Legislator Case Law & Legislation
871/2007 AI generated

Supreme Court quashes appealable judgment for insufficient reasoning on Article 281 Civil Code abuse of right claim.

Case Number 871/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece quashed the Court of Appeal's decision regarding a neighbor dispute over a new staircase construction. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning for rejecting the abuse of right claim under Article 281 of the Civil Code. The court found the appellate judgment lacked essential facts regarding dimensions, area, and impact on light and ventilation, rendering the application of the abuse of right doctrine impossible to review. Consequently, the case was remanded to the Court of Appeal for a new trial with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) of the Code of Civil Procedure and Article 281 of the Civil Code; A judgment is annulled for lack of legal basis if it contains insufficient reasoning preventing the review of whether the abuse of right doctrine was correctly applied to the specific facts.

Keywords

AI generated
abuse of right Article 281 Civil Code insufficient reasoning neighbor dispute remand for retrial legal basis appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 871 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 871/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ....., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Αντωνίου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ........., 2. ........, και 3. ........, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τσώνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό έκθ. κατάθεσης 11219/95/12-12-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3972/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9341/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Φεβρουαρίου 2004 αίτησή της και τους από 3 Φεβρουαρίου 2006 και 14 Νοεμβρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 6 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα που είναι αναγκαία για την κρίση της συνδρομής ή μη στη συγκεκριμένη περίπτωση των όρων και προϋποθέσεων ορισμένης διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γνώση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.

ΑΠ 17/1995). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ΄ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (Ολ.

ΑΠ 62/1990). Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επήλθαν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του. Στην προκειμένη περίπτωση αναφορικά με την ένσταση περί καταχρήσεως δικαιώματος που η αναιρεσείουσα αντέταξε κατά της αγωγής των αναιρεσίβλητων, με την οποία οι τελευταίοι ζήτησαν να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να κατεδαφίσει το κλιμακοστάσιο, που η τελευταία έχει αναγείρει στον ακάλυπτο χώρο του κοινού οικοπέδου των συνιδιοκτητών, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα : "Οι διάδικοι είναι συγκύριοι μετ' άλλων, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι, ενός οικοπέδου συνολικής επιφανείας 903,57 τ.μ., που βρίσκεται επί της οδού ........., το οποίο έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 με την υπ' αριθμ. ........

πράξη συστάσεως oριζoντίoυ ιδιοκτησίας της συμβoλαιoγράφoυ Αθηνών ........., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα. Με την ανωτέρω πράξη συμφωνήθηκε ότι τα διαμερίσματα που θα αναγερθούν σε καθένα από τα έξι τμήματα του όλου επικοίνου οικοπέδου, όπως αυτά φαίνονται και πρoσδιoρίζoνται στο επισυναπτόμενο σ' αυτήν από 26-8-1960 σχεδιάγραμμα του μηχανικού........., θα αποτελέσουν αυτοτελείς και ανεξάρτητες ιδιοκτησίες και ότι καθένας από τους συμβαλλομένους καθώς και οι διάδοχοί τους θα μπορούν να προβαίνουν σε ανέγερση κτισμάτων και γενικά διαρρύθμιση του χώρου που αποτελεί την ανεξάρτητη ιδιοκτησία του, τηρώντας τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις και να συνάπτει σύμβαση συστάσεως οροφοκτησίας επ' αυτής χωρίς να ανατρέπεται η συνιδιοκτησία τους στο όλο οικόπεδο.

Με το προαναφερόμενο συμβόλαιο, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο αυτού, συστάθηκε συγχρόνως διηρημένη ιδιοκτησία επί του ενιαίου οικοπέδου με κάθετη ως άνω διαίρεση αυτού και έκαστος συμβαλλόμενος απέκτησε αφενός μεν τη συγκυριότητα του όλου οικοπέδου αφετέρου την αποκλειστική χρήση ορισμένου τμήματος με δικαίωμα ανεγέρσεως κτίσματος επ' αυτού της αποκλειστικής του κυριότητας.

Η με τον τρόπο αυτό συσταθείσα οριζόντιος ιδιοκτησία ήταν άκυρη εφόσον πράγματι αφορούσε αυτοτελή οικοδομήματα επί ενιαίου χώρου (ΑΠ 332/ 1970), η οποία όμως κυρώθηκε αναδρομικά με το άρθρο 3 του ΝΔ 1024/1971 εφόσον μέχρι την ισχύ του δεν κηρύχθηκε αμετάκλησα άκυρη, γεγονός μη αμφισβητούμενο από τους διαδίκους.

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι μεταξύ των προαναφερομένων έξι τμημάτων του όλου οικοπέδου περιλαμβάνονται και τα υπ' αριθμ. Ι και ΙΙ όμορα τμήματα που έχουν αμφότερα πρόσοψη επί της οδού ........., εκ των οποίων το πρώτο με τα κεφαλαία γράμματα Γ Β' Ξ', Μ, Γ, το οποίο έχει επιφάνεια 203, 44 τ.μ. και ποσοστό συγκυριότητος στο όλο οικόπεδο 23% ανήκει στην αποκλειστική χρήση της εναγομένης και το δεύτερο με τα κεφαλαία γράμματα Β' ,Β, Π, Ξ', Β', το οποίο έχει επιφάνεια 189 τ.μ.

και ποσοστό συγκυριότητας στο όλο οικόπεδο 21% ανήκει στην αποκλειστική χρήση των εναγόντων. Εμφαίνονται δε τα τμήματα αυτά στο από 26-8-1960 τοπογραφικό διάγραμμα και το υπό την ιδίαν ως άνω ημερομηνία πίνακα αναλογιών του αρχιτέκτονα μηχανικού ........, τα οποία επισυνάπτονται στην ανωτέρω συμβολαιογραφική Πράξη στην οποία η εναγομένη έχει προσχωρήσει, όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθμ. .......

δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών ......... Κατά τα εκατέρωθεν συνομολογούμενα επί του υπ' αριθμ. Ι τμήματος υφίσταται οικοδομή της αποκλειστικής κυριότητας της εναγομένης και επί του υπ' αριθμ. ΙΙ τμήματος υφίσταται οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο, πρώτο, δεύτερο και τρίτο ορόφους, από τους οποίους το ισόγειο και ο πρώτος όροφος ανήκουν κατά συγκυριότητα στους α' και β' των εναγόντων και οι δεύτερος και τρίτος όροφος στην αποκλειστική κυριότητα της τρίτης των εναγόντων.

Όπως προκύπτει από τον προαναφερόμενο πίνακα αναλογιών του αρχιτέκτονα μηχανικού ........ στο υπ' αριθμ. Ι τμήμα του όλου επικοίνου οικοπέδου της αποκλειστικής χρήσης της εναγομένης επιτρέπεται η ανέγερση κτίσματος μόνον επί του χώρου που προσδιορίζεται με τα γράμματα α, β, ε, η, α, ενώ ο υπόλοιπος χώρος εμφανίζεται ως εξ αδιαιρέτου ακάλυπτος χώρος του όλου οικοπέδου, στον οποίον (χώρο) περιλαμβάνεται.

και το υπό στοιχεία ζ, ε, Ξ', Ξ, ζ, τμήμα, το οποίο ανήκει στην αποκλειστική χρήση της εναγομένης. Επί του εν λόγω εξ αδιαιρέτου ακαλύπτου χώρου του όλου επικοίνου οικοπέδου επιτρέπεται μόνον η περιτοίχιση απαγορευομένης της εντός αυτού ανεγέρσεως κτίσματος. Ο χώρος αυτός εκτείνεται μεταξύ του εξωτερικού τοίχου της πίσω πλευράς της οικοδομής της εναγομένης και της διαχωριστικής γραμμής (πλευράς) Ξ' , Ξ των υπ' αριθ.

Ι και ΙΙΙ τμημάτων του όλου οικοπέδου και διαχωρίζεται από τον ακάλυπτο χώρο του ομόρου υπ' αριθμ. ΙΙ τμήματος από υφιστάμενο στη διαχωριστική γραμμή Ξ΄, ε των δύο υπ' αριθμ. Ι και ΙΙ τμημάτων τοιχείο. Επί του προαναφερομένου χώρου υφίστατο από το έως 1963 σε επαφή με τον εξωτερικό τοίχο της οικοδομής της εναγομένης ανοικτή εξωτερική σκάλα, η οποία εξυπηρετούσε τον πρώτο όροφο.

Αυτή κατασκευάσθηκε με τη συναίνεση του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, λόγω δε της περιορισμένης εκτάσεώς της και του σχήματός της (πλευρική ανοικτή) δεν έβλαπτε τα δικαιώματα των εναγόντων αφού δεν μείωνε το φωτισμό ούτε τον αερισμό της οικοδομής τους. Το έτος 1999 η εναγομένη έλαβε την υπ' αριθμ. ........ οικοδομική άδεια που εκδόθηκε από το τμήμα αδειών της Νομαρχίας Αθηνών και προέβη στην ανέγερση δευτέρου υπέρ το ισόγειον ορόφου με δώμα και ημιυπαίθριο χώρο στον πρώτο όροφο επί της υφισταμένης οικοδομής.

Κατά την ανέγερση του δευτέρου ορόφου η εναγομένη επεξέτεινε τη νέα οικοδομή της εκτός του περιγράμματος της υφισταμένης τοιαύτης, η οποία είχε ανεγερθεί επί του προβλεπομένου ανωτέρω υπό στοιχεία α, β, ε, η, α χώρου ανεγείροντας κτίσμα και επί του υπό στοιχεία ξ, ε, Ξ' , Ξ, ζ, εξ αδιαιρέτου ακαλύπτου χώρου, επί του οποίου δεν επιτρέπεται η ανέγερση οικοδομής.

Ειδικότερα προέβη στη διάνοιξη θεμελίων και κατασκεύασε δύο υποστυλώματα από οπλισμένο σκυρόδεμα επί της διαχωριστικής ως άνω γραμμής Ξ' , Ξ καθώς και άλλα δύο σε νοητή γραμμή παράλληλη προς την προηγούμενη και σε επαφή με τον εξωτερικό τοίχο της παλαιάς οικοδομής της, ανυψώνοντας αυτά μέχρι της πλακός του δευτέρου ορόφου.

Εν συνεχεία συνέδεσε αυτά περιμετρικά με δοκούς από οπλισμένο σκυρόδεμα στο ύψος εκάστης πλακός και στήριξε επ' αυτών νέα κλίμακα σε συνέχεια της παλαιάς για την εξυπηρέτηση του δευτέρου και τρίτου ορόφου της οικοδομής (βλ. προσκομιζόμενες φωτογραφίες). Η κατασκευή του εν λόγω κλιμακοστασίου δια της επεκτάσεως του εφ΄ όλης της επιφανείας του υπό στοιχεία ζ, ε, Ξ' , Ξ, ζ εξ αδιαιρέτου ακαλύπτου χώρου του επικοίνου οικοπέδου και δια της συνεχίσεως καθ' ύψος της υπάρχουσας κλίμακος μέχρι του ύψους της πλακός του δευτέρου ορόφου αντίκειται κατ' αρχήν στην απαγόρευση της πράξεως συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας (πράγματι κάθετης) με την οποία δεν επιτρέπεται η ανέγερση κτίσματος επί του χώρου αυτού, ο οποίος πρέπει να παραμείνει ελεύθερος και επιπλέον βλάπτει τα δικαιώματα των εναγόντων, ιδιοκτητών της όμορης οικοδομής, της οποίας μειώνει το φωτισμό και τον αερισμό κατά τη βορειοδυτική της όψη.

Οι ενάγοντες ευθύς ως αντελήφθησαν την ανέγερση κτίσματος επί του αφεθέντος ως ακαλύπτου χώρου υπό της πράξεως συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας εναντιώθηκαν και διεμαρτυρήθηκαν προφορικά στην εναγομένη, η οποία αγνόησε την εν λόγω διαμαρτυρία. Παράλληλα προσέφυγαν με την υπ' αριθμ. ....... καταγγελία τους στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, η οποία αρχικά διέκοψε τις οικοδομικές εργασίες στην ιδιοκτησία της εναγομένης αλλά μετά από προσφυγή της τελευταίας επέτρεψε τη συνέχιση αυτών κρίνασα ότι η κατασκευή του κλιμακοστασίου δεν αντίκειται στις πολεοδομικές διατάξεις, ενώ η τυχόν παραβίαση της πράξεως συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας αποτελεί αντικείμενο διαφοράς υπαγομένης στα πολιτικά Δικαστήρια.

Κατόπιν τούτου οι ενάγοντες με την από 16-3-2000 αίτησή τους προς το Ειρηνοδικείο Αθηνών ζήτησαν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, αλλά το εν λόγω δικαστήριο με την υπ' αριθ. 1382/2000 απόφασή του κήρυξε εαυτό αναρμόδιο προς εκδίκαση της διαφοράς αυτής. Εν συνεχεία οι ενάγοντες υπέβαλαν νέα αίτηση με το αυτό ως άνω περιεχόμενο για λήψη ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την υπ' αριθμ. 9539/2000 απόφασή του απέρριψε αυτήν δεχόμενο ότι ο χώρος επί του οποίου ανηγέρθη το κλιμακοστάσιο δεν είναι κοινόχρηστος.

Εν τω μεταξύ η εναγομένη συνέχιζε την ανέγερση του κλιμακοστασίου, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες ν' ασκήσουν την υπό κρίση αγωγή με την οποία ζητούν την καθαίρεση του κλιμακοστασίου, γιατί έγινε σε χώρο εντός του οποίου δεν επιτρέπεται σύμφωνα με την ανωτέρω πράξη και τον συνοδεύοντα αυτήν πίνακα αναλογιών η ανέγερση κτίσματος.

Με την ανέγερση της αρχικής μικρής σκάλας επί του ακαλύπτου χώρου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επήλθε κατάργηση τούτου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, αν ληφθεί υπόψη ότι η συναίνεση αφορούσε την κατασκευή της συγκεκριμένης μικρής σκάλας που εξυπηρετούσε μόνον τον α΄ όροφο, ότι η κατασκευή της εν λόγω σκάλας λόγω της περιορισμένης εκτάσεώς της, του μικρού ύψους της και του τρόπου κατασκευής της (ανοικτή πλευρική εξωτερική) δεν έβλαπτε τα δικαιώματα των εναγόντων, ανεξάρτητα του ότι μια τέτοια κατάργηση προϋποθέτει τροποποίηση της προαναφερόμενης πράξης εφαρμογής, η οποία μπορεί να γίνει μόνο με συμφωνία που πρέπει να περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί, πράγμα που δεν έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση".

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι το με την ένδικη αγωγή ασκούμενο δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων οπωσδήποτε δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος αυτών να ζητήσουν την καθαίρεση του αναγερθέντος στον ακάλυπτο χώρο του κοινού οικοπέδου των συνιδιοκτητών (στους οποίους περιλαμβάνονται οι οι εν προκειμένω διάδικοι) κλιμακοστασίου, δεχόμενο ότι η κατασκευή κλίματος στον ακάλυπτο χώρο, μειώνει τον φωτισμό και τον αερισμό της, κατά τη βορειοδυτική όψη, όμορης οικοδομής των αναιρεσίβλητων.

Ακολούθως τούτων, το Εφετείο, αφού απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη την επί της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας - εναγομένης και εξαφάνισε την εκκαλουμένη 3972/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε κατ΄ ουσία την αγωγή και ως βάσιμη κατ΄ ουσία και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα - εναγομένη να καθαιρέσει προς εξυπηρέτηση των δευτέρου και τρίτου ορόφου της οικοδομής της του νέου κλιμακοστασίου κατά το μέρος που έχει ανεγερθεί εντός του εξ αδιαιρέτου ακαλύπτου χώρου του επικοίνου οικοπέδου, που εμφαίνεται υπό τα στοιχεία ξ, ε, Ξ΄, Ξ, ζ στο από 26.8.1960 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ......., που επισυνάπτεται στην ........

πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου ......, άλλως και σε περίπτωση αρνήσεως της εναγομένης να προβεί στην ανωτέρω ενέργεια, επιτρέπει τούτο στους ενάγοντες με δαπάνες της εναγομένης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και απέρριψε την από του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση της εναγομένης - αναιρεσείουσας, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης γιατί διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, όπως αυτή αναλύθηκε ανωτέρω.

Ειδικότερα, δεν προσδιορίζονται οι διαστάσεις του κατασκευασθέντος κλιμακοστασίου και των υποστυλωμάτων του από τον εξωτερικό τοίχο της οικοδομής της αναιρεσίβλητης (εναγομένης), το εμβαδόν του καταληφθέντος από αυτό (κλιμακοστάσιο) τμήματος, με τα στοιχεία ζ. ε, Ξ΄, Ξ, ζ, όπως και η θέση και η απόσταση του κλιμακοστασίου από και σε σχέση με την οικοδομή των αναιρεσειόντων (εναγόντων), ενώ, περαιτέρω δεν διευκρινίζεται ο τρόπος και ο λόγος για τον οποίο μειώνεται ο φωτισμός και ο αερισμός της όμορης οικοδομής των τελευταίων, κατά τη βορειοδυτική της όψη, από την καθ΄ ύψος επέκταση του κλιμακοστασίου προς το δεύτερο και τρίτο όροφο της οικοδομής της αναιρεσείουσας (εναγομένης).

Δηλαδή, με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογείται επαρκώς το ανεφάρμοστο της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.

Συνεπώς κρίνεται βάσιμος ο μοναδικός λόγος της από 18.2.2004 αιτήσεως αναιρέσεως και ο δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, των από 3.2.2006 προσθέτων λόγων αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, δυνάμενο να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 9341/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ