Legislator Case Law & Legislation
871/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding compliance with prior annulment decision.

Case Number 871/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Athens Court of Appeal's decision of 627/2015. The appellant argued the lower court erred in interpreting wage index documents, but the court found the lower court correctly applied the relevant legal framework. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 579, 580, 581 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible only if the referring court failed to comply with the legal issues decided in the prior annulment judgment, and the referring court is bound by the legal findings of the Supreme Court.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure annulment appeal procedural compliance binding precedent legal costs referring court Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 18 of the Code of Civil Procedure
Article 579, paragraph 1, item a of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 581, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 871 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 871/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΒΕ", που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μπρέγιαννο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μιχελή, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-5-2006 και 5-2-2007 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3690/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 5524/2010 του Εφετείου Αθηνών.

Μετά την άσκηση αναίρεσης, εκδόθηκε η 1528/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω αναφερόμενη εφετειακή απόφαση, παρέπεμψε την εκδίκαση της υπόθεσης στο αυτό Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εν συνεχεία εκδόθηκε η 627/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-10-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 20-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 § 1 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 580 § 4 ΚΠολΔ οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 581 § 2 του ίδιου Κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό.

Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται, σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση, άλλωστε, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Αν το δικαστήριο της παραπομπής εκτιμήσει διαφορετικά τα πραγματικά περιστατικά και αυτά επιδέχονται διαφορετικές νομικές λύσεις, ο παραμερισμός της νομικής λύσης της παραπεμπτικής αναιρετικής απόφασης δεν θεμελιώνει τον προαναφερθέντα λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο της παραπομπής, στην περίπτωση αυτή, λειτουργεί αυτόνομα.

Όταν όμως η διαφορετική νομική λύση που δέχθηκε το δικαστήριο της παραπομπής στηρίζεται σε λανθασμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του ή στην αντίθετη περίπτωση, που δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, μολονότι υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, επιτρέπεται αναίρεση κατά της απόφασής του, για τον προβλεπόμενο όμως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο (ΑΠ 867/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις ένδικες, από 15-5-2006 και 5-2-2007 αγωγές της, που άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε, μετά τη μερική παραίτηση του ενός και τον περιορισμό του άλλου αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει ως υπόλοιπο εργολαβικού ανταλλάγματος για την κατασκευή και ανακατασκευή επιβαταμαξών ποσά 1.966.770,28 ευρώ και 288.873,62 ευρώ, αντίστοιχα, νομιμοτόκως από την παράδοση κάθε επιβατάμαξας, αλλιώς από την επίδοση της κάθε αγωγής.

Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η 3690/2009 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκαν οι αγωγές ως αβάσιμες. Μετά την άσκηση κατά της παραπάνω απόφασης της από 24-9-2009 έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας - ενάγουσας εκδόθηκε η 5524/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δέχθηκε τις αγωγές, όπως είχαν περιορισθεί, στο σύνολό τους.

Κατά της εν λόγω απόφασης του Εφετείου ασκήθηκε από την αναιρεσίβλητη - εναγομένη η από 10-2-2011 αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1528/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η εφετειακή απόφαση για τους προβλεπόμενους από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης και παραπέμφθηκε στη συνέχεια η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση επί της ουσίας στο ίδιο δικαστήριο.

Ειδικότερα, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε, ότι το Εφετείο διέλαβε στην ανωτέρω απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της ανάγκης ερμηνείας του όρου 7 των δύο συμβάσεων, και συνακόλουθα της εφαρμογής ή μη των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, κρίνοντας ότι το περιεχόμενό του είναι σαφές, κατηγορηματικό και πλήρες, μη επιδεχόμενο ερμηνείας, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις διατάξεις των ως άνω άρθρων, αφού, αν και διαπίστωσε την ύπαρξη κενού στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, παρέλειψε να προσφύγει για τη συμπλήρωση και ερμηνεία τους στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων.

Ακολούθως, η υπόθεση εισήχθη και πάλι στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη 627/2015 απόφασή του, με την οποία απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη. Ειδικότερα, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, διαπίστωσε ότι οι ένδικες συμβάσεις χρήζουν ερμηνείας και ερμηνεύοντας αυτές σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, έκρινε ότι, αν ήταν εφικτό, ο συντελεστής Μο στο μαθηματικό τύπο, με βάση τον οποίο υπολογιζόταν το εργολαβικό αντάλλαγμα για την κατασκευή ή ανακατασκευή κάθε επιβατάμαξας, θα είχε ως βάση υπολογισμού κατά το χρόνο συνάψεως των συμβάσεων το σύνολο των επιχειρήσεων της χώρας στον τομέα αυτό και όχι δείγμα από μικρό αριθμό επιχειρήσεων του ίδιου τομέα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, και ότι η χρήση του δείκτη αυτού είναι σύμφωνη με το πραγματικό περιεχόμενο του σχετικού άρθρου των συμβάσεων, και κατά συνέπεια, θέτοντας η αναιρεσίβλητη ως βάση υπολογισμού τον αναπροσαρμοσμένο κατά τον τρόπο αυτό δείκτη και καταβάλλοντας στην αναιρεσείουσα το αντίστοιχο εργολαβικό αντάλλαγμα, προέβη σε προσήκουσα εκτέλεση των συμβάσεων και δεν υφίσταται υπόλοιπο προς καταβολή, και ότι συνακόλουθα οι ένδικες αγωγές είναι απορριπτέες ως αβάσιμες.

Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη συμμόρφωσης του Εφετείου, ως δικαστηρίου της παραπομπής, στην 1528/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι, ενώ με την κρίση του Αρείου Πάγου για έλλειψη νόμιμης βάσεως αναιρέθηκε η 5524/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών στο σύνολό της, η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι αναιρέθηκε εν μέρει, και υπολαμβάνοντας στη συνέχεια ότι η κρίση για έλλειψη νόμιμης βάσεως είναι δεσμευτική, δεν ερεύνησε την υπόθεση εξ υπαρχής μέσα στα όρια της εφέσεως, αλλά περιορίστηκε να ερευνήσει τα δύο ερμηνευτικά ζητήματα, που διαζευκτικά τέθηκαν με την αναιρετική απόφαση ως προς το μέγεθος του συντελεστή Μο κατά το χρόνο συνάψεως των συμβάσεων, τα οποία ωστόσο δεν αποτελούσαν επίλυση νομικού ζητήματος, και κατά συνέπεια εσφαλμένα θεώρησε το Εφετείο ότι δεσμευόταν από την κρίση αυτή του Αρείου Πάγου.

Οι αιτιάσεις αυτές της αναιρεσείουσας ελέγχονται ως αβάσιμες, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενες. Ειδικότερα, η 1528/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου εστίασε το σφάλμα της 5524/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών στην έλλειψη επαρκών αιτιολογιών ως προς το ζήτημα κατά πόσον το περιεχόμενο του άρθρου 7 των επίδικων συμβάσεων ήταν σαφές, κατηγορηματικό και πλήρες, όπως είχε δεχθεί το Εφετείο, χωρίς ωστόσο να προσδιορίσει στην απόφασή του, α) ποιος θα ήταν ο συντελεστής Μο στον τύπο αναπροσαρμογής του εργολαβικού ανταλλάγματος κατά το χρόνο συνάψεως των επίδικων συμβάσεων, αν είχε ως βάση υπολογισμού το σύνολο των επιχειρήσεων της χώρας και όχι δείγμα από μικρό αριθμό επιχειρήσεων του τομέα αυτού σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, και β) αν τα συμβαλλόμενα μέρη απέβλεψαν για την αναπροσαρμογή του εργολαβικού ανταλλάγματος ως προς τη μεταβολή των ημερομισθίων στο δείγμα των εταιρειών, που περιλαμβάνονταν στο στατιστικό δελτίο του ΙΚΑ, και όχι στο απρόβλεπτο δείγμα του συνόλου των επιχειρήσεων της χώρας.

Το ζήτημα όμως αυτό ήταν αποφασιστικής σημασίας για το αίτημα των αγωγών, εφόσον η υιοθέτηση της μιας ή της άλλης απόψεως θα είχε ως συνέπεια την αποδοχή ή απόρριψη των αγωγών στο σύνολό τους, και κατά τούτο η αναίρεση της ως άνω αποφάσεως ήταν ολική. Και ναι μεν στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται λόγος για αναίρεση εν μέρει, πλην όμως τούτο οφείλεται στο ότι το σφάλμα εστιάσθηκε στο συγκεκριμένο ζήτημα, χωρίς να θιγούν οι λοιπές παραδοχές της αποφάσεως, τις οποίες άλλωστε ούτε με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως μέμφεται η αναιρεσείουσα.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ως προς το ζήτημα αυτό τα ακόλουθα: "... Οι συμβαλλόμενοι διάδικοι κατά την κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων δεν γνώριζαν ότι το Ι.Κ.Α. θα άλλαζε κάποια στιγμή τη βάση των δεδομένων, επί των οποίων θα υπολόγιζε το γενικό δείκτη μέσων ημερομισθίων βιομηχανίας κατασκευής μεταφορικών μέσων και ότι θα έπαυε πλέον να λαμβάνει υπόψη τα στοιχεία μικρού αριθμού επιχειρήσεων του τομέα αυτού σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη με μερική και πλήρη απασχόληση και ότι έκτοτε θα βασιζόταν στα στοιχεία των επιχειρήσεων όλης της χώρας του τομέα αυτού, που θα αφορούσαν εργαζόμενους με πλήρη απασχόληση, με αποτέλεσμα οι σχετικές ένδικες συμφωνίες των διαδίκων να χρήζουν ερμηνείας, σύμφωνα με τους όρους των άρθρων 173 και 200 ΑΚ".

Στη συνέχεια, λαμβάνοντας υπόψη, όπως αναφέρει, τη φύση και το σκοπό των δικαιοπραξιών, τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των μερών, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, έκρινε ότι "... αν ήταν εφικτό, ο συντελεστής Μο κατά το χρόνο συνάψεως των ένδικων συμβάσεων θα είχε ως βάση υπολογισμού το σύνολο των επιχειρήσεων της χώρας στον τομέα αυτό και όχι δείγμα από μικρό αριθμό επιχειρήσεων του τομέα αυτού σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη".

Με βάση την κρίση αυτή προχώρησε στη συνέχεια σε αναγωγή (αντιστοίχιση) των ποσών που αφορούσαν το δείκτη Μο στα νέα δεδομένα, δηλαδή στα ποσά που αναφέρονταν στο νέο εκδιδόμενο μηνιαίο στατιστικό δελτίο απασχόλησης του Ι.Κ.Α. και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θέτοντας η αναιρεσίβλητη ως βάση υπολογισμού τον αναπροσαρμοσμένο κατά τον τρόπο αυτό δείκτη και καταβάλλοντας στην αναιρεσείουσα το αντίστοιχο εργολαβικό αντάλλαγμα, προέβη σε προσήκουσα εκτέλεση των συμβάσεων και δεν υφίσταται υπόλοιπο προς καταβολή.

Την κρίση αυτή εξέφερε το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου και τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, και όχι ως δεσμευόμενο από την κρίση του Αρείου Πάγου, η οποία δεν ήταν επί νομικού ζητήματος, ούτε άλλωστε η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι υπήρχε τέτοια δέσμευση.

Συνακόλουθα τούτων, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προεκτέθηκε, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται αφενός ότι κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική βούληση των δικαιοπρακτούντων. Αναζητείται δηλαδή η ρύθμιση την οποία θα έθεταν τα μέρη (και όχι ο οποιοσδήποτε τρίτος ή ο δικαστής), σύμφωνα προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, εάν αντιμετώπιζαν το θέμα.

Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. Ο ίδιος λόγος επίσης ιδρύεται και όταν με τη δοθείσα ερμηνεία παραβιάζονται οι αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, ως κριτηρίων συμπεριφοράς που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, όταν, δηλαδή, το ερμηνευτικό πόρισμα δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου, την ιδιαίτερη προστασία του οποίου επιδιώκει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πώς η σχετική δήλωση του ενός αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος.

Η βαρύτητα πάντως κάθε κριτηρίου, ιδίως επί συγκρούσεως μεταξύ τους, δεν μπορεί να προσδιορισθεί εκ των προτέρων με γενικούς κανόνες, αλλά θα κρίνεται κάθε φορά in concreto. Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τα άνω, τη δήλωση βουλήσεως α) δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, β) δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων και γ) δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της συμβάσεως (ΑΠ 211/2011).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 934/2014). Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις, με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, απέρριψε τις κατά της αναιρεσίβλητης ένδικες αγωγές της για την καταβολή υπολοίπου εργολαβικού ανταλλάγματος των αναφερόμενων σ’ αυτές συμβάσεων έργου.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή το Εφετείο δέχθηκε ότι ο συντελεστής Μο, που αποτελούσε μέρος του μαθηματικού τύπου για την αναπροσαρμογή του εργολαβικού ανταλλάγματος, θα είχε ως βάση υπολογισμού, αν ήταν εφικτό κατά το χρόνο συνάψεως των ένδικων συμβάσεων, το σύνολο των επιχειρήσεων της χώρας στον τομέα κατασκευής μεταφορικών μέσων και όχι δείγμα από μικρό αριθμό επιχειρήσεων του τομέα αυτού σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, και ότι συνακόλουθα θα έπρεπε να γίνει αναγωγή (αντιστοίχιση) των νέων δεδομένων στα ποσά που αναφέρονται στο στατιστικό δελτίο του ΙΚΑ, και ισχυρίζεται ότι η εν λόγω ερμηνευτικώς εξενεχθείσα κρίση του Εφετείου περί της αληθούς δικαιοπρακτικής βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων αντικρούεται από τα χρησιμοποιηθέντα προς ανεύρεσή της κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, λόγω των ανεπαρκών αιτιολογιών που διαλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, μετ’ εκτίμηση του συνόλου των από τους διαδίκους νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ως προς την ουσία του κρίσιμου ως άνω ζητήματος, τα ακόλουθα: "Με τις ίδιες ... συμβάσεις συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ότι το ...

προσωρινό βασικό τίμημα ... θα οριστικοποιηθεί μετά τη διενέργεια κοστολογικού ελέγχου, κατά τη διάρκεια κατασκευής και ανακατασκευής κάθε επιβατάμαξας και ότι τόσο το προσωρινό, όσο και το οριστικό βασικό τίμημα, αναπροσαρμόζεται, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 7 αμφοτέρων των συμβάσεων. ... Σύμφωνα με το ...

άρθρο 7 των συμβάσεων το ... τίμημα ... θα αναπροσαρμοζόταν με βάση τον τύπο: Χ = Χο (0,09 + 0,24 Μ/Μο + 0,02 Ε/Εο + 0,65 Π/Πο), όπου Χ είναι η αναπροσαρμοσμένη τιμή μονάδας του προϊόντος, Χο η συμβατική τιμή με βάση τον Αύγουστο 1997 για ...22-12-1997 σύμβαση και τον Οκτώβριο 1997 για ...22-12-1997 σύμβαση, 0,09 το αμετάβλητο μέρος της συμβατικής τιμής, 0,24 ο συντελεστής συμμετοχής των εργατικών, Μ η τιμή του Γενικού Δείκτη Μέσων Ημερομισθίων του ΙΚΑ Βιομηχανίας Κατασκευής Μεταφορικών Μέσων κατά το χρόνο πραγματοποίησης κάθε καταβολής, Μο η ανωτέρω τιμή (του Γενικού Δείκτη Μέσων Ημερομισθίων του ΙΚΑ Βιομηχανίας Κατασκευής Μεταφορικών Μέσων), κατά τον Αύγουστο του 1997 για ...1997 σύμβαση και κατά τον Οκτώβριο του ιδίου έτους για ...1997 σύμβαση ... 0,65 ο συντελεστής συμμετοχής των υλικών, Π η τιμή του δείκτη για τα χαλυβδόφυλλα ...

που αναφέρεται στο Δελτίο Τιμών της Δ.Ε.Η. του μήνα καταβολής της πρώτης τμηματικής πληρωμής, και Πο η προηγούμενη τιμή του Αυγούστου και Οκτωβρίου του 1997 για κάθε μια από τις πιο πάνω συμβάσεις, αντίστοιχα. Στο προαναφερόμενο άρθρο των πιο πάνω συμβάσεων ορίστηκε, ότι η αναπροσαρμογή του καταβαλλόμενου στην εκκαλούσα τιμήματος θα γίνεται με εφαρμογή του ανωτέρω μαθηματικού τύπου, ότι στον εν λόγω τύπο, μεταξύ άλλων, πολλαπλασιάζεται ο αριθμός 0,24 με το κλάσμα Μ/Μο και ότι ο Μ (ο αριθμητής δηλαδή του κλάσματος) αντιστοιχεί στην τιμή του γενικού δείκτη μέσων ημερομισθίων του ΙΚΑ, στον τομέα βιομηχανίας κατασκευής μεταφορικών μέσων, κατά τους χρόνους παράδοσης των επιβαταμαξών και καταβολής του τιμήματος, ενώ ο Μο (ο παρονομαστής του ίδιου κλάσματος) αντιστοιχεί στην τιμή του ίδιου δείκτη, τον Αύγουστο του 1997 (για ...1997 σύμβαση) και τον Οκτώβριο του 1997 (για ...1997 σύμβαση), όπως οι πιο πάνω τιμές καθορίζονται από το ΙΚΑ.

Μέχρι την 1-1-2002, η άνω τιμή του γενικού δείκτη μέσων ημερομισθίων του ΙΚΑ του τομέα βιομηχανίας κατασκευής μεταφορικών μέσων προέκυπτε από ένα εκδιδόμενο ανά δίμηνο, από τη Διεύθυνση Αναλογιστικών Μελετών και Στατιστικής του ΙΚΑ, δελτίο με τίτλο "Δελτίο Δεικτών Ημερομισθίων". Ο τρόπος υπολογισμού του γενικού δείκτη μέσων ημερομισθίων, που βασιζόταν στο άνω δελτίο, ήταν εντελώς δειγματοληπτικός και βασιζόταν σε στοιχεία που υπέβαλε μικρός αριθμός επιχειρήσεων της Αττικής και Θεσσαλονίκης μόνο, τα οποία αφορούσαν πλήρη και μερική απασχόληση.

Από 1-1-2002, όμως, όταν πλέον ολοκληρώθηκε η μηχανοργάνωση της άνω Διεύθυνσης του ΙΚΑ, αυτή έπαψε να εκδίδει το άνω διμηνιαίο δελτίο, το οποίο αντικατέστησε με το μηνιαίο υπό τον τίτλο "Μηνιαίο Στατιστικό Δελτίο Απασχόλησης". Τα στοιχεία, που περιλαμβάνονται στο εν λόγω δελτίο, αποτυπώνουν με ακρίβεια το μέσο ημερομίσθιο των εργαζομένων κάθε οικονομικού κλάδου.

Αποδείχθηκε ακόμη . οι συμβαλλόμενοι διάδικοι, κατά την κατάρτιση• των συμβάσεων αυτών, δεν γνώριζαν ότι το Ι.Κ.Α. θα άλλαζε κάποια στιγμή τη βάση των δεδομένων, επί των οποίων θα υπολόγιζε το γενικό δείκτη μέσων ημερομισθίων Βιομηχανίας Κατασκευής Μεταφορικών Μέσων και ότι θα έπαυε πλέον να λαμβάνει υπόψη τα στοιχεία μικρού αριθμού επιχειρήσεων του τομέα αυτού σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη με μερική και πλήρη απασχόληση και ότι έκτοτε θα βασιζόταν στα στοιχεία των επιχειρήσεων όλης της χώρας του τομέα αυτού, που θα αφορούσαν εργαζομένους με πλήρη απασχόληση, με αποτέλεσμα, οι σχετικές ένδικες συμφωνίες των διαδίκων, να χρήζουν ερμηνείας, σύμφωνα με τους όρους των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.

Όπως οι ένδικες συμβάσεις ερμηνεύονται από το παρόν Δικαστήριο, αφού ληφθεί υπόψη η φύση και ο σκοπός των δικαιοπραξιών, οι συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις της βουλήσεως των μερών και το πώς οι σχετικές δηλώσεις του ενός μέρους, αναμένονταν να εκληφθούν από το άλλο, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κρίνεται ότι, αν αυτό ήταν εφικτό, ο συντελεστής Μο κατά το χρόνο συνάψεως των ένδικων συμβάσεων, θα είχε ως βάση υπολογισμού το σύνολο των επιχειρήσεων της χώρας στον τομέα αυτό, και όχι δείγμα από μικρό αριθμό επιχειρήσεων του τομέα αυτού σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.

Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι, η εκκαλούσα, παρέδωσε στην εφεσίβλητη, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 2003 μέχρι τον Απρίλιο του 2005, τις 79 επιβατάμαξες, που περιλαμβάνονται στην σύμβαση ....12.1997, ενώ, τις 42 επιβατάμαξες, που περιλαμβάνονται στη σύμβαση ....12.1997, τις παρέδωσε κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του 2002 μέχρι τον Νοέμβριο του 2004.

Η εκκαλούσα, για κάθε επιβατάμαξα, που παρέδιδε στην εφεσίβλητη, εξέδιδε και το σχετικό τιμολόγιο, στο οποίο ανέγραφε και το τίμημα αυτής, αναπροσαρμοσμένο, με βάση τον προαναφερόμενο μαθηματικό τύπο. Μεταξύ άλλων δε, ως αριθμητή του κλάσματος Μ/ΜΟ που πολλαπλασίαζε με τον συντελεστή 0,24 της συμμετοχής των εργατικών, δηλαδή στην αναπροσαρμογή, έθετε την τιμή του γενικού δείκτη μέσων ημερομισθίων του ΙΚΑ, του τομέα βιομηχανίας κατασκευής μεταφορικών μέσων, όπως αυτός διαμορφωνόταν, κάθε φορά, κατά το χρόνο της παράδοσης κάθε επιβατάμαξας και, συνεπώς, πληρωμής, ,και ως παρονομαστή, την τιμή του ιδίου γενικού δείκτη, η οποία, για μεν την 41 β/1997 σύμβαση, αντιστοιχούσε στα ημερομίσθια του Αυγούστου του 1997, για δε ...1997 σύμβαση, αντιστοιχούσε στα ημερομίσθια του Οκτωβρίου του ιδίου έτους.

Ως πηγή εύρεσης των άνω τιμών, η εκκαλούσα χρησιμοποιούσε τα σχετικά δελτία του ΙΚΑ. Έτσι, ως αριθμητή έθετε την τιμή, που αναφερόταν στο "Μηνιαίο Στατιστικό Δελτίο Απασχόλησης" , που η άνω αρμοδία Υπηρεσία του ΙΚΑ εξέδιδε από 1-1-2002, κατά τον αντίστοιχο χρόνο παράδοσης κάθε επιβατάμαξας, ενώ ως παρονομαστή, την τιμή του μέσου ημερομισθίου του ΙΚΑ του Αυγούστου του 1997 για την πρώτη σύμβαση και του Οκτωβρίου του 1997 για την δεύτερη και η οποία, σύμφωνα με το τότε εκδιδόμενο διμηνιαίο "Δελτίο Δεικτών Ημερομισθίων" ανερχόταν στα ποσά των 10.082,79 δραχμών και ήδη 29,59 ευρώ και 10.167,98 δραχμών και ήδη 29,84 ευρώ, αντίστοιχα.

Η εφεσίβλητη όμως, τον Ιούνιο του 2004, επέστρεψε στην εκκαλούσα όλα τα τιμολόγια, που η τελευταία είχε εκδώσει μέχρι τότε και των δύο συμβάσεων, και αρνήθηκε να της καταβάλει τα αναφερόμενα σ’ αυτά ποσά, όπως αρνούνταν στη συνέχεια να το πράξει, σε όλη τη διάρκεια της παράδοσης των επιβαταμαξών και η οποία ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 2005 για την πρώτη και τον Νοέμβριο του 2004 για τη δεύτερη των άνω συμβάσεων.

Συναφώς, ισχυρίστηκε ότι, αφού άλλαξε από 1-1-2002, ο τρόπος υπολογισμού από το ΙΚΑ του μέσου ημερομισθίου αυτού, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, δεν ήταν δυνατόν ο παρονομαστής Μο του άνω κλάσματος, με τον οποίο συμμετέχουν τα εργατικά στην αναπροσαρμογή του συμβατικώς καθορισθέντος τιμήματος, να ανέλθει στα άνω ποσά, επειδή αυτά είχαν υπολογισθεί με το παλαιό, ισχύοντα μέχρι 31-12-2001, τρόπο και ότι έπρεπε να γίνει αναγωγή (αντιστοίχιση) των πιο πάνω ποσών στα νέα δεδομένα, ήτοι στα ποσά που αναφέρονται στο νέο εκδιδόμενο "Μηνιαίο Στατιστικό Δελτίο Απασχόλησης" του ΙΚΑ.

Η αρμόδια υπηρεσία του Ι.Κ.Α., προκειμένου να "διευκολύνει τους αποδέκτες του παλαιού δείκτη ημερομισθίων για μετάβαση από τα παλαιά μεγέθη στα νέα", εξέδωσε για το μήνα Ιανουάριο του 2002, μόνο ένα δελτίο, στο οποίο υπολόγιζε τα μέσα ημερομίσθια και με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού και προέβη στον ακόλουθο υπολογισμό Μο:

Συγκεκριμένα, εφαρμόζοντας απλή μέθοδο των τριών και με δεδομένο (προερχόμενο από το άνω δελτίο του ΙΚΑ) ότι ο δείκτης του Ιανουαρίου του 2002, που με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού είναι 36,18 ευρώ και με το νέο αντιστοιχεί σε 45,16 ευρώ, υπολογίζει ότι ο παρονομαστής του ενδιαφέροντος εν προκειμένου κλάσματος (Μο), που απεικονίζει τον δείκτη μέσων ημερομισθίων των μηνών Αυγούστου και Οκτωβρίου του 1997, υπολογιζόμενος με την τότε ισχύουσα παλαιά μέθοδο, πρέπει να ανέλθει σε διαφορετικά από τα προαναφερόμενα ποσά, ήτοι σ’ αυτά των 36,93 και 37,25 ευρώ, αντίστοιχα.

Δηλαδή, αφού ο παλαιός δείκτης του Ιανουαρίου 2002, που είναι 36,18, αντιστοιχεί στο νέο σε 45,16 ευρώ, ο παλαιός δείκτης του Αυγούστου του 1997, που είναι 29,59 ευρώ, αντιστοιχεί σε Χ νέο ποσό όπου Χ = 45,16 Χ 29,59/36,18 = 36,93 και με όμοιο υπολογισμό για τον Οκτώβριο του 1997, Χ = 45,16 χ 29,04/36,18 = 37,25 (αφού ο παλαιός δείκτης του Οκτωβρίου του .1997 είναι 29,84 ευρώ).

Κατ’ αυτό τον τρόπο, αντικατέστησε τα ποσά του παρονομαστή Μο του άνω κλάσματος από 29,59 σ...1997 σύμβαση, σε 36,93 ευρώ και από 29,84 σ...1997 σύμβαση σε 37,25 ευρώ. Έτσι, αφού έθεσε μεγαλύτερο παρονομαστή στο κλάσμα Μ/Μο, με το οποίο συμμετείχε, κατά 24%, το κόστος των εργατικών στην αναπροσαρμογή του οφειλομένου απ’ αυτή στην εκκαλούσα τιμήματος, μειώθηκε, το με βάση τον άνω υπολογισμό, εξαγόμενο ποσό.

Η χρήση και εφαρμογή του άνω τροποποιημένου κλάσματος από την εφεσίβλητη, είναι σύμφωνη με το πραγματικό περιεχόμενο του άρθρου 7 των άνω συμβάσεων...Ως εκ τούτου, η, αναπροσαρμογή των τιμών, όπως αυτή εφαρμόστηκε από την εναγομένη-εφεσίβλητη εταιρεία, οδηγεί σε προσήκουσα εκπλήρωση των επίδικων συμβάσεων".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ένδικες αγωγές είναι αβάσιμες και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως, αν και με διαφορετικές αιτιολογίες. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως πλημμέλειες αφού, μετά την ανέλεγκτη διαπίστωση της υπάρξεως κενού στη διατύπωση του επικαλουμένου από την αναιρεσείουσα όρου, προσέφυγε, ορθώς, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να αναζητήσει δι’ αυτών την αληθινή δικαιοπρακτική βούληση των συμβληθέντων μερών και, χρησιμοποιώντας ως κριτήρια την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά την εκτεθείσα στη σχετική μείζονα σκέψη έννοια, η ανάλυση των οποίων δεν είναι απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην απόφαση, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, τη φύση και το χαρακτήρα των συμβάσεων, την προκύπτουσα από το όλο περιεχόμενο αυτών (ένδικων συμβάσεων) βούληση των διαδίκων δέχθηκε, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αφενός ότι ο συντελεστής Μο κατά το χρόνο συνάψεως τούτων θα είχε ως βάση υπολογισμού, αν ήταν εφικτό, το σύνολο των επιχειρήσεων της χώρας στον τομέα της βιομηχανίας κατασκευής μεταφορικών μέσων και όχι δείγμα από μικρό αριθμό επιχειρήσεων του τομέα αυτού σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αφετέρου δε ότι η χρήση του δείκτη αυτού, αναπροσαρμοσμένου κατά τον περιγραφόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση τρόπο, είναι σύμφωνη με το πραγματικό περιεχόμενο του άρθρου 7 των συμβάσεων.

Ειδικότερα, η χρήση της απλής μεθόδου των τριών σε συνδυασμό με το από Ιανουαρίου 2002 στατιστικό δελτίο του ΙΚΑ και το υπ’ αριθμ. πρωτ. ...8-4-2003 έγγραφο της Διεύθυνσης Αναλογιστικών Μελετών και Στατιστικής του ΙΚΑ, στα οποία υπολογίζονταν τα μέσα ημερομίσθια και με τον παλιό και με το νέο τρόπο, ήταν η μόνη δυνατότητα για να υπολογισθεί ο συντελεστής Μο, όπως ερμηνεύθηκε, κατά το χρόνο συνάψεως των συμβάσεων.

Η, με βάση τα παραπάνω κριτήρια, εξενεχθείσα κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφορώσα στον τρόπο υπολογισμού του εργολαβικού ανταλλάγματος που δικαιούταν η αναιρεσείουσα, εναρμονίζεται με την έννοια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αφού με τη δοθείσα ερμηνεία εξασφαλίζεται η προκύπτουσα μεταβολή του κόστους των εργατικών, ως συμβολή στο ποσό του εργολαβικού ανταλλάγματος, κατά ομοιόμορφο τρόπο, ενόψει του ότι και οι δύο συντελεστές του κλάσματος Μ/Μο έχουν υπολογισθεί με τα αυτά πραγματικά δεδομένα, δηλαδή το σύνολο των επιχειρήσεων της χώρας στον τομέα της βιομηχανίας κατασκευής μεταφορικών μέσων.

Υπό τις παραδοχές αυτές της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες καλύπτουν πλήρως το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και δικαιολογούν απολύτως το αποδεικτικό πόρισμα, δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι από το αρθ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ προβαλλόμενες αιτιάσεις, και ο συναφής με αυτές δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Περαιτέρω, παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολομ.

ΑΠ 2/2008). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο: α) του από Ιανουαρίου 2002 "Μηνιαίου Στατιστικού Δελτίου Απασχόλησης" του ΙΚΑ και β) του υπ’ αριθμ. πρωτ. ...8-4-2003 εγγράφου της Διευθύνσεως Αναλογιστικών Μελετών και Στατιστικής του ΙΚΑ, τα οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Ειδικότερα, επικαλείται ότι, ενώ στο πρώτο έγγραφο περιέχονται μόνο τα μέσα ημερομίσθια του μηνός Ιανουαρίου 2002 υπολογιζόμενα με το νέο τρόπο υπολογισμού, δηλαδή με βάση το σύνολο των επιχειρήσεων της χώρας με προσωπικό άνω των 10 ατόμων και με πλήρη απασχόληση, και στο δεύτερο έγγραφο, που εκδόθηκε μετά από 15 μήνες, καθορίζονται τα μέσα ημερομίσθια του μηνός Ιανουαρίου 2002 υπολογιζόμενα με "αναγωγή", το Εφετείο δέχθηκε ότι το ΙΚΑ, προκειμένου να διευκολύνει τους αποδέκτες του παλαιού δείκτη ημερομισθίων από τα παλαιά μεγέθη στα νέα, εξέδωσε τον Ιανουάριο 2002 μόνο ένα δελτίο, στο οποίο υπολόγισε το μέσο ημερομίσθιο και με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού, και διά της εφαρμογής της απλής μεθόδου των τριών υπολόγισε με αναγωγή το μέγεθος του δείκτη Μο για τους μήνες Αύγουστο 1997 και Οκτώβριο 1997, αντίστοιχα, και έτσι σχημάτισε το δικανικό του πόρισμα από τα έγγραφα αυτά, ή κυρίως από αυτά, και καθόρισε το δείκτη Μο στο ποσό των 36,93 ευρώ αντί των 29,59 ευρώ για τον Αύγουστο 1997 και σε 37,25 ευρώ αντί των 29,84 ευρώ για τον Οκτώβριο 1997 και δέχθηκε εν τέλει ότι η χρήση και εφαρμογή του άνω τροποποιημένου κλάσματος είναι σύμφωνη με το πραγματικό περιεχόμενο του άρθρου 7 των ένδικων συμβάσεων.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως εκτέθηκαν κατά την έρευνα του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο των δύο αυτών εγγράφων, τα οποία συνδυαστικά ορθά ανέγνωσε, αφού δέχθηκε ότι η αρμόδια υπηρεσία του ΙΚΑ, προκειμένου να διευκολύνει τους αποδέκτες του παλαιού δείκτη ημερομισθίων για τη μετάβαση από τα παλαιά μεγέθη στα νέα, εξέδωσε για το μήνα Ιανουάριο 2002 μόνο ένα δελτίο, στο οποίο υπολόγιζε τα μέσα ημερομίσθια και με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού, δέχθηκε δε περαιτέρω ότι η αναιρεσίβλητη, ενόψει της τιμής του δείκτη για τον Ιανουάριο 2002 στο ποσόν των 36,18 ευρώ με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού και στο ποσό των 45,16 ευρώ με το νέο, προέβη ευλόγως στον υπολογισμό και την αναπροσαρμογή του παρονομαστή του κλάσματος Μ/Μο, που απεικονίζει το δείκτη μέσων ημερομισθίων των μηνών Αυγούστου και Οκτωβρίου 1997, διά της εφαρμογής της απλής μεθόδου των τριών, τη χρήση και εφαρμογή του οποίου έκρινε το δικαστήριο ως σύμφωνη με το πραγματικό περιεχόμενο του άρθρου 7 των ένδικων συμβάσεων, και με βάση την παραδοχή αυτή κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη προέβη σε προσήκουσα εκπλήρωση τούτων.

Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5 Οκτωβρίου 2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... A.Β.Ε.E." για αναίρεση της 627/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαϊου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ