Supreme Court allows appeal against arbitration award due to failure to verify preconditions for arbitration jurisdiction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against an arbitration award, ruling that the lower court erred in dismissing the claimant's argument regarding jurisdiction. The appellant argued that the arbitration agreement only covered failed out-of-court settlement attempts, yet the award proceeded without verifying this prerequisite. The court held that failing to examine these preconditions constitutes a violation of substantive law under Article 897 of the Code of Civil Procedure, mandating the case be remanded for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticle 897, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: An arbitration award is voidable if arbitrators rule on a matter not submitted to them under the arbitration agreement, and failure to verify preconditions for jurisdiction constitutes a violation of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 870 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 870/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Εμμνουηλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... AE", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Τσιρώνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2015 αγωγή ακύρωσης διαιτητικής απόφασης της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1888/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/7/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 897 αριθ. 4 του ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει μόνο με δικαστική απόφαση, αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για την διαιτησία ή ο νόμος. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, στον όρο "υπέρβαση εξουσίας", ως λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, υπάγεται η περίπτωση κατά την οποία οι διαιτητές δικάζουν για αντικείμενο, το οποίο δεν έχει υποβληθεί σ' αυτούς με τη συμφωνία περί διαιτησίας ή κείται πέρα από αυτό. (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 1893/2014, ΑΠ 537/2007, ΑΠ 2049/2006, ΑΠ 1634/2001, ΑΠ 293/1999). Η παραβίαση της ανωτέρω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, ανελέγκτως, τα εξής περιστατικά: "...Η ενάγουσα με τον πρώτο λόγο εκθέτει ότι το διαιτητικό δικαστήριο με το να κρίνει ότι είναι αρμόδιο να δικάσει τη διαφορά, απορρίπτοντας τη σχετική ένταση αναρμοδιότητας, ενήργησε υπερβαίνοντας την εξουσία του, διότι η προσφυγή στη διαιτησία είχε συμφωνηθεί με ποινή απαραδέκτου αποκλειστικά στην περίπτωση αποτυχίας της απόπειρας της εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς, που είχε οριστεί ως υποχρεωτική και (διότι) δεν διαλαμβάνει ότι πριν την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας απέτυχε η εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς.
Από την επισκόπηση της διαιτητικής απόφασης προκύπτει ότι το διαιτητικό δικαστήριο, ερμηνεύοντας τον όρο (20.1) της από 1.1.2008 επίδικης σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο για κάθε διαφορά ή αμφισβήτηση σχετικά με την εφαρμογή ή ερμηνεία της σύμβασης θα καταβάλλεται προσπάθεια φιλικής επίλυσης και εάν δεν επιτυγχάνεται η φιλική επίλυση τότε αυτές θα επιλύονται με διαιτησία κατά τα προβλεπόμενα στον ΚΠολΔ, οριζομένου Προέδρου Εφετών Αθηνών ως μόνου διαιτητού, απέρριψε τη σχετική ένσταση της ενάγουσας περί απαραδέκτου της αγωγής που εισήχθη ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου, διότι δεν προηγήθηκε προσπάθεια εξωδικαστικής επίλυσης, κρίνοντας ότι στο άρθρο προβλέπεται ότι θα καταβάλλεται προσπάθεια επίλυσης της διαφοράς, χωρίς να τίθεται επί ποινή απαραδέκτου η προσφυγή στη διαιτησία και ότι, εξάλλου, τα διάδικα μέρη είχαν το χρόνο στο χρονικό διάστημα πριν τη συζήτηση της αγωγής να επιδιώξουν την επίλυση της διαφοράς και να επιτύχουν ένα φιλικό συμβιβασμό.
Κατόπιν των ανωτέρω, οι πιο πάνω αναφερόμενες αιτιάσεις της ενάγουσας και ειδικά ότι η προσφυγή στη διαιτησία είχε συμφωνηθεί με ποινή απαραδέκτου αποκλειστικά για την περίπτωση αποτυχίας της απόπειρας εξωδικαστικής επίλυσης και ότι δεν διαλαμβάνεται στη διαιτητική απόφαση παραδοχή ότι είχε προηγηθεί εξωδικαστική επίλυση και ότι αυτή απέτυχε, αποτελούν λόγοι που αφορούν εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ως τέτοιοι, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν αποτελούν λόγοι ακύρωσης διαιτητικής απόφασης.
Πρέπει, επομένως να απορριφθεί ο σχετικός λόγος ακύρωσης.". Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές αφορούν τα, οριζόμενα από την διαιτητική συμφωνία, προαπαιτούμενα για την ενεργοποίηση της προσφυγής των μερών στο διαιτητικό δικαστήριο, προς επίλυση της συμφωνηθείσας διαφοράς τους και, ως εκ τούτου, ανάγονται (οι αιτιάσεις) στις προϋποθέσεις καταφάσεως της εξουσίας του να δικάσει την εισαχθείσα σ' αυτό, κατόπιν σχετικής προσφυγής, διαφορά, της οποίας (εξουσίας) η έλλειψη, σε περίπτωση παραδοχής της βασιμότητάς των (αιτιάσεων), συνεπάγεται, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, ακυρότητα της διαιτητικής αποφάσεως, ως εκδοθείσας από στερούμενο σχετικής εξουσίας διαιτητικό δικαστήριο.
Επομένως, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις δεν αποτελούν λόγους ακυρώσεως της προσβαλλομένης διαιτητικής αποφάσεως, για υπέρβαση εξουσίας, διότι αυτές ανάγονται στην ουσιαστική κρίση του διαιτητή επί της ενώπιόν του αχθείσας διαφοράς, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 897 παρ. 4 του ΚΠολΔ και, έτσι, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα του προσάπτει η αναιρεσείουσα με τον υπό στοιχείο Γ' iv αναιρετικό λόγο, ο οποίος, συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά από αυτά παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης, αφού και αυτοί κατατείνουν στο ίδιο αποτέλεσμα, με αυτό του προηγουμένου λόγου, που έγινε δεκτός και καταλαμβάνονται από την αναιρετική του εμβέλεια. Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος, κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, παραβόλου, στον καταθέσαντα και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε η τελευταία με τις, εμπροθέσμως κατατεθείσες, προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ? αριθμ. 1888/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα.
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείοσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ