεως", ορίστηκε στην παραγρ. 1 ότι " διά π. δ εκδιδομένου προτάσει του αρμοδίου υπουργού καθορίζονται: α) αι κατηγορίαι των προς εξυπηρέτησιν της μεταξύ των ελληνικών λιμένων μεταφοράς επιβατών δρομολογιακών γραμμών, β) η αρμοδιότης προς δρομολόγησιν πλοίων και καθορισμόν δρομολογίων εις τας γραμμάς αυτάς.....".
Βάσει της ως άνω εξουσιοδοτήσεως εκδόθηκε το π. δ. 814/1974 "περί καθορισμού κατηγοριών δρομολογιακών γραμμών και αρμοδιότητος δρομολογήσεως", με το άρθρο 1 του οποίου ορίστηκε , ότι κατά την εφαρμογή του διατάγματος τούτου και υπό τον όρο "δρομολογιακή γραμμή" νοείται η σειρά των λιμένων προσεγγίσεως του επιβατηγού πλοίου προς εξυπηρέτηση δρομολογιακής γραμμής (περιπτ.
ε`). Εξάλλου, με την ΥΑ 3525/1.5.2/01/2011 κυρώθηκε, για το έτος 2011 η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Πλοίων, η οποία εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 38 αυτής, σε όλα τα επιβατηγά πλοία που εκτελούν πλόες αποστάσεως άνω των 30 ναυτικών μιλίων, ενώ για τα πλοία (πορθμεία) που εκτελούν πλόες αποστάσεως μέχρι 30 ναυτικών μιλίων, εφαρμόζεται η από 22.11.2010 ΣΣΕ Αμοιβών Πληρωμάτων Πορθμείων Εσωτερικού, η οποία για το έτος 2010 κυρώθηκε με την ΥΑ 3525/1.6/01/2011.
Όπως συνάγεται από τις ανωτέρω διατάξεις, με τον όρο της εκτελέσεως πλόων μεταξύ λιμένων εσωτερικού μέχρι 30 ναυτικών μιλίων ή άνω των 30 ναυτικών μιλίων από την αφετηρία στον λιμένα προορισμού, νοείται το σύνολο της δρομολογιακής γραμμής, όπως αυτή προκύπτει από την περί δρομολογήσεως του πλοίου σχετική διοικητική πράξη, είναι δε αδιάφορο εάν κατά την εκτέλεσή του το δρομολόγιο πραγματοποιείται εκάστοτε εξολοκλήρου ή εν μέρει.
Περαιτέρω, το μήκος της δρομολογιακής γραμμής, το οποίο έχει σημασία για την εφαρμοστέα εκάστοτε συλλογική σύμβαση ή υπουργική απόφαση, δηλαδή εάν θα εφαρμοστούν οι ΣΣΕ για πλοία, που εκτελούν πλόες αποστάσεως μέχρι 30 ναυτικών μιλίων ή οι αναφερόμενες σε ακτοπλοϊκά πλοία τα οποία εκτελούν μεγαλύτερες διαδρομές, εξευρίσκεται λαμβανομένων υπόψη και των αποστάσεων των ενδιαμέσων λιμένων, στους οποίους προσεγγίζει το πλοίο κατά τους ορισμούς της περί δρομολογήσεως αυτού διοικητικής πράξης, αναφέρεται δε σε καθαρώς τεχνικής φύσεως ζήτημα, γι` αυτό και λαμβάνεται υπό ψη η περί τούτου βεβαίωση της αρμόδιας κρατικής υπηρεσίας, κατά τις γενόμενες επίσημες μετρήσεις.
Επίσης, αν ένα πλοίο έχει δρομολογηθεί παραλλήλως σε περισσότερες γραμμές, για τις οποίες ισχύουν διαφορετικές συλλογικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας (ως λ.χ. πορθμείων και οχηματαγωγών καθώς και επιβατηγών τουριστικών πλοίων), πρέπει οι αποδοχές των εργαζομένων να υπολογίζονται ανάλογα με τον αριθμό των δρομολογίων που εκτελεί το πλοίο σε κάθε δρομολογιακή γραμμή Α.Π.109/2009 ).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, κρίνοντας επί εφέσεως της εναγομένης και τώρα αναιρεσίβλητης κατά της 61/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί της από 24.12.2012 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος με αντικείμενο αξιώσεις από σύμβαση ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν - κατά τη μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του - τα ακόλουθα ουσιώδη, για την έρευνα της βασιμότητας των κατωτέρω αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει σύμβασης ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στη Ζάκυνθο την 1.4.2007 μεταξύ του ενάγοντος ...
και του ... πλοιάρχου του κάτωθι πλοίου, που ενεργούσε κατ’ εντολή και για λογαριασμό της εναγομένης ... πλοιοκτήτριας εταιρείας, ο πρώτος προσλήφθηκε και ναυτολογήθηκε με την ειδικότητα του ναύτη στο υπό ελληνική σημαία επιβατηγό-οχηματαγωγό πλοίο με τη ονομασία "...", νηολογίου Πειραιώς με αριθμό ..., κοχ 3786 κόρων, και εργάστηκε έκτοτε έως 16.8.2012, οπότε και λύθηκε η εν λόγω σύμβαση λόγω καταγγελίας αυτής εκ μέρους του ενάγοντος.
Ως μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος συμφωνήθηκαν οι προβλεπόμενες από τις εκάστοτε ισχύουσες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας Πληρωμάτων Πορθμείων Εσωτερικού. Το ως άνω πλοίο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.11.2011 έως 16.8.2012 ... ήταν δρομολογημένο παραλλήλως σε περισσότερες γραμμές και συγκεκριμένα:
α) στη γραμμή Κυλλήνης - Ζακύνθου και β) στη γραμμή Κυλλήνης - Κεφαλονιάς. Το μήκος εκάστης εκ των ως άνω δρομολογιακών γραμμών, στις οποίες είχε ενταχθεί το πλοίο και εκτελούσε σύμφωνα με τις οικείες διοικητικές πράξεις της αρμόδιας αρχής ... το οποίο (μήκος) έχει σημασία για την εφαρμοστέα εκάστοτε φορά συλλογική σύμβαση, δεν υπερβαίνει τα τριάντα (30 ) ναυτικά μίλια από το λιμάνι αφετηρίας κάθε δρομολογίου (Κυλλήνη) μέχρι το λιμάνι του προορισμού ( Ζάκυνθο ή Κεφαλονιά αντίστοιχα) και δη το μήκος της δρομολογιακής γραμμής Κυλλήνης - Ζακύνθου είναι δέκα οκτώ (18) ναυτικά μίλια και της δρομολογιακής γραμμής Κυλλήνης - Πόρου Κεφαλονιάς είναι είκοσι τρία (23) ναυτικά μίλια.
Σημειωτέον ότι: α) κατά την εκτέλεση των ως άνω δρομολογίων το πλοίο δεν προσέγγιζε ενδιάμεσους λιμένες και β) τα προαναφερόμενα δρομολόγια εκτελούνταν μεμονωμένα και ποτέ συνεχόμενα. Το ως άνω πλοίο ... κυρίως εκτελούσε το δρομολόγιο Κυλλήνης - Πόρου Κεφαλληνίας. πολλούς δε μήνες και συγκεκριμένα τον μήνα Φεβρουάριο του 2011, τον Μάρτιο του 2011, τον Σεπτέμβριο του 2011, τον Δεκέμβριο του 2011, τον Ιανουάριο του 2012, τον Μάρτιο του 2012 και τον Ιούνιο του 2012 δεν εκτέλεσε κανένα δρομολόγιο προς Ζάκυνθο, ενώ κατά τους υπόλοιπους μήνες, που εκτέλεσε δρομολόγια και προς Ζάκυνθο, τα δρομολόγια αυτά δεν ήταν συνεχόμενα αλλά καθένα μεμονωμένο.
Ειδικότερα, ουδέποτε εκτελέστηκε δρομολόγιο από Ζάκυνθο προς Κυλλήνη και στη συνέχεια προς Πόρο Κεφαλληνίας, ενώ ακόμη και στην περίπτωση που κατά την ίδια ημέρα το πλοίο εκτέλεσε ένα δρομολόγιο και στη συνέχεια ακολούθησε το άλλο, μεσολάβησε μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο αυτό παρέμεινε στο λιμάνι αφετηρίας και δη το λιμάνι της Κυλλήνης μεγάλο χρονικό διάστημα.
Επίσης ουδέποτε εκδόθηκαν εισιτήρια από Ζάκυνθο για Κεφαλονιά ή το αντίστροφο μέσω Κυλλήνης, για επιβάτες ή οχήματα, δοθέντος δεν υπήρχε συνεχόμενη δρομολογιακή γραμμή και συνεπώς δεν εξυπηρετούνταν οι ανάγκες μεταφοράς μεταξύ των λιμένων αυτών... Εξάλλου, ενισχυτικό της παραπάνω κρίσης, ότι δηλαδή το πλοίο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα εκτελούσε τοπικές διαπορθμεύσεις μεταξύ των λιμένων εσωτερικού, αποστάσεως μέχρι 30 ναυτικών μιλίων, από το λιμάνι αφετηρίας μέχρι το λιμάνι προορισμού, αποτελεί το γεγονός ότι καταβάλλονταν στο Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (Ν.Α.Τ.) ασφαλιστικές εισφορές σύμφωνα με τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων Πορθμείων Εσωτερικού, επειδή το πλοίο χαρακτηριζόταν ως πορθμείο...
Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, εφαρμοστέα τυγχάνει στην προκείμενη περίπτωση η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων Πορθμείων Εσωτερικού έτους 2010, η οποία κυρώθηκε με την ....../01/2011 ... απόφαση του Υπουργού Θαλασσίων Υποθέσεων ,Νήσων και Αλιείας και όχι η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Πλοίων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με την αγωγή του ο ενάγων...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη (η οποία είχε δεχθεί ότι εφαρμοστέα στην υπόθεση είναι η ΣΣΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Πλοίων, που προβλέπει μεγαλύτερες αποδοχές) και, ακολούθως, αφού δέχθηκε, με βάση τους περιεχόμενους στην προσβαλλομένη αναλυτικούς υπολογισμούς, ότι ο ενάγων είχε εισπράξει για το επίδικο διάστημα αποδοχές μεγαλύτερες από εκείνες που προβλέπει η εφαρμοστέα ως άνω ΣΣΕ Πληρωμάτων Πορθμείων Εσωτερικού, έκανε δεκτή την σχετική ένσταση εξόφλησης που προέβαλε η εναγομένη και επιδίκασε σ’ αυτόν για δαπάνες νοσηλίων μόνο το ποσό των 54,06 ευρώ, δεδομένου ότι το σχετικό κεφάλαιο δεν είχε προσβληθεί με την έφεση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εφαρμόζοντας δηλαδή τις διατάξεις των ΣΣΕ που αφορούν τις αποδοχές των πληρωμάτων πορθμείων εσωτερικού και όχι εκείνες που αφορούν τις αμοιβές πληρωμάτων ακτοπλοϊκών πλοίων, δεν παραβίασε αλλά ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις κανονιστικού χαρακτήρα διατάξεις των ανωτέρω ΣΣΕ, αφού - κατά τις παραδοχές της - στα δρομολόγια που εκτελούσε το προαναφερόμενο πλοίο κατά το επίδικο διάστημα η απόσταση από το λιμάνι αφετηρίας μέχρι το λιμάνι προορισμού δεν υπερέβαινε τα 30 ναυτικά μίλια, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του για το ανωτέρω κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφαρμόστηκαν, και τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση της δίκης.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος , λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ αντίστοιχα, με τους οποίος υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Εξάλλου, η προβαλλόμενη με τον δεύτερο λόγο, κατά δεύτερο σκέλος του, αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ περί παραμορφώσεως από την προσβαλλομένη ενός μη προσδιοριζόμενου ειδικότερα εγγράφου, που φέρεται ότι αφορά στατιστικά στοιχεία μεταφοράς από το επίδικο πλοίο οχημάτων κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 31.10.2012 και είναι υπογεγραμμένο από τον Λιμενάρχη Κυλλήνης, έτσι όπως διατυπώνεται είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζεται το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου και το από την προσβαλλομένη δεκτό γενόμενο, διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενό του.
III. Κατά το άρθρ. 352 παρ. 1 ΚΠολΔ., η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 12, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που ορίζει ο νόμος. Έτσι, αν πρόκειται για δικαστική ομολογία, ο λόγος αυτός ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε σ’ αυτήν πλήρη αποδεικτική δύναμη.
Στην περίπτωση πάντως αυτή, η δικαστική ομολογία πρέπει να είναι σαφής, ορισμένη και να μην εξαρτάται από αίρεση (ΑΠ 354/2001). Εξάλλου, αν το δικαστήριο δεν λάβει υπόψη την δικαστική ομολογία, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ. Στην προκείμενη υπόθεση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθμ.12 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διότι, όπως ισχυρίζεται, το Δικαστήριο αγνόησε και δεν συνεκτίμησε τη δικαστική ομολογία της ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία έγινε ενώπιον του Εφετείου με το δικόγραφο της έφεσής της και με την οποία η τελευταία παραδέχθηκε ότι το πλοίο της "..." κατά τους θερινούς μήνες του 2011 πραγματοποίησε κυκλικά δρομολόγια.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται σαφή δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, ώστε η μη λήψη υπόψη της από το Δικαστήριο, να στοιχειοθετεί την από το άρθρο 559 αριθμ.12 ΚΠολΔ. παραβίαση. Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, η εκκαλούσα - εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη στο δικόγραφο της έφεσής της και προς αντίκρουση του γενόμενου δεκτού από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ισχυρισμού του ενάγοντος - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος ότι εφαρμοστέες ήταν οι ΣΣΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων, απλώς υποστήριξε ότι εφαρμοστέες δεν ήταν οι ως άνω ΣΣΕ αλλά οι ΣΣΕ Πληρωμάτων Πορθμείων εσωτερικού, εφόσον το πλοίο της ήταν δρομολογημένο στις γραμμές Κυλλήνη - Ζάκυνθο και Κυλλήνη - Κεφαλονιά, καθώς και ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αντιφατικά δέχεται αρχικά μεν ότι επρόκειτο για δύο ξεχωριστές δρομολογιακές γραμμές που εκτελούσε το πλοίο της, και στη συνέχεια ότι αυτό πραγματοποιούσε πάντοτε συνεχόμενα τα δύο ως άνω δρομολόγια και ότι τους καλοκαιρινούς μήνες εκτελούσε ατμοπλοϊκούς πλόες με συνολικό μήκος άνω των 30 ν.μ., προσθέτοντας ακολούθως προς υποστήριξη της θέσης της (περί μη εφαρμογής των ΣΣΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων αλλά των ΣΣΕ Πληρωμάτων Πορθμείων εσωτερικού) ότι η πραγματοποίηση, σύμφωνα με την εκκαλουμένη απόφαση, επί ελάχιστους μήνες κατ’ έτος κυκλικού δρομολογίου δεν σημαίνει και ότι το πλοίο της εκτελούσε σε μόνιμη βάση δρομολογιακή γραμμή άνω των 30 ν.μ.
ώστε να εφαρμοστεί η ΣΣΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων. Από δε το τελευταίο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο τρίτο λόγο αναίρεσης , δεν προκύπτει δικαστική ομολογία. Περαιτέρω όμως η συγκεκριμένη αιτίαση, αν ήθελε εκτιμηθεί και ως λόγος από το άρθρο 559 αριθμ 11 γ ΚΠολΔ, είναι και πάλι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, ούτε άλλωστε από τις προτάσεις που αυτός υπέβαλε στο Εφετείο προκύπτει, ότι επικαλέστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο την ως άνω δικαστική ομολογία (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ - βλ.
σχετ. ΑΠ 1417/1997).
ΙV. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ο οποίος αποτελεί έκφανση της αρχής της διαθέσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Έτσι, υπάρχει επιδίκαση πλέον εκείνου που ζητήθηκε, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, και όταν το εφετείο εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και για κεφάλαιο που δεν προσβλήθηκε με την έφεση και δεν μεταβιβάστηκε κατά τούτο η υπόθεση σ’ αυτό (άρθρο 522 ΚΠολΔ- σχετ. ΑΠ 2085/1984).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ - κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου - λόγο αναίρεσης (και όχι από τον αριθμό 8 που αναφέρεται στο αναιρετήριο) διατείνεται ότι , ενώ η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη με τον πρώτο λόγο της έφεσης είχε ομολογήσει ότι κατά τους θερινούς μήνες του έτους 2011 το παραπάνω πλοίο πραγματοποίησε κυκλικά (ενιαία) δρομολόγια, που υπερέβαιναν συνολικά τα 30 ναυτικά μίλια, και συνεπώς είχε αποδεχθεί και δεν είχε προσβάλει κατά το μέρος τούτο (κατά το μέρος δηλαδή που αφορά τις αναγόμενες στο ανωτέρω διάστημα αξιώσεις του) την πρωτόδικη απόφαση, ερεύνησε και κατά το μέρος αυτό την υπόθεση, εφαρμόζοντας και για το ανωτέρω διάστημα τη ΣΣΕ Πληρωμάτων Πορθμείων Εσωτερικού για τον υπολογισμό των αξιώσεών του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της από 25.2.2014 έφεσης της εναγομένης και τώρα αναιρεσίβλητης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη εδώ απόφαση, η εναγομένη προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της, με εξαίρεση μόνο το κονδύλιο των δαπανών νοσηλείας, ποσού 54,06 ευρώ, και ζήτησε την εξαφάνισή της και την απόρριψη της ένδικης από 24.12.2012 αγωγής του αναιρεσείοντος.
V. Σύμφωνα με το άρθρο 72 του ΚΙΝΔ, η σύμβαση ναυτολόγησης μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο από τον πλοίαρχο, ο οποίος δεν υποχρεούται να τηρήσει προθεσμία καταγγελίας, ενώ κατά το άρθρο 75 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο, στην περίπτωση αυτή ο ναυτικός δικαιούται αποζημίωση, εκτός αν η καταγγελία δικαιολογείται από παράπτωμα αυτού. Κατά δε το άρθρο 76 εδ. πρώτο του ίδιου Κώδικα, η ανωτέρω αποζημίωση συνίσταται στον μισθό 15 ημερών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 74 του ίδιου Κώδικα, σύμβαση ναυτολόγησης ορισμένου ή αορίστου χρόνου μπορεί να καταγγελθεί από τον ναυτικό κατά πάντα χρόνο, εάν ο πλοίαρχος υποπέσει σε βαριά παράβαση των καθηκόντων του έναντι του ναυτικού. Τέτοια παράβαση αποτελεί και η καθυστέρηση καταβολής στον ναυτικό του μισθού του ενόψει του ότι αυτός θεωρείται αναγκαίος για τη συντήρηση τόσο του ναυτικού όσο και της οικογένειάς του, εφόσον η καθυστέρηση αυτή δεν είναι συνήθης ή δικαιολογημένη από τη φύση της ναυτικής εργασίας και δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία στον πλοιοκτήτη ή τον πλοίαρχο για την υποχρέωση καταβολής της συγκεκριμένης μισθολογικής παροχής ή για το ύψος αυτής.
Στην προκείμενη υπόθεση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την αξίωση του ενάγοντος για καταβολή αποζημίωσης καταγγελίας, δέχθηκε ανελέγκτως ότι ο ενάγων, σύμφωνα με τη σχετική καταγραφή στο ναυτικό του φυλλάδιο, αποναυτολογήθηκε στις 16.8.2012 εξαιτίας " καταγγελίας της σύμβασης από τον ναυτικό λόγω μη καταβολής των δεδουλευμένων", όπως δε ο ίδιος ισχυρίζεται, κατήγγειλε μονομερώς τη σύμβαση λόγω βαριάς παράβασης των καθηκόντων του πλοιάρχου, συνιστάμενη στην μη καταβολή των νόμιμων αποδοχών του, οι οποίες έπρεπε να του καταβάλλονται σύμφωνα με τη ΣΣΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Πλοίων του έτους 2011.
Ωστόσο, συνεχίζει η προσβαλλομένη, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες παραδοχές της εφαρμοστέα στην ένδικη περίπτωση τυγχάνει η ΣΣΕ Πληρωμάτων Πορθμείων Εσωτερικού, την οποία εφάρμοζε η εναγομένη, καταβάλλοντας στον ενάγοντα κάθε μήνα τα αναφερόμενα σ’ αυτήν ποσά για αποδοχές και επιδόματα, και συνεπώς, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο πλοίαρχος υπέπεσε σε βαριά παράβαση των καθηκόντων του υπό την προαναφερόμενη έννοια, ούτε υπήρξε καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών του ενάγοντος, δεν δικαιολογείται η καταγγελία της σύμβασης με πρωτοβουλία του τελευταίου και δεν δικαιούται συνακόλουθα αυτός αποζημίωση λόγω λύσεως της σύμβασης.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε και το κονδύλιο της αποζημίωσης καταγγελίας ως ουσιαστικά αβάσιμο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή αλλά ορθά εφήρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 72,74, 75 και 76 του ΚΙΝΔ, ο πέμπτος δε από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
VΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, 25/2003, 3/1997, ΑΠ 1123/2013, 460/2013), με την έννοια δε αυτή "πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης (ΟλΑΠ 22/2005, 25/2003) που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς, όχι, όμως, οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής κλπ., αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή κλπ., ούτε και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 2234/2014, 117/2013).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όπως εκτέθηκε και στην με στοιχ.
ΙΙΙ σκέψη της παρούσας, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος. Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός για συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, που δεν εκτιμήθηκε από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1356/2010) καθώς και στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικά μέσα, στα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης, δηλαδή προϋποθέτει αποδεικτικά μέσα αυξημένης αποδεικτικής δύναμης (ΑΠ 416/1999, 1152/2008, 278/201).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο και τελευταίο, κατά το πρώτο του σκέλος, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ προβάλλεται κατά της προσβαλλομένης η πλημμέλεια ότι δέχθηκε ως αληθινό, χωρίς απόδειξη, το γεγονός ότι ο αναρεσείων εργαζόταν κατά δύο ώρες υπερωριακά κατά μέσον όρο την ημέρα αντί των αναφερόμενων στην αγωγή 7,5 ωρών.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη, για να καταλήξει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο ενάγων κατά το επίδικο διάστημα απασχολήθηκε υπερωριακά 2 ώρες κατά μέσον όρο την ημέρα τις καθημερινές και τις Κυριακές (και επί 10 ώρες τα Σάββατα και τις αργίες), έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση, σε μερικά από τα οποία μάλιστα έγγραφα έγινε και ειδική μνεία.
Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω - κατά το δεύτερο σκέλος του - λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη, διότι - όπως ισχυρίζεται - δέχθηκε ότι πραγματοποίησε ώρες υπερωριακής απασχόλησης λιγότερες από εκείνες που προκύπτουν από το βιβλίο υπερωριών του πλοίου, το οποίο ως εμπορικό βιβλίο παρέχει πλήρη απόδειξη, παραβιάζοντας έτσι τους ορισμούς του νόμου για τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι κατά τα άρθρα 444 περ. α’ και 448 ΚΠολΔ τα εμπορικά βιβλία, όπως είναι και το βιβλίο υπερωριών του πλοίου, εφόσον είναι συντεταγμένα κατά τους νόμιμους τύπους, αποτελούν, για όσα αναφέρονται σ’ αυτά, πλήρη απόδειξη (επιτρεπομένης ανταπόδειξης) μεταξύ εμπόρων ή άλλων προσώπων υποχρεωμένων να τηρούν όμοια βιβλία και όχι, όπως συμβαίνει εδώ, μεταξύ τούτων και τρίτου, και συνεπώς στην προκείμενη περίπτωση το ανωτέρω εμπορικό-επαγγελματικό βιβλίο δεν έχει μεταξύ των διαδίκων αυξημένη αποδεικτική δύναμη.
Μετά τις ανωτέρω σκέψεις, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, να συμψηφιστούν δε αυτά κατά τα υπόλοιπο λόγω του δυσερμηνεύτου των διατάξεων που εφαρμόστηκαν (άρθρα 106, 179 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την κρινόμενη από 25.7.2016 αίτηση του Κ. Κ. για αναίρεση της 261/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το οποίο ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ