Legislator Case Law & Legislation
871/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on indefinite-term labor contract characterization under Greek law.

Case Number 871/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a Thessaloniki Court of Appeals decision recognizing an indefinite-term labor contract. The plaintiff argued that her seven-month fixed-term contracts fulfilled permanent service needs, effectively creating an indefinite relationship before the 2001 constitutional reform. The court held that the nature of the contract depends on the duration agreed upon and the nature of the work, not the parties' labels, and ruled that the first contract acquired the character of an indefinite-term contract upon its conclusion.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code and Article 1 of Law 2112/1920: A labor contract is deemed indefinite-term when the duration is not agreed upon or cannot be inferred from the work's nature, regardless of the parties' designation.

Keywords

AI generated
indefinite-term labor contract fixed-term contract characterization constitutional reform 2001 public service employment labor law interpretation

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Article 22 of Law 3693/1957
Law 2112/1920
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 871 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 871/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 24η Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νομίμως εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Ευθυμίας Γκαράνη, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ά. Μ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Εμμανουηλίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 185/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 638/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με αυτήν, η έφεση έγινε δεκτή, η τότε εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίσθηκε και η αγωγή έγινε δεκτή ως προς την κυρία βάση της. Κατόπιν, όμως, ύστερα από την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως εκ μέρους του εναγομένου, η ως άνω απόφαση του Εφετείου Θράκης ακυρώθηκε με την 888/2012 απόφαση αυτού του δικαστηρίου και η υπόθεση αναπέμφθηκε στο ίδιο Εφετείο.

Κατά τη συζήτηση που επακολούθησε, εκδόθηκε η 140/2014 απόφαση του Εφετείου Θράκης, με την οποία εξαφανίσθηκε η τότε εκκαλουμένη και απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την κυρία βάση αυτής, σε συμμόρφωση προς την αναιρετική απόφαση, αλλά έγινε δεκτή ως προς την επικουρική βάση της. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-9-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 12-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη χρονική διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε μια τέτοια διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου. Ο νομικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από την ονομασία που προσδίδουν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στην αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας και διαπιστώνονται στην αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή και ορθό νομικό χαρακτηρισμό στην έννομη σχέση. Η εξουσία τού εκ μέρους του δικαστηρίου ορθού νομικού χαρακτηρισμού μιας έννομης σχέσης υφίσταται και για τις σχέσεις που αναπτύσσονται με συμβαλλόμενο το Ελληνικό Δημόσιο ή κάποιο νομικό πρόσωπο του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011 και 18/2006).

2. Επειδή, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης κατά τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος της Οδηγίας).

Η εν λόγω Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, αφ' ενός με το π.δ. 81/2003, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα (η ισχύς του οποίου άρχισε από την 2-4-2003) και αφ' ετέρου με το π.δ. 164/2004, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα (η ισχύς του οποίου άρχισε από την 19-7-2004).

Ανεξάρτητα, όμως, προς την παραπάνω Οδηγία, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου, αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου, είτε έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό είτε στο δημόσιο τομέα.

Η διάταξη αυτή ορίζει ότι οι διατάξεις του ν. 2112/1920 εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Και ακόμη, η ίδια διάταξη, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών προϋποθέσεων που επιβάλλονται για το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη, μάλιστα, προστασία έναντι εκείνης της ως άνω, μεταγενέστερης κοινοτικής Οδηγίας.

Διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, ανεξάρτητα από την ονομασία που έχουν δώσει οι συμβαλλόμενοι ή σε μια (ή σε διαδοχικές) σύμβαση ή σχέση εργασίας με αναφορά στη διάρκειά της, εναπόκειται στο αρμόδιο δικαστήριο να προβεί στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτής, ως αορίστου ή ορισμένου χρόνου, ανάλογα προς το αν, στην πραγματικότητα, με τη σύμβαση αυτή καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ή απρόβλεπτες και πρόσκαιρες ανάγκες της υπηρεσίας της εργοδότη.

Και, μάλιστα, ο εν λόγω ορθός νομικός χαρακτηρισμός ανατρέχει στο χρόνο κατάρτισης της συμβάσεως, μη δυνάμενος να θεωρηθεί ότι συνιστά ανεπίτρεπτη, εκ των υστέρων "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου σε αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 7 και 8/2011).

3. Επειδή, από τα προαναφερθέντα, συνάγεται ότι επί μίας ή διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες καταρτίσθηκαν με το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα πριν από την έναρξη ισχύος α) της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, που προαναφέρθηκε, β) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την τελευταία αναθεώρηση αυτού, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν ακόμη και την δια νόμου μονιμοποίηση του προσωπικού που προσλαμβάνεται για την κάλυψη απρόβλεπτων και πρόσκαιρων αναγκών ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που έχουν συναφθεί με το προσωπικό αυτό, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της οικείας υπηρεσίας και γ) των άρθρων 5 και 11 του π.δ. 164/2004, που ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις της κατ' εξαίρεση μετατροπής των, κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, ήτοι το να απέβλεπαν στην κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών και να ήσαν ενεργείς κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, [επί των συμβάσεων των περιπτώσεων αυτών] δεν εφαρμόζονται οι λόγω διατάξεις, διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά το χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων και κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, τη φύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παρά την εκ του νόμου απαγόρευση της σύναψής τους ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, την οποία [νομική φύση] διατήρησαν και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 7 και 8/2011, ΑΠ 1109/2011).

4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη 140/2014 απόφαση και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, το Εφετείο Θράκης δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, που είναι αρχαιολόγος, την 5-8-1998 προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και συγκεκριμένα από τα αρμόδια όργανα της ΙΓ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, που είναι αποκεντρωμένη υπηρεσία αυτού υπαγόμενη στο Υπουργείο Πολιτισμού, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για να απασχοληθεί σε πρόγραμμα ανασκαφών, στο αρχαίο νεκροταφείο "Τύμβος" της περιοχής Αλμυρού Βόλου.

Ότι η σύμβαση αυτή, κατά τη διάρκεια της οποίας η ενάγουσα υπέκειτο στο διευθυντικό δικαίωμα του προϊσταμένου της ΙΓ' Εφορείας, έληξε την 31-7-2001, λόγω παρόδου του συμφωνηθέντος χρόνου. Ότι την 17-9-2001, μετά από διακοπή ενάμιση μήνα, η ενάγουσα επαναπροσλήφθηκε από την ίδια Εφορεία Αρχαιοτήτων, και πάλι με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, ως αρχαιολόγος, για τη συνέχιση των ανασκαφών στον ίδιο τόπο.

Ότι η νέα σύμβαση έληξε την 26-5-2003, οπότε, μετά από σύντομη διακοπή, την 9-6-2003 η ενάγουσα προσλήφθηκε και πάλι από τη ΙΓ' Εφορεία, που εξακολουθούσε να είναι ο αποδέκτης της εργασίας της και να ασκεί επ' αυτής το διευθυντικό δικαίωμα, ως αρχαιολόγος στο Μουσείο Βόλου. Ότι η σύμβαση αυτή, που είχε δίμηνη διάρκεια, έληξε την 7-8-2003, οπότε, μετά από διακοπή ενός μηνός, την 8-9-2003, η ενάγουσα επαναπροσλήφθηκε από την ως άνω Εφορεία με την ίδια ειδικότητα και με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για τέσσερις μήνες.

Ότι, στη συνέχεια και λόγω της εξειδίκευσής της, την 1-6-2004, η ενάγουσα προσλήφθηκε ως αρχαιολόγος από την ΙΘ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου επτάμηνης διάρκειας και με τόπο παροχής της εργασίας της τη Μαρώνεια του νομού Ροδόπης. Ότι η σύμβαση αυτή έληξε την 31-12-2004 και ακολούθως, την 1-2-2005, η ενάγουσα προσλήφθηκε εκ νέου από τη ΙΘ' Εφορεία με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, μέχρι την 15-10-2005, για να έχει την επίβλεψη των αρχαιολογικών και αναστηλωτικών εργασιών στο αρχαίο θέατρο της Μαρώνειας.

Ότι καθ' όλη τη διάρκεια των συμβάσεων αυτών η ενάγουσα τελούσε υπό το διευθυντικό δικαίωμα του εκάστοτε Προϊσταμένου της οικείας Εφορείας Αρχαιοτήτων και τηρούσε το πλήρες ωράριο εργασίας, που ίσχυε και για το μόνιμο προσωπικό του εναγομένου, απασχολούμενη ανελλιπώς κατά μεν τους θερινούς μήνες σε ανασκαφές, κατά δε τους χειμερινούς στα μουσεία των αντίστοιχων περιοχών.

Ότι με τον τρόπο αυτό κάλυπτε πάντοτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του εναγομένου, τακτικές και προβλέψιμες, οι οποίες δεν ήταν δυνατό να αντιμετωπισθούν από το υπάρχον μόνιμο προσωπικό, που ήταν ανεπαρκές. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι, με δεδομένο το ότι η πρώτη από τις συμβάσεις αυτές είχε συναφθεί πριν από την ισχύ της συνταγματικής αναθεώρησης του έτους 2001, όλες τους είχαν εξ αρχής το χαρακτήρα μιας, ενιαίας σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Κατόπιν αυτού, δικάζοντας εκ νέου επί της αγωγής μετά την εξαφάνιση της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως, έκανε δεκτή την αγωγή ως προς την επικουρική βάση αυτής και, αφού αναγνώρισε την ως άνω έννομη σχέση, υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται πραγματικά την εργασία της ενάγουσας υπό καθεστώς συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με απειλή χρηματικής ποινής υπέρ αυτής.

Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ορθώς και με πλήρη αιτιολογία ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν (κατ' εφαρμογή των ΟλΑΠ 7 και 8/2011), σύμφωνα με τις οποίες, ως εκ του χρόνου καταρτίσεως της πρώτης από τις ένδικες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και των δι' αυτών εξυπηρετουμένων αναγκών της υπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου, αυτές είχαν αποκτήσει ήδη, πριν από έναρξη ισχύος της συνταγματικής μεταρρύθμισης, τη νομική φύση της ενιαίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, πράγμα που δεν συνιστούσε μετατροπή, αλλ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτών.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ή αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

5. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 μειωμένη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-9-2014 αίτηση περί αναιρέσεως της 140/ 2014 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 25η Μαΐου 2015. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 16η Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ