Supreme Court allows appeal against final judgment due to legal uncertainty regarding property acquisition method.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the third ground of appeal regarding legal uncertainty in the plaintiff's claim for property ownership. The lower court accepted the claim despite the plaintiff relying on a twenty-year period of possession starting in 1978, which did not meet the statutory requirement for acquisitive prescription by the time of the lawsuit in 1998. Consequently, the final judgment was annulled and the case remitted to the same court for retrial with a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(a), 287, 291 of the Code of Civil Procedure; Article 559(1) and (8) of the Code of Civil Procedure: When a claim relies on acquisitive prescription but fails to demonstrate the requisite twenty-year period of good faith possession by the time the lawsuit is filed, the claim is legally uncertain and must be rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 86 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 86/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Σ. χήρας Χ. Τ., η οποία δεν παραστάθηκε, 2)Α. συζ. Ι. Κ., το γένος Χ. Τ., κατοίκων ..., και 3)Γ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παρασκευή Φιριπή, η οποία δήλωσε ότι η 1η αναιρεσείουσα απεβίωσε στις …-3-2015, όπως προκύπτει από το από …-4-2014 απόσπασμα της ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου ... και συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη οι κληρονόμοι της 2η και 3ος αναιρεσείοντες και εκπροσωπούνται από την ίδια.
Της αναιρεσίβλητης: Π. συζ. Ζ. Γ., το γένος Ι. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαργαρίτα Τσίγκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 172/1999 μη οριστική, 148/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2228/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/5/2014 αίτησή τους. Η υπόθεση συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 4ης Μαρτίου 2015 με αριθμό πινακίου 28. Διαπιστωθείσης, λόγω της παραίτησης από την υπηρεσία του προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, μετά τη συζήτηση αυτής, ορίστηκε με την υπ' αριθμόν 250/2015 πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος, ως νέα δικάσιμος η 6-4-2016 και μετ' αναβολή η σημερινή για την επανασυζήτηση της υπόθεσης.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 5-12-2014 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Αρεοπαγίτου Μαρίας Βαρελά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 ΚΠολΔ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως, ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαίτερου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη και ήδη πρώτη των αναιρεσειόντων Σ. χήρα Χ. Τ., το γένος Ν. Ζ., απεβίωσε στις …-4-2015, δηλαδή μετά την άσκηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 3-6-2014, και κληρονομήθηκε από τα τέκνα της, Α. σύζ. Ι. Κ., το γένος Χ.
Τ. και Γ. Τ. του Χ. (δεύτερη και τρίτος των αναιρεσειόντων), μοναδικούς εκ διαθήκης κληρονόμους της, οι οποίοι, με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Παρασκευής Φιριπή, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν στην αναιρεσίβλητη το γεγονός του θανάτου της προαναφερόμενης δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν εκούσια τη διακοπείσα δίκη.
Ο θάνατος της τελευταίας και η κληρονομική διαδοχή αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα από τους ίδιους έγγραφα (το από …-4-2015 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου ..., την υπ' αριθμ. .../18-4-1997 δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου … Κ. Σ., την υπ' αριθμ. .../26-4-2005 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου … Ε.
Λ. και την υπ' αριθμ..../24-6-2005 διορθωτική πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου), αλλά και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη.
Συνεπώς, νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης.- Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 Α.Κ., όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή, με διάνοια κυρίου.
Με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ'άρθρο 1051 Α.Κ.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ'αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Από δε τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 Α.Κ., 70, 216 παρ.1 ΚΠολΔ., συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου, ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του.
Η ακριβής περιγραφή μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα, γιατί έτσι μπορεί και ο εναγόμενος να αμυνθεί και να ταχθούν οι δέουσες αποδείξεις. Στην περίπτωση που η αγωγή στηρίζεται σε χρησικτησία, πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της τα αναγκαία για την κτήση της κυριότητας, με τον τρόπο αυτό περιστατικά.
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς, δεν αφορά στη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός.
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη Π. Ζ. Γ., με την από 22-12-1997 αγωγή της, ισχυρίστηκε ότι το έτος 1928 απεβίωσε ο πατέρας αυτής και του αρχικώς εναγομένου Χ. Τ., Ι. Τ. που κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν απόλυτα κύριος και νομεύς ενός αγρού κειμένου στην κτηματική περιφέρεια ... στη θέση "Π.", εκτάσεως 5.000 τ.μ., που ορίζεται ανατολικά με διάβαση προς θάλασσα της περιοχής "Π." ..., βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Δ.
Τ. και νότια με αγροτική οδό. Ότι τον ανωτέρω αγρό ο πατέρας της νεμόταν διανοία κυρίου και με καλή πίστη μέχρι του χρόνου του θανάτου του το έτος 1928, καλλιεργούσε δε, στον αγρό αυτό σιτηρά, μετά δε το θάνατο του υπεισήλθε αυτή και ο εναγόμενος αδελφός της στην κυριότητα του εν λόγω αγρού ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατέρα τους κατ' ισομοιρία.
Ότι τον Σεπτέμβριο του έτους 1965, αυτή και ο αδελφός της προέβησαν στη διανομή του ως άνω αγρού και έκαστος τούτων έλαβε εδαφική έκταση 2.500 τ.μ. και ειδικότερα, ο εναγόμενος αδελφός της έλαβε το προς την ανατολική πλευρά του αγρού τμήμα από 2.500 τ.μ., αυτή δε, το προς την δυτική πλευρά του αγρού υπόλοιπο των 2.500 τετραγωνικών μέτρων.
Ότι το θέρος του έτους 1978 ο εναγόμενος περιέφραξε και το δικό της εδαφικό τμήμα των 2.5000 τ.μ. και κατασκεύασε εντός αυτού κήπο και διαμόρφωσε είσοδο και χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων. Ότι τότε άσκησε διεκδικητική αγωγή εναντίον του αδελφού της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κατερίνης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ.468/1978 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κατερίνης που απέρριψε την αγωγή της.
Ότι μετά την άσκηση έφεσης εκδόθηκε η υπ'αριθμ.102/1979 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, η οποία έκαμε δεκτή την αγωγή της και την αναγνώρισε κυρία και νομέα του εδαφικού τμήματος των 2.500 τ.μ. Ότι τον Ιούνιο 1979 παραχώρησε από το δικό της αγρό υπέρ του αδελφού της εναγομένου έκταση 215 τ.μ. για την εύρυθμη λειτουργία του ξενοδοχείου του.
Ότι έτσι, τελικά απέμεινε σ' αυτή και ύστερα από ακριβή καταμέτρηση των αγροτεμαχίων της και μετά την αφαίρεση των 215 τετραγωνικών μέτρων, αγρός εκτάσεως 1940 τ.μ., κείμενος στην κτηματική περιοχή ... στη θέση Π., οριζόμενος γύρωθεν, βόρεια επί πλευράς 28,60 γραμμικών μέτρων με αγροτική οδό, νότια επί πλευράς 39,16 γραμμικών μέτρων με αγροτική οδό, δυτικά επί πλευράς 42,08 γραμμικών μέτρων με αγροτική οδό και ανατολικά επί πλευράς 54,88 γραμμικών μέτρων με το παραχωρηθέν στον εναγόμενο τμήμα του αγρού της, ήδη ιδιοκτησία του τελευταίου.
Ότι μετά την 9-6-1979 παραχώρησε στον αδελφό της να χρησιμοποιεί χωρίς αντάλλαγμα τον αγρό της ως χώρο στάθμευσης των αυτοκινήτων που σταθμεύουν στο χώρο του ξενοδοχείου του. Ότι την 15-10-1994 αρχικά και στη συνέχεια 10-12-1995 όχλησε τον αδελφό της να της παραδώσει τον άνευ ανταλλάγματος παραχωρηθέντα ως άνω αγρό της, αλλά αυτός αρνήθηκε και βρίσκεται στη νομή του παρά τη θέλησή της μέχρι την άσκηση της αγωγής κατά το μήνα Ιανουάριο 1998.
Ζήτησε δε με την αγωγή της αυτή, να αναγνωρισθεί κυρία του ως άνω λεπτομερώς περιγραφομένου αγρού της, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της αποδώσει τον ανωτέρω αγρό και να απαγορευθεί στον εναγόμενο κάθε διατάραξη της κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη αφού επακριβώς προσδιορίζεται το επίδικο ακίνητο κατάθεση, έκταση, όρια και πλευρικές διαστάσεις.
Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη την αγωγή ως προς την περιγραφή του διεκδικούμενου ακινήτου, δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ούτε κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα πραγματικά γεγονότα ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου και απορρίπτοντας τη σχετική ένσταση αοριστίας της ένδικης αγωγής, που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους, δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 8 και 14 άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες και συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα απαραδέκτως μετέτρεψε ενώπιον του Εφετείου τη βάση της αγωγής της ως προς το ότι αν και στην ένδικη αγωγή αναφέρει ότι μοναδικοί κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατέρα των διαδίκων Ι.
Τ. ήταν αυτή και ο αρχικός εναγόμενος πατέρας τους Χ. Τ., στο εφετήριο δικόγραφο, η αναιρεσίβλητη εκθέτει ότι ο Ι. Τ. απεβίωσε αδιάθετος και κληρονομήθηκε από τους πλησιεστέρους συγγενείς του, τους οποίους δεν κατονομάζει, διότι εν προκειμένω η αναιρεσίβλητη στηρίζει την κτήση της κυριότητάς της μόνο στον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, οπότε δεν είναι ανάγκη να αναφέρει τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους δικαιοπαρόχους της.- Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ., αληθώς εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά την ένσταση εκ μέρους τους της νομικής αοριστίας της ένδικης αγωγής, ως προς τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας της αναιρεσίβλητης επί του επίδικου ακινήτου, δέχθηκε κατά παράβαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων την αγωγή ως ορισμένη, αρκεσθέν σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος για τη νομική της θεμελίωση.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, διότι υπό το προεκτεθέν περιεχόμενό της η αγωγή της αναιρεσίβλητης είναι αόριστη ως προς τον τρόπο κτήσεως της κυριότητάς της, εφόσον για τη θεμελίωση της έκτακτης χρησικτησίας, που επικαλείται, αναφέρει πράξεις νομής διανοία κυρίου ασκούμενες από αυτή από το θέρος του έτους 1978 και εντεύθεν, οι οποίες μέχρι την κατάθεση της ένδικης αγωγής (Ιανουάριος 1998) δεν αρκούν, μη συμπληρούμενης εικοσαετίας, για την κτήση κυριότητας της αναιρεσίβλητης από αυτή.
Ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι έγινε διανομή του επίδικου ακινήτου το Σεπτέμβριο του έτους 1965, αλλά από τότε και μέχρι την άσκηση της αγωγής της για ασφαλιστικά μέτρα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κατερίνης (μετά το θέρος του έτους 1978) ουδεμία συγκεκριμένη πράξη νομής επικαλείται ότι άσκησε διανοία κυρίου.
Κατ' ακολουθίαν και κατά παραδοχή του ανωτέρω βάσιμου τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ.), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος απ' αυτούς παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ.).
Η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2228/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.-
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, ως άνω, Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ