Supreme Court allows appeal against final compensation award due to procedural defect and calculation error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a final compensation award for expropriation, finding the lower court erred in calculating the building's constructible area. The State argued the appeal was inadmissible because the decision lacked the specific publication format required by law, while the appellant contended the lower court incorrectly applied zoning regulations to reduce the value. The court rejected the procedural objection as the appeal was filed within the statutory period and accepted the appeal on the merits, remanding the case for a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 518§2, 553§1β, 564§3, 570§1, 297 of the Code of Civil Procedure; The appeal against a final first-instance judgment is admissible within the statutory period regardless of the publication format, and the lower court must correct errors in applying substantive law regarding property valuation and zoning calculations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 871 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 871/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του ΝΣΚ, Ευάγγελου Μαρίνη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Θεόδωρου Χουλιάρα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 3248/21-8-2001 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2073/2002 μη οριστική και 2585/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Ο ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε αναίρεση επί της τελευταίας απόφασης και εκδόθηκε η 1238/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία παραπέμπεται για συζήτηση η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκε η 462/2008 απόφαση. Την αναίρεση της απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-2-2009 αίτησή του και τους από 24-9-2009 πρόσθετους λόγους του. Η συζήτηση της αιτήσεως ματαιώθηκε και την επανέφερε με την από 16-6-2011 κλήση του το αναιρεσείον.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 1-9-2010 έκθεσή της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Σοφίας Καραχάλιου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου κύριου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και του μόνου πρόσθετου λόγου αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 518§2, 553§1β και 564§3 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η οριστική απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε αντιμολία των διαδίκων και δεν επιδόθηκε γίνεται τελεσίδικη μετά πάροδο τριετίας από τη δημοσίευση της και έκτοτε και επί μία τριετία που διαρκεί η προθεσμία αναιρέσεως είναι παραδεκτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 570§1 Κ.Πολ.Δ. ένσταση περί απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω αποδοχής της αποφάσεως που δεν έγινε με τον τύπο του άρθρου 297 Κ.Πολ.Δ, μπορεί να προταθεί από τον αναιρεσίβλητο μόνο με έγγραφες προτάσεις του που καταθέτει είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Κατά συνέπεια οι διατυπούμενοι από τον αναιρεσίβλητο ισχυρισμοί με τις από 22-3-2012 προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου που κατατέθηκαν κατά τη δικάσιμο (23-3-2012) όπως προκύπτει από την επ' αυτών σχετική επισημείωση της Γραμματέως περί απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως διότι α) το αναιρεσείον παραιτήθηκε σιωπηρά από την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αυτής καθ' όσον μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης κατέβαλε σ' αυτόν την καθορισθείσα με αυτή αποζημίωση και β) ο μόνος πρόσθετος λόγος αυτής κατετέθη μετά πάροδο έτους από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης, είναι απορριπτέοι πρωτίστως ως απαράδεκτοι.
Επειδή, δεν εισάγονται προς κρίση οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' άρθρο 12 του Ν. 2928/1995, όπως ίσχυε, προ της καταργήσεώς του με το άρθρο 13 του Ν. 3790/2009 αντίστοιχα από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. διότι η αναιρεσιβαλλόμενη διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα εάν το εναπομείναν τμήμα του απαλλοτριούμενου ακινήτου Κ.Π 23 υπέστη εξ αιτίας της απαλλοτρίωσης μείωση της αξίας του ώστε να δικαιούται ο αναιρεσίβλητος για το λόγο αυτό ιδιαίτερη αποζημίωση κατ' άρθρο 13παρ4 του ν. 2882/2001 και από τον αριθμό 14 του ίδιου ως άνω άρθρου διότι έπρεπε να απορρίψει ως απαράδεκτο το αίτημα να αποζημιωθεί ο αναιρεσίβλητος και για το θεωρηθέν με βάση το ν. 653/1977 ως αυτοαποζημιούμενο τμήμα της ιδιοκτησίας του.
Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ 4 του Ν. 2882/2001, προκύπτει ότι: α) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, β) η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες διατάξεις, γ) το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται, δ) η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή αποζημίωση, αποτελεί, ως προς την δικαστική δαπάνη, τίτλο εκτελεστό εις βάρος του υποχρέου προς αποζημίωση, εάν και σι δύο διάδικοι απεδέχθησαν την απόφαση αυτή ή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως αιτήσεως οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, ε) σε περίπτωση ασκήσεως εμπροθέσμου αιτήσεως, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για την δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για την δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και στ) στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18, 19 και 20 του αυτού, ως άνω, νόμου, ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, δηλαδή ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως (προσωρινός ή οριστικός) και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου, σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης, ορίζεται (άρθρα 100 παρ. 1, 114 παρ 5 του Κώδικα Δικηγόρων).
Έτσι, σε περίπτωση ασκήσεως εμπροθέσμου αιτήσεως, για τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημιώσεως στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου καθώς και την παράστασή του ενώπιον του Εφετείου (άρθρ. 109 και 111 του Κώδικα Δικηγόρων) και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου, σε ποσοστό επί της καθοριζομένης οριστικής αποζημιώσεως και ειδικότερα:
α) από ποσοστό 20% για την σύνταξη αιτήσεως ή ανταιτήσεως, δι' ιδίου δικογράφου ή κυρίας παρεμβάσεως, δι' ιδίου δικογράφου, β) από 1% για την σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή της δι' ιδίου δικογράφου ασκηθείσας κυρίας παρεμβάσεως και γ) από 2% για την άσκηση ανταιτήσεως, δια των προτάσεων, ή κυρίας παρεμβάσεως δια των προτάσεων ή την σύνταξη απλών προτάσεων του καθ' ού, κατά τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ 1, 103, 107 παρ 1 και 11 παρ 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 579 παρ 1 του Κ.Πολ.Δ., "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφ' όσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση..". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μετά την αναίρεση της αποφάσεως) καταργείται, κατά την αυτή έκταση, και η συζήτηση κατά την οποία είχε εκδοθεί η αναιρεθείσα απόφαση.
Ως εκ τούτου, οι προτάσεις που υποβλήθηκαν κατ' αυτή, εφ'όσον ανάγονται σε διατάξεις για τις οποίες ασκήθηκε η αναίρεση, δεν λαμβάνοντα υπόψη.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος με την υπ' αρ. καταθ. 3248/2001 αίτηση ενώπιον του Εφετείου ζήτησε α) να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα του υπ' αρ. ΚΠ 23 ακινήτου του και το επ' αυτού κτίσμα από την απότμηση και την κατασκευή του έργου για το οποίο η απαλλοτρίωση και β) να αναγνωρισθεί ότι δεν υποχρεούται σε αυτοαποζημίωση ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης.
Το Εφετείο, μετά την έκδοση αρχικά των 2073/2002 και 2586/2003 εν μέρει οριστικής και οριστικής αντίστοιχα αποφάσεων (οι οποίες αναιρέθηκαν με την 1238/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου) με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά ένα μέρος τη αίτηση ως προς τα κεφάλαια αυτής περί ιδιαίτερης αποζημίωσης και τεκμηρίου ωφελείας και αφού α) καθόρισε την ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση του ΚΠ 23 ακινήτου του για μεν το έδαφος σε 50% της καθορισθείσας αποζημίωσης βάσει της 2586/2003 αποφάσεως αυτός και για την επ' αυτού οικία σε 30,600 ευρώ και β) αναγνώρισε ότι το ακίνητο ΚΠ 23 δεν είναι ωφελούμενο παρόδιο, προσδιόρισε την αμοιβή του δικηγόρου του αναιρεσίβλητου για τη σύνταξη της αιτήσεως τη σύνταξη προτάσεων για την ενώπιον αυτού (Εφετείου) συζήτηση, αλλά και για τη σύνταξη προτάσεων επί των ενώπιον αυτού συζητήσεων στις 15-4-2002 και 14-4-2003 κατά τις οποίες εκδόθηκαν οι αναιρεθείσες 2073/2002 και 2586/2003 ως ανωτέρω αποφάσεις.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ήτοι με το να προσδιορίσει την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αιτούντος αναιρεσιβλήτου σε ποσοστό 5% επί του ποσού της αποζημιώσεως, αντί ποσοστού 3% επί του ποσού αυτού (από το οποίο 2% για την σύνταξη της αιτήσεως και 1% για τη σύνταξη των προτάσεων για την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση)παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον υπολόγισε αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσίβλητου οι οποίες αφορούσαν σε συζητήσεις που καταργήθηκαν ως άνω με την 1238/2006 απόφαση του Αρείου πάγου, ως προς τα ανωτέρω κεφάλαια.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως των διατάξεων αυτών, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου, εξ αιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση για την οποία προορίζεται, με την ίδια απόφαση, για τον καθορισμό της αποζημιώσεως, προσδιορίζεται και ιδιαιτέρα αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και Ι του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε Κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνο την, εκ της απαλλοτριώσεως και μόνο της εκτάσεως του όλου ακινήτου, ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ.ΑΠ 31/2005).
Εξάλλου, με το άρθρο 1 του Π.Δ. 24/31-5-1985 καθορίζονται οι όροι και οι περιορισμοί δομήσεως των γηπέδων τα οποία κείνται εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων πόλεων, κωμών και οικισμών ή εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών, που στερούνται ρυμοτομικού σχεδίου. Ειδικότερα, με τις διατάξεις των παραγράφων 1, 3 και 6 του άρθρου αυτού ορίζεται το ελάχιστο εμβαδόν των γηπέδων σε 4.000 τετραγωνικά μέτρα και πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο είκοσι πέντε (25) μέτρα, το μέγιστο ποσοστό κάλυψης τους σε 10% της επιφανείας τους και ο μέγιστος συντελεστής δόμησής τους σε 0,2.
Όμως, με την παράγραφο 14 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι οι όροι και περιορισμοί δόμησης που καθορίζονται με τις προηγούμενες παραγράφους εφαρμόζονται, εφόσον στα επόμενα άρθρα δεν ορίζεται άλλως για κάθε κατηγορία κτιρίων. Με τη διάταξη του άρθρου 5§1 ορίζεται ότι προκειμένου για ανέγερση κτιρίων που προορίζονται για αμιγή χρήση γραφείων ή καταστημάτων, το κτίριο δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 600 τ.μ στο σύνολο των ορόφων, και με τη διάταξη του άρθρου 6§1 ορίζεται ότι προκειμένου για την ανέγερση κατοικιών εφαρμόζονται και οι ακόλουθοι ειδικοί όροι και περιορισμοί δόμησης επιπλέον των όσων ορίζονται στο άρθρο 1 και η μέγιστη επιτρεπόμενη επιφάνεια του κτιρίου ως και η συνολική επιφάνεια των ορόφων δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει:
Για γήπεδα εμβαδού μεγαλύτερου των 4.000 τ.μ. μέχρι και 8.000 τ.μ για μεν τα πρώτα 4.000 τ.μ τα 2οο τ.μ. για δε τα λοιπά ίση με το γινόμενο του υπολοίπου εμβαδού του γηπέδου επί του συντελεστή δομήσεως 0,02 (ήτοι επιφάνεια οικοδομής = 200 τμ εμβαδό γηπέδου -4.000 Χ 0,02) και στην παράγραφο 3 ίδιου άρθρου (6) σε περίπτωση ανέγερσης οικοδομών μικτής χρήσης (κατοικία και καταστήματα) η μεγίστη επιτρεπόμενη κάλυψη του γηπέδου δεν δύναται να υπερβεί την οριζόμενη κατά περίπτωση από το παρόν άρθρο.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του το Εφετείο, αναφορικά προς το ζήτημα της μειώσεως της αξίας του απομένοντος εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος της υπ' αρ. 23 ιδιοκτησίας του ήδη αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε ανελέγκτως, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά. Στην απαλλοτριωθείσα βάσει των παραπάνω αποφάσεων έκταση περιλαμβάνεται και το ακίνητο του αιτούντος με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 23.
Το ενιαίο αυτό ακίνητο συνολικού εμβαδού 7.200 τ.μ. συνόρευε βόρεια με αγροτεμάχιο, νότια με πλευρά 80μ. με την ασφαλτοστρωμένη οδό ... και από τις άλλες πλευρές επίσης, με αγροτεμάχια. Το ακίνητο είχε σχήμα τετραγώνου, ήταν εκτός σχεδίου πόλης και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, βρισκόταν δε στην περιοχή "Τρία Πλατάνια" στην επέκταση της οδού ..., η οποία ήταν και είναι η έξοδος της πόλεως Κατερίνης στην Εθνική οδό με προορισμούς προς τη νότια Πιερία, τη Λάρισα και την Αθήνα.
Αυτό βρισκόταν σε απόσταση 200μ. περίπου δυτικά της εθνικής οδού και 700 μ. από τα όρια του σχεδίου της πόλεως Κατερίνης. Στην περιοχή που βρίσκεται το απαλλοτριωθέν παρατηρείτο πριν την κήρυξη της απαλλοτριώσεως (αλλά και μετά) ανοικοδόμηση μεμονωμένων κατοικιών, αλλά κυρίως καταστημάτων, εγκαταστάσεων βιοτεχνιών, εκθέσεων αυτοκινήτων και άλλων συναφών.
Δηλαδή παρόλο που το απαλλοτριωθέν ήταν αγροτεμάχιο η κατά προορισμό χρήση του ήταν για εγκατάσταση βιοτεχνίας, πρατηρίου υγρών καυσίμων, εκθέσεων αυτοκινήτων και για συναφείς δραστηριότητες όπως άλλωστε είχε διαμορφωθεί ο χαρακτήρας της ευρύτερης περιοχής . Το ακίνητο. χρησιμοποιήθηκε από τον αιτούντα για τη στέγαση αυτού και της οικογένειάς του.
Η οικία αυτή που είναι κεραμοσκεπής είχε ανεγερθεί βάσει της αριθμ. .../30-1-1990 οικοδομικής άδειας με υλικά σύγχρονης της εποχής εκείνης τεχνολογίας, με τζάκια, εξώστες και υπόγειο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου. Η αξία αυτής μεμονωμένης χωρίς το οικόπεδο, λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω και το γεγονός ότι βρισκόταν σε περιοχή εκτός σχεδίου πόλης, σε περιοχή όχι οικιστική, αλλά σε περιοχή κυρίως για επαγγελματική στέγη και δραστηριότητα, ανέρχονταν στις 15-4-2002, που όπως ειπώθηκε παραπάνω αποτελεί και τον σκοπητέο χρόνο, σε 102.000 ευρώ, χωρίς να υπολογίζεται η υποτίμηση ή ανατίμηση αυτής που επήλθε από την εξαγγελία ή την κήρυξη της απαλλοτριώσεως ή την εκτέλεση του έργου της απαλλοτριώσεως.
Ο περιβάλλων χώρος αυτής ήταν διαμορφωμένος με χλοοτάπητα και δένδρα και περιφραγμένος. Ο αιτών που είναι έμπορος υγρών καυσίμων σκόπευε να χρησιμοποιήσει το ακίνητο και για την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας του και συγκεκριμένα για την ίδρυση πρατηρίου υγρών καυσίμων. Έτσι υπέβαλε στις 8-9-1998 προς τη Δ/νση Μεταφορών και επικοινωνιών Κατερίνης αίτηση για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης πρατηρίου υγρών καυσίμων και μετά από την τήρηση των απαιτουμένων διαδικασιών εκδόθηκε στις 8-3-1959, η αριθμ.
Πρωτ. 2233/99 απόφαση της Δ/νσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πιερίας με την οποία χορηγήθηκε η άδεια ίδρυσης πρατηρίου διάθεσης υγρών καυσίμων ισχύουσα μέχρι 17-3-2000. Βάσει της άδειας αυτής ο αιτών έπρεπε να αποπερατώσει το έργο πριν από τη λήξη αυτής (17-3-2000) και στη συνέχεια να υποβάλει αίτηση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας αυτού.
Λόγω όμως της απαλλοτριώσεως ο αιτών δεν μπόρεσε να κατασκευάσει το πρατήριο υγρών καυσίμων για τους λόγους που εκτίθενται παρακάτω και για αυτό ζήτησε και έλαβε με την αριθμ. πρωτ. 13/Φ14.2/699/1239/30- 11-2000 απόφαση του Νομάρχη Πιερίας άδεια λειτουργίας αποθήκης υγρών καυσίμων στο παραπάνω ακίνητο. Με τις παραπάνω κοινές Υπουργικές αποφάσεις από το περιγραφέν ακίνητο του αιτούντος απαλλοτριώνεται τμήμα αυτού εμβαδού 1.274 τ.μ.
για τη διαπλάτυνση της ασφαλτοστρωμένης ... και τη διαμόρφωσή της ως βοηθητικού δρόμου (service road) και για την κατασκευή της περιμετρικής οδού πόλεως Κατερίνης η οποία διέρχεται διαγώνια από το νότιο ανατολικό τμήμα του ακινήτου από το οποίο ακίνητο είναι υπερυψωμένη κατά 1-1,5μ. περίπου. Για την απαλλοτριωθείσα αυτή έκταση ο αιτών δεν αποζημιώνεται, αλλά βάσει των ενδείξεων του Κ.Π.
ως αποτελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης για τμήμα 1.056 τ.μ. αυτοαποζημιώνεται και υποχρεούται σε αποζημίωση των ιδιοκτησιών ΚΠ 22, 24 και 9 για 2 τ.μ., 197 τ.μ. και 92 τ.μ., αντιστοίχως. Μετά την απαλλοτρίωση και την κατασκευή του έργου αυτής, το εναπομείναν ακίνητο έχει σχήμα ακανονίστου πενταγώνου, εμβαδού 5.926 τ.μ. (=7.200 -1274), βρίσκεται στη συμβολή του παράπλευρου δρόμου της εθνικής οδού και της περιμετρικής οδού πόλεως Κατερίνης με πρόσοψη πλέον στην τελευταία οδό 24μ.
περίπου και σε απόσταση 200-250μ. από τον αυτοκινητόδρομο Αθηνών-Θεσ/νίκης ενώ η περιμετρική οδός πόλεως Κατερίνης έχει νομότυπα χαρακτηρισθεί ως δευτερεύον εθνικό δίκτυο. Στην περιμετρική οδό έχουν τοποθετηθεί μεταλλικά στηθαία ασφαλείας και η πρόσβαση στο απαλλοτριωθέν ακίνητο γίνεται βορειότερα αυτού που διακόπτονται τα μεταλλικά στηθαία για λίγα μέτρα που επιτρέπουν την πρόσβαση.
Περαιτέρω, λόγω του χαρακτήρα της περιμετρικής οδού για την οποία όπως τονίσθηκε απαλλοτριώθηκε το ακίνητο του αιτούντος, ως δευτερεύουσας εθνικής οδού δεν δύναται να γίνει κυκλοφοριακή σύνδεση του εναπομείναντος ακινήτου με αυτή (με κόμβο) και συνεπώς, να χρησιμοποιηθεί ως πρατήριο διάθεσης υγρών καυσίμων.
Επίσης, λόγω των μεταλλικών στηθαίων της περιμετρικής οδού δημιουργείται όπως ειπώθηκε μικρού πλάτους είσοδος στο ακίνητο με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εισέρχονται σ' αυτό μεγάλα φορτηγά για τη φόρτωση και εκφόρτωση των υγρών καυσίμων και έτσι η αποθήκη υγρών καυσίμων έπαψε να λειτουργεί. Λόγω μείωσης της πρόσοψης του ακινήτου προς τον βοηθητικό δρόμο service road από 80 μ.
σε 24, ήτοι σε πρόσοψη μικρότερης των 30μ. δεν είναι δυνατή κατά νόμο η άδεια σύνδεσης του ακινήτου αυτού με τη βοηθητική αυτή οδό για την ίδρυση πρατηρίου υγρών καυσίμων ή άλλης βιομηχανίας και βιοτεχνίας. Το εναπομείναν ακίνητο παραμένει μεν άρτιο, αλλά η οικοδομησιμότητά του περιορίζεται σημαντικά. Ειδικότερα, επειδή το ακίνητο συνορεύει με την παραπάνω περιμετρική οδό, πρέπει η γραμμή δόμησής του να απέχει 60μ.
από τον άξονα αυτής (της περιμετρικής οδού) και έτσι μεγάλο μέρος του ακάλυπτου το εναπομείναντος ακινήτου εν μπορεί να οικοδομηθεί. Ήτοι, ενώ το εναπομείναν ακίνητο, αν δεν καθίστατο παρόδιο της περιμετρικής Θα είχε τη δυνατότητα δόμησης πολλών τετραγωνικών μέτρων (5.926 Χ 0,9 συντελ. δόμησης -240) λόγω όμως της.
παροδιότητας ή δομήσιμη επιφάνεια του εναπομείναντος ακινήτου περιορίζεται σε ένα τρίγωνο εμβαδού 900 τ.μ. περίπου μέσα στο οποίο υπάρχει και η οικία (ήτοι σε δομήσιμη επιφάνεια 900 Χ 0,9 - 240 τ.μ. η επιφάνεια της οικίας). Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω και ειδικότερα το ότι η πρόσοψη του εναπομείναντος ακινήτου μειώνεται λόγω της απαλλοτριώσεως σε 24 τ.μ.
με συνέπεια να μην επιτρέπεται η κυκλοφοριακή σύνδεση αυτού (με κόμβο, ότι η πρόσβαση στο ακίνητο αυτό δεν είναι άμεση όπως ήταν προηγουμένως στην οδό 25 Μαρτίου, ότι η περιμετρική οδός είναι υπερυψωμένη κατά 1-1,5μ., ότι η δομήσιμη επιφάνεια του εναπομείναντος ακινήτου μειώνεται αισθητά σε σχέση με αυτή που θα είχε το ακίνητο αν δεν γινόταν παρόδιο, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η χρήση αυτού για βιομηχανική και βιοτεχνική, χρήσεις που έχουν τα ακίνητα της περιοχής αυτής, ότι το εναπομείναν ακίνητο είναι ακατάλληλο για την εγκατάσταση πρατηρίου διάθεσης υγρών καυσίμων σκοπό για τον οποίο κυρίως προορίζονταν από τον αιτούντα, ότι το εναπομείναν αποκτά ακανόνιστο σχήμα σε σχέση με το αρχικό τετραγωνισμένο ακίνητο η αξία του εναπομείναντος ακινήτου μειώνεται λόγω της κατασκευής του έργου της απαλλοτρίωσης, και λόγω της απότμησης κατά 50% της αξίας που είχε αυτό κατά την 15-4-2002 και η οποία ανήρχετο όπως κρίθηκε με την αριθμ. 2585/2003 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου σε 47 ευρώ ανά τ.μ.
Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, λαμβάνοντας υπ' όψη σωρευτικώς τα περιστατικά, τα οποία επιφέρουν μείωση της αξίας του εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος της, ως άνω, ιδιοκτησίας του ήδη αναιρεσιβλήτου, έκρινε ότι, από την απότμηση και την εκτέλεση του έργου, για το οποίο η απαλλοτρίωση, επήλθε μείωση της αξίας που αυτό είχε την 5-4-2002 και είχε καθορισθεί σε 47 ευρώ ανά τ.μ.
με την υπ' αριθμό 2585/2003 απόφαση του ιδίου. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, κατά το μέρος που η κρίση του αυτή ερείδεται στην αισθητή μείωση της δομήσιμης επιφάνειας του απομένοντος εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος του ακινήτου, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Ειδικότερα: α) ενώ δέχεται, ότι επρόκειτο περί εκτός σχεδίου πόλεως ενιαίου γηπέδου, το οποίο προορίζετο για την λειτουργία πρατηρίου υγρών καυσίμων και από το οποίο απέμεινε, συνεπεία της απαλλοτριώσεως, τμήμα εμβαδού 5.926 τ.μ., καθώς και ότι η δομήσιμη επιφάνεια αυτού περιορίζεται, λόγω της ελλείψεως των κατά νόμο αποστάσεων από τον άξονα της περιμετρικής οδού, "σε ένα τρίγωνο εμβαδού 900 τ.μ." (που έχει την έννοια ότι η τοποθέτηση του προς ανέγερση κτιρίου περιορίζεται στο τρίγωνο αυτό), ακολούθως κρίνει ότι η δομήσιμη επιφάνεια του όλου αυτού τμήματος, αν δεν καθίστατο παρόδιο, θα ανήρχετο σε πολλά τετ.
μέτρα, ήτοι 5.926 χ συντελεστή 0,9, με υπολογισμό συντελεστού δομήσεως 0,9 αντί 0,2, ενώ τώρα περιορίζεται σε επιφάνεια 900 τ.μ. 0,9, υπολογίζοντας για την δομήσιμη επιφάνεια μόνον το εμβαδόν του τριγώνου, αντί του εμβαδού του όλου (ήτοι αυτού των 5.926 τ.μ.). Ακόμη, ενώ δέχεται ότι το τμήμα αυτό του ακινήτου προορίζετο για την λειτουργία πρατηρίου υγρών καυσίμων, κρίνει ότι η δομήσιμη επιφάνεια αυτού Θα ανήρχετο σε πολλά τ.μ. (5.926 χ 0,9), ενώ η δομήσιμη επιφάνεια αυτού σε κάθε περίπτωση δεν θα υπερέβαινε τα 600 τ.μ.
β) Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, ενώ δέχεται ότι εντός του απομένοντος τμήματος υπήρχε ήδη κατοικία (εμβαδού 240 τ.μ.) και επομένως θα επρόκειτο περί ανεγέρσεως οικοδομών μικτής χρήσεως (συνεπεία της οποίας η δομήσιμη επιφάνεια δεν Θα έπρεπε να υπερβαίνει αυτήν που αντιστοιχεί σε 200 τ.μ. + (1926 τ.μχ. 0,02), ακολούθως κρίνει ότι αν δεν καθίστατο παρόδιο η δομήσιμη επιφάνεια αυτού θα ανήρχετο σε πολλά τ.μ. (5926 χ 0,9), ενώ τώρα περιορίζεται στα 900 τ.μ.
χ 0,9. Επομένως, ο μόνος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθήν εκτίμηση από τον αριθμό Ι του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (και όχι και από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου), όπως αυτός συμπληρώθηκε από την Εισηγήτρια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Επειδή με βάση τα προεκτιθέμενα πρέπει κατά παραδοχή του τρίτου λόγου και του μόνου πρόσθετου λόγου να γίνει δεκτή η από 17-2-2009 αίτηση για αναίρεση της 462/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος αυτό, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (αρθρ. 580§3 Κ.Πολ.Δ) και μη επιβληθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσίβλητου ελλείψει σχετικού αιτήματος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 462/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό . Και
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2012 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ