Supreme Court dismisses appeal as it concerns factual evaluation, not a diagnostic reading error of the contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by the sellers against the First Instance Court's judgment regarding a property sale contract. The appellants argued that the First Instance Court distorted the contract's content by accepting facts contrary to the written agreement without specific evidence. The court ruled that this constituted an evaluative judgment on the facts rather than a diagnostic error in reading the document, which falls outside the scope of appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 80 and 81 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the distortion of a contract's content is inadmissible if it merely challenges the court's evaluative assessment of facts rather than alleging a diagnostic error in the reading of the document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 86 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 86/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Σ. του Μ., και 2) Α. συζύγου Ι. Σ., το γένος Χ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σταθόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ηλιόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Α. Μ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Κοντοζήση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-10-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4447/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1468/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-6-2015 αίτησή τους.
Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 31-8-2017 πρόσθετη παρέμβασή της προς το Δικαστήριο τούτο, ζήτησε όσα αναφέρονται σ’ αυτήν. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 3-2-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν. Και κατά τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 ΚΠολΔ η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους.
Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει σαφώς, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου. Το ότι στη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην οποία απαριθμούνται οι εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική διαδικασία άλλες (πλην αυτών του κεφαλαίου περί αναιρέσεως) διατάξεις του ΚΠολΔ, δεν μνημονεύεται και το άρθρο 80 ΚΠολΔ δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της αντίθετης απόψεως, διότι οι διατάξεις του πρώτου βιβλίου του ΚΠολΔ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 80, εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 εδ. α’ και 215 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται. Η κατάθεση αυτή είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, που ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση.
Η κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης, που ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει, εφόσον δεν ζητήθηκε και δεν διατάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 150 ΚΠολΔ σύντμηση προθεσμίας, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα.
Στην προκειμένη περίπτωση, η Α. Μ. του Χ., ομόδικος των αναιρεσειόντων στον πρώτο βαθμό, άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 31-8- 2017 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσειόντων και κατά του αναιρεσίβλητου, με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, στο οποίο απευθύνεται, ορίστηκε δε δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης από τον Πρόεδρο Υπηρεσίας του Αρείου Πάγου για λογαριασμό του Προέδρου του Α2’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η 9-10-2017 και προθεσμία κοινοποίησης της πρόσθετης παρέμβασης 15 ημέρες πριν τη δικάσιμο, μετά από σύντμηση της σχετικής προθεσμίας των 60 ημερών.
Όμως η πρόσθετη παρέμβαση κοινοποιήθηκε μόνο στον αναιρεσίβλητο, όχι όμως και στους αναιρεσείοντες, αφού δεν ποοσκομίζονται από την προσθέτως παρεμβαίνουσα οι σχετικές εκθέσεις επιδόσεως αντιγράφου της υπό κρίση πρόσθετης παρέμβασης προς αυτούς, ούτε οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες προσκομίζουν το τυχόν επιδοθέν σ’ αυτούς αντίγραφο της ως άνω παρέμβασης.
Συνεπώς, αφού δεν έγινε κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης σε όλους τους κυρίως διαδίκους, δεν ολοκληρώθηκε η άσκησή της και κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα πρέπει ν’ απορριφθεί η υπό κρίση πρόσθετη παρέμβαση, ως απαράδεκτη.
Κατά το άρθρο 178 του Α.Κ. "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, κριτήριο των χρηστών ηθών αποτελούν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενο της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή τον σκοπό στον οποίον αυτοί αποβλέπουν αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών που τη συνοδεύουν.
Κατά δε το άρθρο 179 του Α.Κ., το οποίο αποτελεί ειδικοτέρα περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 178 του ιδίου Κωδικός : "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή".
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 174 και 180 του Α. Κ. για να χαρακτηρισθεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και συνεπώς άκυρη, λόγω αντιθέσεώς της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικώς τρία στοιχεία, δηλαδή α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του.
Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητος ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δευτέρας των ως άνω διατάξεων να συντρέχουν σωρευτικώς, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνον του ενός εξ αυτών. Απειρία είναι η έλλειψη της συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές.
Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εξάλλου, εκμετάλλευση υπάρχει, όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.
Ειδικότερα, προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου.
Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται, ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της καταρτίσεως της, (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια, και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.Α.Π. 714/1973).
Η κρίση, όμως, του ουσιαστικού δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν ελέγχεται αναιρετικώς κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 714/1973, Α.Π.432/2016, 151/2015, 820/2014, 2095/2009). Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27 και 28/1998, Α.Π. 1756/2011). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων(Α.Π.1577/2013).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο Ολ.Α.Π.1/1999, Α.Π. 19/2012, 105/2012, 223/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: " Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), ηλικίας 80 ετών, κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, (γεννηθείς το έτος 1927), διέμενε μόνος του σε ιδιόκτητο...διαμέρισμα, έκτασης 58,40 τ.μ....που βρίσκεται στο ισόγειο της επί της οδού ..., διώροφης οικοδομής.
Τον Οκτώβριο 2005... προσέλαβε, ως οικιακή βοηθό, την τρίτη εναγομένη Α. Μ., προκειμένου να τον βοηθά με τις εργασίες της καθημερινότητας, αφού ο ίδιος δεν μπορούσε να ανταποκριθεί πλήρως σ’ αυτές. Η τελευταία, αρχικά, διέμεινε στην παραπάνω οικία και σε λίγο χρονικό διάστημα, εκτυλίχθηκε μία ιδιότυπη σχέση πλήρους εξάρτησης του ενάγοντος από τη βούληση και τις πράξεις της τρίτης εναγομένης, η οποία συνεχώς τον διαβεβαίωνε και τον έπειθε ότι θα βρίσκεται πάντα στο πλευρό του και ότι το ενδιαφέρον της για αυτόν θα ήταν αμετάβλητο.
Έτσι, η τρίτη εναγομένη, εκμεταλλευόμενη τη μεγάλη ηλικία του, το γεγονός ότι είχε ελάχιστες γραμματικές γνώσεις, ήταν χήρος από το έτος 1996 και ήταν ψυχικά ευάλωτος, κατάφερε να απομονώσει κοινωνικά τον ενάγοντα τόσο από τους γείτονες και φίλους του, όσο και από τα δύο τέκνα του, με τα οποία οι σχέσεις ψυχράθηκαν, λόγω των παροτρύνσεων των τελευταίων και της άρνησης αυτού (ενάγοντος) να παρατήσει την τρίτη εναγομένη.
Ακολούθως, η τελευταία έπεισε τον ενάγοντα να εγκατασταθεί στην οικία της στο ..., για να τον περιποιείται καλύτερα, να βρίσκεται σε οικογενειακό περιβάλλον, δεδομένου ότι στην οικία της διέμειναν και η μητέρα της και το τέκνο της και να του συμπαραστέκεται όσο χρόνο αυτός θα ζούσε. Με τον τρόπο αυτό, εκμεταλλευόμενη την αδυναμία του προς το πρόσωπο της, τον έπεισε να της μεταβιβάσει την κυριότητα του ανωτέρω περιγραφόμενου διαμερίσματος του, του οποίου η αγοραστική αξία του ανερχόταν τότε στο ποσό των 95.000 ευρώ, προκειμένου, όπως η τρίτη εναγομένη τον διαβεβαίωσε, να το πωλήσει περαιτέρω και τα χρήματα που θα λάμβανε να αγόραζε άλλο σπίτι καλύτερο και μεγαλύτερο στην επαρχία, όπου θα διέμεναν μαζί.
Πράγματι, στις 9.12.2005, δηλαδή σε χρονικό διάστημα δύο μηνών από την πρόσληψη της τρίτης εναγομένης ως οικιακής βοηθού, ο ενάγων μεταβίβασε προς την τρίτη εναγομένη το διαμέρισμά του, με το .../9.12.2005 συμβόλαιο πώλησης της συμβ/φου Αθηνών Μ. Κ.- Χ., που νόμιμα μεταγράφηκε και στο οποίο αναφέρεται, ως τίμημα, το ποσό των 36.991,73 ευρώ, ποσό που ουδέποτε κατέβαλε η τρίτη εναγομένη στον ενάγοντα.
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά τη μεταβίβαση του ανωτέρω διαμερίσματος, η τρίτη εναγομένη, μετά του ενάγοντος, μετέβηκαν στο χωριό ... και διέμειναν σε τροχόσπιτο, που η τρίτη εναγομένη εγκατέστησε σε αγρόκτημα, στη συνέχεια δε μετέβησαν στη Σαλαμίνα και μετά στην Ακράτα Αχαίας, διαμένοντας πάντα σε τροχόσπιτο, όπου η τρίτη εναγομένη εγκατέλειψε τον ενάγοντα και τον Οκτώβριο 2006, μετά από σχετική προς τα τέκνα του ειδοποίηση της Αστυνομίας, επέστρεψε στη ....
Παράλληλα, η τρίτη εναγομένη, με το .../13.7.2006 συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Σ. Γ., που νόμιμα μεταγράφηκε, πώλησε και μεταβίβασε την κυριότητα του ως άνω διαμερίσματος, στον πρώτο και τη δεύτερη των, εναγομένων, (ήδη αναιρεσείοντες) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, αντί του τιμήματος των 41.154,48 ευρώ, όπως αυτό αναγράφεται στο ανωτέρω συμβόλαιο και το οποίο εξοφλήθηκε, σύμφωνα με την ...2.11.2006 πράξη εξόφλησης της ίδιας ανωτέρω συμβ/φου.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητας του διαμερίσματος του ενάγοντος προς την τρίτη εναγομένη, που περιέχεται στο .../9.12.2005 συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Μ. Κ.- Χ., είναι αισχροκερδής, δεδομένου ότι συνέτρεξαν, κατά το χρόνο κατάρτισης της..., οι απαιτούμενες κατά το νόμο...προϋποθέσεις.
Ειδικότερα, ο ενάγων, λόγω κουφότητας, αδιαφορίας και αμεριμνησίας, δηλαδή, που τον διακατείχε, και είχε ως συνέπεια να μην μπορεί να εκτιμήσει τη σημασία και τις συνέπειες της πράξης του, αλλά και της άμεσης και επιτακτικής ανάγκης, που οφείλεται στην έντονη επιθυμία του...να δημιουργήσει οικογένεια με την τρίτη εναγομένη, προχώρησε στην πώληση και τη μεταβίβαση του διαμερίσματος του.
Επίσης, η τρίτη εναγομένη, η οποία γνώριζε την οικονομική, κοινωνική και οικογενειακή κατάσταση του ενάγοντος, εκμεταλλεύτηκε την κουφότητα και την ανάγκη του, και η ίδια κατάφερε να απομονώσει κοινωνικά τον ενάγοντα και να τον απομακρύνει από τα τέκνα του, επιπλέον δε να τον πείσει ότι θα βρίσκεται πάντα στο πλευρό του και θα του συμπαραστέκεται, δημιουργώντας έτσι μία σχέση εξάρτησης, προκειμένου να πετύχει τη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου προς το πρόσωπο της.
Τέλος, υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, καθόσον, η μεν αγοραστική αξία του διαμερίσματος που μεταβίβασε ο ενάγων στην τρίτη εναγομένη ανερχόταν, κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης, στο ποσό των 95.000 ευρώ, η δε διαβεβαίωση της τρίτης εναγομένης ότι θα του συμπαραστέκεται, που συνιστά αντιπαροχή, ανερχόταν στο ποσό των 27.000 ευρώ, αφού ο τότε μηνιαίος μισθός της οικιακής βοηθού, ανερχόταν στα 450 ευρώ και η διάρκεια παροχής των υπηρεσιών της δεν υπερβαίνει τα πέντε, μετά τη σύναψη της σύμβασης χρόνια, λαμβανομένου(νης) υπόψη και της ηλικίας του ενάγοντος.
Η δυσαναλογία δε αυτή, είναι προφανής, δεδομένου ότι υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα στις σχετικές συναλλαγές ανθρώπου και υπερβαίνει, κατά πολύ, το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου.
Αντίθετα, ο ισχυρισμός των δύο πρώτων εναγομένων, σύμφωνα με τον οποίο ο ενάγων δεν έπεσε θύμα εκμετάλλευσης και προέβη ελεύθερα και αβίαστα στη μεταβίβαση του ακινήτου προς την τρίτη εναγομένη, με σκοπό να ωφεληθεί τις ερωτικές υπηρεσίες της τρίτης εναγομένης, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον...αποδείχθηκε ότι η τρίτη εναγομένη εκμεταλλεύτηκε την κουφότητα και ανάγκη του ενάγοντος και κατάφερε να τον πείσει να μεταβιβάσει την κυριότητα του διαμερίσματος του...
Περαιτέρω, ...στην περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ΑΚ 179, όπως στην προκείμενη περίπτωση, επέρχεται ακυρότητα τόσο της υποσχετικής όσο και της εκποιητικής δικαιοπραξίας, η ακυρότητα δε αυτή, ως απόλυτη, ισχύει έναντι παντός, ακόμη δε και κατά των καλής πίστης τρίτων, που απέκτησαν δικαίωμα με την ως άνω άκυρη δικαιοπραξία.
Επομένως, ο ισχυρισμός των δύο πρώτων εναγομένων, οι οποίοι φέρονται να απέκτησαν το δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου διαμερίσματος, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου ο καθένας, από την τρίτη εναγομένη, με το .../13.7.2006 συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Σ. Γ., σύμφωνα με τον οποίο διατείνονται ότι είναι καλής πίστης τρίτοι και δεν γνώριζαν ότι πράγματι συνέτρεχαν εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, που ανωτέρω αποδείχθηκαν και τα οποία καθιστούσαν τη σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης του εν λόγω διαμερίσματος από τον ενάγοντα προς την δικαιοπάροχο τους- τρίτη εναγομένη αισχροκερδή, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή, δυναμένου του ενάγοντος, ως έχοντος έννομο συμφέρον, να προβάλει την ακυρότητα και έναντι των ειδικών διαδόχων- πρώτου και δεύτερης των εναγομένων, έστω και αν αυτοί βρίσκονται σε καλή πίστη.
Οι τελευταίοι δε, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν απέκτησαν και το δικαίωμα κυριότητας επί του διαμερίσματος, καθόσον η δικαιοπάροχος τους- τρίτη εναγομένη δεν ήταν κυρία του εν λόγω διαμερίσματος, κυριότητα που απαιτείται, κατά την ΑΚ 1033, να συντρέχει στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, εξαφανίζοντας κατά το εκκληθέν μέρος της την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε εκδοθεί ερήμην των αναιρεσειόντων, και δικάζοντας κατ’ ουσίαν την υπόθεση ως προς αυτούς έκρινε ότι η σύμβαση πωλήσεως και μεταβιβάσεως προς την δικαιοπάροχο αυτών του επιδίκου διαμερίσματος ήταν αισχροκερδής και δεχόμενο, κατόπιν αυτού, την εναντίον τους αγωγή ανεγνώρισε ότι οι ίδιοι δεν κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου διαμερίσματος, αφού και η συνεναγομένη δικαιοπάροχος των δεν είχε, λόγω ακυρότητος της αντιστοίχου συμβάσεως, καταστεί κυρία του ιδίου διαμερίσματος.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του Α.Κ., οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν εν προκειμένω, με βάση τα ανελέγκτως, ως άνω, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά. Επί πλέον δε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών.
Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενο της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι η σύμβαση πωλήσεως και μεταβιβάσεως της κυριότητος του διαμερίσματος του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου προς την τρίτη εναγομένη, ήταν αισχροκερδής και εντεύθεν άκυρη, λόγω αντιθέσεώς της προς τα χρηστά ήθη και ως τοιαύτη δεν επέφερε την κτήση της κυριότητος του εν λόγω διαμερίσματος στην τελευταία και μέσω αυτής στους αναιρεσείοντες.
Επομένως οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τους πρώτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία δηλαδή και εκ πλαγίου παραβίαση των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πέραν της αοριστίας των που τις καθιστά, κατά τα αμέσως κατωτέρω εκτιθέμενα, απαράδεκτες, τυγχάνουν και αβάσιμες.
Ειδικότερα ο αναιρεσείων με το πρώτο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται κατ’ ακριβή εδώ μεταφορά των τα εξής: " Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παρεβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 του Κ.Πολ.Δικ. δηλαδή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται ερμηνευτικοί κανόνες δικαιοπραξιών και ιδίως τα διδάγματα της κοινής πείρας όσον αφορά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς.
Συγκεκριμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι η σύμβαση πώλησης του διαμερίσματος ήταν "δήθεν" αισχροκερδής ...λόγω κουφότητας, αδιαφορίας και αμεριμνησίας του ενάγοντα ...χωρίς το στοιχείο αυτό να αποδειχθεί, δεδομένου ότι η μάρτυρας του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος κόρη του κατέθεσε πως δεν ήταν παρούσα στις δήθεν ιδιαίτερες συμφωνίες ...δεν ήξερε που βρισκόταν ο πατέρας της την ειδοποίησε ο αστυνόμος της …...
ότι ο πατέρας της δεν είχε πνευματική ασθένεια και επομένως δεν είχε "κουφότητα". Το Εφετείο δεν ερμήνευσε τις αντίστοιχες φράσεις των συμβολαίων αγοραπωλησίας όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικό ήθη, σύμφωνα με το άρθρο 200 του Αστικού Κώδικα. Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση όφειλε να δεχθεί ότι ελεύθερα και αβίαστα ο αναιρεσίβλητος μεταβίβασε το ακίνητο χωρίς άλλες κρυφές συμφωνίες, έσφαλε και πρέπει να αναιρεθεί".
Επίσης με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση τα εξής: "Η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει στο σκεπτικό της αντιφατικές διατάξεις. Ενώ το Εφετείο δέχεται εμμέσως την προσπάθεια του ενάγοντα παραπλανήσεως του δικαστηρίου, ο οποίος με τον ισχυρισμό ότι δήθεν ήταν χήρος από το 1996, ισχυριζόταν κουφότητα, αποδείχθηκε όμως ότι πράγματι το 1999 ο ενάγων νυμφεύθηκε την Ρουμάνα Μ.
Γ. επομένως ήταν "υποψιασμένος", στην συνέχεια η προσβαλλομένη δέχεται ότι δήθεν υπήρξαν οι προϋποθέσεις αισχροκερδούς σύμβασης. Ενώ από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε κρυφή συμφωνία-αντίθετη με το περιεχόμενο του συμβολαίου αγοραπωλησίας-η προσβαλλομένη δέχεται ότι δήθεν υπήρχε συμφωνία αντιπαροχής οικιακής βοηθού, με την οποία-δήθεν- υφίσταται προφανής δυσαναλογία παροχής με αντιπαροχή.
Παρότι το τίμημα μεταβιβάσεως ήταν με το αξιόπιστο αντικειμενικό σύστημα αξιών περίπου 40.000 ευρώ, η προσβαλλομένη δέχεται ως αξία του επίδικου το εξωπραγματικό ποσό των 95.000 ευρώ! και μάλιστα χωρίς να παραθέτει στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η απίθανη αυτή αξία. Με βάση αυτή την απίθανη αξία κατέληξε η προσβαλλομένη στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι δήθεν υφίσταται προφανής δυσαναλογία παροχής με αντιπαροχή ενώ αν δεχόταν την πραγματική των 40.000 ευρώ, δεν θα υπήρχε προφανής δυσαναλογία.
Η προσβαλλομένη δέχεται ότι δήθεν αποδείχθηκε η αισχροκερδής δικαιοπραξία, χωρίς όμως να παραθέτει τα συγκεκριμένα εκείνα περιστατικά με αποδείξεις, με τα οποία να καθίσταται αναμφισβήτητη η κρίση της. Έσφαλε η προσβαλλομένη και πρέπει να αναιρεθεί". Με το περιεχόμενο τους αυτό και οι δύο ως άνω λόγοι αναιρέσεως τυγχάνουν προεχόντως απαράδεκτοι αφ’ ενός μεν λόγω της αοριστίας των, αφού δεν προσδιορίζονται, καθόσον αφορά τον πρώτο εξ αυτών, τα νομικά ερμηνευτικά ή υπαγωγικά σφάλματα στα οποίο το Εφετείο υπέπεσε κατά την εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, καθόσον αφορά δε τον δεύτερο ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες (διατάξεις κατά το αναιρετήριο), οι οποίες περιελήφθησαν στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως και καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, αφ’ ετέρου δε διότι και με τους δύο αυτούς λόγους αναιρέσεως και υπό την αόριστη και προσχηματική επίκληση των αντιστοίχων αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται πράγματι, η μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ουσιαστική κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως "αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη". Ως αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων η οποία αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, όπως είναι η αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κάθε ένδικο μέσο, ανακοπή και τριτανακοπή (Α.Π.218/2013, 1586/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά Α.Π. 568/2014, 120/2011, 1131/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείοντες με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 9 και 10 αντιστοίχως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενοι, κατ’ ακριβή εδώ εκ του αναιρετηρίου μεταφορά των τα εξής: " Το Εφετείο... παρεβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 559 παρ.9, δηλαδή αφήκε αίτηση αδίκαστη, επειδή στις σελίδες 13 και 14 των προτάσεών μας ρητά είχαμε επισημάνει την απαγόρευση απόδειξης κατά του περιεχομένου εγγράφου.
Σύμφωνα με το άρθρο 393 παρ.2 του Κωδ.Πολ.Δικ.... ο εφεσίβλητος δεν έχει προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για την απόδειξη των ισχυρισμών του και δεν μπορεί με μάρτυρες να αποδείξει τα αντίθετα που περιλαμβάνεται στο επίσημο συμβόλαιο πωλήσεως του ακινήτου, το οποίο καταρτίσθηκε νόμιμα, ενώπιον του αρμοδίου συμβολαιογράφου...Στην αίτησή μας αυτή δεν απάντησε η προσβαλλομένη απόφαση, αν δηλαδή δέχεται με μάρτυρες ως αληθινά πράγματα αντίθετα με το περιεχόμενο του εγγράφου- συμβολαίου, έσφαλε και πρέπει να αναιρεθεί". "Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παρεβίασε τον κανόνα του άρθρου 559 παρ. 10 του Κωδ.Πολ.Δικ.
διότι δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη, δηλαδή δέχθηκε κουφότητα και απειρία του ενάγοντα (82 ετών) χωρίς απόδειξη, αφού δεν κατέθεσε μάρτυρας ποια ήταν η κατάστασή (του) κατά τον χρόνο καταρτίσεως της επίδικης δικαιοπραξίας για την μεταβίβαση του ακινήτου, ούτε προσκόμισε επίσημο ιατρικό πιστοποιητικό στοιχείο, απαραίτητο για να κριθεί η κουφότητα του ενάγοντα, έσφαλε και πρέπει να αναιρεθεί".
Ο πρώτος από τους προαναφερομένους λόγους αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι ο φερόμενος ως αγνοηθείς από το Εφετείο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί απαγορεύσεως από το άρθρο 393 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. της εμμαρτύρου αποδείξεως, δεν συνιστά αίτηση υπό την προεκτεθείσα του όρου τούτου έννοια, ώστε η παράλειψη εκδικάσεώς της να στοιχειοθετεί την από τον 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
σχετική αναιρετική πλημμέλεια. Σε κάθε περίπτωση δε ο εν λόγω ισχυρισμός τυγχάνει αβάσιμος, αφού η θεσπιζομένη με την ρηθείσα διάταξη του άρθρου 393 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. απαγόρευση της εμμαρτύρου αποδείξεως αφορά το περιεχόμενο της εγγράφου δικαιοπραξίας και όχι τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία επάγονται την κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου ακυρότητα αυτής (Α.Π. 1071/1994, 10/2007, 2260/2014).
Επίσης ο δεύτερος από τους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο αναφέρει σ’ αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενώπιον του, την υπ’ αριθμ. .../19-12-2014 ένορκη βεβαίωση μάρτυρος ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσεκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του ότι απεδείχθησαν όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως ταύτης, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του (Ολ.Α.Π. 2/2008).
Ο λόγος αυτός ωστόσο τυγχάνει αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσεκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (Α.Π. 109/2012,134/2012). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 100/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στη προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ.11 γ’ Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα έγγραφα και δη α) την υπ’ αριθμ. .../2014 ένορκη βεβαίωση μάρτυρος ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, την υπ’ αριθμ. ... άδεια γάμου του αναιρεσιβλήτου από το ..., την υπ’ αριθμ. ... ληξιαρχική πράξη γάμου αυτού και την υπ’ αριθμ. 10143/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (επί αγωγής διαζυγίου) του ιδίου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, διότι από την προρρηθείσα βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, της υπ’ αριθμ. .../19-12-2014 ενόρκου βεβαιώσεως μάρτυρος ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, καθώς και των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσεκόμισαν, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως που παρατίθεται ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη τόσο την ανωτέρω ρητώς μνημονευομένη στην απόφασή του ένορκη βεβαίωση όσο και τα λοιπά φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, έγγραφα.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού έλεγχου. (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1093/2014, 29/2011 ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον έκτο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ.
αναιρετική πλημμέλεια, για την στοιχειοθέτηση της οποίας επικαλούνται τα εξής: "Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παρεμόρφωσε το περιεχόμενο...του...συμβολαίου αγοραπωλησίας του επίδικου ακινήτου, στο οποίο...εκδηλώθηκε και καταχωρήθηκε η βούληση των συμβαλλομένων....Στο συμβόλαιο δηλώθηκε ελεύθερα και αβίαστα καταχωρήθηκε από τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο ότι μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ότι έλαβε ολόκληρο το τίμημα, χωρίς καμμία άλλη προϋπόθεση...Η προσβαλλομένη έκρινε ότι δήθεν τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία.
Με την ανωτέρω κρίση το Εφετείο περιέπεσε στην παράβαση του άρθρου 559 παρ.20 του Κωδ.Πολ.Δικ. επειδή παραμόρφωσε το περιεχόμενο....των συμβολαίων αγοραπωλησίας, επειδή δέχθηκε ότι όσα αναφέρονται στα συμβόλαια δεν αντιστοιχούν στην πραγματικότητα, δηλαδή δέχθηκε πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο κρίσιμο έγγραφο, το συμβόλαιο αγοραπωλησίας.
Το Εφετείο προσέδωσε διαφορετικό περιεχόμενο στις φράσεις του συμβολαίου-εγγράφου, περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες και έσφαλε στην κρίση του". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι όπως σαφώς προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο του, δεν αποδίδει στην απόφαση διαγνωστικό σφάλμα, δηλαδή αναγόμενο στην ανάγνωση, αλλά εκτιμητικό τοιούτο, απόδοση δηλαδή στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας νοήματος διαφορετικού από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, το οποίο όμως δεν ιδρύει τον υπό έρευνα αναιρετικό λόγο.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Ιουνίου 2015 αίτηση των: 1) Ι. Σ. του Μ. και 2) Α. συζ. Ι. Σ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1468/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ