Creditor's right to choose a debtor is not abused unless it exceeds good faith limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against the Social Insurance Institute regarding the creditor's right to select a debtor. The appellants argued that choosing the debtor with greater assets violated good faith, but the court found no evidence of abuse given the incomplete financial picture presented. Consequently, the appellate court ruled that the lower court properly considered all evidence and the creditor's selection was lawful.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 A.C.; Art. 482 A.C.: The creditor's right to choose which debtor to pursue first is not subject to the objection of abuse of right unless it clearly exceeds the limits of good faith, honest customs, or the social and economic purpose of the right.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 871 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
482 ΑΚ. Εις ολόκληρον οφειλή. Το δικαίωμα του δανειστή να επιλέξει κατά ποίου εις ολόκληρον οφειλέτη θα στραφεί πρώτα για την ικανοποίηση μέρους ή του όλου της αξιώσής του δεν υπόκειται κατ΄ αρχήν σε αντίκρουση με ένσταση 28 ΑΚ πλήν εξαιρετικών περιπτώσεων υπέρβασης των ορίων της καλής πίστης κλπ που διαγράφονται από την εν λόγω διάταξη.
Αριθμός 871/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2 θυγ. Χ1, κατοίκων ..., οι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Χρυσώτη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις .
Του αναιρεσιβλήτου : Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Παπαγεωργίου, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιουλίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2289/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2506/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17 Ιουλίου 2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 1 Μαρτίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 281 του Α.Κ. "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τάσσονται ως αντικειμενικά κριτήρια ασκήσεως των δικαιωμάτων: α) η καλή πίστη, δηλαδή η στον έντιμο και εχέφρονα άνθρωπο υπαγορευόμενη συμπεριφορά, β) ή τα χρηστά ήθη, δηλαδή οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη ηθικού και συνετού, μέσου κοινωνικού ανθρώπου, γ) ή ο εγκείμενος στο δικαίωμα κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του και απαγορεύεται η άσκησή του, όταν υπερβαίνει ολοφάνερα τα τασσόμενα με τα κριτήρια αυτά ακραία όρια, είτε διότι προηγήθηκε μακρά αδράνεια του δικαιούχου που δημιούργησε εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν θα είχε ασκηθεί το δικαίωμα, του οποίου η άσκηση πλέον συνεπάγεται δυσανάλογα μεγαλύτερη ζημία για τον δικαιούχο από την ωφέλεια που προσδοκά από την άσκησή του ο υπόχρεος (Ολ.
ΑΠ 2101/1984), είτε διότι η προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου καθ' εαυτή και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκησή του, από την οποία προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης (Ολ.
ΑΠ 62/1990), είτε για άλλους λόγους, εφόσον τα προβαλλόμενα και αποδεικνυόμενα με αυτοτελή ισχυρισμό πραγματικά περιστατικά μπορούν να υπαχθούν σε μία από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις υπερβάσεως των ανεκτών από το νόμο ορίων ασκήσεως του δικαιώματος (πρβλ. Ολ. ΑΠ 472/1983). Περαιτέρω κατά το άρθρο 482 του ΑΚ. "σε περίπτωση οφειλής, εις ολόκληρον ο δανειστής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή κατά την προτίμησή του από οποιονδήποτε συνοφειλέτη είτε ολικά είτε μερικά.
Έως την καταβολή ολόκληρης της παροχής παραμένουν υπόχρεοι όλοι οι οφειλέτες". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 481, 483, 487, 488 και 926 του ΑΚ συνάγεται ότι, επί παθητικής εις ολόκληρον ενοχής, η οποία προϋποθέτει ενότητα της υποχρέωσης προς παροχή όχι όμως και ταυτότητα του παραγωγικού λόγου των κατ' ιδίαν, ενοχών, καθιερώνεται δικαίωμα του δανειστή, κατά τη νομικώς ανέλεγκτη και απολύτως ελεύθερη (κατ' αρέσκειαν) κρίση του, να στραφεί εναντίον οποιουδήποτε από τους εις ολόκληρον οφειλέτες για μέρος ή το σύνολο της οφειλής, συγχρόνως ή διαδοχικώς, χωρίς να μπορεί να αποκρουσθεί με την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος λόγω διαφοροποιήσεων στην περιουσιακή κατάσταση των συνοφειλετών ή διαφορετικού βαθμού ευθύνης τούτων ως προς την άσκηση του δικαιώματος αναγωγής, αφού ο νόμος απέβλεψε στην ταχεία ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή, εκτός αν συντρέχουν εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις υπέρβασης των ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος του δανειστή.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε (Ολ.
ΑΠ 24/92). Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή ως αόριστη (Ολ. ΑΠ 44/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, ότι εσφαλμένως και με ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου για διάρρηξη της μεταξύ εκείνων συμβάσεως μεταβιβάσεως της κυριότητας ακινήτου, ως καταδολιευτικής των δικαιωμάτων του αναιρεσιβλήτου προς αποζημίωση από αδικοπραξία του πρώτου από τους αναιρεσείοντες, την οποία διέπραξε από κοινού με τη μη διάδικο Ζ, αφού ως προς την τελευταία απέφυγε το αναιρεσίβλητο να στραφεί, ενώ αυτή είχε μεγαλύτερα εισοδήματα από τον πρώτο αναιρεσείοντα για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού, μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων διετύπωσε το αποδεικτικό του πόρισμα για την από τον πρώτο αναιρεσείοντα, από κοινού με άλλα πρόσωπα μεταξύ των οποίων και η Ζ, κακή διαχείριση και τον καταλογισμό γι' αυτό σε βάρος του ως ταμία του αναιρεσιβλήτου ΙΚΑ 172.411 ευρώ, με την 124/1998 πράξη του Β' Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπως και την προς το σκοπό καταδολιεύσεως των δικαιωμάτων του αναιρεσιβλήτου μεταβίβαση της κυριότητας του αναφερόμενου ακινήτου εκείνου στη δεύτερη αναιρεσείουσα θυγατέρα του, δέχθηκε ως προς την ένστασή του περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος τα ακόλουθα: "Ενόψει δε του ότι η απαλλοτριωτική αυτή πράξη αφορά γονική παροχή του πρώτου εναγομένου προς την δεύτερη, δηλαδή χαριστική δικαιοπραξία, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη της ΑΚ 941, αλλά αυτή της ΑΚ 942, σύμφωνα με την οποία δεν απαιτείται γνώση της τελευταίας της καταδολιευτικής πρόθεσης του πρώτου.
Η πρόθεση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος, εις ολόκληρον οφειλέτης, διαθέτει επαρκή περιουσία γα την ικανοποίηση του δανειστή και ως εκ τούτου, εν προκειμένω, το ενάγον δεν ήταν υποχρεωμένο να στραφεί πρώτα κατά της Ζ, αναζητώντας περιουσιακά στοιχεία αυτής προς διασφάλισή του, ως αβάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών - εναγόμενος.
Ο τελευταίος, προς στήριξη του ισχυρισμού του περί καταχρηστικής ενάσκησης από το ενάγον του δικαιώματός του να ζητήσει τη διάρρηξη της επίμαχης γονικής παροχής, επικαλείται ότι η Ζ είναι κάτοχος οικοπέδου μετά του επ' αυτού κτίσματος στην πόλη του ..., η αξία του οποίου υπερκαλύπτει το καταλογισθέν ποσό, χωρίς ωστόσο να επικαλείται και προσκομίζει αποδεικτικά προς τούτο στοιχεία, ότι το ενάγον ήδη από το έτος 2004 προβαίνει σε σταδιακή ικανοποίηση της αξίωσής του παρακρατώντας χρήματα από το μισθό του (περί τα 300 ευρώ μηνιαίως) και ότι η όλη του προσπάθεια να διασφαλίσει την απαίτησή του σε βάρος του κρίνεται αλυσιτελής, λόγω του ύψους της οφειλής σε σχέση με την αντίστοιχη πολύ μικρή αξία (περί τα 36.500 ευρώ) του μεταβιβασθέντος ποσοστού του διαμερίσματος.
Όμως και αν αληθεύουν τα πιο πάνω περιστατικά, δεν προκαλείται έντονη η εντύπωση της αδικίας προς αυτόν και επομένως δεν συντρέχει περίπτωση προφανούς υπέρβασης των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, ώστε η άσκησή του από το ενάγον να παρίσταται καταχρηστική κατά την ΑΚ 281".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένσταση των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος ως μη νόμιμη, δεν προέβη σε εσφαλμένη μη εφαρμογή του ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, διότι με την επικαλούμενη παράλειψη του αναιρεσιβλήτου να στραφεί προηγουμένως κατά της διαθέτουσας μεγαλύτερη περιουσία από τον πρώτο αναιρεσείοντα και εις ολόκληρον με αυτόν συνοφειλέτιδας προς εκείνον μη διαδίκου Ζ, δεν παρίσταται η, δυνάμει εκ του νόμου (άρθρο 482 ΑΚ) ευχέρειας, επιλογή του (αναιρεσιβλήτου) να ασκήσει πρώτα την αξίωσή του κατά των αναιρεσειόντων, ως υπερβαίνουσα προδήλως τα όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος ενόψει και του ότι η προβαλλόμενη αορίστως περιουσιακή κατάσταση της συνοφειλέτιδας είναι αποσπασματικά και δεν παρίσταται ως υπέρμετρα δυσανάλογη με εκείνη των αναιρεσειόντων.
Επομένως, ο δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, εφόσον το Εφετείο δεν εξήτασε την ουσιαστική βασιμότητα της ενστάσεως του πρώτου αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος και απέρριψε την ένσταση αυτή ως μη νόμιμη, ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι απαράδεκτος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα επιτρεπτά κατά νόμον αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν νόμιμα και αν αυτό συμβαίνει, ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα με επίκληση των αναιρεσειόντων προσκομισθέντα έγγραφα (εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας του πρώτου αναιρεσείοντος, αναλυτικούς λογαριασμούς ως ασφαλισμένου του ΙΚΑ, έγγραφο του "Τειρεσία" προς επιβολή κατασχέσεως ύψους 172.402 ευρώ και άλλο έγγραφο του ίδιου φορέα για την Ζ, που εμφανίζεται χωρίς κατασχέσεις ή χρέη).
Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-7-2008 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 2506/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ