Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to cite substantive law and challenge uncontrollable fact-finding.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a lower court's decision regarding property ownership. The appellants argued procedural errors, including the distortion of expert reports and the application of inapplicable substantive law, but failed to specify the violated statutes or challenge the court's uncontrollable fact-finding. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 384, 387, 388, 390, 559, 561, 577, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it fails to specify the violated substantive law and the nature of the error, or if it challenges the court's uncontrollable evaluation of facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 86 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 86/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Γ. Κ. του Α. και 2) Δ. συζ. Γ. Κ., το γένος Α. Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Παπακωνσταντίνου.
Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Ι. Π. το γένος Π. Ν. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Κούρτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/2/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 445/2004 μη οριστική, 145/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2013 του Μονομελές Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/3/2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 24/10/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 391 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αν διορισθούν από το δικαστήριο πραγματογνώμονες καθένας των διαδίκων μπορεί να διορίσει ανά έναν τεχνικό σύμβουλο που έχει την ικανότητα να διορισθεί πραγματογνώμονας, ο οποίος κατά την παρ. 3 του άρθρου 392 Κ.Πολ.Δ. έχει τη δυνατότητα μετά την υποβολή της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων και πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης να αναπτύξει τη γνώμη του επί της γνωμοδοτήσεως του πραγματογνώμονα προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου ή να υποβάλλει αυτήν εγγράφως καθώς και να απευθύνει ερωτήσεις προς τους πραγματογνώμονες.
Περαιτέρω όπως συνάγεται από το συνδυασμό των άρθρων 384, 387, 388 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο της ουσίας κρίνει κυριαρχικώς προς ασφαλέστερη διάγνωση της διαφοράς για την υφιστάμενη ή όχι ανάγκη παροχής διευκρινήσεων ή άλλων πληροφοριών από τους πραγματο-γνώμονες για την υποβληθείσα γνωμοδότησή τους ή τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης ή επαναλήψεως ή συμπληρώσεως εκείνης που διεξήχθη, η κρίση του δε αυτή δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 387 Κ.Πολ.Δ., που επαναλαμβάνει τον ορισμό του άρθρου 340 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει την κρίση του γιαυτήν την εκτίμηση, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ως αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων τα οποία ορίζει το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ. θεωρείται, η προβλεπόμενη από το νόμο για καθένα από αυτά απόλυτη ή σχετική δεσμευτικότητα της κρίσης του δικαστή ως προς την απόδειξη, με το μέσον αυτό, του αποδεικτικού θέματος.
Επομένως μόνον η παράβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου ως προς τη δεσμευτικότητα αυτή, όπως είναι η αναγνώριση αποδεικτικής δύναμης σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερης ή μικρότερης από εκείνη, την οποία του αποδίδει ο νόμος, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
και όχι όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ.) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αρ. 11, 12, 13, 17 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., στις οποίες υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας με την απορριπτική κρίση του επί του αιτήματος των αναιρεσειόντων για την αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο ακροατήριο του διορισθέντος με απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πραγματογνώμονα, προς διευκρίνιση της γνωμοδότησής του και υποβολής ερωτήσεων από τους νομίμως διορισθέντες τεχνικούς τους συμβούλους, σε σχέση με τη διατυπωθείσα άποψή του, ως προς την ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου, που είναι αντίθετη προς τις εκθέσεις και τα πορίσματα των τελευταίων, καθώς και επειδή το Εφετείο δέχθηκε πλήρως το περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης υπό την έννοια ότι απέδωσε σ' αυτήν μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και ο δεύτερος λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω μη επαρκούς αιτιολογίας του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την αξιολόγηση της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης είναι απαράδεκτοι. Περαιτέρω η προβαλλομένη με τον πρώτο λόγο αιτίαση ότι δεν είναι νόμιμη η κρίση του Εφετείου σύμφωνα με την οποία η έκθεση πραγματογνωμοσύνης μπορεί να ληφθεί υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο ανεξάρτητα από την ακυρότητά της, είναι αλυσιτελής, καθ' όσον αφορά πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επειδή κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπό όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπό όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπό όψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ενστάσεως, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, που δέχθηκε ως κατά ένα μέρος ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου, αγωγή των αναιρεσειόντων, την έφεση των οποίων απέρριψε κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που έκρινε ομοίως, με την ειδικότερη παραδοχή ότι τμήμα του επιδίκου ακινήτου περιλαμβάνεται, στους κτητικούς της κυριότητας των τελευταίων τίτλους, για το οποίο και τους αναγνώρισε συγκυρίους και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να τους το αποδώσει, δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό τους ότι η πραγματογνωμοσύνη, που διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προς διαπίστωση της ταυτότητας του επιδίκου, "βασίζεται σε εφαρμογή των τίτλων κτήσης των ετών 1972 και 1975 οι οποίοι δε συνοδεύονται από συνημμένο σ' αυτούς τοπογραφικό διάγραμμα ή σκαρίφημα και έτσι ο πραγματογνώμονας βασίζεται για την εφαρμογή των τίτλων στο έδαφος σε υποθέσεις για τα μήκη και την ακριβή θέση των δύο συνεχόμενων πλευρών του ακινήτου σε αυθαίρετες και εσφαλμένες υποθέσεις".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός δε συνιστά "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά πραγματικά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων ως προς την ορθότητα της γνωμοδότησης του πραγματογνώμονα. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτό λόγο.
Συνεπώς δεν αποτελούν έγγραφα ως αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αντιδιαστέλλονται, οι εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων οι οποίες συντάχθηκαν μετά από αίτησή τους και προσκομίζονται από αυτούς (άρθρο 390 Κ.Πολ.Δ.) και η τυχόν παραμόρφωση του περιεχομένου τους δεν ιδρύει τον παραπάνω από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος αυτού, με τον οποίο προβάλλεται παραμόρφωση από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου της έκθεσης του τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων, την οποία συνέταξε μετά από αίτησή τους σχετικά με την ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου είναι απαράδεκτος.
Επειδή τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ, 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι στο λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθενται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιον από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. λόγους εμπίπτει η προβαλλομένη αιτίαση. Ειδικότερα ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός πρέπει να μνημονεύονται ή να παρατίθενται οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, καθώς και η νομική κρίση του δικαστηρίου για την έννοιά τους και εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας σε τι συνίσταται το σφάλμα της απόφασης περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το υπόλοιπο μέρος και ο τρίτος λόγος κατά ένα μέρος με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με αριθμητική και μόνο αναφορά στον λόγο αυτό της αναιρέσεως χωρίς να καθορίζονται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν καθώς και η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου είναι απαράδεκτοι. Ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το υπόλοιπο μέρος από τους αρ. 8, 10 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος καθ' όσον υπό την επίκληση των πλημμελειών αυτών πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. Κ.Πολ.Δ.), ότι δεν απέκτησαν οι αναιρεσείοντες και η δικαιοπάροχός τους με πρωτότυπο τρόπο, τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, την κυριότητα τμήματος του επιδίκου ακινήτου. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-3-2012 αίτηση των Γ. Κ. και Δ. Κ. περί αναιρέσεως της 48/2013 αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ