Supreme Court dismisses maritime liens claims against bank in creditor ranking dispute over ship seizure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the maritime companies' appeals against a creditor ranking table, ruling their claims inadmissible. The lower court had previously granted priority to the appellants' maritime liens and rejected the bank's claims, but the Supreme Court found no valid grounds to overturn this established judgment. Consequently, the appeals were rejected, and the maritime companies were ordered to pay the bank's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 178, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; A final judgment on creditor ranking binds the court and cannot be re-examined on grounds not raised in the original appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 86 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 86/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των ανακοπτουσών - εκκαλουσών - καλουσών: 1) Ναυτικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΝΑΥΑΓΟΣΩΣΤΙΚΑ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", 2) Ναυτικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΡΥΜΟΥΛΚΑ-ΝΑΥΑΓΟΣΩΣΤΙΚΑ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", 3) Ναυτικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...", 4) Ναυτικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΡΥΜΟΥΛΚΑ-ΝΑΥΑΓΟΣΩΣΤΙΚΑ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύουν στο Πέραμα Αττικής και εκπροσωπούνται νόμιμα οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Φώσκολο και κατέθεσαν προτάσεις.
Της καθ'ής η ανακοπή - εφεσίβλητης - καθ'ής η κλήση: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο - Μάρκο Αχουζαρίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-01-2008 ανακοπές (2) των ήδη ανακοπτουσών - εκκαλουσών - καλουσών, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4242/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 705/2010 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ως άνω αναιρεσίβλητες με την από 17-11-2011 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 1737/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 705/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 55/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά την αναίρεση της οποίας ζήτησε η καθ'ής η ανακοπή - εφεσίβλητη - καθ'ής η κλήση με την από 04-04-2016 αίτησή της και τον από 14-02-2017 πρόσθετο λόγο αυτής.
Εκδόθηκε η 1556/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 55/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά και κράτησε την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του. Η υπόθεση επαναφέρεται για νέα συζήτηση με την από 10-11-2017 κλήση των ήδη ανακοπτουσών - εκκαλουσών - καλουσών.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η προκείμενη υπόθεση είχε την ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή:
Οι ναυτικές εταιρείες με τις επωνυμίες "... ΝΑΥΑΓΟΣΩΣΤΙΚΑ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "... ΡΥΜΟΥΛΚΑ - ΝΑΥΑΓΟΣΩΣΤΙΚΑ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", άσκησαν κατά του …/3-1-2008 πίνακα κατάταξης δανειστών της υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού του, υπό Παναμαϊκή σημαία, πλοίου "… III", συμβολαιογράφου Πειραιά Ζαφειρίας θυγατέρας Παναγιώτη Σουρή, χήρας Εράσιμου Κωνσταντίνου, την από 22-01-2008 και με αριθμ.
κατάθεσης 641/2008 ανακοπή τους. Επίσης, οι ναυτικές εταιρείες με τις επωνυμίες "ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...", "... ΡΥΜΟΥΛΚΑ - ΝΑΥΑΓΟΣΩΣΤΙΚΑ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "... ΝΑΥΑΓΟΣΩΣΤΙΚΑ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", άσκησαν κατά του ίδιου πίνακα κατάταξης, την από 22-01-2008 και με αριθ. κατάθεσης 642/2008, ανακοπή τους. Με τις ως άνω ανακοπές ζητούσαν να ακυρωθεί, άλλως να μεταρρυθμιστεί ο εν λόγω πίνακας κατάταξης, προκειμένου να καταταγούν στο εκπλειστηρίασμα για τις αναγγελθείσες απαιτήσεις τους, καθόσον, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, κατά τη σύνταξη του πίνακα, δεν εξέτασε αυτές, κρίνοντας ότι υποβλήθηκαν εκπρόθεσμα.
Επί των ανακοπών, εκδόθηκε η 4242/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκαν οι ανακοπές, ως απαράδεκτες για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως, επειδή δέχθηκε το Δικαστήριο ότι, η υποβολή της αναγγελίας των απαιτήσεων σε περίπτωση πλειστηριασμού πλοίου, δεν αναστέλλεται το χρονικό διάστημα από την 1η έως την 31η Αυγούστου και ως εκ τούτου οι αναγγελίες των ανακοπτουσών είχαν υποβληθεί εκπρόθεσμα και οι τελευταίες δεν είχαν έννομο συμφέρον για την άσκηση των ανακοπών προσβολής του πίνακα κατάταξης.
Επί της από 16-09-2009 έφεσης, την οποία άσκησαν οι ανακόπτουσες εταιρείες κατ' αυτής της οριστικής απόφασης, εκδόθηκε η 705/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, η οποία, κρίνοντας όμοια, απέρριψε αυτήν. Οι ηττηθείσες εκκαλούσες εταιρείες, άσκησαν κατά της άνω απόφασης, την από 17-01-2011 αίτηση αναίρεσης. Με την 1737/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, κρίθηκε ότι παρά το νόμο το Εφετείο κήρυξε απαράδεκτες τις αναγγελίες των ανακοπτουσών, ως ασκηθείσες εκπρόθεσμα, και απέρριψε ακολούθως τις ανακοπές.
Τούτο διότι, έγινε δεκτό ότι, το χρονικό διάστημα από την 1η έως την 31η Αυγούστου, δεν υπολογίζεται στην 15νθήμερη προθεσμία που ορίζει ο νόμος (άρθρο 972 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠολΔ) για την επίδοση της αναγγελίας, με αφετηρία την ημέρα του πλειστηριασμού και συνεπώς οι αναγγελίες είχαν υποβληθεί εμπρόθεσμα και δεν είχε επέλθει έκπτωση των, κατά τη δίκη εκείνη, αναιρεσειουσών από το σχετικό δικαίωμα.
Έτσι, αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιά. Το κατά παραπομπή Δικαστήριο, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία πλέον διεξήχθη μεταξύ των άνω εκκαλουσών ναυτικών εταιρειών και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", η οποία υπεισήλθε στη δικονομική θέση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", κατά της οποίας στρεφόταν οι προαναφερόμενες ανακοπές, ως καθολική αυτής διάδοχος λόγω συγχώνευσης των δύο τραπεζικών εταιρειών, δι' απορροφήσεως της τελευταίας από την πρώτη, εξέδωσε την 55/2016 απόφαση, με την οποία, συμμορφούμενο προς τη νομική λύση που έδωσε ο Άρειος Πάγος στο προαναφερόμενο ζήτημα του εμπροθέσμου της αναγγελίας, εξαφάνισε, δεχόμενο την έφεση, την πρωτόδικη οριστική απόφαση και κρίνοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει τις αναφερόμενες στην αρχή ανακοπές, μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο με αυτές ως άνω πίνακα κατάταξης και κατέταξε τις ανακόπτουσες στη δεύτερη τάξη, προνομιακά και οριστικά, για τα χρηματικά ποσά κατά τα οποία κρίθηκαν βάσιμες οι απαιτήσεις τους.
Κατά της τελευταίας απόφασης, η εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", άσκησε την από 04-04-2016 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1556/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή, ο Άρειος Πάγος, δέχθηκε ως βάσιμο τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης που είχε προτείνει η αναιρεσείουσα, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και λόγω των ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα του χαρακτήρα των επίδικων αξιώσεων των αναιρεσίβλητων ναυτικών εταιρειών, ως προνομιακών, με βάση το ισχύον, κατά το χρόνο κατάταξης, δίκαιο της Δημοκρατίας του Παναμά, αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων, και κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, κράτησε την υπόθεση ενώπιόν του προς περαιτέρω συζήτηση, επαναφερόμενη με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Επομένως, νόμιμα φέρεται, με την από 10-11-2017 κλήση των εκκαλουσών-ανακοπτουσών, η προκειμένη υπόθεση για την κατ' ουσίαν έρευνα αυτής από τον Άρειο Πάγο, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το αιτητικό της κλήσης, παρά την εσφαλμένη αναγραφή στο αιτητικό της κλήσης, ότι επαναφέρονται για συζήτηση η από 04-04-2016 αίτηση αναίρεσης και ο από 14-02-2017 πρόσθετος λόγος αυτής.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1012 παρ. 1 και 4, 974, 975, 976 και 977 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, ο πλειστηριασμός του πλοίου που κατασχέθηκε, γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου της περιφέρειας του λιμανιού όπου βρίσκεται το πλοίο κατά την κατάσχεση. Ο συμβολαιογράφος αυτός, αν το πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε δεν αρκεί για την ικανοποίηση εκείνου υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και των αναγγελθέντων δανειστών, συντάσσει πίνακα κατάταξης των δανειστών.
Κατατάσσονται κατά πρώτο λόγο οι απαιτήσεις που απολαμβάνουν οποιουδήποτε ειδικού ναυτικού προνομίου, προβλεπόμενου κατά το άρθρο 205 του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ), ακολούθως οι απαιτήσεις που ασφαλίζονται με απλή ή προτιμώμενη υποθήκη και μετά την πλήρη ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών, επί του τυχόν υπολοίπου του πλειστηριάσματος, κατατάσσονται οι απαιτήσεις που είναι εξοπλισμένες με γενικά και ειδικά προνομίων, κατά τα άρθρα 975 και 976 ΚΠολΔ και τελευταίοι οι εγχειρόγραφοι δανειστές (ΑΠ 511/2014, ΑΠ 1556/1998, ΑΠ 466/1996).
Από τις διατάξεις δε, των άρθρων 972 παρ. 1 και 974 έως 979 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, κατά του πίνακα κατάταξης μπορεί να ασκηθεί ανακοπή και να προβληθούν αιτιάσεις που αφορούν στην ορθότητα αυτού και οι οποίες στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1083/2013, ΑΠ 169/2012). Οι λόγοι αυτοί της ανακοπής, μπορούν να ανάγονται είτε στην ύπαρξη και παρά ταύτα τη μη κατάταξη της απαίτησης του ανακόπτοντος, είτε στη μη κατάταξη ως προνομιακής ή στην οικεία τάξη, της αναγγελθείσας απαίτησής του, είτε σε προβολή ενστάσεων κατά της καταταχθείσας απαίτησης άλλου δανειστή και του προνομίου που της αποδόθηκε, είτε τέλος, σε απλή αμφισβήτηση ή άρνηση της ύπαρξης της απαίτησης του καταταγέντος δανειστή ή του προνομίου της, οπότε ο τελευταίος βαρύνεται με την επίκληση των, παραγωγικών της απαίτησης και του μεγέθους αυτής ή του προνομίου της, πραγματικών γεγονότων και φέρει το βάρος απόδειξής τους (ΑΠ 1013/2013, ΑΠ 650/2011, ΑΠ 1311/2009).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1012 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε περίπτωση πλειστηριασμού πλοίου, η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα της κατάταξης γίνεται κατά πρώτο λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΙΝΔ. Το άρθρο 9 του τελευταίου Κώδικα, που απηχεί κανόνα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, το δίκαιο της πολιτείας, τη σημαία της οποίας φέρει το πλοίο, ρυθμίζει και τα επ' αυτού εμπράγματα δικαιώματα.
Το δίκαιο της σημαίας του πλοίου ρυθμίζει τη γένεση, έκταση, διάρκεια και απόσβεση των ναυτικών προνομίων. Η σειρά, όμως, κατάταξης των εν λόγω προνομίων θα κριθεί κατά το δίκαιο του τόπου εκτέλεσης (Lex Fori), αφού η λόγω προνομίου προτίμηση στην κατάταξη, δεν αποτελεί στοιχείο της απαίτησης, αλλά αφορά στη σχέση των απαιτήσεων μεταξύ τους και κανονίζεται από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1762/1998, ΑΠ 466/1996, ΑΠ 70/1992).
Ο ΚΙΝΔ, με το άρθρο 205, καθιερώνει ειδική σειρά κατάταξης και προσδιορίζει κατ' αποκλειστικότητα και προτεραιότητα την κατάταξη των προβλεπόμενων ναυτικών προνομίων, ως εξομοιούμενων με ειδικό ενέχυρο και εχόντων εμπράγματο χαρακτήρα, και ορίζει, στην τελευταία παράγραφο του ίδιου άρθρου, ότι αυτά, ως αποκλειστικά, εκτοπίζουν κάθε άλλο προνόμιο του κοινού δικονομικού δικαίου και προηγούνται της ναυτικής υποθήκης, είτε της απλής ναυτικής υποθήκης των άρθρων 195 επ.
αυτού, είτε, κατ' επέκταση, και της προτιμώμενης ναυτικής υποθήκης του ν. 3899/1958. Προκειμένου, όμως, να προηγηθούν της ίδιας υποθήκης κατά την κατάταξη σε εκπλειστηρίασμα που αφορά πλοίο με σημαία αλλοδαπής πολιτείας, πρέπει κατά ρητή επιταγή της προαναφερομένης διάταξης του άρθρου 9, να έχουν τον ίδιο προνομιακό χαρακτήρα και κατά το δίκαιο της πολιτείας, τη σημαία της οποίας φέρει το πλοίο.
Συνεπώς, αν κατασχεθεί και εκπλειστηριασθεί στην Ελλάδα αλλοδαπό πλοίο, δεν προηγείται της ναυτικής υποθήκης, οποιοδήποτε προνόμιο επί του πλοίου αναγνωρίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο της σημαίας του πλοίου, παρά μόνο εκείνα που όμοια τους, κατά τη φύση και το χαρακτήρα, προβλέπει το άρθρο 205 του ΚΙΝΔ, στο οποίο παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 1012 παρ. 4 ΚΠολΔ (ΑΠ 295/2002, ΑΠ 284/1999).
Οπότε, στην περίπτωση αυτή, εφόσον οι απαιτήσεις είναι προνομιακές κατά το άρθρο 205 του ΚΙΝΔ και κατά το δίκαιο της χώρας της σημαίας του πλοίου, κατατάσσονται, ως προνομιακές, σύμφωνα με το άρθρο 205 του ΚΙΝΔ, πριν από την υποθήκη, ανεξάρτητα από τη σειρά κατάταξής τους κατά το δίκαιο της εν λόγω χώρας (ΑΠ 755/2012, ΑΠ 710/1992).
Οι νόμοι που ρυθμίζουν τη συνδρομή των δανειστών στη διαδικασία της κατάταξης, δεν αφορούν κυρίως τα ίδια τα δικαιώματα, αλλά κανονίζουν τον τρόπο της ενάσκησής τους επί της ομάδας περιουσίας που υπάρχει σε ορισμένο χρόνο. Έτσι, και τα καθιερούμενα από τους νόμους αυτούς προνόμια, κρίνονται, όχι σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο της γένεσης του δικαιώματος ή της έναρξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά σύμφωνα με αυτόν που ισχύει κατά τον χρόνο της κατάταξης, αφού η λόγω του προνομίου προτίμηση δεν αποτελεί στοιχείο της απαίτησης, αλλά αφορά τη σχέση των απαιτήσεων μεταξύ τους ως εκ της συνδρομής περισσότερων δανειστών (ΟλΑΠ 21/1994, ΑΠ 1404/2007, ΑΠ 681/2004).
Ούτε, ασφαλώς, επηρεάζει την κατάταξη η μεταγενέστερη της σύνταξης του πίνακα κατάταξης, αφαίρεση του προνομιακού χαρακτήρα από κάποια απαίτηση ή η παροχή τέτοιου χαρακτήρα σε άλλη απαίτηση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 205 ΚΙΝΔ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο κατάρτισης του επίδικου πίνακα κατάταξης (03-01-2008), ήτοι πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 214 του ν. 4072/2012, "είναι προνομιούχοι επί του πλοίου και του ναύλου κατά την κατωτέρω τάξη μόνον οι ακόλουθοι απαιτήσεις:
α) τα δικαστικά έξοδα τα γενόμενα προς το κοινό συμφέρον των δανειστών, τα βαρύνοντα το πλοίο τέλη και δικαιώματα, οι συναφείς προς τη ναυσιπλοΐα φόροι, ως και τα από τον κατάπλου του πλοίου στον τελευταίο λιμένα έξοδα φυλάξεως και συντηρήσεως, β) οι εκ της συμβάσεως εργασίας πηγάζουσες απαιτήσεις του πλοιάρχου και του πληρώματος, ως και τα εκ της ναυτολογήσεως αυτών δικαιώματα του ΝΑΤ, κλπ, γ) τα έξοδα και οι αμοιβές λόγω επιθαλάσσιας αρωγής διασώσεως και ναυαγιαιρέσεως, δ) οι λόγω συγκρούσεως ή προσκρούσεως πλοίων οφειλόμενες αποζημιώσεις στα πλοία, τους επιβάτες και τα φορτία.
Τα προνόμια προηγούνται της υποθήκης". Σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή, απολαμβάνουν προνομίου και κατατάσσονται στην τρίτη τάξη, οι απαιτήσεις από έξοδα και αμοιβές λόγω επιθαλάσσιας αρωγής.
Κατά το άρθρο 2 της Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου του 1989, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2391/1996 και τέθηκε σε ισχύ στην Ελλάδα από τις 3-6-1997 "η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται οποτεδήποτε δικαστικές ή διαιτητικές διαδικασίες που αφορούν σε θέματα που ρυθμίζονται από αυτή τη Σύμβαση εισάγονται σε ένα κράτος-μέλος". Από την πιο πάνω διάταξη, προκύπτει σαφώς ότι, η πιο πάνω Διεθνής Σύμβαση διέπει τις σχετικές με την επιθαλάσσια αρωγή υποθέσεις, που εισάγονται στα ελληνικά δικαστήρια, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια του αρωγού ή του βοηθούμενου πλοίου και χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο αλλοδαπότητας της διαφοράς. Εφόσον δε, η Ελλάδα δεν διατύπωσε καμία επιφύλαξη από αυτές που προβλέπει το άρθρο 30 της Σύμβασης, οι διατάξεις αυτής διέπουν και τις εσωτερικές θαλάσσιες αρωγές, δηλαδή αυτές που παρέχονται σε εσωτερικά ύδατα, ακόμα και από πλοία εσωτερικής ναυσιπλοΐας. Με τον όρο δε, επιθαλάσσια αρωγή, που παρέχει δικαίωμα εύλογης αμοιβής, νοείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 12 και 13 της Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου (που προσομοιάζουν στα άρθρα 246 και 247 του ΚΙΝΔ), κάθε πράξη βοήθειας ή διάσωσης πλοίου που βρίσκεται σε κίνδυνο, εφόσον η πράξη αυτή (βοήθειας ή διάσωσης) έχει ωφέλιμο αποτέλεσμα, ανεξάρτητα αν παρέχεται σε ανοικτή θάλασσα, σε όρμο ή λιμάνι.
Συνεπώς, απαραίτητη προϋπόθεση για να θεμελιωθεί δικαίωμα αμοιβής είναι η ύπαρξη πραγματικού κινδύνου απώλειας ή βλάβης του βοηθούμενου πλοίου. Ο κίνδυνος αυτός πρέπει να είναι πραγματικός, έστω και μη άμεσος, αλλά αναμενόμενος με πιθανότητα, που να υπάρχει προτού να παρασχεθούν οι σωστικές ενέργειες.
Επίσης, ο κίνδυνος πρέπει να είναι σοβαρός, η ύπαρξη δε και ο βαθμός αυτού πρέπει να εκτιμηθούν με τη συνολική εξέταση των περιστάσεων που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Για να θεμελιωθεί δικαίωμα αμοιβής για την επιθαλάσσια αρωγή, πρέπει η πράξη αρωγής να είχε ωφέλιμο αποτέλεσμα. Νοείται δε, ως ωφέλιμο αποτέλεσμα η διατήρηση του πράγματος με την αντιμετώπιση του κινδύνου απώλειας ή βλάβης, με την οποία αυτό απειλείται, είτε ολικώς, είτε κατά ένα μέρος (ΑΠ 1293/2018).
Κατά τις ίδιες ως άνω διατάξεις του άρθρου 205 του ΚΙΝΔ, στην πρώτη τάξη κατάταξης, υπάγονται ως προνομιούχες, εκτός των άλλων, και οι, επί του πλοίου και του ναύλου, απαιτήσεις, για έξοδα φύλαξης και συντήρησης του πλοίου, εφόσον αυτά έγιναν μετά τον κατάπλου του πλοίου στον τελευταίο λιμένα. Έξοδα φύλαξης, όπως και έξοδα συντήρησης, είναι όσα δαπανώνται για να διατηρηθεί σε καλή κατάσταση το πλοίο για την εκπλήρωση του προορισμού του, ως οικονομικής μονάδας, αλλά και για να αποφευχθεί η μείωση της αξίας του.
Προνομιούχος δε, θεωρείται κάθε δαπάνη που έγινε για τον ανωτέρω σκοπό, από του κατάπλου του πλοίου στον "τελευταίο λιμένα", ως τέτοιου νοουμένου του λιμένα στον οποίο κατέπλευσε το πλοίο και από τον οποίο παρεμποδίστηκε να αποπλεύσει, και παρακωλύθηκε η ναυσιπλοΐα του, λόγω της κατάσχεσης του, χωρίς να είναι απαραίτητο οι δαπάνες αυτές να έχουν γίνει μετά την κατάσχεση (ΑΠ 295/2002, ΑΠ 52/1995, ΑΠ 284/1989).
Ειδικότερα, έξοδα φύλαξης, αναγνωριζόμενα ως προνομιούχα στην πρώτη τάξη, νοούνται τα έξοδα "επιστασίας και αναγκαίας μερίμνης", προς το σκοπό διασφάλισης του πλοίου με τα συστατικά και παραρτήματά του στην υλική κατάσταση που κατασχέθηκε. Στα έξοδα φύλαξης περιλαμβάνονται όχι μόνο οι δαπάνες, αλλά και η αμοιβή των αναγκαίων προς τούτο υπηρεσιών και φροντίδων, που καταβάλλεται για τη φύλαξη του πλοίου σε φύλακα οριζόμενο από τον πλοιοκτήτη.
Δεν απολαμβάνουν, όμως, του εν λόγω προνομίου, όλα τα έξοδα φύλαξης, αλλά μόνο εκείνα που έγιναν σε πλοίο ακινητοποιημένο ενόψει του πλειστηριασμού. Αποκλείεται, δηλαδή, κάθε δαπάνη που δεν συμβιβάζεται με τη δικαιολογητική αιτία της καθιέρωσης του προνομίου, η οποία αναφέρεται σε πλοίο που τελεί σε σταθερή παραμονή προς το σκοπό της εκποίησης.
Εξάλλου το προνόμιο αυτό έχει ως έρεισμα λόγους επιείκειας. Η φύλαξη του πλοίου στο τελευταίο λιμάνι δεν προστατεύει μόνο τα συμφέροντα του πλοιοκτήτη, αλλά ωφελεί αμέσως και το σύνολο των δανειστών, διότι, χωρίς το προνόμιο αυτό, ο οφειλέτης διακινδυνεύει να μη βρει φύλακες πρόθυμους να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και έτσι το πλοίο να παραμένει χωρίς προστασία ενόψει του πλειστηριασμού, προς βλάβη των δανειστών.
Στην περίπτωση κατά την οποία το πλοίο που κατασχέθηκε βρισκόταν επί μεγάλο χρονικό διάστημα παροπλισμένο στο ίδιο λιμάνι στο οποίο και πλειστηριάστηκε, το λιμάνι αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ο "τελευταίος λιμένας μετά τον κατάπλου", έτσι ώστε κάθε δαπάνη φύλαξης και συντήρησης που έγινε κατά το διάστημα αυτό να καλύπτεται από το πιο πάνω προνόμιο.
Τούτο δε, διότι, δεν πρόκειται για λιμάνι στο οποίο το πλοίο ακινητοποιήθηκε και παρακωλύθηκε να αποπλεύσει συνεπεία της κατάσχεσης, αλλά η ακινητοποίησή του αυτή ήταν άσχετη με την κατάσχεση, αφού το πλοίο είχε καταπλεύσει με τον αποκλειστικό σκοπό να ακινητοποιηθεί και να παροπλισθεί επί μακρό χρόνο.
Περαιτέρω, η Δημοκρατία του Παναμά δεν έχει προσχωρήσει στις Διεθνείς Συμβάσεις των Βρυξελλών της 10-04-1926 και της 27-05-1967 "περί ενοποιήσεως κανόνων τινών αφορώντων στα ναυτικά προνόμια και τις υποθήκες" (International Convention for the Unification of Certain Rules relating to Maritime Liens and Mortgages of 1926 and 1967). Ωστόσο, αρκετές διατάξεις των εν λόγω διεθνών συμβάσεων έχουν περιληφθεί στο εθνικό της δίκαιο.
Το συγκεκριμένο ζήτημα των ναυτικών προνομίων, αντιμετωπίζεται στο άρθρο 1507 του Εμπορικού Κώδικα, καθώς και στο, όμοιου περιεχόμενου, άρθρο 244 του Νόμου 55 του 2008, του Παναμά. Σύμφωνα με το άρθρο 1507 του Εμπορικού Κώδικα της πολιτείας του Παναμά, οι εξής απαιτήσεις είναι προνομιούχες και κατατάσσονται με την ακόλουθη σειρά σε περίπτωση αναγκαστικού πλειστηριασμού πλοίου: 1) Τα δικαστικά έξοδα, τα οποία έγιναν προς το κοινό συμφέρον των ναυτικών πιστωτών, 2) οι δαπάνες αποζημιώσεως και οι μισθοί για την επιθαλάσσια αρωγή και τη διάσωση, οι οποίες οφείλονται για το τελευταίο ταξίδι, 3) οι μισθοί, οι αμοιβές και οι αποζημιώσεις, οι οποίες οφείλονται στον πλοίαρχο και στα μέλη του πληρώματος για το τελευταίο ταξίδι, 4) οι οφειλόμενοι στους στοιβαδόρους και στους εργάτες της προκυμαίας μισθοί και αμοιβές, οι οποίοι έχουν συμφωνηθεί αμέσως από τον πλοιοκτήτη, τον εφοπλιστή ή τον πλοίαρχο κατά τη φόρτωση ή εκφόρτωση του πλοίου κατά τον τελευταίο κατάπλου, 5) οι οφειλόμενες αποζημιώσεις για τις ζημίες προκληθείσες από υπαιτιότητα ή από αμέλεια, 6) τα οφειλόμενα ποσά λόγω συνεισφοράς σε κοινές αβαρίες, 7) η ναυτική υποθήκη, 8) τα οφειλόμενα ποσά λόγω υποχρεώσεων συναφθεισών για τις ανάγκες ή τον ανεφοδιασμό του πλοίου, 9) το ληφθέν ναυτοδάνειο επί του κύτους του πλοίου και των εξαρτημάτων του δια τα εφόδια του εξοπλισμού και την προετοιμασία, εάν η σύμβαση καταρτίστηκε και υπογράφτηκε πριν τον απόπλου του πλοίου από το λιμένα στον οποίο οι υποχρεώσεις αυτές έχουν συναφθεί, ως και ασφαλιστικές εισφορές για τους τελευταίους έξι μήνες, 10) οι μισθοί των πιλότων, των φυλάκων και οι δαπάνες συντήρησης και φύλαξης του πλοίου, των εξαρτημάτων και των εφοδίων του μετά το τελευταίο ταξίδι και την είσοδο στο λιμένα, 11) οι οφειλόμενες αποζημιώσεις στους φορτωτές και τους επιβάτες για πλημμελή παράδοση των φορτωθέντων ή ζημία αυτών, οφειλόμενη στον πλοίαρχο ή το πλήρωμα κατά το τελευταίο ταξίδι και 12) το τίμημα της τελευταίας αγοράς του πλοίου και των οφειλομένων τόκων των τελευταίων δύο ετών.
Σύμφωνα με τις άνω διατάξεις των περιπτώσεων 1, 2 και 10 του άρθρου 1507 του Εμπορικού Κώδικα, (ταυτόσημες με τις οποίες είναι κατά το περιεχόμενο και εκείνες του άρθρου 244 αρ. 1, 2 και 11, αντίστοιχα, του Νόμου 55 του 2008 του Παναμά), προνομιούχες επί του πλοίου και του ναύλου είναι, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις α) για τα δικαστικά έξοδα, τα οποία έγιναν προς το κοινό συμφέρον των ναυτικών πιστωτών, β) για τις δαπάνες αποζημίωσης και τους μισθούς για την επιθαλάσσια αρωγή και τη διάσωση, οι οποίες οφείλονται για το τελευταίο ταξίδι και γ) για τα έξοδα φύλαξης και συντήρησης του πλοίου, εφόσον πραγματοποιήθηκαν μετά το τελευταίο ταξίδι και την είσοδό του στον λιμάνι, δηλαδή σε εκείνο στο οποίο κατέπλευσε το πλοίο και από το οποίο παρεμποδίστηκε να αποπλεύσει λόγω της κατάσχεσής του, χωρίς να είναι απαραίτητο οι δαπάνες αυτές να έχουν γίνει μετά την κατάσχεση.
Ως "τελευταίο ταξίδι", που αποτελεί προϋπόθεση θεμελίωσης του προνομίου των απαιτήσεων για την απαίτηση από επιθαλάσσια αρωγή, νοείται η πραγματοποίηση του πλου του πλοίου από τον απόπλου του από κάποιο λιμάνι μέχρι τον κατάπλου αυτού, και την είσοδο στο λιμάνι του τελικού προορισμού για το οποίο απέπλευσε.
Δεν περιλαμβάνεται στην έννοια του "τελευταίου ταξιδιού" και το χρονικό διάστημα που παραμένει ακινητοποιημένο ή παροπλισμένο το πλοίο στο τελευταίο αυτό λιμάνι, μέχρι τον απόπλου του για ναυσιπλοΐα και πραγματοποίηση νέας αποστολής, ούτε, ασφαλώς, το χρονικό διάστημα που παραμένει υπό φυσική δέσμευση ή μετά την κατάσχεσή του, μέχρι τον πλειστηριασμό.
Τούτο, εναργώς συνάγεται, πέρα από τη γραμματική ερμηνεία του όρου, και από τη διατύπωση του δέκατου προνομίου, που αναφέρεται στον προνομιακό χαρακτήρα των δαπανών φύλαξης και συντήρησης του πλοίου, στις οποίες προβλέπεται ότι περιλαμβάνονται όσες έγιναν "μετά το τελευταίο ταξίδι και την είσοδο στον λιμένα".
Έτσι, προσδιορίζεται η λήξη του τελευταίου ταξιδιού με την είσοδο του πλοίου στο λιμένα προορισμού και ταυτόχρονα η χρονική διάρκεια αυτού. Έξοδα φύλαξης, όπως και έξοδα συντήρησης θεωρούνται, κατά το παναμαϊκό δίκαιο, όσα δαπανώνται για να διατηρηθεί σε καλή κατάσταση το πλοίο για την εκπλήρωση του προορισμού του ως οικονομικής μονάδας, κατάλληλου για αυτοδύναμη κίνηση και ναυτιλιακή εκμετάλλευση, αλλά και για να αποφευχθεί η μείωση της αξίας του.
Ειδικότερα, ως έξοδα φύλαξης νοούνται τα έξοδα επιστασίας και αναγκαίας μέριμνας προς το σκοπό διασφάλισης του πλοίου με τα συστατικά και παραρτήματα του στην υλική κατάσταση στην οποία τελούσε κατά το χρόνο της κατασχέσεώς του. Ως έξοδα, δε, συντήρησης του πλοίου νοούνται, ειδικότερα όλα όσα δαπανήθηκαν για την αποκατάσταση των φθορών που προκλήθηκαν από την πάροδο του χρόνου και από τη λειτουργία του, ώστε να διατηρηθεί το πλοίο στο λιμένα και μέχρι τον πλειστηριασμό του σώο και αναλλοίωτο.
Το συγκεκριμένο προνόμιο αποβλέπει στην προστασία των συμφερόντων του πλοιοκτήτη, αλλά ενεργεί και επ' ωφελεία του συνόλου των δανειστών. Σύμφωνα με το δίκαιο της Δημοκρατίας του Παναμά, δεν απολαμβάνουν το εν λόγω προνόμιο όλα ανεξαιρέτως τα έξοδα φύλαξης και συντήρησης του πλοίου, αλλά μόνο εκείνα που έγιναν σε πλοίο ακινητοποιημένο προς το σκοπό διατήρησής του μετά την ακινησία του και ενόψει της εκπλειστηρίασης αυτού.
Έτσι, δεν εξασφαλίζονται με προνόμιο οι κάθε φύσεως δαπάνες εκμετάλλευσης του πλοίου σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και οι κάθε φύσεως δαπάνες για την επισκευή του πλοίου που αποβλέπουν στη βελτίωση ή τη μεταβολή της κατάστασής του και στην επαύξηση και όχι στη διατήρηση της αξίας του. Είναι προφανές ότι, στην έννοια του όρου συντήρηση, που περιλαμβάνει, όπως προαναφέρθηκε, τις αναγκαίες δαπάνες για τη διατήρηση του πλοίου με σκοπό τη ναυτιλιακή του εκμετάλλευση, είναι και εκείνες που συντέλεσαν ή επέδρασαν στην αποτροπή απώλειας ή καταστροφής του πλοίου, ώστε να διατηρηθεί αυτό σώο και αναλλοίωτο, στην κατάσταση που ήταν, στο λιμάνι μέχρι τον πλειστηριασμό (ΑΠ 681/2004).
Κατά το παναμαϊκό δίκαιο, ως "δικαστική επιμέλεια" πλοίου (custody of law, custodia legis) νοείται το καθεστώς στο οποίο τελεί πλοίο που βρίσκεται σε αναμονή υπό φυσική δέσμευση, επειδή του απαγορεύθηκε ο απόπλους. Στην περίπτωση αυτή, οι απαιτήσεις για φύλαξη και συντήρηση του πλοίου δεν εξοπλίζονται με προνόμιο αυτοτελώς ως εντασσόμενες στην περίπτωση 10 του άρθρου 1507 του Εμπορικού Κώδικα ή στην περίπτωση 11 του άρθρου 244 του άνω Νόμου 55 του 2008, αλλά τα ποσά που δαπανήθηκαν για τη συντήρηση και τη φύλαξη του πλοίου μετά την ως άνω φυσική δέσμευσή του, θεωρούνται έξοδα διενεργηθέντα διαρκούσης της δικαστικής επιμέλειας αυτού και χαρακτηρίζονται ως δικαστικά έξοδα, υπαγόμενα στην περίπτωση 1 των άνω άρθρων, τα οποία κατατάσσονται προνομιακώς μόνο όμως υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω έξοδα υπό το καθεστώς της "custodia legis":
α) έχουν διαταχθεί (i) από το λιμενάρχη (Court Marshal) ή (ii) από το Δικαστήριο του πλειστηριασμού "Maritime Court) ή β) έχουν προκαταβληθεί από τον αιτηθέντα τη συντηρητική κατάσχεση ή την δικαστική απαγόρευση του απόπλου του πλοίου στο Λιμενάρχη, για τις συγκεκριμένες αιτίες. Σε περίπτωση μη συνδρομής μίας εκ των άνω περιοριστικά αναφερομένων στο νόμο προϋποθέσεων, οι συγκεκριμένες δαπάνες δεν διαθέτουν ναυτικό προνόμιο και κατατάσσονται μετά τις απαιτήσεις των ενυπόθηκων δανειστών.
Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, υπό δικαστική επιμέλεια τελεί το πλοίο και κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την κατάσχεσή του μέχρι τον πλειστηριασμό του, οπότε, για να έχουν προνομιακό χαρακτήρα οι δαπάνες συντήρησης που πραγματοποιούνται κατ' αυτό, θα πρέπει να συντρέχει κάποια από τις ως άνω προϋποθέσεις.
Διαφορετική είναι η περίπτωση κατά την οποία το πλοίο που κατασχέθηκε βρισκόταν επί μεγάλο χρονικό διάστημα παροπλισμένο στο ίδιο λιμάνι στο οποίο και εκπλειστηριάστηκε. Σύμφωνα με το παναμαϊκό δίκαιο, το λιμάνι αυτό δεν θεωρείται ως ο "τελευταίος λιμένας μετά τον κατάπλου" (last voyage and entry into port), με την έννοια των διατάξεων των άνω άρθρων (1507 αρ. 10 και 244 περ. 11), γιατί στην περίπτωση παροπλισμού πλοίου η ακινητοποίηση αυτού και η παρακώλυση απόπλου του δεν σχετίζεται με την επιβληθείσα κατάσχεση και τον επισπευδόμενο πλειστηριασμό.
Κατά συνέπεια, οι δαπάνες φύλαξης και συντήρησής του, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατά το διάστημα αυτό, δεν καλύπτονται από το προνόμιο των διατάξεων αυτών, γιατί συντελούνται σε χρόνο και για λόγο μη συνδεόμενο με την κατάσχεση. Για την ίδια αιτία οι συγκεκριμένες δαπάνες δεν θεωρούνται δικαστικά έξοδα, εντασσόμενα στην με αρ. 1 περίπτωση του ίδιων άρθρων και δεν απολαμβάνουν ούτε του προνομίου της περίπτωσης αυτής (ΑΠ 1421/2019, ΑΠ 533/2017, ΑΠ 295/2002, ΑΠ 52/1995).
Τέλος, κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Επομένως οι αποφάσεις αυτές είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, αλλά η δέσμευση αυτή περιορίζεται μόνο στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναίρεσης. Κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση σχετικά με νομικό ζήτημα που ανάγεται στο ουσιαστικό ή δικονομικό δίκαιο και κρίθηκε με την απόφαση αυτή, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
[Β] Στην προκείμενη περίπτωση, από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την οριστική απόφαση αυτού πρακτικά συνεδριάσεως και τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν με επίκληση, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με επίσπευση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", πλειστηριάσθηκε αναγκαστικά, στις 25-07-2007, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Ζ. Σ., με την …/25.7.2007 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της ίδιας συμβολαιογράφου, το επιβατηγό-οχηματαγωγό πλοίο με το όνομα "… III", με σημαία Παναμά, νηολογίου Παναμά ... και με Διεθνές Διακριτικό Σήμα .... Το πλοίο είχε κατασχεθεί, ενώ ήταν αγκυροβολημένο στη θέση ... του Λιμένα …, με την …/23-9-2005 κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Θεοδοσίου Σακκιώτη. Τούτο ανήκε κατά απόλυτο δικαίωμα πλοιοκτησίας στην εταιρεία με την επωνυμία "… INTERNATIONAL SHIPPING LIMITED", οφειλέτιδα της επισπεύδουσας τον πλειστηριασμό ως άνω τραπεζικής εταιρείας.
Το πλοίο είχε κατασκευαστεί το έτος 1973 στη Γιουγκοσλαβία και το έτος 1982 επιμηκύνθηκε κατά 31,85 μέτρα στο Άμστερνταμ της Ολλανδίας, ήταν Κόρων Ολικής Χωρητικότητας (ΚΟΧ) 13.638 και Κόρων Καθαρής Χωρητικότητας (ΚΚΧ) 7.578, είχε ολικό μήκος 156,08 μ., πλάτος 20 μ. και βάθος 11,80 μ.. Στο διενεργηθέντα πλειστηριασμό κατακυρώθηκε στον Σ.
Α. του Α. αντί πλειστηριάσματος 1.666.000 ευρώ. Στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, ως άνω συμβολαιογράφο, ανήγγειλαν απαιτήσεις, ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ Πειραιώς, ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου, η επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό τραπεζική εταιρεία, ο Ι. Χ., Χ. Μ., το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο Ν.Π.Δ.Δ. (Ν.Α.Τ.), η εταιρεία με την επωνυμία "DET NORSKE VERITAS AS", ο Χ.
Ο., η εταιρεία με την επωνυμία "… ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", ο Κ. Π., η εταιρεία με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", καθώς και οι ναυτικές εταιρείες με τις επωνυμίες "ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...", "... ΡΥΜΟΥΛΚΑ - ΝΑΥΑΓΟΣΩΣΤΙΚΑ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", "... ΝΑΥΑΓΟΣΩΣΤΙΚΑ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "... ΡΥΜΟΥΛΚΑ-ΝΑΥΑΓΟΣΩΣΤΙΚΑ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Η άνω συμβολαιογράφος, αφού έλαβε υπόψη τις αναγγελθείσες απαιτήσεις, και τα κατατεθέντα έγγραφα, επειδή η διανομή του εκπλειστηριάσματος αφορούσε πλοίο με Παναμαϊκή σημαία, πραγματοποίησε την κατάταξη των αναγγελθέντων δανειστών εφαρμόζοντας το δίκαιο της σημαίας του πλοίου ως προς τη γένεση, την ύπαρξη, την έκταση και τη διάρκεια των ναυτικών προνομίων, και το ελληνικό δίκαιο, ως προς τον τρόπο, την τάξη και σειρά της κατάταξης των με ναυτικά προνόμια εξασφαλισμένων απαιτήσεων και συνέταξε τον … /3-1-2008 πίνακα κατάταξης δανειστών.
Κατά το περιεχόμενο του πίνακα αυτού, μετά την αφαίρεση των εξόδων προδικασίας και διαδικασίας του πλειστηριασμού, ύψους 17.000 ευρώ, κατέταξε οριστικά την επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" (Α) για το ποσό των 393.309 ευρώ για έξοδα φύλαξης και συντήρησης του εκπλειστηριασθέντος πλοίου και (Β) για το ποσό των 1.237.254 ευρώ για απαίτησή της εκ της χορηγήσεως δανείων και πιστώσεων στην πλοιοκτήτρια εταιρεία και το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (ΝΑΤ) για το συνολικό ποσό των 18.436 ευρώ.
Με την κατάταξη των ανωτέρω, εξαντλήθηκε το πλειστηρίασμα που είχε επιτευχθεί.
Κατά τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης, η υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν εξέτασε τις αναγγελθείσες απαιτήσεις των εκκαλουσών ως άνω ναυτικών εταιρειών, εκτιμώντας ότι αυτές ασκήθηκαν εκπρόθεσμα. Ειδικότερα, έκρινε ότι η κοινοποίηση της αναγγελίας των απαιτήσεών τους, στις 6 Σεπτεμβρίου 2007, πραγματοποιήθηκε μετά την πάροδο των 15 ημερών από την επομένη του πλειστηριασμού (25-07-2007) ημέρα, καθόσον, κατά την κρίση της, η πιο πάνω προθεσμία δεν αναστέλλεται κατά τη διάρκεια του μηνός Αυγούστου, ελλείψει σχετικής ρητής διάταξης. Από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως αναγγελίες των εκκαλουσών προκύπτει ότι οι ναυτικές εταιρείες με τις επωνυμίες "... ΝΑΥΑΓΟΣΩΣΤΙΚΑ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", "... ΡΥΜΟΥΛΚΑ- ΝΑΥΑΓΟΣΩΣΤΙΚΑ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", "ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...", "... ΡΥΜΟΥΛΚΑ - ΝΑΥΑΓΟΣΩΣΤΙΚΑ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "... ΝΑΥΑΓΟΣΩΣΤΙΚΑ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", επέδωσαν στην άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, στην επισπεύδουσα την εκτέλεση εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία και στην οφειλέτιδα-καθ' ης η εκτέλεση εταιρεία, τις από 06-09-2007, σχετικές με τις απαιτήσεις τους, αναγγελίες, στις 06-09-2007 (βλ. τις …, … και …/6-9-2007 για την αγγελία των δύο πρώτων των άνω ναυτικών εταιρειών και …, … και …/6-9-2007, για την αναγγελία των λοιπών τριών ναυτικών εταιρειών, εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Δημητρίου Ραπατζίκου).
Συνεπώς, ενόψει του ότι ο πλειστηριασμός του εν λόγω πλοίου πραγματοποιήθηκε στις 25-07-2007 και το ότι, κατά το χρονικό διάστημα από την 1η έως την 31η Αυγούστου, αναστέλλεται, κατά το άρθρο 147 παρ. 2 ΚΠολΔ, η, κατά το άρθρο 972 παρ. 1 ΚΠολΔ, προθεσμία των δεκαπέντε ημερών από τον πλειστηριασμό για την επίδοση της αναγγελίας και στην περίπτωση του πλειστηριασμού πλοίων, οι αναγγελίες αυτές, επιδόθηκαν, στα οριζόμενα, από την τελευταία διάταξη, πρόσωπα, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από τον πλειστηριασμό, όπως από το εν χρήσει ημερολόγιο προκύπτει.
Επομένως, δεν είναι εκπρόθεσμες και οι αναγγελθείσες εταιρείες δεν εξέπεσαν του δικαιώματός τους, όπως εσφαλμένα, έκρινε, δικάζοντας επί των ασκηθεισών από αυτές ανακοπών, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 4242/2009 απόφασή του. Επί του νομικού ζητήματος αυτού, ήτοι της αναστολής της προθεσμίας επίδοσης της αναγγελίας κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, έκρινε, μετά την άσκηση αίτησης αναίρεσης από τις άνω ναυτικές εταιρείες, κατά της, όμοια με την πρωτόδικη απόφαση, αποφανθείσας 705/2010 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πειραιά, που απέρριψε την έφεσή τους, ο Άρειος Πάγος, με την 1737/2014 απόφασή του, η οποία ως προς τη λύση του ζητήματος αυτού, είναι δεσμευτική, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, και για το παρόν Δικαστήριο, το οποίο επιλαμβάνεται της υποθέσεως, ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης που εκδόθηκε από το Δικαστήριο της παραπομπής.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι οι ανωτέρω αναγγελίες των εκκαλουσών εταιρειών ασκήθηκαν εκπρόθεσμα και απέρριψε τις ανακοπές των τελευταίων ως απαράδεκτες ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης των ανακοπτουσών εταιρειών, έσφαλε στην εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης ως βάσιμου, να γίνει αυτή δεκτή και κατ' ουσία και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση.
Ακολούθως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω η βασιμότητα των λόγων των δύο ανακοπών που συνεκδικάστηκαν.
Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύονται, ως προς τις αναγγελθείσες απαιτήσεις των ανακοπτουσών εταιρειών, τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Α) Ως προς την ανακοπή των ναυτικών εταιρειών "ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...", "... ΡΥΜΟΥΛΚΑ - ΝΑΥΑΓΟΣΩΣΤΙΚΑ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "... ΝΑΥΑΓΟΣΩΣΤΙΚΑ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με αριθ. καταθ. 642/2008:
Τις απογευματινές ώρες της 22-01-2004, ενώ το ανωτέρω πλοίο με το όνομα "… III" ήταν πρυμνοδετημένο από την πρύμνη του με κάβους στις δέστρες του προβλήτα και από την πλώρη του είχε ποντισμένες τις δύο άγκυρες, στο Νέο Μώλο Δραπετσώνας, λόγω των ισχυρών ανέμων που επικρατούσαν (6-7 της ανεμομετρικής κλίμακας μποφώρ), με ριπές κατά διαστήματα θυελώδεις μέχρι πολύ θυελώδεις (8-9 μποφώρ), "ξέσυραν" οι άγκυρές του, έσπασαν οι λεντίες του και μερικοί από τους κάβους με τους οποίους ήταν προσδεδεμένο, ενώ άλλοι από τους κάβους είχαν λασκάρει και παρασύρθηκε.
Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, είχε διπλαρωθεί, παρέκλεινε προς τα δεξιά και η δεξιά πλωραία πλευρά του (δεξιά μάσκα της πλώρης του) προσέκρουε στην αριστερή πλωραία πλευρά του πρυμνοδετημένου, δεξιά αυτού, πλοίου με το όνομα "Ε…ΑΦ…", ενώ η πρύμνη του χτυπούσε στην προβλήτα, με κίνδυνο αφενός να προκαλέσει ζημίες στο άλλο πλοίο, αφετέρου να υποστεί το ίδιο ζημίες, να χτυπήσει την προπέλα, τον άξονα αυτής και το τιμόνι του, να υποστεί ρήγματα και λόγω εισροής από αυτά υδάτων να βυθιστεί και να απωλεσθεί ολικά.
Γι' αυτό ο πλοίαρχος του πλοίου "… III" ζήτησε από το Γραφείο Κινήσεως και Επιχειρήσεων των άνω ναυτικών εταιρειών την άμεση βοήθεια ρυμουλκών. Για τη βοήθεια του πλοίου που κινδύνευε προσέτρεξαν, αρχικά το ναυαγοσωστικό "… IV", αργότερα το ναυαγοσωστικό "..." και τέλος το ναυαγοσωστικό "...", τα οποία, ύστερα από συντονισμένες προσπάθειες, πέτυχαν να συγκρατήσουν αυτό και στη συνέχεια να το επαναγκυροβολήσουν με επαναπρόσδεση τούτου από την πρύμνη με νέους κάβους και λεντίες και τον ασφαλή ποντισμό των αγκυρών του σε ενδεδειγμένα σημεία.
Οι ναυτικές εταιρείες στις οποίες ανήκουν τα άνω ναυαγοσωστικά, επειδή δεν συμφώνησαν με την πλοιοκτήτρια του πλοίου στην αμοιβή που δικαιούνταν για τις υπηρεσίες τους, άσκησαν κατ' αυτής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, την από 12-12-2005 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η 1144/2008 απόφαση, που κατέστη τελεσίδικη.
Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο, αναγνωρίζοντας ότι συντρέχουν για τις ενάγουσες ναυτικές εταιρείες οι προϋποθέσεις γέννησης του δικαιώματος αμοιβής από επιθαλάσσια αρωγή, σύμφωνα με τα άρθρα 246, 247 και 250 του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου, δεχόμενο, ειδικότερα, ότι από τις εκτιθέμενες έγκαιρες και αποτελεσματικές σωστικές υπηρεσίες που προσέφεραν τα πληρώματα των ανωτέρω ρυμουλκών πλοίων τους, αποφεύχθηκε ο άμεσος και σπουδαίος κίνδυνος στον οποίο είχε περιέλθει το ένδικο πλοίο της εναγομένης εταιρείας, και λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που καθορίζονται στα άρθρα 248 και 254 του ίδιου Κώδικα, προσδιόρισε την εύλογη αμοιβή που δικαιούνται οι ενάγουσες και στην παρούσα δίκη ανακόπτουσες ναυτικές εταιρείες, για τις υπηρεσίες επιθαλάσσιας αρωγής που προσέφεραν, σε 70.000 ευρώ για καθένα από τα ρυμουλκά "… IV" και "..." και σε 10.000 ευρώ για το ρυμουλκό "...".
Οι ως άνω ανακόπτουσες ναυτικές εταιρείες, την, κατά της καθ' ης η εκτέλεση, αναγγελθείσα απαίτησή τους, στηρίζουν, κυρίως, στις προαναφερόμενες διατάξεις περί αμοιβής από επιθαλάσσια αρωγή, τον προνομιακό, δε, χαρακτήρα αυτής, και έναντι της, με υποθήκη ασφαλιζόμενης, απαίτησης της εφεσίβλητης τράπεζας, στηρίζουν στις διατάξεις των άρθρων 205 παρ. 1 περ.
γ' του ΚΙΝΔ και 1507 παρ. 2 του Εμπορικού Κώδικα του Παναμά. Όμως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, για να ενταχθεί η απαίτηση της αμοιβής για την παροχή υπηρεσιών επιθαλάσσιας αρωγής στις προνομιούχες απαιτήσεις και να προηγείται των υποθηκών, απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η παροχή τους κατά "το τελευταίο ταξίδι" του πλοίου που βοηθήθηκε.
Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, το ταξίδι του πλοίου αρχίζει με τον απόπλου από το λιμάνι και τελειώνει με την είσοδό του στο λιμάνι προορισμού. Δεν διαρκεί και κατά το χρονικό διάστημα που παραμένει αγκυροβολημένο στο λιμάνι, μέχρι το νέο απόπλου του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι ένδικες υπηρεσίες επιθαλάσσιας αρωγής, δεν παρασχέθηκαν στο πλοίο "… III" κατά τη διάρκεια του τελευταίου ταξιδιού αυτού, κατά την έννοια που αναπτύχθηκε, δεδομένου ότι τούτο ήταν ήδη πρυμνοδετημένο στο Νέο Μώλο Δραπετσώνας, όπου είχε καταπλεύσει και ακινητοποιηθεί πριν την παροχή της αρωγής.
Οι ανακόπτουσες επικαλούνται για τη θεμελίωση του προνομιακού χαρακτήρα της απαίτησης, την τροποποίηση του άρθρου 244 παρ. 2 του Ν. 55/2008, με το Ν. 27/2014, με τον οποίο απαλείφθηκε η φράση ότι απολαμβάνουν του προνομίου οι δαπάνες, η αποζημίωση και οι μισθοί για οποιαδήποτε αρωγή ή διάσωση, "όταν οφείλονται για το τελευταίο ταξίδι", η τροποποίηση, όμως, αυτή, δεν επηρεάζει την κατάταξη των δικών τους απαιτήσεων, για την οποία εφαρμόζεται, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο που έγινε η κατάταξη.
Ούτε, η απάλειψη της φράσης αυτής κατά την τροποποίηση της άνω διάταξης, οδηγεί σε κρίση ότι, ο όρος αυτός δεν είχε, πριν την τροποποίησή του, την έννοια που εκτέθηκε ανωτέρω.
Συνεπώς, δεν συντρέχει ουσιώδης προϋπόθεση για να προσδοθεί προνομιακός χαρακτήρας στην απαίτηση των ανακοπτουσών και ο δεύτερος σχετικός λόγος της ανακοπής τους, υπό την ως άνω θεμελίωσή του, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, οι ανακόπτουσες, επιχειρούν να στηρίξουν τον προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησής τους, στη διάταξη του άρθρου 1705 παρ. 10 του Εμπορικού Κώδικα του Παναμά, δηλαδή στο ότι πρόκειται για δαπάνες συντήρησης του πλοίου. Ο λόγος αυτός της ανακοπής, δεν είναι βάσιμος. Τούτο διότι, το χρόνο κατά τον οποίο φέρονται να παρασχέθηκαν οι υπηρεσίες των ανακοπτουσών ναυτικών εταιρειών με τα σκάφη τους, με τις οποίες αποτράπηκε η απώλεια ή η καταστροφή του ένδικου πλοίου ή η πρόκληση σ' αυτό σοβαρών ζημιών, το ένδικο πλοίο το οποίο έλαβε τη βοήθεια, ήταν ακινητοποιημένο στο λιμάνι αυτό στο οποίο είχε καταπλεύσει, για άλλους λόγους άσχετους με την κατάσχεσή του.
Κατά το χρόνο αυτό δεν είχε απαγορευθεί ο απόπλους του πλοίου για τέτοιο λόγο, ούτε είχε πραγματοποιηθεί η κατάσχεσή του, που, όπως προαναφέρθηκε, έγινε στις 23-09-2005 και συνεπώς, οι υπηρεσίες αυτές δεν συνδέονται αιτιωδώς με την κατάσχεση, η οποία επακολούθησε μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα (ενός έτους και εννέα μηνών) από το χρόνο που αυτές παρασχέθηκαν.
Έτσι, οι δαπάνες συντήρησης δεν έγιναν στο τελευταίο λιμάνι, κατά την έννοια που προεκτέθηκε, και δεν απολαμβάνουν του επικαλούμενου εκ του αρ. 10 του άρθρου 1507 προνομίου. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η απαίτηση των άνω ανακοπτουσών, δεν απολαμβάνει ναυτικού προνομίου, κατά τις επικαλούμενες με την ανακοπή διατάξεις, ώστε να προηγηθεί στην κατάταξη των απαιτήσεων της καθ' ης η ανακοπή, που είναι προνομιακή η πρώτη, υπαγόμενη στην περ.
α' του άρθρου 205 του ΚΙΝΔ και ασφαλισμένη με υποθήκη η δεύτερη. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της ως άνω ανακοπής είναι απορριπτέος.
Β) Αναφορικά με την ανακοπή των ναυτικών εταιρειών "... ΝΑΥΑΓΟΣΩΣΤΙΚΑ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", "... ΡΥΜΟΥΛΚΑ- ΝΑΥΑΓΟΣΩΣΤΙΚΑ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με αριθ. καταθ. 641/2008:
Το πλοίο με το όνομα "... III", πλοιοκτησίας της καθ' ης η εκτέλεση, ήταν παροπλισμένο τουλάχιστον από τον Ιανουάριο του έτους 2005 και αγκυροβολημένο στο Καραβοστάσι Ελευσίνας, συνεχώς, χωρίς να εκτελεί πλόες. Στις 29-04-2005 είχε λήξει και η ισχύς των πιστοποιητικών ναυσιπλοΐας αυτού. Στις 24-02-2006 και περί ώρα 13.30', ο πλοίαρχος του πλοίου "G.
P.", Ι. Φ., που ήταν πρυμνοδετημένο στη θέση ... της θαλάσσιας περιοχής Ελευσίνας, ενημέρωσε το Λιμεναρχείο Ελευσίνας, ότι το πλοίο "... III" "ξέσερνε", δηλαδή μετακινούνταν σέρνοντας και τις άγκυρές του, που, προφανώς, λόγω της λασπώδους κατάστασης του βυθού, δεν μπορούσαν να το συγκρατήσουν, παρασυρόμενο από τον πνέοντα ισχυρό άνεμο, μέτρου 6 της ανεμομετρικής κλίμακας μποφώρ και μάλιστα προς το μέρος του πλοίου του.
Το Κεντρικό Λιμεναρχείο Ελευσίνας, περί ώρα 13.56', ενημέρωσε τον Γ. Γ., ως μεγαλομέτοχο-εφοπλιστή του πλοίου, έως την κατάσχεσή του, που, όπως αναφέρθηκε, είχε γίνει στις 23-09-2005, την ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., η οποία είχε επιβάλει την κατάσχεσή του και την Κοινοπραξία Ρ/Κ "Σ. Κ.", η οποία, με σύμβαση που είχε καταρτίσει με την πλοιοκτήτρια εταιρεία, είχε αναλάβει τη μεθόρμιση, ήτοι τη μεταφορά-αλλαγή αγκυροβόλιου του πλοίου σε περίπτωση ανάγκης ή εντολής της Λιμενικής Αρχής, για την κατάσταση, ζητώντας να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα για την ασφάλεια του ίδιου του πλοίου και των λοιπών σκαφών και εγκαταστάσεων στην περιοχή.
Η ενημέρωση έγινε με την αποστολή σχετικού σήματος με FAX. Προσέτρεξαν διαδοχικά τα ναυαγοσωστικά "..." και "...", τα οποία συγκράτησαν το πλοίο "... III", λαμβάνοντας μέτρα φύλαξης αυτού προς αποτροπή του κινδύνου πρόσκρουσης σε άλλα πλοία ή εγκαταστάσεις, μέχρι την επόμενη ημέρα (25-02-2006) που επιβιβάστηκαν στο πλοίο "...
III", πλοίαρχος, μηχανικός και ηλεκτρολόγος, που το έθεσαν σε κίνηση και το μετακίνησαν στο νέο καραβοστάσι (αγκυροβόλιο). Επειδή, οι ναυτικές ως άνω εταιρείες των ναυαγοσωστικών δεν συμφώνησαν με την πλοιοκτήτρια εταιρεία για την αμοιβή των υπηρεσιών που παρείχαν, της τελευταίας ισχυριζόμενης ότι οι υπηρεσίες αφορούσαν μόνον ρυμούλκηση και όχι διάσωση, άσκησαν αυτές την από 29-3-2006 αγωγή τους.
Στη δίκη άσκησε πρόσθετη, υπέρ της πλοιοκτήτριας εταιρείας, παρέμβαση, η επισπεύδουσα την κατάσχεση του πλοίου "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.". Τελικά, εκδόθηκε η 893/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιά, με την οποία το Δικαστήριο, έκρινε ότι οι υπηρεσίες που παρασχέθηκαν από τα δύο ναυαγοσωστικά στο πλοίο "...
III" ήταν υπηρεσίες διάσωσης-επιθαλάσσιας αρωγής, καθόσον το πλοίο βρέθηκε σε άμεσο και σοβαρό κίνδυνο ανατροπής και απώλειάς του ή σημαντικών βλαβών του και λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια των άρθρων 248 και 254 του ΚΙΝΔ, προσδιόρισε την εύλογη αμοιβή που δικαιούνται οι ανακόπτουσες ναυτικές εταιρείες, σε 15.000 ευρώ για το ναυαγοσωστικό "..." και σε 20.000 ευρώ για το ναυαγοσωστικό "...".
Η απόφαση αυτή, εκδοθείσα με τη συμμετοχή και της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", αποτελεί δεδικασμένο που δεσμεύει και αυτήν, ως προς την ύπαρξη της επιδικασθείσας απαίτησης. Με την κρινόμενη ανακοπή τους, οι ανακόπτουσες ναυτικές εταιρείες, επικαλούνται για την προνομιακή κατάταξη της απαίτησής τους, πριν από την κατάταξη της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", τις διατάξεις των άρθρων 205 παρ. 1 περ.
γ' του ΚΙΝΔ και 1705 παρ. 2 του Εμπορικού Κώδικα του Παναμά, λόγω του ότι αποτελεί αμοιβή για την επιθαλάσσια αρωγή που παρείχαν με τα ναυαγοσωστικά σκάφη τους στο πλοίο "... III", το οποίο βρισκόταν σε κίνδυνο. Ο λόγος, όμως, αυτός της ανακοπής, είναι αβάσιμος. Τούτο διότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οι απαιτήσεις από επιθαλάσσια αρωγή, εξοπλίζονται με προνόμιο που προηγείται των υποθηκών, όταν παρέχονται στο τελευταίο ταξίδι του πλοίου που βοηθήθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση το πλοίο "... III", όπως ήδη έγινε δεκτό, ήταν, από τον Ιανουάριο του 2005, ήτοι επί ένα έτος, παροπλισμένο και αγκυροβολημένο στο Καραβοστάσι Ελευσίνας και συνεπώς, δεν παρασχέθηκαν κατά το τελευταίο ταξίδι αυτού. Το ταξίδι του πλοίου αρχίζει με τον απόπλου από το λιμάνι και τελειώνει με την είσοδό του στο λιμάνι προορισμού.
Δεν διαρκεί και κατά το χρονικό διάστημα που παραμένει αγκυροβολημένο στο λιμάνι, μέχρι το νέο απόπλου του. Οι ανακόπτουσες επικαλούνται για τη θεμελίωση του προνομιακού χαρακτήρα της απαίτησης, την τροποποίηση του άρθρου 244 παρ. 2 του Ν. 55/2008, με το Ν. 27/2014, με τον οποίο απαλείφθηκε η φράση ότι απολαμβάνουν του προνομίου οι δαπάνες, η αποζημίωση και οι μισθοί για οποιαδήποτε αρωγή ή διάσωση, "όταν οφείλονται για το τελευταίο ταξίδι", η τροποποίηση, όμως, αυτή, δεν επηρεάζει την κατάταξη των δικών τους απαιτήσεων, για την οποία εφαρμόζεται, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο που έγινε η κατάταξη.
Ούτε, η απάλειψη της φράσης αυτής κατά την τροποποίηση της άνω διάταξης, οδηγεί σε κρίση ότι, ο όρος αυτός δεν είχε, πριν την τροποποίησή του, την έννοια που εκτέθηκε ανωτέρω. Επικουρικά, οι ανακόπτουσες, ισχυρίζονται ότι, ο προνομιακός χαρακτήρας της απαίτησής τους στηρίζεται στην παρ. 10 του άρθρου 1705 του Εμπορικού Κώδικα του Παναμά, δηλαδή ότι αυτή αφορά δαπάνες συντήρησης του πλοίου.
Όμως, η συγκεκριμένη απαίτηση, δεν εντάσσεται στην έννοια των δαπανών συντήρησης του πλοίου, όπως οι σχετικές δαπάνες αναπτύχθηκαν ανωτέρω. Πρόκειται σαφώς για αμοιβή από υπηρεσίες επιθαλάσσιας αρωγής, που παρασχέθηκαν σε πλοίο το οποίο βρισκόταν σε πραγματικό και σοβαρό κίνδυνο απώλειας ή βλάβης, όπως χαρακτηρίστηκαν από τις ίδιες τις ανακόπτουσες στην αγωγή που άσκησαν για την επιδίκασή τους και ως τέτοια εύλογη αμοιβή επιδικάστηκαν με την 893/2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιά.
Πέραν δε τούτου, δεν συντρέχει για τον προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησης, και αν ακόμη κρινόταν ως αξίωση από δαπάνες συντήρησης, λόγω της αποτροπής της απώλειας ή της πρόκλησης σ' αυτό σοβαρών ζημιών και τη διατήρησή του αναλλοίωτου, η απαιτούμενη προϋπόθεση ότι αυτές οι δαπάνες συντήρησης είχαν διαταχθεί από το Λιμενάρχη ή από το Δικαστήριο του πλειστηριασμού ή είχαν προκαταβληθεί από εκείνον που επέβαλε την κατάσχεση.
Τούτο διότι, οι δαπάνες αυτές έγιναν κατά το χρόνο που το πλοίο "... III" ήδη είχε κατασχεθεί, δηλαδή τελούσε σε δικαστική επιμέλεια, και, συνεπώς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι απαιτήσεις για τη συντήρηση του πλοίου δεν εξοπλίζονται με προνόμιο εντασσόμενες στην περ. 10 του άρθρου 1507 του Εμπορικού Κώδικα του Παναμά, αλλά θεωρούνται διενεργηθείσες διαρκούσης της δικαστικής επιμέλειας του πλοίου και χαρακτηρίζονται ως δικαστικά έξοδα, υπαγόμενα στη ρύθμιση της περ. 1 του άνω άρθρου.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Κεντρικό Λιμεναρχείο Ελευσίνας, μετά την κατά τα ανωτέρω ενημέρωσή του για την μετακίνηση του πλοίου "... III", με σύρσιμο των αγκυρών του, απηύθυνε εξαιρετικά επείγον μήνυμα με FAX προς τον Γ. Γ., την ενεργήσασα την κατάσχεση του πλοίου ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, την πλοιοκτήτρια του πλοίου εταιρεία "...
INTERNATIONAL SHIPPING LTD LIBERIA" και την εταιρεία "... ΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε." διαχειρίστρια τούτου, με το οποίο τους ενημερώνει για την παράσυρση λόγω των ισχυρών ανέμων του πλοίου και τον κίνδυνο που διαγράφονταν, προκειμένου να προβούν στις ενέργειες που πρέπει για την αντιμετώπιση της κατάστασης, να ενημερώσουν την Κοινοπραξία Ρ/Κ/ Σ.
Κ., και να παράσχουν σ' αυτήν τη συναίνεσή τους για τη συγκράτηση του πλοίου με τα ρυμουλκά της και πιθανώς τη μετακίνησή του σε νέα ασφαλή θέση αγκυροβολίας. Το σήμα αυτό κοινοποίησε το Κεντρικό Λιμεναρχείο Ελευσίνας και στην άνω Κοινοπραξία, με την παράκληση για τις δικές της ενέργειες. Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά, καθίσταται σαφές ότι δεν υπήρξε εντολή του Λιμενάρχη του Κεντρικού Λιμεναρχείου Ελευσίνας για να ενεργήσει η άνω Κοινοπραξία τη διάσωση του πλοίου.
Η εντολή για ενέργεια δόθηκε προς τους άνω κύριους αποδέκτες του σήματος περί του κινδύνου του πλοίου, με βάση την ιδιότητα που είχε καθένας από αυτούς. Η κοινοποίηση του σήματος στην Κοινοπραξία, όπως σαφώς αναφέρεται στο κείμενό του, έγινε, καθόσον με βάση τη σύμβαση μεταξύ αυτής και της πλοιοκτήτριας εταιρείας, είχε οριστεί ως υπεύθυνη για τη διασφάλιση της παραμονής του πλοίου στην περιοχή … και τη μετακίνησή του σε νέα ασφαλή θέση αγκυροβολίας και όχι ως τρίτης που εντέλλεται στην ενέργεια επιθαλάσσιας αρωγής.
Μάλιστα, ρητά στο σήμα αναφέρεται ότι απαιτείται η παροχή συναίνεσης από τους αποδέκτες αυτού που εντέλλονται να ενεργήσουν, στην άνω Κοινοπραξία, για τις απαιτούμενες ενέργειές της προς συγκράτηση του πλοίου. Άλλωστε, ο μάρτυρας των ανακοπτουσών Α. Σ., Προϊστάμενος του Γραφείου Κινήσεως των ρυμουλκών της προαναφερόμενης Κοινοπραξίας, κατέθεσε ότι για να ενεργήσουν πήραν εντολή από το πρακτορείο του πλοίου, το …, το οποίο τους ειδοποίησε για να ξεκινήσουν και να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, καθώς και ότι το σήμα από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Ελευσίνας, έφθασε στο Γραφείο Κινήσεως της Κοινοπραξίας μετά την αναχώρηση των ρυμουλκών για την παροχή βοήθειας στο πλοίο που κινδύνευε και ενώ είχαν φθάσει στη θέση του πλοίου.
Επίσης, ο μάρτυρας περιγράφει ότι, επειδή ήταν επείγουσα η κατάσταση και έπρεπε να φθάσει κάποιο ρυμουλκό γρήγορα, σε κοντινότερη δε απόσταση βρισκόταν το ρυμουλκό "...", το οποίο είχε εντεταλμένη εργασία επιφυλακής στα δεξαμενόπλοια, δόθηκε άδεια από το Λιμεναρχείο, ώστε να κινηθεί αυτό το ρυμουλκό προς το πλοίο "...
III" και να φθάσει έγκαιρα. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον δεν συντρέχει ουσιώδης προϋπόθεση για τον προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησης των ανακοπτουσών για τις δαπάνες συντήρησης που απορρέουν από την παροχή της εκτιθέμενης ανωτέρω βοήθειας και συγκεκριμένα εκείνη της πραγματοποιήσεώς τους στο τελευταίο λιμάνι.
Τούτο διότι, το χρόνο κατά τον οποίο φέρονται να παρασχέθηκαν οι υπηρεσίες των εκκαλουσών ναυτικών εταιρειών με τα σκάφη τους, με τις οποίες αποτράπηκε η απώλεια ή η καταστροφή του ένδικου πλοίου ή η πρόκληση σ' αυτό σοβαρών ζημιών, το ένδικο πλοίο το οποίο έλαβε τη βοήθεια, ήταν ακινητοποιημένο στο λιμάνι αυτό στο οποίο είχε καταπλεύσει, για άλλους λόγους άσχετους με την κατάσχεσή του.
Μάλιστα το πλοίο είχε ήδη ακινητοποιηθεί από τον Ιανουάριο του 2005 για λόγους που αφορούσαν την πλοιοκτήτρια εταιρεία και δεν είχε εκτελέσει ταξίδι μέχρι την κατάσχεσή του (23-09-2005), παρά την παρέλευση σημαντικού χρόνου, χωρίς να έχει απαγορευθεί ο απόπλους αυτού. Έτσι, οι δαπάνες συντήρησης δεν έγιναν στο τελευταίο λιμάνι, κατά την έννοια που προεκτέθηκε, και δεν απολαμβάνουν του επικαλούμενου εκ του αρ. 10 του άρθρου 1507 προνομίου.
Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, η απαίτηση των άνω ανακοπτουσών, δεν απολαμβάνει προνομίου, κατά τις επικαλούμενες με την ανακοπή διατάξεις, ώστε να προηγηθεί στην κατάταξη των απαιτήσεων της καθ' ης η ανακοπή, που είναι, προνομιακή η πρώτη, υπαγόμενη στην περ. α' του άρθρου 205 του ΚΙΝΔ και ασφαλισμένη με υποθήκη η δεύτερη.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της ως άνω ανακοπής πρέπει να απορριφθεί.
Εξάλλου, ο ΚΠολΔ ορίζει: α) Στο άρθρο του 579 παρ. 1 ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτήν ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ’ αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ’ αυτήν", β) στο άρθρο του 580 παρ. 3, ότι "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αντίστοιχα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές" και γ) στο άρθρο του 581 παρ. 2 ότι "η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής) μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, μετά την παραδοχή της αιτήσεως αναίρεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή, αναλόγως αν η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο της παραπομπής μετά από κλήση (ΑΠ 845/2010, ΑΠ 129/2004).
Σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αν προσβλήθηκε με έφεση η πρωτόδικη απόφαση και η έφεση έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 552 και 553 ΚΠολΔ, υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του εφετείου, που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή κατ' ουσία η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε και έπαψε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσία η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (Ολ ΑΠ 40/1996, ΑΠ 1102/2017, ΑΠ 297/2016).
Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του εφετείου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ., δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί από το εφετείο. Η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν ακυρώνεται, ακόμη και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα και τούτο, διότι, με την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 963/1999) ως προς την οποία θα αποφανθεί το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση, είτε θα απορρίψει αυτή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 758/2018, ΑΠ 1421/2002).
Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, επίσης, ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνιση της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 251/2016, ΑΠ 738/2012, ΑΠ 975/2000). Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής (ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 386/2014).
Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους.
Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 84/2017, ΑΠ 359/2017, ΑΠ 493/2011). Στην περίπτωση της εν μέρει αναίρεσης, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα με την αναίρεση κεφάλαιά της.
Ως τέτοια νοούνται οι οριστικές διατάξεις της απόφασης που αποφαίνονται στις επί μέρους αυτοτελείς αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναιρείται ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα κεφάλαια ως προς τα οποία χώρησε αναίρεση της απόφασης, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 679/2011, ΑΠ 493/2011, ΑΠ 614/2009).
Ως αρρήκτως συνδεόμενα προς τα αναιρεθέντα κεφάλαια, στα οποία επεκτείνεται η αναίρεση, νοούνται όσα αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαίτησης ή προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία, τα οποία συναναιρούνται και επομένως ως προς ολόκληρο το αναιρεθέν κεφάλαιο η απόφαση αποβάλλει την ισχύ της και παύει να αποτελεί δεδικασμένο ενώ ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια της απόφασης διατηρείται το δεδικασμένο της (ΑΠ 752/2014).
Επομένως στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Το εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση, ερευνώντας μόνον τους λόγους έφεσης που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία μόνον επανακρίνεται και αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής με την απόφασή του (ΑΠ 387/2018, ΑΠ 1145/2005).
Συνεπώς, το εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής, δεν μπορεί να εξετάσει τα λοιπά κεφάλαια ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, είτε διότι δεν προσβλήθηκαν με λόγο αναίρεσης, είτε επειδή απορρίφθηκαν οι προβληθέντες σχετικοί λόγοι αναίρεσης, διότι διαφορετικά θα προσέβαλε το δεδικασμένο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ (ΑΠ 306/2015, ΑΠ 2072/2007).
Όμως, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας και να εκτιμήσει διαφορετικά, από την αναιρεθείσα, τις αποδείξεις, εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση, μη δεσμευόμενο ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (ΑΠ 129/2004). Το εφετείο δεσμεύεται μόνον για τα νομικά ζητήματα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό (ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 270/2015, ΑΠ 738/2012, ΑΠ 137/2004).
Τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι έφεσης και ως αναιρετικοί λόγοι, κατ’ αρχήν καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής απόφασης. Και στην περίπτωση αυτή, αν είχαν γίνει δεκτά ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους της έφεσης, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι, είναι ως λόγοι έφεσης απαράδεκτοι (ΟλΑΠ 13/2011, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 1476/2012, ΑΠ 738/2012), κατά την απορρέουσα από την αναιρετική παραπεμπτική απόφαση ενδοδιαδικαστική δέσμευση.
Επί ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, απαραίτητη προϋπόθεση για την επέκταση της αναίρεσης της απόφασης στις διατάξεις της απόφασης για τους λοιπούς λόγους της ανακοπής, είναι να προσβάλλονται αυτοί με την αίτηση αναίρεσης, οπότε, λόγω παραδοχής κάποιου λόγου αναίρεσης, αναιρείται η απόφαση χωρίς να εξετασθούν οι λοιποί αναιρετικοί λόγοι, εάν τούτο είναι περιττό.
Αν δεν προσβλήθηκε με την αίτηση αναίρεσης η απόρριψη κάποιων λόγων ανακοπής, ή αν για κάποιους λόγους ανακοπής απορρίφθηκαν τα παράπονα που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η απόρριψη αυτών είναι πλέον αμετάκλητη, δεν καταλαμβάνονται, συνεπώς, από την έκταση της αναιρετικής απόφασης και το δικαστήριο της παραπομπής, παρά την αναίρεση της απόφασης με την παραδοχή κάποιου άλλου λόγου αναίρεσης δεν μπορεί, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να εξετάσει αυτούς τους λόγους εκ νέου, αφού καλύπτονται από το δεδικασμένο.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι ανακόπτουσες, με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους των ανακοπών τους, προσβάλλουν τον καταρτισθέντα από την υπάλληλο του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφο Πειραιά Ζαφειρία Σουρή, πίνακα κατάταξης δανειστών του πλοίου "... III", ως προς την προνομιακή κατάταξη της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", για το ποσό των 393.309 ευρώ, που αντιπροσωπεύει απαίτησή της από έξοδα φύλαξης και συντήρησης του πλειστηριασθέντος ως άνω πλοίου και για το ποσό των 1.237.255 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν απαίτηση αυτής κατά της πλοιοκτήτριας του εν λόγω πλοίου από ληφθέντα δάνεια, ισχυριζόμενες, ότι οι απαιτήσεις αυτές προβάλλονταν αόριστα, ήταν διογκωμένα και εξωπραγματικά τα ποσά τους και εσφαλμένα κατετάγησαν προνομιακά, αφού δεν απολάμβαναν ναυτικού προνομίου.
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι το Εφετείο Πειραιά, με την αναιρεθείσα 55/2016 απόφαση, έκρινε ότι, αφενός μεν οι προβληθείσες με τις ανακοπές απαιτήσεις των ανακοπτουσών ήταν παραδεκτές και εν μέρει βάσιμες και για το λόγο αυτό μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης και κατέταξε αυτές στην οικεία τάξη, αφετέρου, εκτιμώντας ότι είναι ορισμένα και ανταποκρινόμενα στις πραγματικές δαπάνες και αμοιβές τα κονδύλια των απαιτήσεων της επισπεύδουσας την εκτέλεση τράπεζας - καθ' ης η ανακοπή, έκρινε ότι η απαίτηση της τελευταίας για τα έξοδα φύλαξης και συντήρησης του πλοίου (στα τελευταία υπήγαγε και τα έξοδα ασφάλισης αυτού), εξοπλίζονταν με ναυτικό προνόμιο και κατέταξε αυτά στην πρώτη τάξη, επίσης ότι η απαίτηση από τα δάνεια που είχε λάβει η πλοιοκτήτρια εταιρεία εξασφαλίζονταν με υποθήκη, και κατέταξε αυτήν στο απομένον υπόλοιπο του πλειστηριάσματος, λόγω του διαπιστωθέντος προνομιακού χαρακτήρα της απαίτησης των ανακοπτουσών που κατέλαβε τη δεύτερη τάξη στον πίνακα κατάταξης και απέρριψε ως αβάσιμους τους ως άνω, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο, λόγους των ανακοπών, Ως προς τις συγκεκριμένες παραδοχές της, αναφορικά με τις απαιτήσεις της επισπεύδουσας τον πλειστηριασμό "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", η άνω απόφαση δεν προσβλήθηκε με λόγο αναίρεσης από τις ανακόπτουσες που είχαν έννομο συμφέρον για την προσβολή της, η δε, αναιρεσείουσα τράπεζα, προσέβαλε μόνο το κεφάλαιο της απόφασης κατά το οποίο είχε δεχθεί τον προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησης των ανακοπτουσών.
Έτσι, η άνω απόφαση αναιρέθηκε μόνο κατά το προσβληθέν τούτο κεφάλαιο, ενώ ως προς τα μη προσβληθέντα παρέμεινε η κρίση της εφετειακής απόφασης, κατά τα οποία κατέστη τελεσίδικη και απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, το οποίο, λαμβανόμενο υπόψη αυτεπαγγέλτως, δεσμεύει το Δικαστήριο, και δεν μπορεί να εξετάσει τους λόγους τούτους των ανακοπών και να καταλήξει, παραβιάζοντάς το, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα.
Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, εφόσον δεν ευδοκιμεί κάποιος λόγος των ένδικων από 22-01-2008 ανακοπών, με την παραδοχή του οποίου να επέρχεται ως συνέπεια, η αποβολή της καθ' ης στρέφονται αυτές τραπεζικής εταιρείας και η κατάταξη της απαίτησης των ανακοπτουσών στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, πρέπει αυτές να απορριφθούν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των δύο βαθμών δικαιοδοσίας σε βάρος του ανακοπτουσών, κατά το σχετικό αίτημα της καθ' ης η ανακοπή (άρθρα 176, 178, 183 και 191 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την από 16-09-2009 έφεση.
Εξαφανίζει την 4242/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Δικάζοντας κατ' ουσίαν επί των από 22-01-2008, με αριθ. καταθ. 641/2008 και 642/2008, ανακοπών κατά του 33.100/3-1-2008 πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου Πειραιά Ζ. Σ..
Απορρίπτει τις ανακοπές.
Καταδικάζει τις ανακόπτουσες κάθε ανακοπής να καταβάλουν τα δικαστικά έξοδα της καθ' ης η ανακοπή, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων (2600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ