Legislator Case Law & Legislation
86/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against airline's counterclaim regarding lost income compensation after privatization.

Case Number 86/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' appeal against the Second Instance Court's decision affirming the airline's counterclaim for lost income compensation. The court found the airline's claim valid because the privatization of the successor entity, a prerequisite for the compensation, had not yet occurred at the time of the dispute. Furthermore, the court ruled that the two-year delay in filing the counterclaim did not constitute unreasonable inactivity or bad faith. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the airline's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 27 para. 1-6 and 8 of Law 3185/2003; The prerequisite for lost income compensation is the privatization of the entity assuming the flight operations, and a delay in filing a counterclaim does not constitute bad faith if the claim remains valid and the delay is not excessive.

Keywords

AI generated
lost income compensation airline privatization counterclaim admissibility bad faith delay appellate review legal costs allocation contractual termination

Cited Legislation

AI generated
Art. 27 para. 1-6 and 8 of Law 3185/2003
Art. 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 86 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 86/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Τ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Α. Ζ. του Π., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Περπατάρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε." που μετονομάσθηκε σε "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ-ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε." που τελεί υπό ειδική εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδική εκκαθαρίστρια ανώνυμη εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Ιωάννα Κεφαλάκη - Βαβουγιού και Αντιγόνης Κίσσα, που κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13-5-2004 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2402/2006 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2459/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-12-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 27 παρ. 1-6 και 8 ν. 3185/2003, το οποίο φέρει τον τίτλο "Μετασχηματισμός Ομίλου Ολυμπιακής Αεροπορίας" και άρχισε να ισχύει από τις 26-9-2003, ορίστηκαν τα εξής: "1. Με απόφαση της Δ.Ε.Α. και των καταστατικών Οργάνων τους, οι εταιρείες του Ομίλου Ολυμπιακής Αεροπορίας μετασχηματίζονται με απόσχιση των κλάδων ή τμημάτων ή λειτουργιών του πτητικού έργου με συγχώνευση ή απορρόφηση τους από υφιστάμενη εταιρεία του Ομίλου.

Με ίδιες αποφάσεις της Δ.Ε.Α. και των καταστατικών Οργάνων τους δύνανται να αποσχίζονται, απορροφώνται ή συγχωνεύονται οι κλάδοι, τμήματα ή λειτουργίες επίγειας εξυπηρέτησης και τεχνικής βάσης από υφιστάμενες ή νεοϊδρυόμενες για το σκοπό αυτόν εταιρείες. Ο μετασχηματισμός που προβλέπεται στο παρόν γίνεται κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 1-5 του ν. 2166/1993 και 66-89 του κ.ν. 2190/1920, εφαρμοζομένων των διατάξεων του παρόντος.

Το σύνολο των μετοχών των εταιρειών που προέρχονται από το μετασχηματισμό αυτόν περιέρχονται χωρίς αντάλλαγμα, σε συνδυασμό με την παράγραφο 5 του παρόντος, στο Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου οι εταιρείες αυτές να ιδιωτικοποιηθούν. 2. Ως κλάδος, τμήμα ή λειτουργία για την εφαρμογή του παρόντος νοείται το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που περιλαμβάνονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού, ως και οι εργαζόμενοι που αναφέρονται στην έκθεση που τον συνοδεύει.

Στη συνοδευτική έκθεση περιλαμβάνεται και κάθε άλλο στοιχείο, που μεταφέρεται κατά την παρούσα διαδικασία, κα δεν αναγράφεται στον ισολογισμό, ως και τα εμπορικά δικαιώματα που συνδέονται με την άσκηση του πτητικού έργου. Ο ισολογισμός μετασχηματισμού και η συνοδευτική έκθεση συντάσσονται από ορκωτό ελεγκτή, που ορίζεται με απόφαση των Διοικητικών Συμβουλίων των εταιρειών από τις οποίες αποσχίζονται οι κλάδοι, εγκρίνονται από τις Γενικές Συνελεύσεις των μετασχηματιζόμενων εταιρειών και δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 7β του κ.ν. 2190/1920. 3.

Η μεταβίβαση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού και των στοιχείων και δικαιωμάτων, που αναφέρονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού και την έκθεση, συντελείται αυτοδικαίως και ατελώς απαλλασσόμενη κάθε φόρου, τέλους, δικαιώματος του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. ή Οργανισμού, με μόνη την καταχώριση της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της απορροφούσας εταιρείας περί εγκρίσεως των ισολογισμών μετασχηματισμού, ως τίτλου, στις κατά περίπτωση αρμόδιες Αρχές και Υπηρεσίες, χωρίς να απαιτείται για το σκοπό αυτόν οποιαδήποτε άλλη έγκριση, βεβαίωση, πιστοποιητικό, φορολογική δήλωση ή πράξη.

Η νηολόγηση των αεροσκαφών, η μεταφορά του προσωπικού και των λοιπών στοιχείων και δικαιωμάτων στην απορροφούσα εταιρεία θα ισχύσει από την ημερομηνία έκδοσης της άδειας εμπορικής εκμετάλλευσης από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών. 4. Οι απορροφούσες εταιρείες αποκτούν το σύνολο των μεταβιβαζόμενων στοιχείων ενεργητικού και δικαιωμάτων, ελεύθερα παντός φόρου, τέλους, βάρους, χρέους ή δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.

και κάθε βάρους, χρέους, αξίωσης τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου, πέραν των υποχρεώσεων, οι οποίες ρητώς αναγράφονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού και την έκθεση, εξαιρουμένων των εταιρειών αυτών από την εφαρμογή των άρθρων 479, 939 ΑΚ, 537 επ. Ε.Ν. και του ν. 2190/1994. Δεν λαμβάνονται ασφαλιστικά μέτρα κατά των απορροφουσών εταιρειών για χρέη προγενέστερα της ημερομηνίας απόσχισης και δεν ασκούνται ποινικές διώξεις κατά των μελών των Διοικητικών Συμβουλίων της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε.

και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας Α.Ε. για χρέη προς το Δημόσιο, νομικό πρόσωπα δημοσίου δικαίου και οργανισμούς του Δημοσίου των εταιρειών αυτών. 5. Συστήνεται Ειδικός Λογαριασμός του Ελληνικού Δημοσίου με την ονομασία "Ελληνικό Δημόσιο - Λογαριασμός Αποκρατικοποίησης του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας".

Τα διαθέσιμα του λογαριασμού θα τηρούνται στην Τράπεζα της Ελλάδος. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, μπορεί να καθορίζονται οι όροι και ο τρόπος λειτουργίας, ελέγχου και εμφάνισης του λογαριασμού. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ο Ειδικός Λογαριασμός:

α) πιστώνεται με τα έσοδα από την πώληση, στο πλαίσιο της διαδικασίας αποκρατικοποίησης των εταιρειών του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας, οι μετοχές των οποίων περιέρχονται στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού. Για την αντιμετώπιση των αναγκαίων δαπανών της παρακάτω παραγράφου β' μέχρι την πώληση των εταιρειών του Ομίλου, ο Ειδικός Λογαριασμός πιστώνεται με προκαταβολές του Ελληνικού Δημοσίου μέχρι της ονομαστικής αξίας των μετοχών της εταιρείας που θα αναλάβει το πτητικό έργο και οι οποίες θα περιέλθουν στο Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, β) χρεώνεται με τα αναγκαία ποσά για την καταβολή αποζημιώσεων και λοιπών δαπανών για τη με οποιονδήποτε τρόπο αποχώρηση των εργαζομένων, καθώς και για την κάλυψη οικονομικών υποχρεώσεων της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοίας κατά τη διαδικασία μετασχηματισμού και εκκαθάρισης και μέχρι συνολικού ποσού που αντιστοιχεί στις ονομαστικές αξίες των μετοχών των εταιρειών του Ομίλου, οι οποίες θα περιέλθουν στο Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, γ) ειδικά, χρέωση του Ειδικού Λογαριασμού, προκειμένου να καταβληθούν: i) κίνητρα στους δικαιούχου λόγω υποχρεωτικής συνταξιοδότησης, στις περιπτώσεις που συμφωνούνται σε εφαρμογή του άρθρου 8 του π.δ. 178/2002, και ii) η πρόσθετη επιβάρυνση της παρ. 8 του παρόντος στους ασφαλιστικούς φορείς, επιτρέπεται μετά την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που θα αναλάβει το πτητικό έργο και την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων από αυτή. 6.

Οι Ιπτάμενοι Χειριστές της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας, κάτοχοι, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, σε ισχύ του πτυχίου τους, ασφαλισμένοι στο Ι.ΚΑ. για τον κλάδο σύνταξης, που συμπληρώνουν το 53° έτος της ηλικίας τους και 4.500 ημέρες ασφάλισης ή 7.500 ημέρες ασφάλισης ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας στην Ολυμπιακή Αεροπορία ή την Ολυμπιακή Αεροπλοΐα έως 31-12-2004, αποχωρούν υποχρεωτικά εντός του έτους 2003 από την εταιρεία που εργάζονται με την έκδοση διαπιστωτικής πράξης της εταιρείας, που τους επιδίδεται ατομικώς και καταβολή της προβλεπόμενης από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τα Πρακτικά Συμφωνίας αυτών των συλλογικών συμβάσεων αποζημίωσης. 7 .... 8.

Ο προστιθέμενος χρόνος ασφάλισης των παραγράφων 6 και 7 του παρόντος λογίζεται ως πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και λαμβάνεται υπόψη μόνο για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης. Η πρόσθετη επιβάρυνση των ασφαλιστικών φορέων, που προκύπτει από τη συμπλήρωση των ως άνω αναφερόμενων στις παραγράφους 6 και 7 του παρόντος ορίων, καλύπτεται, κατά προτεραιότητα, από τον Ειδικό Λογαριασμό της παρ. 5 του παρόντος.

Το ύψος της επιβάρυνσης καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Μεταφορών και Επικοινωνιών, ύστερα από οικονομική μελέτη της Υπηρεσίας Αναλογιστικών Μελετών του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων". Εξάλλου, πριν από την ψήφιση του άνω νόμου και μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ της Διοίκησης της Ολυμπιακής Αεροπορίας και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των ιπτάμενων χειριστών (Ε.Χ.Π.Α.), oι οποίες έλαβαν χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του π.δ. 178/2002 με τον τίτλο "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων ... " είχε καταρτισθεί το από 16-7-2003 Πρακτικό Συμφωνίας, με το οποίο, υπό το κεφάλαιο με τον τίτλο "Κίνητρα", συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι ασφαλισμένοι στο Ι.Κ.Α.

για κλάδο συντάξεων ιπτάμενοι χειριστές του ομίλου της "Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε.", που έχουν θεμελιώσει ή θα θεμελιώσουν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις δικαίωμα συνταξιοδότησης μέχρι τις 31-12-2005, αποχωρούν προαιρετικά (και, στην περίπτωση που δεν συμπληρωθεί ο απαραίτητος αριθμός των 137 κατ' ελάχιστον ιπτάμενων χειριστών, υποχρεωτικά) από την υπηρεσία τους, λαμβάνοντας πλήρη σύνταξη σαν να αποχωρούσαν με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους και καταβάλλεται σε αυτούς η πλήρης (100%) και χωρίς κανένα περιορισμό αποζημίωση που προβλέπει ο ν. 2112/1920 (όπως συμπληρώθηκε με το ν. 3198/1955,) με βάση τα έτη υπηρεσίας μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους, καθώς και ποσό το οποίο θα είναι ίσο με την αποπληθωρισμένη (σύμφωνα με το ποσοστό αποπληθωρισμού που ακολουθεί το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων) απώλεια εισοδήματος που θα προκύπτει μεταξύ του ποσού της σύνταξης και του ποσού των καταβαλλομένων κατά την αποχώρηση τακτικών αποδοχών για το χρονικό διάστημα από της αποχωρήσεως μέχρι του 60°° έτους της ηλικίας τους, προς κάλυψη της απώλειας αυτής.

Η ισχύς του ανωτέρω πρακτικού συμφωνήθηκε ότι τελεί υπό την αίρεση της υλοποίησής του από το Ελληνικό Δημόσιο (μέτοχο Ο.Α - Ν.Ο.Α.) δια των αναγκαίων νομοθετικών και διοικητικών ρυθμίσεων και εφόσον λειτουργήσει η Ν.Ο.Α. Στη συνέχεια, μετά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου 3185/2003, με το από 10-11-2003 Παράρτημα του προαναφερθέντος Πρακτικού Συμφωνίας, καθορίσθηκαν οι λεπτομέρειες υλοποιήσεως των προβλεπομένων στο πρακτικό και στις σχετικές διατάξεις του ν.3185/2003.

Ειδικότερα ορίσθηκε ότι η υλοποίηση όσων συμφωνήθηκαν κατά τα ανωτέρω με το πρακτικό συμφωνίας, θα γίνει με βάση τα προβλεπόμενα στο άρθρο 27 παρ. 6 ν. 3185/2003 και μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα : "Αναφορικά με τη χορήγηση της απώλειας εισοδήματος που θα προκύπτει μεταξύ του ποσού της σύνταξης του Ι.Κ.Α. που δικαιούται ο συνταξιοδοτούμενος με το ν.3185/2003 ιπτάμενος χειριστής και η οποία αντιστοιχεί στα πραγματικά χρόνια υπηρεσίας στον Όμιλο της Ολυμπιακής Αεροπορίας και του ποσού των καταβαλλομένων κατά το μήνα Οκτώβριο 2003 τακτικών αποδοχών για το χρονικό διάστημα από της αποχωρήσεως μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους, προς κάλυψη της απώλειας αυτής θα ισχύσουν τα προβλεπόμενα στο ν. 3185/2003.

Το καταβλητέο λόγω απώλειας εισοδήματος ποσό θα μειωθεί κατά το ποσό της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ της αποζημίωσης του ν. 2112/1920, η οποία υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές του μηνός Δεκεμβρίου 2003 και της αποζημίωσης του ν. 2112/20, η οποία υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές του μηνός Οκτωβρίου 2003. Το ποσό που αντιστοιχεί στην ανωτέρω απώλεια εισοδήματος θα καταβληθεί στους δικαιούχους εντός εξαμήνου από της κοινοποιήσεως της διαπιστωτικής πράξης".

Από το περιεχόμενο του άνω Πρακτικού Συμφωνίας -και Παραρτήματος αυτού, που έχουν ισχύ ανάλογη με συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αφού προβλέπονται από το άρθρο 8 του π.δ. 178/2002 και καταρτίσθηκαν με την προβλεπομένη από το ν. 1876/1990 διαδικασία και τις διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 3185/2003, κατά την αληθή έννοια αυτών, προκύπτουν τα εξής :

Η ενόψει της σχεδιαζόμενης απόσχισης του κλάδου του πτητικού έργου της Ολυμπιακής Αεροπορίας αποχώρηση των ιπταμένων χειριστών αυτής και της Ολυμπιακής Αεροπλοΐας, οι οποίοι συγκέντρωναν τις οριζόμενες προϋποθέσεις, θα γινόταν με την έκδοση σχετικής πράξης της εταιρείας και την καταβολή σε αυτούς της προβλεπόμενης από τις οικείες συμβάσεις και τα άνω πρακτικά συμφωνίας αποζημίωσης, δηλαδή της πλήρους αποζημίωσης του ν. 2112/1920 με βάση τα έτη υπηρεσίας τους μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους και της πρόσθετης αποζημίωσης που συμφωνήθηκε ως κίνητρο για την υποχρεωτική συνταξιοδότησή τους για την απώλεια του εισοδήματος τους εξαιτίας της πρόωρης αποχώρησής τους από την υπηρεσία.

Λόγω αδυναμίας της Ολυμπιακής Αεροπορίας να καταβάλει τα αναγκαία για την αποζημίωση των αποχωρούντων χειριστών ποσά, προβλέφθηκε από το νόμο η σύσταση ειδικού λογαριασμού του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο θα περιερχόταν χωρίς αντάλλαγμα το σύνολο των μετοχών των εταιρειών που επρόκειτο να προέλθουν από τον άνω μετασχηματισμό, προκειμένου στη συνέχεια αυτό να προβεί στην ιδιωτικοποίηση τους.

Ο εν λόγω ειδικός λογαριασμός που συστήθηκε στη συνέχεια με την ... απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 1967/2003), θα πιστωνόταν με τα έσοδα από την πώληση των εταιρειών του ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας, οι μετοχές των οποίων θα περιέρχονταν στο Ελληνικό Δημόσιο, καθώς και με προκαταβολές του τελευταίου και θα χρεωνόταν με τα αναγκαία ποσά για την καταβολή του συνόλου των αποζημιώσεων των εργαζομένων που θα αποχωρούσαν και με τις λοιπές δαπάνες για την κάλυψη των οικονομικών υποχρεώσεων της Ολυμπιακής Αεροπορίας κατά τη διαδικασία μετασχηματισμού και εκκαθάρισης.

Ειδικότερα η καταβολή της αποζημίωσης του ν. 2112/1920 στους αποχωρούντες θα γινόταν ταυτόχρονα με την επίδοση της διαπιστωτικής πράξης με χρέωση του άνω ειδικού λογαριασμού, ο οποίος θα πιστωνόταν για το σκοπό αυτό με αντίστοιχες προκαταβολές του Ελληνικού Δημοσίου. Αντίθετα η καταβολή τόσο των κινήτρων προς τους αποχωρούντες δικαιούχους, στα οποία περιλαμβάνεται και η απώλεια εισοδήματος κατά τα ανωτέρω, όσο και της πρόσθετης επιβάρυνσης προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, θα γινόταν με αντίστοιχη χρέωση του ειδικού λογαριασμού μετά την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας, που θα αναλάμβανε το πτητικό έργο και την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων.

Εξαρτήθηκε δηλαδή, η καταβολή της άνω πρόσθετης αποζημίωσης από την τεθείσα από τη σχετική διάταξη του άρθρου 27 ν. 3185/2003 προϋπόθεση (αίρεση δικαίου) της προηγούμενης ιδιωτικοποίησης της παραπάνω εταιρείας και της είσπραξης των εσόδων εκποίησης της. Η κατά την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου άμεση, με την έκδοση και επίδοση της διαπιστωτικής πράξης, καταβολή της προβλεπόμενης από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τα πρακτικά αυτών αποζημίωσης, αναφέρεται προδήλως στην αποζημίωση λόγω αποχώρησης και όχι στα κίνητρα, τα οποία εντάσσονται στη ρύθμιση της παραγράφου 5 περ.

γ' του ίδιου άρθρου, κατά την οποία η χρέωση του ειδικού λογαριασμού για την καταβολή των κινήτρων και της πρόσθετης επιβάρυνσης της παραγράφου 8 του ίδιου νόμου στους ασφαλιστικούς οργανισμούς επιτρέπεται μετά την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που θα αναλάβει το πτητικό έργο και την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων από αυτές (ΑΠ 309/2020, ΑΠ 565/2016, ΑΠ 1267/2009, ΑΠ 1674/2007, ΑΠ 1668/2007).

Εξάλλου, η με όρο της δικαιοπραξίας εξάρτηση των αποτελεσμάτων αυτής από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο αποτελεί αίρεση, ένεκα της οποίας έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 201 επ. Α.Κ. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 904 επ. του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι αν ηρτημένης της αιρέσεως καταβληθεί το χρέος, ο λήπτης αυτού δεν καθίσταται αδικαιολόγητα πλουσιότερος, παρά μόνο αν η αίρεση ματαιωθεί.

Διάφορη όμως της αίρεσης αυτής και μη ρυθμιζομένη από τις πιο άνω διατάξεις είναι η αίρεση δικαίου, όπως η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 27 του ν. 3185/2003, η οποία συνίσταται σε γεγονός το οποίο δυνάμει νομικής διάταξης αποτελεί απαραίτητο στοιχείο ή προϋπόθεση για την ενέργεια της δικαιοπραξίας.

Στην περίπτωση αυτή, αν η παροχή εκπληρωθεί χωρίς τη συνδρομή των ως άνω όρων ή προϋποθέσεων, τότε πρόκειται για εκπλήρωση που έγινε με βάση ανενεργό δικαιοπραξία, για μη υφιστάμενο δηλαδή χρέος και συνακόλουθα συντρέχει περίπτωση αδικαιολόγητου πλουτισμού υπό τους όρους του άρθρου 904 Α.Κ. Από δε την τελευταία διάταξη, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ιδίως δε στις περιπτώσεις παροχής αχρεωστήτου ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη, προκύπτει ότι στοιχείο της απαιτήσεως αποτελεί η παροχή, η αιτία για την οποία έγινε ή η ανυπαρξία της αιτίας αυτής ή η μη επακολούθηση ή λήξη της ή ο παράνομος ή ανήθικος χαρακτήρας της, με συνέπεια η περιουσιακή μετακίνηση που συντελέσθηκε να εμφανίζεται ως νομικώς αδικαιολόγητη.

Ειδικότερα αχρεώστητη παροχή είναι, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, η καταβολή για ανύπαρκτο χρέος, αποτελεί δε τυπική και συνήθη περίπτωση πλουτισμού του λήπτη χωρίς αντάλλαγμα, ο οποίος δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση και γενικότερα στη βούληση του ζημιωθέντος δικαιολογούσα τον πλουτισμό ούτε σε νόμιμη αιτία.

Πρόκειται για καταβολή παροχής προς εκπλήρωση υποχρέωσης που δεν υπήρχε, είτε γιατί δεν γεννήθηκε ακόμη όπως στην αίρεση δικαίου, καταβολή ανύπαρκτου χρέους ή ακυρότητα σύμβασης κ.λπ. Για την αναζήτηση αχρεώστητης παροχής απαιτείται επίκληση της καταβολής, της αιτίας για την οποία αυτή έγινε, καθώς και ότι η αιτία αυτή ήταν ανύπαρκτη, ο δε εναγόμενος λήπτης, προς απαλλαγή του, μπορεί να προτείνει κατ' ένσταση ότι η καταβολή έγινε με επίγνωση εκ μέρους του δότη της ανυπαρξίας της οφειλής (άρθρο 905 Α.Κ.).

Η διάταξη αυτή προϋποθέτει για την εφαρμογή της θετική γνώση από το δότη κατά το χρόνο της παροχής (ΑΠ 309/2020, ΑΠ 286/2019, ΑΠ 365/2016). Έτσι ο δότης δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει την παροχή μόνο αν γνωρίζει θετικά το αχρεώστητο και όχι αν το αγνοεί, έστω και από βαριά αμέλεια, ενώ δεν ενδιαφέρει αν γνωρίζει και τον ειδικό λόγο του αχρεωστήτου, η σχετική δε ένσταση είναι καταχρηστική.

Τούτο έχει την έννοια ότι το βάρος επίκλησης και απόδειξης δεν έχει αναγκαία ο εναγόμενος λήπτης. Η ένσταση θα γίνει δεκτή ακόμη και αν αποδειχθεί ότι συντρέχει από τους ισχυρισμούς του ενάγοντος (Ολ. ΑΠ 29/2002, ΑΠ 565/ 2016, ΑΠ 1886/2006).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ.2 του ΑΝ 173/1967 "εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζαι ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρεία Υδάτων κ.λ.π.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμενοι υπό του Κράτους, η υπό του Νόμου 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλεμένη αποζημίωσις, δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως Νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".

Το με την άνω διάταξη καθοριζόμενο ποσό αυξήθηκε μεταγενέστερα σε 1.500.000 δρχ. με το άρθρο 33 του ν. 1876/1990. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.Δ/τος 618/1970 "τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του ΑΝ 173/1967 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του ΑΝ 99/1967 περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κ.λ.π.", τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντος, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό "του Κράτους εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου".

Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των άνω μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους και στις περιπτώσεις των μη επιχορηγουμένων από το Κράτος επιχειρήσεων κοινής ωφελείας το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών τους (Ολ.

ΑΠ 10/1998, Ολ. ΑΠ 33-34/1997) αποτελούν κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών. Ως τέτοιες υπερισχύουν κατά την τελευταία διάταξη των κανονιστικών όρων των ΣΣΕ που καθορίζουν ευνοϊκότερο όριο αποζημιώσεως για τις συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων, ως προς τους οποίους οι εν λόγω ΣΣΕ τυγχάνουν ανίσχυρες (Ολ ΑΠ 10/1998, ΑΠ 597/2017, ΑΠ 227/2016, ΑΠ 1621/2011).

Συνεπώς, το ανωτέρω καθοριζόμενο ανώτατο όριο αποζημιώσεως για τις εν λόγω κατηγορίες εργαζομένων δεν μπορεί να μεταβληθεί με διατάξεις ΣΣΕ, που ορίζουν διαφορετικά. Εξάλλου, οι επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων που ελέγχονται από το Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα.

Αποφασιστικό όμως στοιχείο για το χαρακτηρισμό μιας επιχείρησης ως κοινής ωφελείας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, που πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου.

Υπό την έννοια αυτή η Ολυμπιακή Αεροπορία που συνεστήθη σε εκτέλεση της με το Ν.Δ/γμα 3560/1956 κυρωθείσας από 30.7.1956 συμβάσεως με την οποία παραχωρήθηκε από το Δημόσιο στον ανάδοχο Α. Ω., μεταξύ άλλων το προνόμιο αποκλειστικής εκμεταλλεύσεως των αεροπορικών μεταφορών εσωτερικού και εξωτερικού για τους επιβάτες, τα εμπορεύματα και το ταχυδρομείο, υπήρξε από τη σύστασή της, ενόψει των παρεχομένων στο κοινωνικό σύνολο υπηρεσιών της και ανεξαρτήτως του φορέα αυτής, επιχείρηση κοινής ωφελείας.

Ο χαρακτήρας αυτής ως επιχείρησης κοινής ωφελείας διατυπώθηκε ακολούθως και ρητά στη διάταξη του έκτου άρθρου παρ. 1 του Ν. 96/1975 "περί εξαγοράς των μετοχών της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε. παρά του Ελληνικού Δημοσίου και παραλαβής αυτής, με την οποία ορίσθηκε ότι "επιτρέπεται εις την Ολυμπιακήν Αεροπορίαν Α.Ε., ήτις αποτελεί από της ιδρύσεως της επιχείρησιν κοινής ωφελείας, όπως προέρχεται εις σύναψιν δανείων, εις τε το εσωτερικόν και εξωτερικόν, του Δημοσίου δυναμένου να παρέχη πάσαν απαιτούμενη εγγύησιν δια την σύναψιν, ανάληψιν, διακανονισμόν ή εξόφλησιν των δανείων τούτων ως και των πάσης φύσεως εν γένει πιστώσεων υπό της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε.".

Και ναι μεν η άνω διάταξη καταργήθηκε με το άρθρο 1 περ. ια' υποπερ. Α' του Ν. 2271/1994 "Εξυγίανση της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε.". Η κατάργηση όμως αυτή (γενόμενη σε προσαρμογή προς την από 7.10.1994 απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (94/696/ΕΚ), στο άρθρο 1 της οποίας αναφέρεται ότι οι ενισχύσεις για την αναδιάρθρωση της Ο.Α., οι οποίες χορηγούνται υπό τη μορφή εγγυήσεων για δάνεια που έχει συνάψει μέχρι σήμερα η εταιρία κ.λ.π., θεωρούνται ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, δυνάμει του άρθρου 92 παρ. 3 στοιχείο γ' της συνθήκης υπό τον όρο ότι η ελληνική κυβέρνηση α) τηρεί την υποχρέωση που έχει αναλάβει να καταργήσει πριν από την 31 Δεκεμβρίου 1994, το άρθρο 6 του νόμου 96/1975 βάσει του οποίου επιτρέπεται στο Ελληνικό Δημόσιο να παρέχει εγγυήσεις για τα δάνεια που συνάπτει η Ολυμπιακή Αεροπορία, αφορά το ουσιαστικό περιεχόμενο της εν λόγω διάταξης που είναι οι εγγυήσεις του Δημοσίου για τα συναπτόμενα από την Ολυμπιακή Αεροπορία δάνεια και δεν καταλαμβάνει τον χαρακτηρισμό της εταιρείας αυτής ως επιχείρησης κοινής ωφελείας, η περί του οποίου αναφορά στην άνω διάταξη έχει εμφανώς επιβεβαιωτικό χαρακτήρα.

Αυτό άλλωστε συνάγεται και από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ίδιου νόμου, με την οποία κατ' εξαίρεση, ορίζεται ότι στους οικειοθελώς αποχωρούντες μέχρι 31.12.1997 εργαζόμενους της Ο.Α. καταβάλλεται η αποζημίωση του ν. 2112/1920 κ.λ.π. χωρίς περιορισμό στο ανώτατο όριο από το χαρακτηρισμό αυτής ως επιχείρησης κοινής ωφελείας.

Εξάλλου, τόσο με το Π.Δ/γμα 362/1991, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 30 του Ν. 1914/1990, όσο και με το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν. 2271/1994, η Ολυμπιακή Αεροπορία έπαυσε να υπάγεται στις διατάξεις που ισχύουν για τις επιχειρήσεις που ανήκουν στο δημόσιο τομέα, ενώ με το Π.Δ/γμα 359/19%, καταργήθηκε το προνομιακό δικαίωμα αυτής για αποκλειστική εκμετάλλευση των αεροπορικών μεταφορών (επιβατών, φορτίου και ταχυδρομείου) εξωτερικού, καθώς και το προνομιακό δικαίωμα αποκλειστικής εκμετάλλευσης δρομολογίων εσωτερικού μεταξύ σημείων της ηπειρωτικής Ελλάδας προς / από τα οποία δεν εκτελούσε πτήσεις η Ολυμπιακή Αεροπορία πριν από την 1.1.1993 ή προς / από τα οποία δεν εκτελούσε πτήσεις κατά συνεχή τρόπο από την ημερομηνία αυτή και εφεξής.

Οι ως άνω όμως ρυθμίσεις δεν επηρέασαν τον χαρακτήρα της Ολυμπιακής Αεροπορίας ως επιχείρησης κοινής ωφελείας αφού δι' αυτών δεν μεταβλήθηκε η μορφή των παρεχομένων υπ' ατής υπηρεσιών ως εξυπηρετικών ζωτικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου. Επίσης, ο ως άνω χαρακτήρας της Ολυμπιακής Αεροπορίας διαφαίνεται και από τις διατάξεις τόσο του ν. 2414/1996 "Εκσυγχρονισμός των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις", ο οποίος στο μεν άρθρο 1 αυτού την απαριθμεί ως δημόσια επιχείρηση, στο δε άρθρο 2 παρ. 3 ορίζει ότι " ...

οι δημόσιες επιχειρήσεις - λειτουργούν με βάση τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, χωρίς να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας τους ως εταιριών που ασκούν δραστηριότητα κοινής ωφελείας", όσο και από τη διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. Ια του ν. 2602/1998 "Για την ολοκλήρωση και εξυγίανση και την ανάπτυξη της Ολυμπιακής Αεροπορίας ΑΕ", με την οποία ορίζεται ότι " ...

Σκοπός των ρυθμίσεων του παρόντος είναι η ολοκλήρωση της εξυγίανσης και η ανάπτυξη της Ολυμπιακής Αεροπορίας ΑΕ προκειμένου να προστατευθεί το γενικότερο δημόσιο, οικονομικό και κοινωνικό συμφέρον, που συνδέεται με τις αερομεταφορές και τον τουρισμό" (Ολ. ΑΠ 20/2006, ΑΠ 194/2008, ΑΠ 132/2007, ΑΠ 1916/2007). Περαιτέρω, μετά την ψήφιση του προαναφερομένου νόμου 3185/2003 (ΦΕΚ Α '229/26-09-2003), περί "Μετασχηματισμού Ομίλου Ολυμπιακής Αεροπορίας", σύμφωνα με τον οποίο το πτητικό έργο αποσχίστηκε από την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη και το ανέλαβε η τρίτη εναγομένη (Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε.), η δε Ολυμπιακή Αεροπορία και ήδη αναιρεσίβλητη μετονομάστηκε σε "Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε." και πάλι δεν αλλοιώθηκε ο χαρακτήρας της ως δημόσιας επιχείρησης κοινής ωφελείας, καθόσον ο σκοπός της (βλ.

ΦΕΚ 1485/19-02-2004 τ. ΑΕ και ΕΠΕ), είναι, μεταξύ άλλων, η εκμετάλλευση με επίγεια μέσα όλων των μεταφορών εσωτερικού και εξωτερικού, επιβατών και εμπορευμάτων, που εκτελούνται με τακτικά ή έκτακτα δρομολόγια μεταξύ σημείων της Ελληνικής επικράτειας, καθώς και σημείων εκτός αυτής, η με επίγεια μέσα εξυπηρέτηση αεροσκαφών, τα οποία προσγειώνονται ή απογειώνονται από ή σε Ελληνικούς αερολιμένες, η εγκατάσταση και εκμετάλλευση συνεργείου γενικών επισκευών κινητήρων και αεροσκαφών, η πρακτόρευση αεροπορικών εταιρειών και η άσκηση κάθε άλλης συναφούς με τις ανωτέρω δραστηριότητες τεχνικής, εμπορικής, τουριστικής εργασίας και εκμετάλλευσης, ακόμα δε και η αγορά και η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο απόκτηση και εκμετάλλευση ξενοδοχειακών και τουριστικών εγκαταστάσεων πάσης φύσεως, για την προαγωγή της επιβατικής κίνησης.

Έτσι και με το Ν. 3185/2003 διατηρήθηκε ο χαρακτήρας της Ολυμπιακής Αεροπορίας - Υπηρεσίες Α.Ε. ως δημόσιας επιχείρησης κοινωφελούς χαρακτήρα, καθόσον αποσκοπεί με τις παρεχόμενες υπηρεσίες της στην προαγωγή της επιβατικής κίνησης και στην εξυπηρέτηση ζωτικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, που συνδέονται με τις αερομεταφορές και τον τουρισμό.

Εξάλλου, με το άρθρο 27 παρ. 6 του άνω Ν. 3185/2003 ορίστηκε ότι στους αποχωρούντες υποχρεωτικά εντός του έτους 2003 Ιπτάμενους Χειριστές της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας, που πληρούν τις προϋποθέσεις της διάταξης αυτής, καταβάλλεται η προβλεπόμενη από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τα Πρακτικά Συμφωνίας αυτών των συλλογικών συμβάσεων, αποζημίωση, ενώ με το προαναφερόμενο από 16-7-2003 Πρακτικό Συμφωνίας, που καταρτίστηκε μεταξύ της Διοίκησης της Ολυμπιακής Αεροπορίας και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των ιπτάμενων χειριστών (Ε.Χ.Π.Α.), συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι στους ιπτάμενους χειριστές του ομίλου της "Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε.", που αποχωρούν υποχρεωτικά με βάση τις αμέσως προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 27 παρ. 6 του άνω Ν. 3185/2003, καταβάλλεται σε αυτούς η πλήρης (100%) και χωρίς κανένα περιορισμό αποζημίωση που προβλέπει ο ν. 2112/1920 (όπως συμπληρώθηκε με το ν. 3198/1955) και ακολούθως με το από 10-11-2003 Παράρτημα του προαναφερθέντος Πρακτικού Συμφωνίας, καθορίσθηκαν οι λεπτομέρειες υλοποιήσεως των προβλεπομένων στο πρακτικό και στις σχετικές διατάξεις του ν. 3185/2003.

Το ως άνω Πρακτικό Συμφωνίας και το ως άνω Παράρτημα αυτού, έχουν ισχύ ανάλογη με συλλογικές συμβάσεις εργασίας αφού προβλέπονται από το άρθρο 8 του π. δ. 178/2002 και καταρτίσθηκαν με την προβλεπομένη από το ν. 1876/1990 διαδικασία (ΑΠ 565/2016, ΑΠ 1267/2009, ΑΠ 1674/2007, ΑΠ 1668/2007). Από όλα τα ανωτέρω παρέπεται ότι, εφόσον η Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε.

εξακολούθησε και κατά τον κρίσιμο χρόνο να είναι επιχείρηση κοινής ωφελείας, οι δε παραπάνω διατάξεις του άρθρου 27 παρ. 6 του άνω Ν. 3185/2003 παραπέμπουν για τον καθορισμό της αποζημιώσεως των υποχρεωτικά αποχωρούντων λόγω συνταξιοδοτήσεως Ιπτάμενων Χειριστών στο άνω Πρακτικό Συμφωνίας και το άνω Παράρτημα αυτού, χωρίς να αποκλείουν ως προς το ύψος αυτής τις διατάξεις του ΑΝ 173/1967 και του Π.Δ/τος 618/1970 [όπως αντίθετα είχε προνοηθεί με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 2271/1994, για τους κατ' αυτή αποχωρούντες εργαζόμενους της άνω εταιρίας], οι διατάξεις αυτές [ήτοι του ΑΝ 173/1967 και του Π.Δ/τος 618/1970), που είναι, όπως προαναφέρθηκε, αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών και ως τέτοιες υπερισχύουν, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του Ν. 1876/1990, των κανονιστικών όρων των ΣΣΕ που καθορίζουν ευνοϊκότερο όριο αποζημιώσεως], έχουν εφαρμογή και επί της οφειλόμενης στους αποχωρούντες, κατά τον άνω χρόνο και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 του Ν. 3185/2003, λόγω συνταξιοδοτήσεως Ιπτάμενους Χειριστές του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας, αποζημιώσεως, το ύψος της οποίας δεν μπορεί να υπερβεί το καθοριζόμενο με τις εν λόγω αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, ανώτατο όριο, ενώ, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, το άνω από 16-7-2003 Πρακτικό Συμφωνίας και το άνω Παράρτημα αυτού, είναι ανίσχυρα κατά το μέρος που ως προς το όριο αυτό της αποζημίωσης, ορίζουν διαφορετικά (Ολ.

και ΑΠ 20/2006, ΑΠ 194/2008, ΑΠ 132/2007, ΑΠ 1916/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 13-5-2004 και με αριθμό καταθέσεως 67461/2168/14-5-2004 αγωγή του ο ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσείων Μ. Τ. κατά της ήδη αναιρεσίβλητης - πρώτης εναγομένης και λοιπών, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη στις 10-8-1971 με την ειδικότητα του ιπτάμενου χειριστή και από τότε προσέφερε τις υπηρεσίες του σε αυτή έως και τις 14-11-2003, οπότε αποχώρησε με υποχρεωτική συνταξιοδότηση, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τα κίνητρα που θέσπισε ο Ν. 3185/2003, ενώ κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποχωρούσε στις 05- 09-2005.

Ότι η τρίτη εναγομένη ιδρύθηκε σε εκτέλεση των διατάξεων του άρθρου 27 του Ν. 3185/2003 με απορρόφηση από την πρώτη εναγομένη του αποσχισθέντος από αυτή Πτητικού της Κλάδου, στον οποίο ανήκε και αυτός πριν την υποχρεωτική απόλυσή του από την πρώτη εναγομένη και επομένως, εάν δεν είχε αναγκαστικά απολυθεί από την τελευταία, τότε με βεβαιότητα η τρίτη εναγομένη θα ήταν νέα διάδοχος εργοδότριά του.

Ότι στους υποχρεωτικά αποχωρούντες ιπτάμενους χειριστές, κατ1 εφαρμογή του Ν. 3185/ 2003, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος, συμφωνήθηκε η καταβολή πλήρους και χωρίς κανένα περιορισμό της αποζημίωσης απολύσεως του Ν. 2112/1920 με βάση τα χρόνια υπηρεσίας τους, καθώς και ποσό το οποίο θα είναι ίσο με την απώλεια εισοδήματος που υφίστανται λόγω της πρόωρης συνταξιοδότησής τους.

Ότι η πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη προέβη σε εσφαλμένο υπολογισμό του ποσού της αποζημίωσης απολύσεως του Ν. 2112/1920 και του ποσού της απώλειας εισοδήματος τις οποίες του κατέβαλε, επειδή δεν συνυπολόγισε σε αυτές το επίδομα παραγωγικότητας, ποσού 1.800 ευρώ μηνιαίως, το οποίο του κατέβαλε επί σειρά ετών και αποτελούσε μέρος των τακτικών αποδοχών του και επειδή δεν υπολόγισε τα ποσά που του κατέβαλε για τις ανωτέρω αιτίες με βάση το νέο μισθολόγιο των Ιπτάμενων Χειριστών της Ολυμπιακής Αεροπορίας, που ίσχυσε από την 01-11- 2003.

Ότι η διαφορά, η οποία του οφείλεται λόγω μη συνυπολογισμού του άνω επιδόματος παραγωγικότητας ανέρχεται, όσον αφορά την αποζημίωση απολύσεως (στο ποσό των 43.200 ευρώ και όσον αφορά την απώλεια εισοδήματος στο ποσό των 46.512 ευρώ. Ότι η διαφορά, η οποία του οφείλεται λόγω μη υπολογισμού των ποσών που του κατάβαλε για τις ανωτέρω αιτίες με βάση το νέο μισθολόγιο των Ιπτάμενων Χειριστών της Ολυμπιακής Αεροπορίας ανέρχεται, όσον αφορά την αποζημίωση απολύσεως στο ποσό των 128.316,72 ευρώ και όσον αφορά την απώλεια εισοδήματος στο ποσό των 138.154,34 ευρώ.

Ότι συνέπεια της πρακτικής της πρώτης εναγομένης (αναιρεσίβλητης) να τον εξαναγκάσει σε υποχρεωτική συνταξιοδότηση ήταν η μη ανανέωση του πτυχίου του στον τύπο αεροσκάφους Α 340 και η μη απόκτηση του TRE, δηλαδή του πτυχίου εξεταστή στον τύπο του αεροσκάφους, το οποίο αν ανανεώσει με δικά του έξοδα θα πρέπει να δαπανήσει το ποσό των 30.000 ευρώ, αυτά δε του στερούν τη δυνατότητα εργασίας σε άλλη αεροπορική εταιρεία, γεγονός που αποτελεί προσβολή της προσωπικότητάς του και ειδικότερα της επαγγελματικής του φήμης.

Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε, να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη - αρχική εργοδότριά του, άλλως επικουρικώς η τρίτη εναγομένη - διάδοχος εργοδότριά του, να του καταβάλουν : α) το ποσό των 43.200 ευρώ, λόγω μη υπολογισμού ως μέρους των τακτικών αποδοχών του, του επιδόματος παραγωγικότητας στην αποζημίωση απολύσεως β) το ποσό των 46.512 ευρώ, λόγω μη υπολογισμού ως μέρους των τακτικών αποδοχών του, του επιδόματος παραγωγικότητας στην απώλεια εισοδήματος, γ) το ποσό των 138.154,34 ευρώ ως απώλεια εισοδήματος, την οποία υπέστη εξαετίας της υποχρεωτικής συνταξιοδότησής του, η οποία έπρεπε να υπολογιστεί με βάση το νέο μισθολόγιο, δ) το ποσό των 128.316,72 ευρώ ως αποζημίωση απολύσεως, η οποία έπρεπε να υπολογιστεί με βάση το νέο μισθολόγιο, ε) το ποσό των 30.000 ευρώ ως διαφυγόν κέρδος λόγω της μη ανανέωσης του πτυχίου του και στ) το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Με την από 13-05-2004 και με αριθμό καταθέσεως 67462/2171/14-05-2004 αγωγή του ο ενάγων και ήδη δεύτερος αναιρεσείων Α. Ζ. κατά της ήδη αναιρεσίβλητης - πρώτης εναγομένης και λοιπών, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη στις 25-01-1971 με την ειδικότητα του ιπτάμενου χειριστή και από τότε προσέφερε τις υπηρεσίες του σε αυτή έως και τις 14-11-2003, οπότε αποχώρησε με υποχρεωτική συνταξιοδότηση, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τα κίνητρα που θέσπισε ο Ν. 3185/2003.

Ότι η τρίτη εναγομένη ιδρύθηκε σε εκτέλεση των διατάξεων του άρθρου 27 του Ν. 3185/2003 με απορρόφηση από την πρώτη εναγομένη του αποσχισθέντος από αυτή Πτητικού της Κλάδου, στον οποίο ανήκε και αυτός πριν την υποχρεωτική απόλυσή του από την πρώτη εναγομένη και επομένως εάν δεν είχε αναγκαστικά απολυθεί από την τελευταία, τότε με βεβαιότητα η τρίτη εναγομένη θα ήταν νέα διάδοχος εργοδότριά του.

Ότι στους υποχρεωτικά αποχωρούντες ιπτάμενους χειριστές, κατ' εφαρμογή του Ν. 3185/2003, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος, συμφωνήθηκε η καταβολή πλήρους και χωρίς κανένα περιορισμό της αποζημίωσης απολύσεως του Ν. 2112/1920 με βάση τα χρόνια υπηρεσίας τους, καθώς και ποσό το οποίο θα είναι ίσο με την απώλεια εισοδήματος που υφίστανται λόγω της πρόωρης συνταξιοδότησής τους.

Ότι η πρώτη εναγομένη προέβη σε εσφαλμένο υπολογισμό του ποσού της αποζημίωσης απολύσεως του Ν. 2112/1920 και του ποσού της απώλειας εισοδήματος τις οποίες του κατέβαλε, επειδή δεν συνυπολόγισε σε αυτά το επίδομα θέσης κίνησης και το επίδομα τέκνου, τα οποία παράνομα δεν του κατέβαλε, επειδή επίσης δεν συνυπολόγισε σε αυτά το επίδομα παραγωγικότητας, το οποίο του κατέβαλε επί σειρά ετών και αποτελούσε μέρος των τακτικών αποδοχών του, και τέλος επειδή δεν υπολόγισε τα ποσά που του κατέβαλε για τις ανωτέρω αιτίες, με βάση το νέο μισθολόγιο των Ιπτάμενων Χειριστών της Ολυμπιακής Αεροπορίας, που ίσχυσε από την 01-11-2003.

Ότι ειδικότερα στις 23-12-2002 ανέλαβε καθήκοντα εκπαιδευτή τύπου Α-340/300 και με βάση τις ισχύουσες ΣΣΕ δικαιούτο επίδομα θέσης κίνησης, ανερχόμενο στο ποσό των 149,67 ευρώ μηνιαίως, το οποίο όμως δεν του κατέβαλε η πρώτη εναγομένη και για την αιτία αυτή του οφείλεται για επίδομα θέσης κίνησης κατά το χρονικό διάστημα από 23-12-2002 έως 14-11-2003 το ποσό των 2.071,43 ευρώ, για διαφορά λόγω μη συνυπολογισμού του άνω επιδόματος θέσης κίνησης στην αποζημίωση απολύσεως το ποσό των 3.592,08 ευρώ και για διαφορά λόγω μη συνυπολογισμού του άνω επιδόματος θέσης κίνησης στην απώλεια εισοδήματος το ποσό των 1.646,37 ευρώ.

Ότι η πρώτη εναγομένη δεν του κατέβαλε το επίδομα τέκνου, ανερχόμενο στο ποσό των 78,44 ευρώ μηνιαίως, αν και είχε όλες τις προϋποθέσεις για τη λήψη επιδόματος αυτού και για την αιτία αυτή του οφείλεται, για επίδομα τέκνου κατά το χρονικό διάστημα από 01-09-2003 έως 14- 11-2003 το ποσό των 200,80 ευρώ, για διαφορά λόγω μη συνυπολογισμού του επιδόματος αυτού στην αποζημίωση απολύσεως το ποσό των 1.882,56 ευρώ και για διαφορά λόγω μη συνυπολογισμού του άνω επιδόματος στην απώλεια εισοδήματος το ποσό των 862,84 ευρώ.

Ότι η διαφορά η οποία του οφείλεται λόγω μη συνυπολογισμού του άνω επιδόματος παραγωγικότητας ανέρχεται, όσον αφορά την αποζημίωση απολύσεως/ στο ποσό των 43.200 ευρώ και όσον αφορά την απώλεια εισοδήματος στο ποσό των 19.800 ευρώ. Ότι η διαφορά η οποία του οφείλεται λόγω μη υπολογισμού των ποσών που του κατέβαλε για τις ανωτέρω αιτίες με βάση το νέο μισθολόγιο των Ιπτάμενων Χειριστών της Ολυμπιακής Αεροπορίας ανέρχεται, όσον αφορά την αποζημίωση απολύσεως στο ποσό των 142.193,04 ευρώ και όσον αφορά την απώλεια εισοδήματος στο ποσό των 65.171,81 ευρώ.

Ότι συνέπεια της πρακτικής της πρώτης εναγομένης να μην τον επαναδιαθέσει σε υπεύθυνα καθήκοντα Ιπτάμενου Χειριστή, μετά από την αποχή από τα καθήκοντά του πέντε μηνών λόγω ασθενείας που έληξε την 01-09-2003, αποτέλεσε η μη ανανέωση του πτυχίου του στον τύπο αεροσκάφους Α 340 και η μη απόκτηση του TRE, δηλαδή του πτυχίου εξεταστή στον τύπο του αεροσκάφους, το οποίο αν ανανεώσει με δικά του έξοδα θα πρέπει να δαπανήσει το ποσό των 30.000 ευρώ, αυτά δε του στερούν τη δυνατότητα εργασίας σε άλλη αεροπορική εταιρεία, γεγονός που αποτελεί προσβολή της προσωπικότητάς του και ειδικότερα της επαγγελματικής του φήμης.

Ότι η πρώτη εναγομένη παρανόμως δεν του χορήγησε την άδεια αναψυχής του έτους 2003 παρά τις συνεχείς οχλήσεις του και για το λόγο αυτό του οφείλει τις αποδοχές αδείας με προσαύξηση 100% ανερχόμενες στο ποσό των 21.353,64 ευρώ και το επίδομα αδείας, ανερχόμενο στο ποσό των 5.338,41 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη - αρχική εργοδότριά του ήδη αναιρεσίβλητη άλλως και επικουρικώς η τρίτη εναγομένη - διάδοχος εργοδότριά του να του καταβάλουν :

α) το ποσό των 2.071,43 ευρώ ως οφειλές δεδουλευμένων αποδοχών λόγω μη καταβολής του επιδόματος θέσης κίνησης, β) το ποσό των 3.592,08 ευρώ λόγω μη υπολογισμού του επιδόματος θέσης κίνησης στην αποζημίωση απολύσεως, γ) το ποσό των 1.646,37 ευρώ λόγω μη υπολογισμού του επιδόματος θέσης κίνησης στην απώλεια εισοδήματος, δ) το ποσό των 200,8 ευρώ ως οφειλές δεδουλευμένων αποδοχών λόγω μη καταβολής του επιδόματος τέκνου, ε) το ποσό των 1.882,56 ευρώ λόγω μη υπολογισμού του επιδόματος τέκνου στην αποζημίωση απολύσεως, στ) το ποσό των 862,84 ευρώ λόγω μη υπολογισμού του επιδόματος τέκνου στην απώλεια εισοδήματος, ζ) το ποσό των 43.200 ευρώ, λόγω μη υπολογισμού ως μέρους των τακτικών αποδοχών του, του επιδόματος παραγωγικότητας στην αποζημίωση απολύσεως, η) το ποσό των 19.800 ευρώ, λόγω μη υπολογισμού ως μέρους των τακτικών αποδοχών του, του επιδόματος παραγωγικότητας στην απώλεια εισοδήματος, θ) το ποσό των 65.171,81 ευρώ ως απώλεια εισοδήματος την οποία υπέστη εξαιτίας της υποχρεωτικής συνταξιοδότησής του και η οποία έπρεπε να υπολογιστεί με βάση το νέο μισθολόγιο, ι) το ποσό των 142.193,04 ευρώ ως αποζημίωση απολύσεως η οποία έπρεπε να υπολογιστεί με βάση το νέο μισθολόγιο, ια) το ποσό των 30.000 ευρώ ως διαφυγόν κέρδος λόγω της μη ανανέωσης του πτυχίου του, ιβ) το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ιγ) το ποσό των 21.353,64 ευρώ ως αποζημίωση μη χορηγηθείσας άδειας έτους 2003 και ιδ) το ποσό των 5.338,41 ευρώ ως επίδομα άδειας έτους 2003, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Με την από 15-02-2006 ανταγωγή της, την οποία άσκησε η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε." κατά του ενάγοντος Μ. Τ. (ήδη πρώτου αναιρεσείοντος) ισχυρίστηκε ότι κατά την αποχώρηση του ενάγοντος - αντεναγομένου λόγω της υποχρεωτικής του συνταξιοδότησης κατά το άρθρο 27 του Ν. 3185/2003, κατέβαλε σε αυτόν το ποσό των 115.416,10 ευρώ ως πρόσθετη αποζημίωση για απώλεια εισοδήματος λόγω της πρόωρης αποχώρησής του. Ότι η καταβολή αυτή αντίκειται στη διάταξη του άνω άρθρου 27 του Ν. 3185/2003 και έλαβε χώρα μη νομίμως και αχρεωστήτως, για το λόγο ότι η ανωτέρω πρόσθετη αποζημίωση - κίνητρο λόγω απώλειας εισοδήματος, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου, να καταβληθεί από τον ειδικό λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, αφού πρώτα λάβει χώρα η αποκρατικοποίηση της εταιρείας που ανέλαβε το πτητικό της έργο, με έσοδα της οποίας προβλέφθηκε ότι θα πιστωθεί ο ως άνω ειδικός λογαριασμός και συνεπώς η καταβολή της απώλειας εισοδήματος τελεί υπό την αίρεση της αποκρατικοποίησης της άνω εταιρείας, η οποία δεν έχει πληρωθεί ακόμα. Με βάση το ιστορικό αυτό η πρώτη εναγομένη - αντενάγουσα, επικαλούμενη τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 27 του Ν. 3185/2003, καθώς και τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων - αντεναγομένος οφείλει να της καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό των 115.416,10 ευρώ.

Με την από 15-02-2006 ανταγωγή της; που άσκησε η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε." κατά του ενάγοντος Α. Ζ. (ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος) ισχυρίστηκε ότι κατά την αποχώρηση του ενάγοντος - αντεναγομένου λόγω της υποχρεωτικής του συνταξιοδότησης κατά το άρθρο 27 του Ν. 3185/2003, κατέβαλε σε αυτόν το ποσό των 44.424,97 ευρώ ως πρόσθετη αποζημίωση για απώλεια εισοδήματος, λόγω της πρόωρης αποχώρησής του. Ότι η καταβολή αυτή αντίκειται στη διάταξη του άνω άρθρου 27 του Ν. 3185/2003 και έλαβε χώρα μη νομίμως και αχρεωστήτως, για το λόγο ότι η ανωτέρω πρόσθετη αποζημίωση - κίνητρο λόγω απώλειας εισοδήματος, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου, να καταβληθεί από τον ειδικό λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, αφού πρώτα λάβει χώρα η αποκρατικοποίηση της εταιρείας που ανέλαβε το πτητικό της έργο, με έσοδα της οποίας προβλέφθηκε ότι θα πιστωθεί ο ως άνω ειδικός λογαριασμός και συνεπώς η καταβολή της απώλειας εισοδήματος τελεί υπό την αίρεση της αποκρατικοποίησης της άνω εταιρείας, η οποία δεν έχει πληρωθεί ακόμα. Με βάση το ιστορικό αυτό η πρώτη εναγομένη - αντενάγουσα, επικαλούμενη τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 27 του Ν. 3185/2003, καθώς και τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων - αντεναγομένος οφείλει να της καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό των 44.424,97 ευρώ.

Επί των ανωτέρω ένδικων αγωγών και ανταγωγών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ'αριθμ.2402/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία οι ένδικες αγωγές και ανταγωγές κρίθηκαν νόμιμες και ακολούθως : α) οι αγωγές απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες ως προς τους (δεύτερη, τρίτη και τέταρτο των εναγομένων) ήδη μη διαδίκων και έγιναν κατά ένα μέρος δεκτές ως βάσιμες και από ουσιαστική άποψη ως προς την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη και ειδικότερα έγιναν δεκτές ως προς όλα τα αιτούμενα από καθένα ενάγοντα κονδύλια, πλην του κονδυλίου της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και κατόπιν αυτών υποχρεώθηκε η πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον ενάγοντα Μ. Τ. το ποσό των 386.183 ευρώ και στον ενάγοντα Α. Ζ. το ποσό των 337.308 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και β) οι ανταγωγές έγιναν δεκτές στο σύνολο τους ως βάσιμες και από ουσιαστική άποψη και κατόπιν αυτού αναγνωρίστηκε ότι οφείλουν να καταβάλουν στην πρώτη εναγομένη - αντενάγουσα, ο ενάγων - αντεναγόμενος Μ. Τ. το ποσό των 115.416,10 ευρώ και ο ενάγων - αντεναγόμενος Α. Ζ. το ποσό των 44.424 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της ανταγωγής μέχρι την εξόφληση.

Κατόπιν ασκηθεισών 2 αντιθέτων εφέσεων εκ μέρους των αντιδίκων μερών κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, έγινε δεκτή η έφεση της τελευταίας (ήδη αναιρεσίβλητης) και ακολούθως, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιό της κατά το οποίο έγιναν δεκτές ως βάσιμες κατ'ουσίαν οι ένδικες αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, απέρριψε αυτές ως νομικά αβάσιμες ως προς το αίτημά τους για συμπληρωματική αποζημίωση του Ν.2112/1920 και ως απαράδεκτες ως προς το αίτημά τους για καταβολή συμπληρωματικής αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδήματος.

Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα εξής: "Οι ενάγοντες Μ. Τ. και Α. Ζ. προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την πρώτη εναγομένη στις 10-08-1971 ο πρώτος και στις 25-01-1971 ο δεύτερος, ως ιπτάμενοι χειριστές, και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σε αυτή με την ανωτέρω ειδικότητά τους μέχρι τις 14-11-2003, οπότε αποχώρησαν υποχρεωτικά από την υπηρεσία τους, επειδή πληρούσαν τις προϋποθέσεις του άρθρου 27 παρ. 6 του Ν. 3185/2003, κατόπιν κοινοποίησης σε καθένα από αυτούς της σχετικής από 14-11-2003 διαπιστωτικής πράξης της πρώτης εναγομένης, περί συνδρομής των προβλεπομένων στις άνω διατάξεις προϋποθέσεων υποχρεωτικής αποχώρησής τους λόγω συνταξιοδότησης.

Ταυτόχρονα η πρώτη εναγομένη κατέβαλε : α) στον ενάγοντα Μ. Τ. το ποσό των 167.846 ευρώ ως αποζημίωση απολύσεως του Ν. 2112/1920 και το ποσό των 115.416,105 ευρώ ως πρόσθετη αποζημίωση για απώλεια εισοδήματος, λόγω της πρόωρης αποχώρησής του και β) στον ενάγοντα Α. Ζ. το ποσό των 162.958 ευρώ ως αποζημίωση απολύσεως του Ν. 2112/1920 και το ποσό των 44.424,97 ευρώ ως πρόσθετη αποζημίωση για απώλεια εισοδήματος, λόγω της πρόωρης αποχώρησής του.

Τα ανωτέρω καταβληθέντα στους ενάγοντες χρηματικά ποσά ως αποζημίωση απόλυσης (ήτοι 167.846 και 162.958 ευρώ αντίστοιχα), είναι υπέρτερα του ανώτατου ορίου της καταβλητέας αποζημίωσης του Ν. 2112/1920, που ανέρχεται στο ποσό των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 2 § 2 του α.ν. 173/1967, το όριο δε αυτό ίσχυε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην οικεία με αριθμό 5 νομική σκέψη της παρούσας, και κατά τον κρίσιμο στην ένδικη περίπτωση χρόνο, εφόσον η Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε.

εξακολούθησε να είναι επιχείρηση κοινής ωφελείας και εφόσον οι παραπάνω διατάξεις του άρθρου 27 παρ. 6 του άνω Ν. 3185/2003 παραπέμπουν για τον καθορισμό της αποζημιώσεως των υποχρεωτικά αποχωρούντων λόγω συνταξιοδοτήσεως Ιπτάμενων Χειριστών στο άνω από 16-07-2003 Πρακτικό Συμφωνίας και το άνω Παράρτημα αυτού, χωρίς να αποκλείουν όμως ως προς το ύψος αυτής τις διατάξεις του ΑΝ 173/1967 και του Π.Δ/τος 618/1970, οι οποίες ως αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, υπερισχύουν του ως άνω από 16-07-2003 Πρακτικού Συμφωνίας και του ως άνω Παραρτήματος αυτού, τα οποία είναι ανίσχυρα, όπως προαναφέρθηκε, κατά το μέρος, που ως προς το όριο αυτό της εν λόγω αποζημίωσης του Ν. 2112/1920 ορίζουν διαφορετικό και δη μεγαλύτερο ποσό αποζημίωσης και δεδομένου ότι το ανωτέρω καθοριζόμενο ανώτατο όριο αποζημιώσεως για τις εν λόγω κατηγορίες εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, δεν μπορεί να μεταβληθεί με διατάξεις ΣΣΕ, που ορίζουν διαφορετικά, ανάλογη ισχύ με τις οποίες (ΣΣΕ) έχουν, όπως προαναφέρθηκε, το ως άνω από 16-07-2003 Πρακτικό Συμφωνίας και το Παράρτημα αυτού.

Συνακόλουθα, οι ένδικες αγωγές, όσον αφορά το αίτημά τους για καταβολή των αναφερομένων σε αυτές χρηματικών ποσών σε καθένα των εναγόντων, για συμπληρωματική αποζημίωση απολύσεως του Ν. 2112/1920, ήτοι επιπλέον του ποσού των 167.846 ευρώ, που έλαβε ο ενάγων Μ. Τ. και του ποσού των 162.958 ευρώ που έλαβε ο ενάγων Α. Ζ., είναι απορριπτέες ως νομικά αβάσιμες, αφού τα αιτούμενα για την αιτία αυτή με τις ένδικες αγωγές, ποσά, είναι υπέρτερα του οριζόμενου στο άρθρο 2 § 2 του α.ν. 173/1967 και ισχύοντος και στην ένδικη περίπτωση, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, ορίου αποζημιώσεως.

Επίσης, οι ένδικες αγωγές όσον αφορά το αίτημά τους για καταβολή των αναφερομένων σε αυτές χρηματικών ποσών σε καθένα των εναγόντων, για συμπληρωματική αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδήματος, για το λόγο ότι, όπως εκτίθεται σε αυτές, η πρώτη εναγομένη προέβη σε εσφαλμένο υπολογισμό του ποσού της αποζημίωσης αυτής λόγω απώλειας εισοδήματος, το οποίο κατέβαλε αντίστοιχα σε κάθε ενάγοντα, είναι απορριπτέες και ως απαράδεκτες λόγω της πρόωρης ασκήσεώς τους, διότι η καταβολή της άνω πρόσθετης αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδήματος, εξαρτήθηκε, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στην οικεία με αριθμό 4 νομική σκέψη της παρούσας, από την τεθείσα από τη σχετική διάταξη του άρθρου 27 ν. 3185/2003 προϋπόθεση, η οποία συνιστά αίρεση δικαίου, της προηγούμενης ιδιωτικοποίησης της εταιρείας, που θα αναλάμβανε το πτητικό έργο της Ολυμπιακής Αεροπορίας και της είσπραξης από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων εκποίησής της και με αντίστοιχη χρέωση του ειδικού λογαριασμού του Ελληνικού Δημοσίου, μετά την εν λόγω ιδιωτικοποίηση, η οποία όμως (αίρεση δικαίου) δεν έχει πληρωθεί, με συνέπεια οι ένδικες αγωγές, κατά το ως άνω αίτημά τους, να αποβαίνουν απαράδεκτες, λόγω της πρόωρης, ήτοι πριν από την πλήρωση της άνω αιρέσεως δικαίου, ασκήσεώς τους, και για το λόγο αυτό απορριπτέες.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τις ένδικες αγωγές ως ουσιαστικά βάσιμες, ως προς το αμέσως ανωτέρω αίτημά τους, έσφαλε και συνεπώς σε κάθε περίπτωση, ο σχετικός λόγος της υπό κρίση έφεσης της πρώτης εναγομένης - εκκαλούσας, κρίνεται βάσιμος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο έκδοσης των άνω διαπιστωτικών πράξεων καθενός των εναγόντων και καταβολής σε αυτούς, της ανωτέρω πρόσθετης αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδήματος, δεν είχε ιδιωτικοποιηθεί η εταιρεία που θα αναλάμβανε το πτητικό έργο της Ολυμπιακής Αεροπορίας και δεν είχαν εισπραχθεί από το Ελληνικό Δημόσιο τα σχετικό έσοδα από την εκποίηση της, προϋπόθεση, που συνιστά αίρεση δικαίου, η οποία είχε τεθεί από τη σχετική διάταξη του άρθρου 27 ν. 3185/2003, σύμφωνα με όσα έχουν προαναφερθεί, προκειμένου να γίνει η καταβολή της εν λόγω πρόσθετης αποζημίωσης για την απώλεια εισοδήματος.

Συνεπώς η πρώτη εναγομένη, που κατέβαλε στους ενάγοντες - εκκαλούντες για την αιτία αυτή τα προαναφερόμενα ποσά των 115.416,105 και 44.424,97 ευρώ αντίστοιχα, προέβη στην καταβολή αυτή, χωρίς να συντρέχουν οι τεθείσες από το νόμο ανωτέρω προϋποθέσεις, από άγνοια του αχρεώστητου και ειδικότερα του γεγονότος ότι η σχετική υποχρέωσή της δεν είχε γεννηθεί ακόμη, ενώ οι ενάγοντες με την είσπραξη των ως άνω ποσών αντίστοιχα, που είναι, κατά τα προεκτιθέμενα, αχρεώστητα ακόμη σε αυτούς λόγω της μη πληρώσεως της άνω αίρεσης δικαίου, έγιναν πλουσιότεροι χωρίς νόμιμη αιτία, με ζημία της πρώτης εναγομένης και ως εκ τούτου έχουν υποχρέωση να της αποδώσουν την ωφέλεια αυτή.

Συνακόλουθα; οι ένδικες ανταγωγές της πρώτης εναγομένης - αντενάγουσας είναι νόμιμες και ουσιαστικά βάσιμες και έπρεπε για το λόγο αυτό να γίνουν δεκτές. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τις ένδικες ανταγωγές ως νόμιμες και ουσιαστικά βάσιμες, δεν έσφαλε και όλα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες- ενάγοντες - αντεναγόμενοι με το σχετικό λόγο της υπό κρίση εφέσεώς τους κρίνονται κατ' ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 7/2006, 2/2013, 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς . Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση , κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά.

Δεν απαιτείται, όμως, η επιμέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 576/2018, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 237/2016).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλμα που αναφέρεται στο λόγο αυτό. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες που στηρίζουν το διατακτικό και η μία από αυτές δεν προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης ή προσβάλλεται ανεπιτυχώς, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αλυσιτελής (ΑΠ 330/2017, ΑΠ 1419/2015, ΑΠ 799/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, έκρινε ότι οι ένδικες αγωγές είναι πρωτίστως απορριπτέες ως απαράδεκτες λόγω ακυρότητας του δικογράφου τους συνεπεία επικουρικής εναγωγής των εναγομένων εταιρειών με τις επωνυμίες "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΑΕ" και "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ ΑΕ" και σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέες ως μη νόμιμες ως προς το αίτημά τους για καταβολή των αναφερόμενων σ' αυτές χρηματικών ποσών για συμπληρωματική αποζημίωση απόλυσης του ν. 2112/1920, αφού τα αιτούμενα με αυτές ποσά , ήτοι επιπλέον των 167.846 ευρώ που έλαβε ο ενάγων Μ.

Τ. και των 162.958 ευρώ που έλαβε ο ενάγων Α. Ζ., είναι υπέρτερα του οριζόμενου στο άρθρο 2 παρ. 2 του α ν. 173/1967 ορίου αποζημιώσεως. Έκρινε, επίσης, το Εφετείο ότι όσον αφορά το αίτημα για καταβολή των αναφερόμενων στις ίδιες αγωγές χρηματικών ποσών για συμπληρωματική αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδήματος είναι απορριπτέες αυτές (αγωγές) ως απαράδεκτες λόγω της πρόωρης άσκησης τους, διότι η καταβολή της εν λόγω πρόσθετης αποζημίωσης εξαρτήθηκε από την τεθείσα από τη διάταξη του άρθρου 27 του ν.3185/2003 προϋπόθεση, η οποία συνιστά αίρεση δικαίου, της προηγούμενης ιδιωτικοποίησης της εταιρείας που θα αναλάμβανε το πτητικό έργο της Ολυμπιακής Αεροπορίας και της είσπραξης από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων εκποίησης της και με αντίστοιχη χρέωση του ειδικού λογαριασμού του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία (αίρεση δικαίου) δεν έχει πληρωθεί.

Οι αναιρεσείοντες, με σχετικούς λόγους αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της τιθέμενης με ης διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 3185/2003 αίρεσης της προηγούμενης ιδιωτικοποίησης των Ολυμπιακών Αερογραμμών ΑΕ, επικαλούμενοι ότι η καταβολή της πρόσθετης αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδήματος δεν έχει εξαρτηθεί από την αναβλητική αίρεση της ιδιωτικοποίησης της ως άνω εταιρείας και της είσπραξης από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων από αυτή.

Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, καθόσον η αγωγή τους απορρίφθηκε ως απαράδεκτη στο σύνολο της με τις προαναφερόμενες δύο επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία από αυτές το διατακτικό της και η πρώτη αιτιολογία δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης. Σε κάθε όμως περίπτωση, το Εφετείο με τις κρίσεις του αυτές, προέβη σε ορθή εφαρμογή των πραγματικών περιστατικών στις προεκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 2 παρ. 2 του α ν. 173/1967, 1 παρ. 1 του ν.

δ. 618/1970, 33 του ν. 1876/1990 και 27 παρ. 1-6 και 8 του ν. 3185/2003 που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή. Περαιτέρω, όσον αφορά την παραδοχή της ανταγωγής ως νόμιμης και ουσιαστικά βάσιμης, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 3185/2003 και του άρθρου 904 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι ορθώς κρίθηκε από το Εφετείο ότι η απαίτηση των αναιρεσειόντων για καταβολή της πρόσθετης αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδήματος τελούσε υπό αίρεση δικαίου που δεν είχε ακόμη εκπληρωθεί και συγκεκριμένα τελούσε υπό την αίρεση της προηγούμενης ιδιωτικοποίησης της εταιρείας που θα αναλάμβανε το πτητικό έργο της Ολυμπιακής Αεροπορίας και της είσπραξης από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων από την εκποίηση της και με αντίστοιχη χρέωση του ειδικού λογαριασμού του Ελληνικού Δημοσίου μετά την εν λόγω ιδιωτικοποίηση, αίρεση η οποία δεν έχει εκπληρωθεί και μετά τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι η καταβολή στους αναιρεσείοντες του ποσού των 115.416,10 και 44.424,97, αντίστοιχα, από μέρους της αναιρεσίβλητης για πρόσθετη αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδήματος, έγινε από άγνοια του αχρεώστητου και έτσι οι αναιρεσείοντες έγιναν πλουσιότεροι χωρίς νόμιμη αιτία και συνεπώς οφείλουν να επιστρέψουν στην αναιρεσίβητη τα ανωτέρω ποσά.

Κατά την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη η ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται άτι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ* αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον οδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (Ολ ΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση;

αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 AK (Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1352/2011, ΑΠ 125/2011). ' Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τους υπ' αριθμ. 4 και 6 λόγους αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολ Δ αναιρετική πλημμέλεια, αληθώς όμως από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, ισχυριζόμενοι ότι κακώς απερρίφθη η νομίμως προταθείσα και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της ανταγωγής, αφού η αναιρεσίβλητη μετασχηματίσθηκε σε ιδιωτική επιχείρηση και λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και συνεπώς πληρώθηκε η αίρεση που τέθηκε με το νόμο 3185/2003, ότι αυτή αδράνησε επί τρία χρόνια από την συνταξιοδότηση τους από αυτή να ασκήσει την ένδικη αξίωσή της και χωρίς να έχει παρεμβληθεί στο μεσοδιάστημα κάποια όχληση εκ μέρους της.

Το Εφετείο, επί της ένστασης αυτής, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι η ένσταση αυτή, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 281 ΑΚ, είναι μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα, γιατί και αν ακόμη θεωρηθούν αληθινά όσα ανωτέρω εκτίθενται από τους ενάγοντες - αντεναγομένους η άσκηση της επίδικης αξίωσης της αντενάγουσας δεν χωρεί κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ενώ ειδικά ο πρώτος ισχυρισμός των αντεναγομένων δεν είναι νόμιμος για το λόγο ότι με το ν. 3185/2003 τέθηκε ως προϋπόθεση για την καταβολή της πρόσθετης αποζημίωσης για την απώλεια εισοδήματος η προηγούμενη ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που θα αναλάμβανε το πτητικό έργο της Ολυμπιακής Αεροπορίας και όχι της πρώτης εναγομένης μετά το μετασχηματισμό της, όπως μη νόμιμα ισχυρίζονται οι αντεναγόμενοι με την εν λόγω ένστασή τους Και ότι, σε κάθε περίπτωση, η ένσταση αυτή κρίνεται απορριπτέα και ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού αποδείχθηκε ότι η ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που ανέλαβε το πτητικό έργο της Ολυμπιακής Αεροπορίας δεν έχει λάβει χώρα ακόμη, για λόγους που δεν αφορούν και δεν ανάγονται σε υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης, το χρονικό διάστημα δε των δύο ετών και τριών περίπου μηνών που μεσολάβησε μεταξύ της υποχρεωτικής αποχώρησης των εναγόντων - αντεναγομένων και της άσκησης των ένδικων ανταγωγών δεν είναι πολύ μεγάλο και ως εκ τούτου δεν συνιστά μακροχρόνια αδράνεια της αντενάγουσας να ασκήσει την επίδικη αξίωσή της, ενώ στο μεσοδιάστημα η τελευταία ουδέποτε παραιτήθηκε ρητά ή σιωπηρά από αυτές και ουδέποτε δημιούργησε την πεποίθηση με οποιοδήποτε τρόπο στους αντεναγομένους ότι δεν θα διεκδικήσει τις ένδικες αξιώσεις της, ούτως ώστε ουδόλως δικαιολογείται πεποίθηση σ' αυτούς ότι η αντενάγουσα δεν θα ασκήσει στο μέλλον τις αξιώσεις της αυτές, έστω και αν δεν τους όχλησε πριν την άσκηση των ένδικων ανταγωγών.

Επομένως, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με σχετικό λόγο αναίρεσης και όσον αφορά την ανταγωγή, που εξετάσθηκε στην ουσία της, ισχυρίζονται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα χωρίς να αναφέρει ούτε γενικά από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε αποδείξεις για να καταλήξει στην ουσιαστική παραδοχή αυτής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το τελευταίο έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως Κ. Κ. και ανταποδείξεως Π. Α., που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα με επίκληση προσκόμισαν. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-12-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2459/2018 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ