Supreme Court quashes appealable judgment for misapplying statute of limitations and failure to examine alternative legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court quashed the First Instance Court's judgment regarding a car accident compensation claim due to procedural errors. The Court found the lower court incorrectly applied the statute of limitations and failed to examine the alternative legal basis of unjust enrichment. Consequently, the case was remanded for retrial with a new judge to address these legal deficiencies.
Legislator headnote
AI generatedArticles 681A, 666, 667, 670-676 of the Code of Civil Procedure; Article 10 of Law 489/1976; Article 249 of the Civil Code: The court must correctly apply the statute of limitations and examine alternative legal bases if the primary claim is dismissed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 86 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 86/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο, καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Κουντούρη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 19-4-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. συζ. Α. Ρ., το γένος Γ. Μ. και 2) Ε. Ρ. του Α., κατοίκων Β. Ε., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μαραγκό, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14-2-2014 (αρ. εκθ. καταθ. …9, …1 και …4/18-2-2014) αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1921/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1673/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-6-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ειρήνη Καλού, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 23 Ιουνίου 2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1673/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που δέχτηκε κατ' ουσίαν την από 25 Σεπτεμβρίου 2015 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 1921/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρο 681Α, 666, 667, 670 - 676 ΚΠολΔ), όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, η οποία είχε δεχτεί κατά ένα μέρος τις από 14-2-2014 και με αριθμούς καταθέσεως 21885/909/2014, 21915/911/2014 και 21962/914/2014 αγωγές της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων, μετά από απόρριψη της προβληθείσας από τους εναγόμενους ένστασης παραγραφής, απέρριψε (το Εφετείο) ως παραγεγραμμένες τις ως άνω αγωγές κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης των εναγομένων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με τον οποίο παραπονέθηκαν για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της προβληθείσας απ' αυτούς ένστασης παραγραφής και την παραδοχή κατά ένα μέρος των ένδικων αγωγών.
Με τις ως άνω αγωγές της στρεφόμενες κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Π. Ρ. και Ε. Ρ., η ενάγουσα - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα "..." ζήτησε, όπως περιόρισε το αίτημά της, κυρίως, αναγωγικά, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να της καταβάλουν, ως εξ αναγωγής υπόχρεοι, επικουρικά δε με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθένας σε ολόκληρο, τα αναφερόμενα ποσά, που αυτή κατέβαλε στους ενάγοντες των ασκηθεισών σε βάρος της τριών κύριων αγωγών, από 10-1-1999 και με αριθμό κατάθεσης ..8/1999, από 15-10-1998 και με αριθμ.
κατάθεσης …1/1998 και από 8-12-1998 και με αριθμ. κατάθεσης …6/1998, αντίστοιχα, ως ζημιωθέντες τρίτους από αυτοκινητικό ατύχημα, το οποίο προκλήθηκε από υπαιτιότητα του δεύτερου εναγομένου με τις ένδικες αγωγές και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου οδηγού του ασφαλισμένου σ' αυτή για την αστική ευθύνη από τις προκαλούμενες απ' αυτό ζημίες έναντι τρίτων στην ως άνω ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ...19 ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης στις αγωγές αυτές και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ως ασφαλιστική αποζημίωση, όπως αναλυτικά εκθέτει στις αγωγές, εντόκως από την επομένη της καταβολής μέχρι την επίδοση των αγωγών και με τον τόκο επιδικίας από την επομένη επίδοσης των αγωγών, επικουρικά δε από την επομένη της επίδοσης των αγωγών μέχρι την εξόφληση, επειδή κατά το χρόνο του ατυχήματος ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος οδηγούσε το ως άνω αυτοκίνητο χωρίς αυτός να κατέχει την κατά νόμο άδεια ικανότητας οδήγησης, και ενώ βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, γεγονότα που τελούσαν σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και σύμφωνα με όρους της συμβάσεως ασφαλίσεως, απέκλειαν την ασφαλιστική κάλυψη στις περιπτώσεις που οι ζημίες προκαλούνται σε τρίτους από την οδήγηση του ασφαλισμένου αυτοκινήτου από οδηγό που στερείται της κατά νόμο άδειας ικανότητας οδήγησης και που βρίσκεται υπό την επήρεια οινοπνεύματος, όπως ο δεύτερος εναγόμενος, οδηγός του αυτοκινήτου ιδιοκτησίας της αντισυμβαλλομένης της στην ασφαλιστική σύμβαση πρώτης εναγομένης.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 περ. β' του Ν. 489/1976, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986, ασφαλισμένος είναι το πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Κατά το άρθρο 2 § 1 του ίδιου Νόμου, ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.
Περαιτέρω με το άρθρ. 6 § 1 του ιδίου Π.Δ. ορίζεται ότι "η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος στην οδήγηση ή υπευθύνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ίδιου ΠΔ/τος "με την επιφύλαξη του δικαιώματος άσκησης αγωγής κατά του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου και του οδηγού, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου, όταν αυτός ασκεί την αξίωση της παρ. 1 του άρθρου 10, ενστάσεις, που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση", ενώ κατά το άρθρο 361 ΑΚ για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.
Από την τελευταία αυτή διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 του ν. 2496/1997 που ορίζει το ελάχιστο περιεχόμενο της ασφαλιστικής σύμβασης και 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, όπως η τελευταία αναφέρθηκε παραπάνω, προκύπτει ότι μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί ότι αποκλείεται από τον ασφαλιστή η κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, όταν ο οδηγός του, κατά το χρόνο του ατυχήματος, είτε δεν έχει την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος, το οποίο οδηγεί, άδεια οδήγησης, είτε τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ, σύμφωνα με τον προβλεπόμενο όμοιο περιορισμό της ευθύνης του ασφαλιστή στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 6 και 8 της ήδη καταργηθείσας με το άρθρο 17 του ν. 3557/2007, ισχύουσας όμως κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος (1998) Κ4/585/5-4-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου "περί καθορισμού των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου του καλύπτοντος την εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικήν ευθύνην", η οποία (διάταξη) ναι μεν ήταν ανίσχυρη, ως ευρισκόμενη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 του ν. 489/1976, όπως ίσχυε κατά τον ως άνω χρόνο, αφού με αυτήν δεν καθοριζόταν κάποιος γενικός όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αλλά επιβαλλόταν περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή, πλην, όμως τέτοια απαλλακτική ρήτρα μπορούσε, όπως προαναφέρθηκε, να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση (ΑΠ 1221/2015) και δη είτε με ενσωμάτωση αυτούσιων των όρων στη σύμβαση ασφάλισης είτε με παραπομπή της σύμβασης στους όρους της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, χωρίς να είναι απαραίτητο για τη δεσμευτικότητα του ασφαλισμένου από τους ενσωματωμένους στο ασφαλιστήριο όρους να υπογράφεται το ασφαλιστήριο και από αυτόν, αφού η αποδοχή των όρων του μπορεί να γίνει και σιωπηρώς, όπως με την καταβολή του ασφαλίστρου, την παραλαβή του ασφαλιστηρίου, τη δήλωση του επιγενόμενου ατυχήματος κ.λπ.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, όταν υπάρχει λόγος απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου, ο πρώτος δύναται να μετακυλίσει στο δεύτερο τη ζημία του τρίτου, αφού ικανοποιηθεί ο τελευταίος. Δηλαδή έναντι του τρίτου δεν απαλλάσσεται ο ασφαλιστής και υπεισέρχεται στη θέση του ο ασφαλισμένος, ο οποίος κατά κανόνα ήδη ευθύνεται από την αδικοπραξία σε βάρος τρίτου.
Η μετακύλιση αυτή επιδιώκεται μέσω της αναγωγής. Το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου στηρίζεται στην αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/76, που αποκλείει στον ασφαλιστή να επικαλεσθεί την ασφαλιστική σύμβαση, προκειμένου να αρνηθεί την ασφαλιστική κάλυψη και συγκεκριμένα προκειμένου να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου, ένσταση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, της ασφαλιστικής περίπτωσης που προήλθε κατόπιν παραβίασης ασφαλιστικού βάρους εκ μέρους του αδικοπραγήσαντος ασφαλισμένου του, του επιβάλλει την καταβολή του ασφαλίσματος και την αποκατάσταση της ζημίας, παρά την εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη, και ταυτόχρονα η ιδία αυτή διάταξη επιφυλάσσει στον ασφαλιστή δικαίωμα άσκησης αναγωγής.
Η αναγωγή αποτελεί ιδιαίτερη και αυτοτελή αξίωση που παράγεται απευθείας από το νόμο (άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 489/1976) και όχι από αδικοπραξία ή την σύμβαση. Παθητικά υποκείμενα του δικαιώματος αναγωγής του ασφαλιστή, όταν συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου, είναι ο υπαίτιος οδηγός, ο αντισυμβαλλόμενος, ανεξάρτητα εάν έχει ή όχι παράλληλα και την ιδιότητα του ασφαλισμένου, δηλαδή του κυρίου, κατόχου ή οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ο ασφαλισμένος, δηλαδή ο κύριος ή κάτοχος του αυτοκινήτου, έστω και εάν δεν οδηγεί το ασφαλισμένο αυτοκίνητο.
Οι ως άνω περιπτώσεις αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή και εξαίρεσης αυτού από την ασφαλιστική κάλυψη αποτελούν στην πραγματικότητα καλυμμένο ασφαλιστικό βάρος, το οποίο απευθύνεται και αφορά κάθε ασφαλιζόμενο πρόσωπο, δηλαδή όχι μόνο τον οδηγό, αλλά και τον ιδιοκτήτη ή κάτοχο του οχήματος, όταν οι τελευταίοι είναι πρόσωπα διαφορετικά από τον οδηγό (ΑΠ 1253/2011, ΑΠ 1426/2010, ΑΠ 1168/2010), των περισσότερων υπόχρεων ευθυνομένων εις ολόκληρον, το δε δεδικασμένο της δίκης μεταξύ ασφαλιστή και ζημιωθέντος τρίτου δεν επιδρά στη δίκη μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου.
Το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου, το οποίο κατά τα προαναφερόμενα στηρίζεται στην αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/76, υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, που προβλέπει ότι "Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια", διότι, δεν υπάρχει διάταξη που να προβλέπει συντομότερη παραγραφή του δικαιώματος αυτού.
Η παραγραφή του άρθρου 10 του ν. 2496/97 που ορίζει ότι "αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται στις ασφαλίσεις ζημιών μετά από τέσσερα (4) χρόνια και στις ασφαλίσεις προσώπων μετά από πέντε (5) χρόνια από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν", αφορά τις απαιτήσεις και αξιώσεις του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου που ιδρύονται από την ασφαλιστική σύμβαση και όχι από το νόμο, όπως π.χ.
η αξίωση του ασφαλιστή προς καταβολή του συμφωνηθέντος ασφαλίστρου. Και ναι μεν οι περί παραγραφής διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 2496/1997 τυγχάνουν εφαρμογής στις διατάξεις περί υποχρεωτικής ασφάλισης του άρθρου 26 του ν. 2496/1997 πλην, όμως δεν τυγχάνουν εφαρμογής στις διατάξεις του ν. 489/1976, και συνεπώς ούτε στην περί αναγωγής ασφάλιση του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, δεδομένου ότι οι διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 2496/1997, κατά ρητή επιταγή της διατάξεως της παραγράφου 6 του ιδίου άρθρου του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζονται στην υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, και κατ' ορθή εκτίμηση του δεύτερου λόγου, μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο με το να δεχτεί ως νόμιμη την προβληθείσα από τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφερθείσα με σχετικό λόγο της έφεσής τους ένσταση τετραετούς από το άρθρο 10 του ν. 2496/97 παραγραφής της εξ αναγωγής αξιώσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας αν και το εκ του νόμου (άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 489/76) αναγωγικό δικαίωμα υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή από το άρθρο 249 ΑΚ παραγραφή, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο άσκησης των ένδικων αγωγών (αναγωγών) παραβίασε, αφ' ενός μεν τη διάταξη του άρθρου 10 του ν. 2496/97 την οποία εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέα, αφ' ετέρου δε τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 την οποία δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέα, κατά τα ειδικότερα στους λόγους αυτούς αναφερόμενα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, έκρινε ως αποδειχθέντα από την εκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού: Α) ότι το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη την 1-2-1998 στην Εθνική Οδό ..., κατά το οποίο το υπ' αριθμ. ...0 ΔΧΕ αυτοκίνητο (TAXI) οδηγούμενο από τον Α.
Β., συνιδιοκτησίας αυτού και του πατέρα του Α. Β. συγκρούστηκε μετωπικά με το οδηγούμενο από τον πρώτο αναιρεσίβλητο υπ' αριθμ. κυκλ. ...92 ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, καθ' ον χρόνο ο ως άνω οδηγός του, επιχειρώντας να προσπεράσει το προπορευόμενό του υπ' αριθμ.
κυκλοφ. ...82 ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον Α. Μ., ιδιοκτησίας Σ. Μ., εισήλθε με μεγάλη ταχύτητα, που υπερέβαινε το ανώτατο επτρεπόμενο όριο της περιοχής (50 χλμ/ώρα) στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με συνέπεια την ως άνω μετωπική σύγκρουσή του με το ΔΧΕ όχημα, το οποίο αμέσως μετά την ως άνω σύγκρουση περιστράφηκε και συγκρούστηκε με την αριστερή πλευρά του με το παραπάνω υπ' αριθμ. ...82 ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο κινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του, ενώ ακόμη, αμέσως μετά τις ως άνω συγκρούσεις, το οδηγούμενο από τον ιδιοκτήτη του Ι.
Ρ., υπ' αριθμ. ...19 ΙΧΕ αυτοκίνητο, στην παραπάνω επαρχιακή οδό και στο σημείο της σύγκρουσης με κατεύθυνση προς …, στην προσπάθειά του να αποφύγει τη σύγκρoυση με τα ως άνω εμπλακέντα στο ατύχημα οχήματα, ενόψει του ότι είχαν αποκλειστεί και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, διενέργησε ελιγμό προς τα δεξιά, εισήλθε σε παρακείμενο της οδού αυτής ακάλυπτο χώρο και προσέκρουσε στο εκεί υπάρχον χωμάτινο τοίχωμα, ύψους 2 μέτρων, και εξ αιτίας του οποίου (ένδικου ατυχήματος) προκλήθηκε ο θάνατος: 1) του οδηγού του ΔΧΕ αυτοκινήτου (ΤΑΧΙ) Α.
Β., 2) του επιβάτη του ίδιου οχήματος (TAXI) Δ. Π. και 3) ο θάνατος του συνεπιβάτη του υπ' αριθ. ...92 ΙΧΕ αυτοκινήτου, Γ. Κ., ακόμη δε, ο τραυματισμός των επιβατών του υπ' αριθμ. ...82 ΙΧΕ αυτοκινήτου Α. Μ. και Ν. Π. καθώς και η ολοσχερής καταστροφή του τελευταίου αυτού ΙΧΕ αυτοκινήτου και τέλος ο τραυματισμός της επιβαίνουσας στο υπ' αριθμ.
κυκλ. ...19 ΙΧΕ αυτοκίνητο Ε. Ρ., οφείλεται σε υπαιτιότητα του οδηγού του υπ' αριθμ. ...92 ΙΧΕ αυτοκινήτου, 1, o οποίος στερούμενος της κατά νόμο άδειας ικανότητας οδήγησης (άρθρ. 94 Κ.Ο.Κ.), δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του (άρθρ. 12 παρ. 1 ν. 2692/1999 - Κ.Ο.Κ.), διέβη την εκ δύο συνεχών γραμμών κατά μήκος διαγράμμιση (άρθρ. 5 παρ. 1, 2α και 3α Κ.Ο.Κ.), επιχείρησε προσπέρασμα σε κυρτή αλλαγή κλίσης του οδοστρώματος με ανεπαρκή ορατότητα (άρθρ. 17 παρ. 1 και 4 Κ.Ο.Κ.), κινούνταν με ταχύτητα που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο σε κατοικημένη περιοχή όριο (50 χλμ/ώρα) (άρθρ. 20 παρ. 1 Κ.Ο.Κ.) και οδηγούσε έχοντας καταναλώσει σημαντική ποσότητα οινοπνεύματος εφόσον στο αίμα του ανιχνεύθηκε ποσότητα 0,66‰, Β) ότι οι αξιώσεις των στενών συγγενών των θανατωθέντων κατά το ένδικο ατύχημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, καθώς και των λοιπών ζημιωθέντων κατ' αυτό για επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ανέρχονται στα αναφερόμενα σ' αυτές ποσά, σχετικά με το ύψος των οποίων είχε κριθεί ομοίως με τις αναφερόμενες σ' αυτή τελεσίδικες αποφάσεις που εκδόθηκαν επί των ασκηθεισών από τους δικαιούχους των ως άνω αξιώσεων τρίτους σε βάρος της αναιρεσείουσας εταιρίας κύριων αγωγών, από 10-1-1999 και με αριθμό κατάθεσης …8/1999, από 15-10-1998 και με αριθμ.
κατάθεσης ….1/1998 αγωγής και από 8-12-1998 και με αριθμ. κατάθεσης ..6/1998 και Γ) ότι η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία κατέβαλε τα κριθέντα με την προσβαλλόμενη απόφαση ως δικαιούμενα από τους παραπάνω ενάγοντες ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης ή αποζημίωσης και συγκεκριμένα:
Στις 21-5-2001, σε εκτέλεση της αναφερόμενης τελεσίδικης απόφασης η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία κατέβαλε στους προαναφερομένους συγγενείς του τραυματισθέντος θανάσιμα Δ. Π., ενάγοντες της από 22-1-1999 κύριας αγωγής, το συνολικό ποσό των 16.687.333 δραχμών, ήτοι 48.972,36 ευρώ στην 1η αυτών, το συνολικό ποσό των 5.562.445 δραχμών, ήτοι 16.324,12 ευρώ στον καθένα από τους 2η και 3ου αυτών και το συνολικό ποσό των 1.390.612 δραχμών, ήτοι 4.081,03 ευρώ στην καθεμία από τις 4η, 5η και 6η αυτών, ως επιδικασθέν κεφάλαιο πλέον τόκων (βλ.
τις με αριθμ. 352-357 από 21-5-2001 αποδείξεις), ήτοι συνολικά το ποσό των 31.984.059 δραχμών, ήτοι 93.863,70 ευρώ... Στις 21-5-2001, σε εκτέλεση της αναφερόμενης τελεσίδικης απόφασης η ήδη ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία κατέβαλε για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στους ενάγοντες της από 6.7.1998 και με αριθμό κατάθεσης 204/1998 αγωγής Ι.
Ρ. και Ε. Ρ. το συνολικό ποσό των 3.490.355 δραχμών, ήτοι 10.243,15 ευρώ στον 1ο ενάγοντα Ι. Ρ. και το συνολικό ποσό των 183.377 δραχμών, ήτοι 583,15 ευρώ στη 2η ενάγουσα Ε. Ρ., ως επιδικασθέν κεφάλαιο πλέον τόκων, ήτοι συνολικά το ποσό των 3.673.732 δραχμών, ήτοι 10.781,31 ευρώ... Στις 21-5-2001, σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία κατέβαλε στους προαναφερομένους συγγενείς του θανόντος Α.
Κ., ενάγοντες της από 10-1-1999 κύριας αγωγής, το συνολικό ποσό των 16.407.333 δραχμών, ήτοι 48.150,64 ευρώ στον κάθε γονέα, το συνολικό ποσό των 5.469.111 δραχμών, ήτοι 16.050,21 ευρώ στον κάθε αδελφό και το συνολικό ποσό των 2.734.556 δραχμών, ήτοι 8.025,11 ευρώ στην καθεμία από τις λοιπές, ως επιδικασθέν κεφάλαιο πλέον τόκων, ήτοι συνολικά το ποσό των 54.691.111 δραχμών, ήτοι 160.502,15 ευρώ...
Στις 23-5-2001, σε εκτέλεση της αναφερόμενης τελεσίδικης απόφασης η ήδη ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία κατέβαλε στους συγγενείς του θανόντος Α. Β.-ενάγοντες της από 15-10-1998 κύριας αγωγής, το συνολικό ποσό των 23.077.630 δραχμών, ήτοι 67.725,99 ευρώ στην Ι. Β., το συνολικό ποσό των 22.517.778 δραχμών, ήτοι 66.082,99 ευρώ στη Ζ. Β. και το ποσό των 2.919.695 δραχμών ήτοι 8.568,44 ευρώ στη Χ.
Κ., ως επιδικασθέν κεφάλαιο πλέον τόκων, ήτοι συνολικά το ποσό των 48.515.103 δραχμών, ήτοι 147.377,42 ευρώ.... Στις 14-6-2001, σε εκτέλεση της αναφερόμενης τελεσίδικης απόφασης, η ήδη ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία κατέβαλε στους ενάγοντες της από 8-12-1998 κύριας αγωγής, Σ. Μ. και Α. Μ. το συνολικό ποσό των 2.808.755 δραχμών, ήτοι 8.242,86 ευρώ στη Σ.
Μ. και το ποσό των 99.805 δραχμών, ήτοι 292,90 ευρώ στον Α. Μ., ως επιδικασθέν κεφάλαιο πλέον τόκων, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.908.560 δραχμών, ήτοι 8.535,76 ευρώ. Στη συνέχεια, το Εφετείο, αναφορικά με την προβληθείσα από τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους ένσταση παραγραφής των εξ αναγωγής αξιώσεων της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας και ήδη αναρεσείουσας, δέχτηκε τα εξής: "Ακολούθως, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι η Π.
Ρ., ιδιοκτήτρια του με αριθμό κυκλοφορίας ...92 ΙΧΕ αυτοκινήτου με την με αριθ. 22570956 σύμβαση ασφάλισης είχε ασφαλίσει στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία το ως άνω όχημά της για την απέναντι σε τρίτους αστική ευθύνη για το χρονικό διάστημα από 29-1-1998 μέχρι 29-7-1998 και με βάση το εν λόγω ισχύον ασφαλιστήριο συμβόλαιο αποκλείονται της ασφάλισης αστικής ευθύνης (μεταξύ άλλων) και ζημίες προκαλούμενες από οδηγό που οδηγεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος, είτε δεν έχει την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος, το οποίο οδηγεί, άδεια ικανότητας οδήγησης.
Οι εναγόμενοι συνομολόγησαν τη σύμβαση αυτή με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (βλ. πρακτικά αυτού) και αποδέχτηκαν τους περιλαμβανομένους στο ως άνω ασφαλιστήριο όρους με την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και του ειδικού σήματος του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 489/1978, την καταβολή των ασφαλίστρων και την δήλωση του ατυχήματος στον ασφαλιστή.
Αποδείχτηκε δε ότι ο Ε. Ρ. οδηγούσε το ζημιογόνο όχημα κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος στερούμενος άδειας ικανότητας οδήγησης και ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όπως εκτέθηκε παραπάνω, γεγονός που συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα. Τα παραπάνω γεγονότα γνώριζε και αυτός αλλά και η πρώτη εναγομένη-μητέρα του, η οποία επέτρεψε την οδήγηση του οχήματός της από αυτόν.
Επομένως, συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από την ως άνω ασφαλιστική κάλυψη και η ενάγουσα έχει δικαίωμα αναγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας ομοίως ως προς τα παραπάνω ζητήματα δεν έσφαλε και πρέπει να απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι έφεσης. Από τη διάταξη του άρθρου 10 Ν.2496/1997, που εφαρμόζεται αναλογικά και στην υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, αν ελλείπει αντίθετη ρύθμιση στο Ν. 489/1976 (ήδη ΠΔ 237/1986) και η εφαρμογή του δεν κρίνεται ασυμβίβαστη προς το όλο σύστημα του Ν. 489/1976, που ορίζει ότι "αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται στις ασφαλίσεις ζημιών μετά από τέσσερα (4) χρόνια και στις ασφαλίσεις προσώπων μετά από πέντε (5) χρόνια από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν", συνάγεται ότι η παραπάνω διάταξη μετά την κατάργηση των άρθρων 189-211 Εμπ.Ν. (που μέχρι τότε εφαρμοζόταν στις ασφαλίσεις του Ν. 489/1976) με το άρθρο 33 παρ. 2 του νεότερου Ν. 2496/1997, ρυθμίζει πλέον το ζήτημα της παραγραφής όλων των αξιώσεων του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου και αντιστρόφως, που πηγάζουν από τη σύμβαση ασφάλισης.
Περαιτέρω, σε περίπτωση κατά την οποία στην ασφαλιστική σύμβαση περιληφθεί απαλλακτική ρήτρα για τις ζημίες που προκαλούνται από οδηγό, ο οποίος είτε στερείται άδειας ικανότητας οδήγησης είτε οδηγεί υπό την επήρεια οινοπνεύματος, τότε παρέχεται στον ασφαλιστή δικαίωμα (αν)αγωγής κατά του ασφαλισμένου του.
Η εν λόγω (αν)αγωγή θεμελιώνεται προεχόντως στην καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση ασφάλισης και ιδίως στην κατά τρόπο δεσμευτικό ένταξη αυτού του γενικού όρου (απαλλακτικής ρήτρας) στη σύμβαση. Το ότι η σχετική αξίωση του ασφαλιστή είναι "από σύμβαση" και δεν θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 11 Ν. 489/1976 (ήδη Π.Δ. 237/1986), αποδεικνύεται από το ότι, αν αυτή η περίπτωση απαλλαγής, δεν προβλέπεται από την ασφαλιστική σύμβαση, με σχετικό όρο, που να έχει μάλιστα γίνει αποδεκτός από τον αντισυμβαλλόμενο, τότε ο ασφαλιστής δεν μπορεί να στραφεί κατά του ασφαλισμένου του και να αξιώσει ότι κατέβαλε στον τρίτο.
Επομένως, εφόσον πρόκειται για αξίωση που πηγάζει από την ασφαλιστική σύμβαση, εφαρμόζεται το παραπάνω άρθρο 10 του Ν. 2496/1997, που προβλέπει τετραετή παραγραφή. Στην προκειμένη περίπτωση, πρωτοδίκως και με το σχετικό λόγο έφεσης, οι εναγόμενοι πρότειναν ένσταση παραγραφής, ισχυριζόμενοι ότι το δικαίωμα της ενάγουσας έχει υποκύψει σε παραγραφή εφόσον η τελευταία εξόφλησε τους παθόντες το έτος 2001 και μέχρι την άσκηση των κρινόμενων αγωγών παρήλθε χρόνος που υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη.
Από τις ως άνω αποδείξεις, που επικαλέστηκε και προσκόμισε η εφεσίβλητη, αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω αποζημιώσεις που απορρέουν από το ζημιογόνο ατύχημα της 1ης Φεβρουάριου 1998, καταβλήθηκαν: 1) στις 21-5-2001, στους συγγενείς του θανόντος (Δ. Π.), Β. Α., Π. χήρα Δ. Α., Γ. Π., Μ. σύζυγο Σ. Α., Δ. σύζυγο Σ. Μ. και Α. σύζυγο Μ.
Δ., ενάγοντες της από 22-1-1999 κύριας αγωγής, τα ως άνω αναφερθέντα ποσά (συνολικό ποσό 93.863,70 ευρώ), 2) στις 21-5-2001, στους παθόντες Ι. Ρ. και Ε. Ρ., ενάγοντες της από 6-7-1998 αγωγής τα ως άνω αναφερθέντα ποσά (συνολικό ποσό 10.781,31 ευρώ), 3) στις 21-5-2001 στους συγγενείς του θανόντος (Γ. Κ.), Α. Κ., Α. σύζυγο Α. Κ., Π. θυγατέρα Α. Κ., Δ.
Κ., Ε. θυγατέρα Α. Κ., Ε.χήρα Δ. Κ., και Π. χήρα Σ. Σ. ενάγοντες της από 10-1-1999 τα ως άνω αναφερθέντα ποσά (συνολικό ποσό 160.502,15 ευρώ), 4) στις 21-5-2001, στους συγγενείς του θανόντος (Α. Β.), Α. Β., Ι. Β., Ζ. Β. και Ζ. Β., ενάγοντες της από 15-10-1998 αγωγής τα ως άνω αναφερθέντα ποσά (συνολικό ποσό 147.377,42 ευρώ) και 5) στις 14-6- 2001 στους παθόντες Σ.
Μ. και Α. Μ. ενάγοντες της από 8-12-1998 αγωγής τα ως άνω αναφερθέντα ποσά (συνολικό ποσό 8.535,76 ευρώ). Εξάλλου, οι κρινόμενες από 14-2-2014 αγωγές (αναγωγές) κατατέθηκαν στις 18-2-2014 στη γραμματέα του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επιδόθηκαν στον 1ο εναγόμενο στις 24-2-2014 (βλ σχ. εκθέσεις επίδοσης). Επομένως, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, οι ένδικες αξιώσεις έχουν υποπέσει στην παραγραφή του άρθρου 10 Ν. 2496/2997, καθόσον από την καταβολή των ως άνω ποσών από την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία μέχρι την επίδοση των ένδικων (αν)αγωγών παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τετραετίας.
Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας ότι η παραγραφή της αξίωσής της κατά των εναγομένων είναι εικοσαετής, κρίνεται αβάσιμος από αυτό το Δικαστήριο, διότι, για την κατάφασή του απαιτείται προσφυγή στη διάταξη του άρθρου 11 Ν. 489/1976, που, κατά τα παραπάνω εκτεθέντα, δεν τυγχάνει εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, καθώς και στη διάταξη του άρθρου 927 ΑΚ (συνοφειλέτες σε ολόκληρο), για την οποία, όμως, δεν συντρέχει λόγος προσφυγής, εφόσον, όπως αναλυτικά αναφέρθηκε, η προκειμένη αξίωση βρίσκει επαρκές νομικό έρεισμα στην ασφαλιστική σύμβαση.
Η παραπάνω άποψη του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το επιχείρημα ότι δεν μπορεί δικαιοπολιτικά να γίνει δεκτό η ένδικη αξίωση να υπόκειται στην πολύ μακρά εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, ενώ η αντίστοιχη αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή (που πηγάζει από την ίδια σύμβαση) να υπόκειται στη βραχυχρόνια τετραετή ή πενταετή παραγραφή του άρθρου 10 Ν. 2496/1997, που αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε, όπως παγίως γίνεται δεκτό, παραδοχή που θα οδηγούσε σε άνιση και παράλογη διαφοροποίηση των δύο υποκειμένων της σύμβασης ασφάλισης.
Ομοίως αντίκειται στη λογική, το ότι η μεν κύρια αξίωση αποζημίωσης του παθόντος τρίτου κατά του ασφαλιστή να υπόκειται στη βραχεία πενταετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 Ν. 489/1976 (διετή πριν την αντικατάσταση της παρ. 2 αυτού του άρθρου με το άρθρο 7 Ν. 3557/2007, ΦΕΚ A' 100/14-5-2007), η δε αξίωση του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου του, μετά την ικανοποίηση του παθόντος τρίτου, να υπόκειται στην πολύ μακρά εικοσαετή παραγραφή, μεταχείριση η οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, βρίσκεται εκτός νομοθετικής βούλησης".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η σχετική ένσταση παραγραφής των εναγομένων, που στηρίζεται, όπως δέχτηκε στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 2496/2997, ως ουσιαστικά βάσιμη και να απορριφθούν οι αγωγές και ότι συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι οι ένδικες αξιώσεις υπόκεινται σε εικοσαετή παραγραφή και απέρριψε την περί παραγραφής ένσταση των εναγομένων, κάνοντας ακολούθως δεκτές τις αγωγές ως και κατ' ουσία βάσιμες έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και έπρεπε να γίνει δεκτή η έφεση και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της.
Στη συνέχεια δε και αφού κράτησε την υπόθεση και τη δίκασε κατ' ουσίαν απέρριψε τις συνεκδικασθείσες ενώπιόν του αγωγές (αναγωγές) της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων ως κατ' ουσίαν αβάσιμες. Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, απέρριψε τις ως άνω αγωγές (αναγωγές) της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας αφού δέχτηκε ότι το εξ αναγωγής δικαίωμα του ασφαλιστή ιδρύεται από την ασφαλιστική σύμβαση και μόνο και δεν θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 11 του Ν. 489/1976 (ήδη Π.Δ. 237/1986), και ότι για το λόγο αυτό υπόκειται στην τετραετή παραγραφή του άρθρου 10 του ν. 2496/1997, και όχι στη συνήθη εικοσαετή πραγραφή της διάταξης του άρθρο 249 ΑΚ και ότι συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση η εξ αναγωγής αξίωση της ενάγουσας είχε υποπέσει στην ως άνω τετραετή παραγραφή.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, αν και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου αποτελεί ιδιαίτερη και αυτοτελή αξίωση που παράγεται από το νόμο και όχι από αδικοπραξία ή τη σύμβαση και ειδικότερα από την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 11 του ν. 489/1976 το οποίο υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή από το άρθρο 249 ΑΚ παραγραφή, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί κατά τους χρόνους άσκησης των ένδικων αγωγών, παραβίασε ευθέως, αφ' ενός μεν τη διάταξη του άρθρου 10 του ν. 2496/97 την οποία εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέα, αφ' ετέρου δε τη διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ την οποία δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, οι επισημαινόμενες δε στην προσβαλλόμενη απόφαση διαφοροποιήσεις από το νόμο στους χρόνους παραγραφής της αξίωσης αποζημίωσης του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ζημιώσαντος και κατά του ασφαλιστή, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 ν. 489/76 δεν προκαλούν ανισότητες, ούτε αθέμιτες διαφοροποιήσεις, αλλά αντίθετα είναι συμβατές με τη διαφύλαξη του προστατευόμενου δικαιώματος αναγωγής.
Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Εξάλλου μετά την παραδοχή των ως άνω λόγων αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο, αν και απέρριψε κατ' ουσίαν τις ένδικες αγωγές κατά την κύρια βάση τους, περί δικαιώματος αναγωγής από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 ν. 489/76, εν τούτοις παρέλειψε να εξετάσει την επικουρική βάση και αίτημα των αγωγών αυτών, από τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ., εφόσον μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης και την παραπομπή της υπόθεσης στο Εφετείο, οι ένδικες αγωγές θα ερευνηθούν εκ νέου ως προς την κύρια βάση και αίτημά τους, οπότε σε περίπτωση απορρίψεως αυτής, το Εφετείο οφείλει να ερευνήσει τις αγωγές ως προς την επικουρική βάση τους από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγων της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.), να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), η οποία κατέθεσε προτάσεις, και να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που άρχισε να ισχύει από 2.4.2012, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1673/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ