Legislator Case Law & Legislation
870/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to substantiate factual assumptions regarding unfair competition charges.

Case Number 870/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision in a dispute over alleged unfair competition within a hospital cafeteria. The appellant argued that the respondent violated hygiene regulations by selling clothing and shoes, but failed to provide sufficient factual basis for the court's findings. The court ruled that without a complete record of the material facts, the appeal could not verify whether the lower court's decision violated substantive law, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to substantiate the factual assumptions underlying the lower court's decision, preventing a review of the substantive law violation.

Keywords

AI generated
unfair competition hygiene regulations substantive law violation inadmissible appeal factual assumptions Code of Civil Procedure hospital cafeteria

Cited Legislation

AI generated
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(17) of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 146/1914
Article 42(3)(e) of Hygiene Decree Aiv/8577/1983
Article 28 of Law 2519/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 870 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 870/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Ετερρόρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...... Ε.Ε", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Αντώνιος Κουκουλάς.

Της αναιρεσιβλήτου : ........, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Βασίλειος Αναγνωστάκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 07.12.2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 300/2004 του ίδιου δικαστηρίου περί αναρμοδιότητας του, 386/2006 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 361/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23.02.2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 20.02.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 239/26.2.2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 361/25.1.2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 88/8/2-1-2003 αγωγή εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ετερόρρυθμης εταιρίας, θεμελιούμενες στις αποδιδόμενες στους νομίμους εκπροσώπους της τελευταίας πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού. Συγκεκριμένα υποστήριξε, ιδία, ότι η εναγόμενη, εκμεταλλευόμενη εντός του νοσοκομείου ΚΑΤ επιχείρηση κυλικείου, επώλει προς τρίτους, κατά παράβαση της σχετικής Αιβ/8577/1983 υγειονομικής διατάξεως του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, είδη ενδύσεως και υποδήσεως, και τούτο, προς το σκοπό αθεμίτου ανταγωνισμού και κατά τρόπο αντιβαίνοντα στα χρηστά ήθη, αποσπάσεως πελατών από την ίδια, διατηρούσης έναντι της οπισθίας πύλης του νοσοκομείου κατάστημα υποδημάτων και ειδών ενδύσεως.

Η εν λόγω αγωγή απευθυνόντα αρχικά στο Μονομελές Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την 300/2004 κηρύχθηκε καθ' ύλη αναρμόδιο και παρέπεμψε προς τούτο την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την επακολουθήσασα 386/2006 απόφαση του οποίου έγινε δεκτή η αγωγή κατά ένα μέρος. Την τελευταία αυτή προσέβαλε η εναγόμενη με την 3133/6-4-2006 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε, κατ' αποδοχή της και μετά από εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, η 361/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά μερική ομοίως παραδοχή της αγωγής.

Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα - εναγόμενη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι κατά αξιολογική σειρά. Ειδικότερα: Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής του κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 του ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού" απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη, που γίνεται προς το σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται προς τα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί για παράλειψη και για ανόρθωση της ζημιάς που προκλήθηκε.

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ουσιώδες στοιχείο για τη θεμελίωση της αξιώσεως για παράλειψη της πράξεως που φέρεται ότι συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό και ανόρθωση της ζημιάς που από την αιτία αυτή προκλήθηκε είναι να εκτελείται η πράξη αυτή μ σκοπό ανταγωνισμού προς το εμπόριο ή τη βιομηχανία που ασκεί άλλος και να αντίκειται στα χρηστά ήθη, δηλαδή να προσκρούει στην αντίληψη κάθε ανθρώπου που σκέπτεται δίκαια και ορθά ή να γίνεται χρήση μεθόδων και μέσων αντιθέτων προς την ομαλή ορθότητα των συναλλαγών, έστω και αν η πράξη, επιφανειακά ή μεμονωμένα θεωρούμενη, φαίνεται θεμιτή και νομικά άψογη.

Εκτός από τη γενική ρήτρα του άρθρου 1 του ν. 146/1994 περί αθεμίτου ανταγωνισμού και τις υπόλοιπες διατάξεις του ιδίου νομοθετήματος υπάρχουν και άλλες έξω από τον εν λόγω νόμο που ομοίως ρυθμίζουν την επαγγελματική δραστηριότητα. Οι τελευταίες αυτές διατάξεις, αποκαλούμενες "εξωανταγωνιστικές", βρίσκονται τόσο σε τυπικούς, όσο και σε ουσιαστικούς νόμους, με ενδεικτική αναφορά εκείνων περί αδείας λειτουργίας των επιχειρήσεων ή που εξαρτούν τη νομιμότητα της δραστηριότητας από προηγούμενη άδεια διοικητικής αρχής.

Η παραβίαση των διατάξεων αυτών είναι μεν παράνομη από ποινική και διοικητική άποψη, πλην όμως τούτο δεν σημαίνει ότι το παράνομο αυτό συνιστά παράλληλα, χωρίς άλλο, και αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 146/1914. Ειδικότερα η παραβίαση των "εξωανταγωνιστικών αυτών διατάξεων, που έχουν ηθικό περιεχόμενο και η τήρησή τους πηγάζει από ηθικοδικαιϊκή επιταγή (απαγόρευση εμπορίας κλοπιμαίων) σημαίνει χωρίς άλλο και προσβολή των χρηστών ηθών κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 146/1914).

Αντίθετα, η παραβίαση εκείνων που είναι ηθικά ή αξιολογικά αδιάφορες (αγορανομικές, φορολογικές και τελωνειακές απαγορεύσεις, η άσκηση επαγγέλματος κατόπιν άδειας διοικητικής αρχής) δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί χωρίς άλλο και αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη. Και τούτο για τον λόγο ότι μόνον ο παράνομος χαρακτήρας τους δε μπορεί να θεμελιώσει και το αθέμιτο της γενικής ρήτρας του άρθρου 1 του ν. 146/1914, η οποία δεν είναι γενικός κανόνας για κάθε εξωανταγωνιστική πράξη.

Τότε μόνο συνιστά αθέμιτη συμπεριφορά όταν συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά που εμφανίζουν την παράνομη συμπεριφορά που γίνεται με σκοπό τον ανταγωνισμό και σε αντίθεση στα χρηστά ήθη. Ειδικότερα τούτο συμβαίνει, όταν ο παραβάτης, παραβιάζοντας συστηματικά και με επίγνωση μια τέτοια διάταξη, επιδιώκει και αποκτά το οικονομικό προβάδισμα έναντι των άλλων ανταγωνιστών του.

Πρέπει δηλαδή η παράβαση να είναι αντικειμενικά πρόσφορη και ικανή να οδηγήσει σε μια τέτοια οικονομική κατάσταση και να τελεί μαζί της σε σχέση αιτίου και αιτιατού. Διαφορετικά η παράβαση της διατάξεως αυτής δεν συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, αλλά διοικητική ή ποινική παράβαση και επεσύρει τις προβλεπόμενες διοικητικές ή ποινικές κυρώσεις.

Από την επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση της αγωγής προκύπτει ότι οι φερόμενες δι' αυτής προς διάγνωση αξιώσεις της ήδη αναιρεσίβλητης θεμελιώνονται στην διατύπωση του αγωγικού ισχυρισμού, ιδία, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα διαθέτει σε τρίτους, κατά παράβαση της Ατβ/8577/1983 υγειονομικής διατάξεως, υποδήματα και είδη ενδύσεως προς το σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού και κατά τρόπο αντιβαίνοντα στα χρηστά ήθη αποσπάσεως πελατών από την ιδία, τον οποίο πραγματώνει με την εντός του νοσοκομείου λειτουργία του κυλικείου της, τελούσα η παράβαση της υγειονομικής διατάξεως σε σ σχέση αιτίου και αιτιατού αναφορικά με την ανταγωνιστικά πλεονεκτική οικονομική αυτής θέση.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούν την εκτίμηση για τη νομική επάρκεια της αγωγής, χωρίς να απαιτείται για το ορισμένο αυτής να διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αγωγής παραπλανητική συμπεριφορά της δι' αυτής εναγομένης. Επομένως ο υποστηρίζων τα αντίθετα έβδομος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 557 αρ. 1 ΑΚ, νομική αοριστία της αγωγής, αναφορικά με τις αποδιδόμενες εις εκείνη πράξεις αθέμιτου, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 146/1914, ανταγωνισμού, ελέγχεται, ερειδόμενος επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμος.

ΙΙ. Με το ν. 2915/2001 θεσπίσθηκε η χρήση των ενόρκων βεβαιώσεων σε όλα τα πρωτοβάθμια δικαστήρια, συμπεριλαμβανομένου και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Η ένορκη βεβαίωση, ως ένορκη μαρτυρία τρίτου, που δίδεται ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή άλλου εξομοιούμενου με αυτά προσώπου, αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο από εκείνα των άρθρων 352-465 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, δεν αποτελεί έγγραφο και παράλληλα δεν ταυτίζεται με το αποδεικτικό μέσο των μαρτύρων, γι' αυτό καταρχάς δεν διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 393-413. Πρόκειται για βεβαίωση που δίδεται ενόρκως και με την έννοια αυτή δεν ασκεί έννομη επιρροή για το παραδεκτό ή την εγκυρότητα της ότι σε ενιαίο κείμενο, χωρίς διαχωρισμό, καταχωρούνται ενιαίως οι βεβαιώσεις δυο προσώπων, το περιεχόμενο των οποίων βεβαιώνεται από αμφοτέρους.

Με τον έκτο κατά σειρά λόγος αναιρέσεως αποδίδεται στην πληττόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 περ. 11 εδ. α' ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη την ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσία 965/2005 ένορκη βεβαίωση, στην οποία στο αυτό, ενιαίο, χωρίς διαχωρισμό, κείμενο περιλαμβάνονται οι βεβαιώσεις των .....

και ........ Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αξιολογείται προεχόντως ως αόριστος, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται την προβολή του σχετικού ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας ή ότι η επίκληση και προσκόμιση της εν λόγω ένορκης βεβαιώσεως δεν ήταν νομότυπη (ΚΠολΔ 562 παρ. 2), σε κάθε δε περίπτωση ελέγχεται ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠλΔ, προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος, και άρα παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ.1), πρέπει να καθορίζονται ή συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, ενόψει των οποίων επέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.

Και τούτο για τον λόγο ότι μέσω των ουσιαστικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (ΚΠολΔ 578).

Ομοίως, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται το δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ. 19), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποίο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει.

Τέλος, η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδβ' ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για την διακρίβωση της έννοιας κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει εις αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 3 περ. ε' της ΑΙΒ/8577/1983 υγειονομικής διατάξεως του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 1 και 2 α.ν. 2520/1940, κυλικεία μεγάρων, σχολείων, δημοσίων θεαμάτων, ιδρυμάτων, κλινικών κ.λ.π. είναι μικρά καταστήματα τα οποία λειτουργούν εντός μεγάρων (σε ισόγεια, ορόφους και στοές), στα οποία στεγάζονται γραφεία ή καταστήματα, σε δημοτικές ή κοινοτικές αγορές, σχολεία, ιδρύματα, νοσηλευτήρια, κρατικά ή ιδιωτικά, δημόσια θεάματα και γενικά σε χώρους εργασίας ή συγκεντρώσεως πολλών ατόμων και προορίζονται να εξυπηρετούν το προσωπικό και τους επισκέπτες των ανωτέρω γραφείων ή καταστημάτων, το προσωπικό και τους μαθητές των σχολείων, τους θεατές των δημοσίων θεαμάτων, τους ασθενείς των νοσηλευτηρίων κλπ.

Τα ανωτέρω καταστήματα επιτρέπεται να προσφέρουν καφέ γενικά και άλλα ροφήματα, ορισμένα γλυκίσματα (γλυκά ταψιού, πάστες, κωκ, αμυγδαλωτά, κέικ και άλλα παρόμοια), παγωτά τυποποιημένα ή σε χύμα, τοστ ή άλλα σάντουιτς, σοκολατοειδή, πίττες κ.τ.ο., καθώς και ποτά αναψυκτικά και, εφόσον η χρήση αυτών δεν απαγορεύεται από τον Κανονισμό του Φορέα που εξυπηρετούν, οινοπνευματώδη....Στα κυλικεία των νοσηλευτικών ιδρυμάτων νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου επιτρέπεται η πώληση και άλλων χρήσιμων στους ασθενείς ειδών, όπως κολώνιες, χαρτομάντιλα, χαρτί καθαριότητας, σαπούνια χεριών κ.τ.ο., εφόσον θα καταλαμβάνουν ιδιαίτερο νοητώς χώρο στο κυλικείο.

Η άδεια λειτουργίας των κυλικείων τούτων χορηγείται μετά την απόκτηση της απαραίτητης άδειας σκοπιμότητας, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. β' της παρούσας. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στα κυλικεία των νοσηλευτικών ιδρυμάτων νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου επιτρέπεται, κατ' απόκλιση των όσων ισχύουν στα κυλικεία των λοιπών φορέων, η πώληση και άλλων χρήσιμων στους ασθενείς ειδών, όπως κολώνιες, χαρτομάντιλα, χαρτί καθαριότητας, σαπούνια χεριών κ.τ.ο., με την προϋπόθεση όμως ότι θα καταλαμβάνουν ιδιαίτερο νοητώς χώρο στο κυλικείο.

Και ναι μεν η απαρίθμηση των χρήσιμων στους ασθενείς ειδών είναι ενδεικτική, πλην όμως η απόκλιση αυτή δεν εξικνείται μέχρι του σημείου να επιτρέπεται από τα εν λόγω κυλικεία η πώληση και ειδών ιματισμού και υποδήσεως για τους ασθενείς, όπως π.χ. πυτζάμες, νυκτικά, παντόφλες κλπ, γιατί τα είδη αυτά αφενός μεν αποτελούν αντικείμενο εμπορίας ειδικών καταστημάτων, αφετέρου δε εκφεύγουν της έννοιας των ειδών ατομικής καθαριότητας, στα οποία περιλαμβάνονται αναμφισβήτητα οι κολώνιες, τα χαρτομάντιλα, το χαρτί καθαριότητας, τα σαπούνια χερών κ.τ.ο.

και τα οποία είναι εύλογο να πωλούνται από τα κυλικεία των νοσηλευτηρίων. Και είναι μεν αληθές ότι με βάση το άρθρο 28 ν. 2519/1997 επιτρέπεται εντός των νοσοκομείων η λειτουργία και άλλων καταστημάτων, χωρίς να διακρίνονται σε υγειονομικού ή μη ενδιαφέροντος και με μόνο περιορισμό την παροχή υπηρεσιών προς τους νοσηλευόμενους, τους επισκέπτες και το προσωπικό, πλην τούτο δεν αναιρεί τη νομική παραδοχή ότι δεν επιτρέπεται στα κυλικεία που λειτουργούν εντός των νοσοκομείων να πωλούνται άλλα είδη πέραν των όσων αναφέρονται στο άρθρο 42 παρ. 3 περ.

ε' της υπ' αριθμ. Α/β/8577/1983 υγειονομικής διατάξεως, είναι δε άλλο το ζήτημα ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 ν. 2519/1997, επιτρέπεται πλέον η λειτουργία εντός του νοσοκομείου καταστήματος που να πωλεί είδη ενδύσεως και υποδήσεως προς εξυπηρέτηση των νοσηλευομένων, των επισκεπτών και του προσωπικού. Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι με την επακολουθήσασα Υ1γ/ΓΠ/17.12.2007 υγειονομική διάταξη συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 42 παρ. 3 περ.ε' της ΑΙΒ/8577/1983 υγειονομικής διατάξεως, ως ακολούθως: "Στα κυλικεία των νοσηλευτικών ιδρυμάτων Ν.Π., Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου επιτρέπεται η πώληση και άλλων χρήσιμων στους ασθενείς ειδών, όπως κολώνιες, χαρτομάντηλα, χαρτί καθαριότητας, σαπούνια χεριών Κ.Τ.όμ., καθώς και πυτζάμες, παντόφλες κλπ, εφόσον θα καταλαμβάνουν ιδιαίτερο νοητώς χώρο στο κυλικείο και εφόσον δεν λειτουργεί εντός του νοσοκομείου άλλο κατάστημα που να πωλεί τα εν λόγω είδη.

Η άδεια λειτουργίας των κυλικείων τούτων χορηγείται μετά την απόκτηση της αδείας σκοπιμότητας, σύμφωνα με το άρθρο 653 εδ. δεύτερο της παρούσας.

Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση ορθά έκρινε, με βάση την ανέλεγκτη ουσιαστική παραδοχή της ότι στο διατηρούμενο από την αναιρεσείουσα στο νοσοκομείο ΚΑΤ κυλικείο, διατίθενται σε τρίτους υποδήματα και είδη ενδύσεως, ότι η εμπορική αυτή δραστηριότητά της αντιβαίνει και συνιστά παραβίαση των ορισμών της διατάξεως του άρθρου 42 παρ. 3 περ.

ε της ΑΙΒ/8577/1983 υγειονομικής διατάξεως του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 1 και 2 του α.ν. 2520/1940. Σε συνέπεια με τις παραδοχές αυτές οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση τα διατάξεως 42 παρ. 3 περ.

ε' της ΑιΒ/8577/1983 υγειονομικής διατάξεως και του άρθρου 28 του ν. 2519/1997 ελέγχονται ως αβάσιμοι. Για την πληρότητα και σαφήνεια κατά τούτο των αιτιολογιών της αποφάσεως δεν απαιτείται να γίνει αναφορά στην πριν από την κατά το 1999 έναρξη της λειτουργίας του καταστήματος της αναιρεσίβλητης κατάσταση, επουσιώδη ισχυρισμό στον οποίο θεμελιώνονται παράλληλα με τον τέταρτο και όγδοο κατά σειρά λόγους οι ομοίως αρνητικά αξιολογούμενες αναιρετικές αιτιάσεις του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση περιέχει αντίφαση στο διατακτικό της, όταν απ' αυτή προκαλείται αοριστία, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή αβεβαιότητα ως προς την σκοπηθείσα διάπλαση ή τη διάγνωση που έγινε για τις σχέσεις των διαδίκων.

Απομένουν προς έρευνα οι πρώτος και δεύτερος κατά σειρά λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτήν απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παραβίαση του άρθρου 1 του α.ν. 146/1914. Στο αναιρετήριο όμως, ενώ εκτίθεται το ιστορικό της υποθέσεως και η νομική άποψη της αναιρεσείουσας περί της εννοίας της εν λόγω διατάξεως και το κατά την εκδοχή της ερμηνευτικό και υπαγωγικό σφάλμα, δεν παρατίθεται με πληρότητα, αλλά εντελώς επιλεκτικά και αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ειδικότερα τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά με τα οποία κατέληξε στη νομική του κρίση για τη συνδρομή των όρων της διατάξεως αυτής που εφάρμοσε.

Έτσι, όμως, δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως από την άποψη της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβιάσεως της εν λόγω διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, με άμεση δικονομική συνέπεια οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως να αξιολογούνται προεχόντως ως αόριστοι και απαράδεκτοι.

Συνακόλουθα αυτών, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1800,00 ευρώ (ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 239/26.2.2007 αίτηση για αναίρεση της 361/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ