Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling voiding a property sale due to lack of shareholder resolution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision voiding a property sale contract. The appellant argued the sale was valid because the General Assembly had granted the necessary authorization, while the lower court found the contract void under Article 23a of Law 2190/1920 due to the absence of such approval. The Court upheld the lower court's finding that the company lacked the legal standing to proceed without the required shareholder resolution, thereby rejecting the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 23a and 47a of Law 2190/1920; A company sale of real estate is void if the General Assembly has not granted the specific authorization required by law, and an appeal based on the existence of such authorization fails when the authorization is proven absent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 871 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 871/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Α. του Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τα Βασίλειο Αντωνόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "OΛΥΜΠΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΙΚΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΤΕ" που εδρεύει στην …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κεφαλέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-6-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4776/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 736/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-12-2011 αίτησή της και τους από 30-10-2013 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 28-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η αναιρεσίβλητη εταιρία, με την από 7-6-2005 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία είχε απευθύνει κατά της αναιρεσείουσας και του Ε. Μ., ως ασκούντων την γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου αυτών Δ. Μ., αλλά και της πρώτης ατομικά, είχε ζητήσει, για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται σ'αυτήν, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα αγοραπωλητηρίου συμβολαίου (νομίμως μεταγραφέντος) δυνάμει του οποίου η αναιρεσείουσα και το ανήλικο τέκνο της, είχαν αποκτήσει κυριότητα επί ενός ακινήτου.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 4776/2008 οριστική απόφασή του, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης και έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης που είχαν προβάλει οι εναγόμενοι, στη συνέχεια έκανε δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε την ακυρότητα της πωλήσεως. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση ατομικά από την αναιρεσείουσα αλλά και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου της, επί της οποίας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη τακτική διαδικασία η 736/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία την απέρριψε α] κατ'ουσίαν κατά το μέρος που απευθύνετο κατά της εδώ αναιρεσίβλητης εταιρίας, β] ως απαράδεκτη αφενός μεν κατά το μέρος που είχε ασκηθεί και για λογαριασμό του ανηλίκου, αφετέρου δε κατά το μέρος που απευθύνθηκε κατά του πατρός αυτού Ε.
Μ.. Ήδη με την κρινόμενη αίτησης αναίρεσης που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, προσβάλλεται η εν λόγω απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Συνεπώς αυτή είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ ]. 2.
Επειδή, με το άρθρο 23α του ν.2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών" που προστέθηκε με το ν.5076/1931 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν.δ.4237/1962, ορίζεται: "α)Δάνεια της εταιρίας προς ιδρυτάς, μέλη του διοικητικού συμβουλίου, γενικούς διευθυντάς ή διευθυντάς αυτής, συγγενείς αυτών μέχρι και του τρίτου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συμπεριλαμβανομένων ή συζύγων των ανωτέρω ως και παροχή πιστώσεως προς αυτούς καθ'οιονδήποτε τρόπο, ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών προς τρίτους, απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα, β) Οιαισδήποτε άλλαι συμβάσεις της εταιρίας μετά των ως άνω προσώπων είναι άκυροι, άνευ προηγουμένης ειδικής εγκρίσεως υπό της γενικής συνελεύσεως των μετόχων.
Η απαγόρευσις αυτή δεν ισχύει προκειμένου περί συμβάσεως μη εξερχομένης των ορίων της τρεχούσης συναλλαγής της εταιρίας μετά των πελατών της". Από τη διατύπωση των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι τον κανόνα αποτελεί η ακυρότητα των οποιωνδήποτε άλλων συμβάσεων των αναφερομένων στις διατάξεις αυτές προσώπων μετά της εταιρίας και ότι κατ'εξαίρεσιν οι συμβάσεις αυτές είναι έγκυρες, στις περιπτώσεις της προηγούμενης ειδικής έγκρισής τους από τη γενική συνέλευση των μετόχων ή της ένταξής τους εντός των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρίας.
Έτσι, προβάλλοντας η εταιρία την ακυρότητα ορισμένης σύμβασης, λόγω της κατάρτισης της με κάποιο από τα παραπάνω πρόσωπα, απόκειται στον μαχόμενο υπέρ του κύρους αυτής να προτείνει νομίμως και να αποδείξει την προηγούμενη έγκριση της από τη γενική συνέλευση των μετόχων, με την οποία συμπληρώθηκε η αντίστοιχη εξουσία του διοικητικού συμβουλίου ή ότι το αντικείμενο της σύμβασης αυτής εντάσσεται στα όρια της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρίας υπό την ως άνω έννοια [ΑΠ 2182/2007,ΑΠ 452/2005].
Ταύτα δε ισχύουν και στην περίπτωση που οι μετοχές της ανώνυμης εταιρείας συγκεντρωθούν σ'ένα μόνο πρόσωπο. Σύμφωνα με το άρθρο 47α παρ.2 του Ν.2190/1920 "η συγκέντρωσις πασών των μετοχών εις έν πρόσωπον δεν αποτελεί λόγον λύσεως της εταιρείας", κατά δε το άρθρο 32 παρ.2 του ιδίου νόμου, "εάν εις την συνέλευσιν παρίσταται είς μόνον μέτοχος, ταύτη παρακολουθεί αντιπρόσωπος του Υπουργείου Εμπορίου ή συμβολαιογράφος της έδρας της Εταιρείας, ο οποίος συνυπογράφει τα πρακτικά της συνελεύσεως".
Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει ότι και στη περίπτωση συγκεντρώσεως όλων των μετοχών της ανώνυμης εταιρείας στα χέρια ενός μόνου φυσικού ή νομικού προσώπου η εταιρεία δεν λύεται, αλλά εξακολουθεί να λειτουργεί βάσει των αυτών, όπως και οι λοιπές ανώνυμες εταιρείες, διατάξεων, με μόνη απόκλιση την υποχρέωση παραστάσεως στις γενικές συνελεύσεις αντιπροσώπου του Υπουργού Εμπορίου ή Συμβολαιογράφου (Ολ ΑΠ 17/1994) και συνεπώς ισχύουν στην μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρεία οι διατάξεις, οι οποίες επιβάλλουν την προηγούμενη έγκριση της γενικής συνέλευσης για τις πράξεις που ορίζονται στο άρθρο 23α προς περιφρούρηση των συμφερόντων της εταιρείας και εξασφά¬λιση της τήρησης των οριζομένων στο νόμο που εγγυάται η παρουσία στη συνέλευση τού' αντιπροσώπου της διοίκησης. [ΑΠ 1393/1998].
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή [ΟλΑΠ 7/2006 και ΟλΑΠ 4/2005).
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία-ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να αντιστοιχεί πλήρως προς τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στη ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες [Ολ ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.
Τέλος, από το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας, των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 ΚΠολΔικ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη.
Ο αντίστοιχος δε αναιρετικός λόγος, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ΑΠ 224/2012].
3. Στην υπόθεση που κρίνεται το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα:".. ..Η εφεσίβλητη εταιρία με το .../20.2.2003 συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Δομινίκης Βογιατζή- Αντιόχου, δια του νομίμου εκπροσώπου και αντιπροέδρου της, Ε. Μ. του Δ., μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, στην εκκαλούσα και στο ανήλικο τέκνο αυτής και του Ε. Μ. Δ. Μ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ένα αγροτεμάχιο, επιφάνειας εξακοσίων (600)τμ....
Το εν λόγω αγροτεμάχιο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μυκόνου του Νομού Κυκλάδων,...Το ακίνητο αυτό περιήλθε, λόγω πωλήσεως στην εφεσίβλητη εταιρεία με το .../23.12.99 συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Ευαγγελίας Γρέζου - Διαμαντοπούλου, που νόμιμα μεταγράφηκε. Κατά την κατάρτιση του επίδικου συμβολαίου μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου προς την εκκαλούσα και προς το ανήλικο τέκνο της, η πρώτη εφεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον Ε.
Μ., ο οποίος ήταν ένας εκ των δύο ιδρυτών και αντιπρόεδρος αυτή αλλά παράλληλα ήταν και σύζυγος τότε της εκκαλούσας καθώς και πατέρας του ανηλίκου τέκνου τους Δ. Ε. Μ.. Η δε σύμβαση αυτή δεν εντασσόταν εντός των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρείας με τους πελάτες της, δεδομένου ότι ούτε βρίσκεται εντός των δραστηριοτήτων της εταιρείας ούτε η συγκεκριμένη σύμβαση ικανοποιεί ανάγκες της.
Εξάλλου, αφενός μεν δεν προβάλλεται εκ μέρους της εκκαλούσας σχετικός ισχυρισμός ότι η σύμβαση αυτή δεν εξέρχεται των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής μετά των πελατών της, αφετέρου δε δεν αμφισβητείται ειδικά εκ μέρους της (εκκαλούσας) ότι η σύμβαση αυτή εξέρχεται των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρείας.
Απαιτούταν, επομένως, προηγούμενη ειδική έγκριση αυτής από τη γενική συνέλευση των μετόχων, έγκριση που σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, παρέχεται εφόσον δεν αντιτάχθηκαν στην απόφαση αυτή μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το 1/3 του στη συνέλευση εκπροσωπούμενου μετοχικού κεφαλαίου.
Τέτοια όμως ειδική έγκριση δεν υπάρχει. Ούτε τέτοια έγκριση συνάγεται από το προσκομιζόμενο με επίκληση 308/19.2.2003 πρακτικό του Δ.Σ. της εφεσίβλητης εταιρείας. Με το εν λόγω πρακτικό, που υπογράφεται από τα όλα τα μέλη του Δ.Σ της εταιρείας, παρέχεται εξουσιοδότηση στον Ε. Μ. να εκπροσωπήσει την εταιρεία, να παραστεί και να υπογράψει για λογαριασμό της την επίδικη σύμβαση πώλησης του ακινήτου.
Δεν αποτελεί έγκριση ειδικά για την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης πώλησης, δεν πρόκειται για ενέργεια- απόφαση της συνέλευσης των μετόχων, αλλά για ενέργεια του δ. σ. της εταιρείας και δεν μπορεί να συναχθεί εκ του πρακτικού αυτού ότι προηγήθηκε ειδική έγκριση για την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης από τη γενική συνέλευση των μετόχων όπως απαιτεί ο νόμος.
Εξάλλου, αποδείχθηκε, γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικά από την εκκαλούσα, ότι δεν συγκλήθηκε ποτέ από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας γενική συνέλευση με σκοπό την έγκριση της εν λόγω σύμβασης, όπως ο νόμος ρητά ορίζει. Ακολούθως, η ύπαρξη δύο μόνο μετόχων, ιδρυτών της εφεσίβλητης εταιρείας τότε και ειδικά του Ε.
Μ. του Δ. και του Δ. Μ. του Ε. αφενός μεν δεν καθιστά την εφεσίβλητη μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρεία, αφετέρου δε και στην περίπτωση ακόμη που συγκεντρωθούν όλες οι μετοχές της εταιρείας σε ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο η εταιρεία δεν λύεται (άρθρο 47α παρ.2 κ.ν.2190/1920) και δεν παύουν να ισχύουν οι διατάξεις που επιβάλλουν προηγούμενη έγκριση της γενικής συνέλευσης για τις πράξεις που ορίζονται στο άρθρο 23α του κ.ν.2190/1920....Επομένως, σύμφωνα με τα πιο πάνω, η επίδικη σύμβαση πώλησης ακινήτου είναι άκυρη και πρέπει να αναγνωριστεί η ακυρότητα αυτής.
Δεχόμενη τα ίδια η εκκαλούμενη απόφαση δεν έσφαλε. Οι περί του αντιθέτου λοιποί λόγοι της έφεσης που ανάγονται στην πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και πλήττουν τις παραδοχές της εκκαλούμενης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, καθόσον αποδείχθηκε ότι αφενός μεν νομιμοποιείται ενεργητικά η εφεσίβλητη εταιρεία για την επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης πώλησης, δεδομένου ότι έχει έννομο προς τούτο συμφέρον, αφού η ίδια καθίσταται κυρία του μεταβιβασθέντος ακινήτου, αφετέρου δε η επίδικη αυτή σύμβαση εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 23α του κ.ν.2190/1920.
Με βάση τα περιστατικά αυτά πρέπει να απορριφθεί η έφεση όσον αφορά τον ανήλικο Δ. Μ. και τον δεύτερο εφεσίβλητο ως απαράδεκτη, όσον δε αφορά τους λοιπούς διαδίκους ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δεν παραβίασε, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις, ενόψει του ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με τις οποίες θεμελιώνεται η ακυρότητα της επίμαχης δικαιοπραξίας (εκποιήσεως λόγω πωλήσεως) με τη παραδοχή περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις και αρκούσαν για την ορθή υπαγωγή τους στις διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, απορρίπτοντας έτσι τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, περί της εγκυρότητας του πιο πάνω μεταβιβαστικού συμβολαίου, λόγω ύπαρξης της απαιτούμενης από τον νόμο άδειας της Γενικής Συνέλευσης της αναιρεσίβλητης. 4.
Ενόψει αυτών πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι α] ο μοναδικός αναιρετικός λόγος του Δικογράφου, καθώς και οι ταυτόσημοι με αυτόν, πρώτος, τρίτος και τέταρτος πρόσθετοι αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ β] οι δεύτερος και πέμπτος πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους η αναιρεσείουσα με την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ.8, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της ότι οι δύο μοναδικοί μέτοχοι της αναιρεσίβλητης είχαν παράλληλα και την ιδιότητα των συμβούλων της καθώς και ότι για την επίμαχη αγοραπωλησία, υπήρξε ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης της εταιρίας, η οποία δόθηκε με την από 19-2-2003 απόφαση του Διοικητικού τη Συμβουλίου, στην λήψη της οποίας μετείχαν αμφότεροι οι μέτοχοι της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης [άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ] όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση της Α. Α. για αναίρεση της 736/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Απριλίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ