Legislator Case Law & Legislation
870/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding factual evaluation and contradictory reasoning in civil judgment.

Case Number 870/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against the Second Instance Court's judgment. The appellant argued that the lower court erred in evaluating evidence and failed to recognize fraudulent vehicle sales, claiming contradictory reasoning in the judgment. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant's arguments regarding factual evaluation and internal inconsistencies in the reasoning were not properly substantiated or linked to specific statutory errors.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 8 and 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court will not review the lower court's evaluation of facts or internal inconsistencies in the reasoning unless they directly affect the operative part or constitute a specific legal error.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible grounds factual evaluation contradictory reasoning Code of Civil Procedure appellate review legal error

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 870 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 870/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δ.-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Δ. Α. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Κουτουλάκο .

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Μ και Σ. Κ. ΟΕ" Συνεργείο Σουστών και Νταλικών-Εισαγωγή και Εμπορία Αυτοκινήτων Φορτηγών και Επιβατικών, που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, για τον οποίο εμφανίστηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της Μ. Κ. που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γλύκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1789/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 253/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 6-11-2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δ.ς-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 14-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 253/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση του εδώ αναιρεσείοντος κατά της 1789/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε ερήμην του, στη συνέχεια έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης εταιρίας και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να της καταβάλει το ποσό των 17.850 ευρώ νομιμοτόκως ως τίμημα οφειλόμενο από την πώληση δύο μεταχειρισμένων επικαθήμενων φορτηγών αυτοκινήτων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552,553 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολ Δικ].

2."Πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ των οποίων η παρά τον νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας, θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή παρακωλυτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικοί ισχυρισμοί και οι λόγοι έφεσης.

Δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα αποδεικτικά μέσα, ούτε οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση κάθε μιας εξ αυτών, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος δε αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό [ΟλΑΠ 12/1991),γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό [ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1729/ 2008].

Εξ άλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.γ' ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών, για το αν το δικαστήριο τη ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει σύμφωνα με τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ'είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Τέλος ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔικ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου [ΑΠ 100/2007].

3.Στην υπόθεση που κρίνεται το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει συμβάσεως πωλήσεως που καταρτίστηκε στο Κερατσίνι, στις 30-1-2008, μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου, η πρώτη πώλησε και παρέδωκε στο δεύτερο μία διαξονική, επικαθήμενη μεταχειρισμένη νταλίκα (νταλικάκι) μάρκας YORK....με αριθμό πλαισίου ...

αντί τιμήματος ...7.140 ευρώ οποίο πιστώθηκε. Για την πώληση αυτή, η ενάγουσα εξέδωκε το υπ' αριθμ. 1/30-1 -2008 σειρά Γ τιμολόγιο- δελτίο αποστολής. Δυνάμει όμοιας συμβάσεως πωλήσεως που καταρτίστηκε στο Κερατσίνι, στις 9-5-2008, η ενάγουσα πώλησε και παρέδωκε στον εναγόμενο, μια διακονική, επικαθήμενη, μεταχειρισμένη νταλίκα, μάρκας SCHMITZ,με αριθμό πλαισίου .......

αντί τιμήματος....10.710 ευρώ, το οποίο πιστώθηκε. Για την πώληση αυτή, η ενάγουσα εξέδωκε το υπ' αριθμ. 5/9-5-2008 σειρά Γ' τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής. Ο εναγόμενος αν και παρέλαβε ανεπιφύλακτα τις προπεριγραφείσες νταλίκες δεν έχει καταβάλει στην ενάγουσα το τίμημα αυτών, καίτοι οχλήθηκε προς τούτο με την από 3-11-2008 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση της ενάγουσας, η οποία του επιδόθηκε στις 6-11-2008.

Ο εναγόμενος αρνείται την κατάρτιση των παραπάνω συμβάσεων πωλήσεως και ισχυρίζεται ότι αυτές καταρτίστηκαν εν αγνοία του, μεταξύ της ενάγουσας και του Δ. Θ., με σκοπό να προσπορίσουν σε εαυτούς παράνομο περιουσιακό όφελος, σε βάρος της περιουσίας του. Ότι ο Δ. Θ. είχε μισθώσει από αυτόν (εναγόμενο) τρεις ελκυστήρες και πέντε επικαθήμενες νταλίκες και τον Οκτώβριο του 2008 εγκατέλειψε τους ελκυστήρες σε χώρο στάθμευσης επί της λεωφόρου Σχιστού.

Ότι βρήκε σε ένα εξ αυτών τα παραπάνω τιμολόγια και σε πλησίον χώρο τις επίδικες νταλίκες, φέρουσες πλαστές πινακίδες, τις οποίες ,στις 13-10-2008 παρέδωκε στους εκπροσώπους της ενάγουσας. Ο παραπάνω ισχυρισμός περί κατάρτισης των συμβάσεων πωλήσεως με απάτη που μετήλθαν ο Δ. Θ. και οι εκπρόσωποι της ενάγουσας, δεν επιβεβαιώθηκε κατ' ουσίαν.

Η κατάθεση του μάρτυρος ανταποδείξεως δεν είναι αποδεικτικό στοιχείο επαρκές και ικανό να οδηγήσει το Δικαστήριο τούτο σε πλήρη δικανική πεποίθηση περί της βασιμότητας του ισχυρισμού αυτού, ενόψει της σαφούς και μετά λόγου γνώσεως κατάθεσης του μάρτυρος αποδείξεως ότι οι πωλήσεις καταρτίστηκαν με τον εναγόμενο στο Κερατσίνι, τις ημερομηνίες που προαναφέρθηκαν και ότι ο τελευταίος παρέλαβε τις νταλίκες.

Σημειώνεται ότι για τις επικαλούμενες αξιόποινες πράξεις σε βάρος του, ο εναγόμενος άσκησε μήνυση κατά του Δ. Θ. και των εκπροσώπων της ενάγουσας την 16-2-2011.Περαιτέρω ο εναγόμενος ισχυρίζεται, επικουρικά, ότι η εκ μέρους του παράδοση των νταλικών στην ενάγουσα την 13-10-2008 και η αποδοχή αυτών από την τελευταία, συνεπάγεται την υπαναχώρηση των μερών από τις συμβάσεις πωλήσεως.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος και δεν θεμελιώνει ένσταση κατ' άρθρο 540 αρ.3 ΑΚ, αφού ο εναγόμενος δεν επικαλείται συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο οι διάδικοι υπαναχώρησαν από τις συμβάσεις πωλήσεως. Ανεξάρτητα όμως τούτων, η παράδοση των νταλικών από τον εναγόμενο στην ενάγουσα δεν επιβεβαιώθηκε κατ' ουσίαν.

Η κατάθεση του μάρτυρος ανταποδείξεως περί αυτής, δεν κρίνεται πειστική και η έκδοση από τον εναγόμενο του υπ' αριθμ. 1/13-10-2008 δελτίου αποστολής δεν μπορεί να στηρίξει άλλη κρίση. Ισχυρίζεται ακόμη ο εναγόμενος, ότι η αγωγή ασκείται καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, διότι όταν διαπίστωσε την ύπαρξη των δύο νταλικών στο Σχιστό και ανακάλυψε τα τιμολόγια-δελτία αποστολής και τις πλαστές πινακίδες, αμέσως ειδοποίησε τους νομίμους εκπροσώπους της ενάγουσας και κατόπιν παρακλήσεως αυτών τις μετέφερε στη μάντρα της ενάγουσας στο Σκαραμαγκά και τις παρέδωσε στους εκπροσώπους της.

Τα περιστατικά αυτά και αληθή υποτιθέμενα δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ και ο παραπάνω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί. Με βάση τα περιστατικά που προεκτέθηκαν η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή..." 4. Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησής του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.8,11γ και 19 του ΚΠολΔικ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο:

α]δεν έλαβε υπόψη, τον προβληθέντα ισχυρισμό του, ότι είχε μισθώσει, μεταξύ άλλων, πέντε [5] "επικαθήμενες νταλίκες" στον Δ. Θ., από τις 20-12-2007, με διάρκεια της μίσθωσης από 26-12-2007 έως 31-12-2009 και συνεπώς δεν είχε λόγο να προβεί σε αγορά νέων τοιούτων από την αναιρεσίβλητη, β]δεν έλαβε υπόψη του το έγγραφο της εν λόγω μίσθωσης, καθώς και το υπ'αριθμ 583/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά [καθώς και τα λοιπά έγγραφα της σχηματισθείσας σε βάρος του ποινικής δικογραφίας], δυνάμει του οποίου ο προδιαληφθείς Δ.

Θ. παραπέμφθηκε για να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά, για πλαστογραφία σε βάρος του, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του. Ισχυρίζεται επίσης ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται μόνο το έγγραφο της μήνυσης που αυτός υπέβαλε εναντίον του προδιαληφθέντος, καθώς και ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ".. .αποκλειστικά και μόνο την κατάθεση τον μάρτυρος του, [αγνοώντας τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία], την οποία μάλιστα έκρινε ότι δεν αποτελεί επαρκές αποδεικτικό στοιχείο χωρίς να διευκρινίζει και για ποιόν λόγο κατέληξε στη κρίση του αυτή, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια της περ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ... ".

Ο λόγος αυτός, κατά το υπό στοιχ.α' πιο πάνω μέρος του, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔικ, είναι απαράδεκτος, αφού, παρεκτός του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι ο σχετικός ισχυρισμός αποτέλεσε λόγο της έφεσής του, δεν πρόκειται για ισχυρισμό καταλυτικό ή παρακωλυτικό της αγωγής, αλλά πρόκειται για επιχείρημα προς απόκρουση της αγωγής και προβάλλεται στα πλαίσια της απόδειξης.

Κατά δε το υπόλοιπο μέρος του, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 559 αριθ.11γ' ΚΠολΔικ [στην οποία εμπίπτει ως εκ του νοηματικού της περιεχομένου, η αιτίαση της αξιολόγησης του μάρτυρος που εξετάσθηκε με πρότασή του και όχι σε εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ], είναι: α]αφενός μεν αβάσιμος, καθόσον από την βεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι αυτό έλαβε υπόψη του όλα τα παραπάνω έγγραφα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος β] αφετέρου δε απαράδεκτος, καθόσον ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, κατά τα προδιαληφθέντα, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο (όπως είναι και η επικαλούμενη μαρτυρική κατάθεση), την αποδεικτική βαρύτητα που αυτός υποστηρίζει ότι έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

5.Με τον δεύτερο λόγο, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.1, 8, 11 και 12 ΚΠολΔικ, ισχυριζόμενος ότι κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 400 παρ.3 και 402 παρ.1 ΚΠολΔικ έκρινε χωρίς αιτιολογία αξιόπιστη την ανωμοτί κατάθεση του μάρτυρος Μιχαήλ Κόικα που προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη, ομορρύθμου εταίρου της, ο οποίος προσδοκά άμεσο συμφέρον από την έκβαση της δίκης και ο οποίος είναι ευνόητο ότι δεν θα μπορούσε να καταθέσει κάτι διαφορετικό πέραν από το ότι συνεβλήθη με τον αναιρεσείοντα και κατάρτισε τις ένδικες συμβάσεις πωλήσεως, καθότι σε διαφορετική περίπτωση θα βρισκόταν κατηγορούμενος για απάτη σε βάρος του, σε άμεση συνεργεία με τον Δ.

Θ.. Περαιτέρω ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο έκρινε ανεπαρκές αποδεικτικό στοιχείο την κατάθεση του μάρτυρος ανταποδείξεως [που δεν προσδοκά κανένα έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης ] με μοναδική αιτιολογία την αντιπαραβολή της με την κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως. Καταλήγοντας δε αναφέρει ότι η κατάθεση του προδιαληφθέντος μάρτυρα της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου έρχεται σε αντίθεση με όσα αυτός κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και συγκεκριμένα, ότι αυτός κατέθεσε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο: "Έγιναν δύο πωλήσεις με τον Α..

Ήρθε στο μαγαζί μου μαζί με τον Θ. και τις δυο φορές και μόλις κόπηκαν τα τιμολόγια έφυγε ο Θ... ", Ενώ στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε καταθέσει "..μου είπε στο τηλέφωνο σον στέλνω το ΦΠΑ με τον οδηγό μου τον Θ. Δ. του είπα τουλάχιστον αυτό γιατί τα βάλαμε από τη τσέπη μας αλλά δεν το έστειλε και σε δεύτερη τηλεφωνική επαφή μου είπε ότι εκείνος τα έδωσε τα λεφτά και ο οδηγός δεν τα έφερε.." Ο λόγος αυτός, κατά μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ, είναι απαράδεκτος, αφού αναφέρεται σε εσφαλμένη εφαρμογή δικονομικών διατάξεων, σχετικών με την εξέταση μαρτύρων,που έχουν συμφέρον στην δίκη και όσων αυτοί δεν έχουν υποχρέωση να καταθέσουν.

Εξ άλλου η ένσταση περί εξαιρέσεως μάρτυρος [400 αρ.3 ΚΠολΔ], για να ελεγχθεί αναιρετικά για παραβίαση του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας νομότυπα. Απαραδέκτως επίσης προβάλλεται ο ίδιος (δεύτερος) αναιρετικός λόγος και κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 και 12 ΚΠολΔικ.

Τούτο δε καθόσον από την διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔικ, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 409 παρ.2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν, είναι ευθύνη του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει σε κάθε κατάθεση την βαρύτητα και αξιοπιστία που κρίνει χωρίς να υποχρεούται να εκθέσει στην απόφαση του και τους λόγους που το οδήγησαν σε τέτοια ή άλλη εκτίμηση του.

Τέλος ο ίδιος δεύτερος αναιρετικός λόγος καθώς και ο τέταρτος, κατά το μέρος τους με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, είναι αόριστοι για έλλειψη αντίστοιχου πραγματικού και πρέπει συνεπώς να απορριφθούν.

6. Με τον τρίτο λόγο, ο αναιρεσείων αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.8,11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ισχυριζόμενος ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε ως αόριστος, ο επικουρικά υποβληθείς ισχυρισμός του, στηριζόμενος στο άρθρο 540 παρ.3 ΑΚ, με τον οποίο είχε υποστηρίξει, ότι η παράδοση των πωληθέντων οχημάτων εκ μέρους του στην αναιρεσίβλητη την 13-10-08 και η αποδοχή αυτών, συνεπάγεται την υπαναχώρηση των μερών από τις συμβάσεις πωλήσεως, καθόσον "καταδεικνύει ότι δεν έλαβε υπόψη της ως όφειλε ούτε τους ισχυρισμούς του δια των προτάσεων και δια του ενόρκως εξετασθέντα μαρτυρά του αλλά ούτε και τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα εγγράφομαι συγκεκριμένα την με ημερομηνία 29-10-2008 εξώδικη πρόσκληση του προς την αντίδικο [επιδοθείσα με δικαστικό επιμελητή] όπου αναγράφεται ρητά και με σαφήνεια ο λόγος υπαναχώρησης και συγκεκριμένα ότι ουδέποτε συνεβλήθη με την αναιρεσίβλητη, ούτε αγόρασε τις "επίδικες νταλίκες" καθώς και ότι [κατά λέξη]: "μόλις πληροφορήθηκα ότι έχετε εκδόσει αυτού του είδους τα τιμολόγια εν ονόματι μου σας επέστρεψα τις νταλίκες στη μάντρα σας τις οποίες παρέλαβε ο κ.Σ.

Κ. οι οποίες ήταν εγκαταλελειμμένες στη Λεωφόρο Σχιστού και με παρακαλέσατε να τις πάω στη μάντρα σας στο Σκαραμαγκά αναγνωρίζοντας ότι ουδέποτε είχαμε συμβληθεί και ούτε καν με γνωρίζατε λέγοντας ότι γνωρίζετε τον κ. Θ. με τον οποίο και συμβληθήκατε...ΣΑΣ ΚΑΛΩ.. κλπ". Ο αναιρετικός αυτός λόγος καθώς και ο τέταρτος, κατά το μέρος που με αυτούς αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ και συγκεκριμένα ότι χωρίς καμμιά αιτιολογία ή με ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε ως αόριστη την ένστασή του αναιρεσείοντα περί υπαναχώρησης αυτού από την ένδικη σύμβαση πώλησης είναι απαράδεκτοι, αφού προϋποθέτουν την ουσιαστική έρευνα της εν λόγω ένστασης και την διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος και όχι την απόρριψη αυτής ως αόριστης όπως συνέβη εν προκειμένω.

Απαραδέκτως προτείνεται περαιτέρω ο ίδιος (τρίτος) λόγος και κατά το μέρος που μ'αυτόν ο αναιρεσείων πλήττει την απόφαση για πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ήτοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το παραπάνω έγγραφο και όσα κατέθεσε ο εξετασθείς "μάρτυράς του", αφού ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν την προβληθείσα ένσταση.

Τέλος κατά το μέρος που με τον ίδιο λόγο πλήττεται η απόφαση για πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔικ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού κατά τα προαναφερθέντα, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε ως αόριστο.

7. Με τον τέταρτο λόγο, κατά το μέρος με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.8 και 17 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του την πιο πάνω εξώδικη πρόσκληση που απέστειλε στην αναιρεσίβλητη [με το προπαρατεθέν περιεχόμενο],καθώς και ότι με τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του, κατέληξε σε αντιφατικό συμπέρασμα με ανεπαρκή αιτιολογία, πλέον δε αυτών χωρίς καμμιά αιτιολογία έκρινε ότι δεν είναι πειστική η κατάθεση του μαρτυρά του. Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που πλήττει την απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔικ, είναι απαράδεκτος, καθόσον αυτός ιδρύεται, όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της ή να δημιουργείται αβεβαιότητα ως προς την διάπλαση ή την διάγνωση που έλαβε χώραν και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες της απόφασης, εκτός αν αυτές επέχουν θέση διατακτικού ή όταν η αντίφαση υπάρχει μεταξύ του διατακτικού και του αιτιολογικού της απόφασης. Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση ο αναιρεσείων, δεν αναφέρει στο αναιρετήριο αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά ισχυρίζεται ότι υπάρχουν αντιφάσεις στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικές με την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και την αντιμετώπιση των πραγματικών επιχειρημάτων αυτής.

8. Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο ερμήνευσε και δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν με έγγραφα και μάρτυρες και υπήγαγε αυτά στις διατάξεις των άρθρων 513 επ.ΑΚ, θεωρώντας έγκυρες τις επίδικες αγοραπωλησίες, παρά το γεγονός ότι αυτός απέδειξε ότι αυτές ουδέποτε έλαβαν χώραν μεταξύ αυτού και της αντιδίκου του, αλλά είναι προϊόν απάτης που τελέσθηκε σε βάρος του, μεταξύ του Θ.

Δ. και του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης, εν αγνοία του και με την χρήση εκ μέρους του Θ. των στοιχείων του. Ο λόγος αυτός προτείνεται απαραδέκτως αφού υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔικ, ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ) εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών περιστατικών.

Εάν δε ήθελε εκτιμηθεί ότι με τον λόγο αυτό, προβάλλεται πράγματι εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 513 ΑΚ, ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το σφάλμα που αποδίδεται ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή της διάταξης αυτής και ειδικότερα δεν εκτίθεται ποιο νόημα, διαφορετικό από εκείνο το οποίο αυτή έχει, προσέδωσε στην εν λόγω διάταξη το Εφετείο ή ποιο στοιχείο, αναγκαίο για την εφαρμογή της έλλειπε και παρά ταύτα το Εφετείο προέβη στην εφαρμογή της.

Έτσι δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποια είναι η συγκεκριμένη πλημμέλεια που αποδίδει ο αναιρεσείων στη προσβαλλόμενη απόφαση και τί ακριβώς ζητεί αυτός να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο, για να κριθεί εάν παραβιάσθηκε ή όχι η διάταξη αυτή. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔικ] και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176 ΚΠολ Δικ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση του Δ. Α.υ για αναίρεση της 253/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700 ] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Μαρτίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 16η Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ