Supreme Court dismisses appeal against lower court's admissibility ruling for late evidence submission.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by the National Insurance Institute against a Lamia Court of Appeal decision. The appellant argued that the lower court improperly admitted late evidence without finding bad faith or gross negligence. The court ruled that the lower court's reasoning was insufficient to establish these elements and that the appeal lacked substantive merit regarding the evaluation of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 559(11)(γ), 562(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal regarding the admissibility of late evidence is inadmissible if the lower court fails to explicitly state the grounds for finding no bad faith or gross negligence, and that an appeal challenging the evaluation of evidence is unfounded if the lower court certifies it considered all evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 86 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 86/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένης Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφαλίσεων Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) και έδρα την Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Γεωργία Αθανασάκου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ., συζ. Κ., το γένος Θ. Γ., κατοίκου ... και 2) Κ. Γ., συζ. Θ., το γένος Ι. Σ., κατοίκου ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/10/2005 τριτανακοπή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 101/2010 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/10/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 8/10/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξουσία του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις 11144/6-8-2012 και 4074/6-8-2012 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Λάρισας ... και του Πρωτοδικείου Λαμίας ..., αντιστοίχως, αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με την υπ' αυτήν πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της αποφάσεως δικασίμου, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις αναιρεσίβλητες, μετά από παραγγελία της πληρεξούσιας δικηγόρου του αναιρεσείοντος που παραστάθηκε και έχει προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα.
Συνεπώς, αφού οι αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτών, ως εάν ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Επειδή, με τα άρθρα 556 παρ.1 και 558 ΚΠολΔ ορίζεται αντιστοίχως ότι δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή κατά ένα μέρος στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος ... η αναίρεση δε, απευθύνεται κατ' εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους και αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι νομιμοποιείται παθητικώς ως αναιρεσίβλητος, ο αντίδικος του αναιρεσείοντος, εκείνος δηλαδή έναντι του οποίου ο αναιρεσείων νικήθηκε όχι δε και ο ομόδικός του, ο οποίος νικήθηκε επίσης, και ο οποίος έχοντας το ίδιο έννομο συμφέρον να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον ως ομόδικος του αναιρεσείοντος μπορεί να μετάσχει στην κατ' αναίρεση δίκη (με την άσκηση αναίρεσης από κοινού ή αυτοτελώς), εκτός εάν λόγω της φύσεως της δίκης ήταν δυνατή η δημιουργία αντιδικίας και μεταξύ των ομοδίκων, όπως στη δίκη περί διανομής, ή η απόφαση διέλαβε διάταξη υπέρ των ομοδίκων βλαπτική για τον αναιρεσείοντα.
Τα ίδια ισχύουν και επί της αναγκαστικής ομοδικίας, που υπάρχει και στην περίπτωση ασκήσεως ανακοπής κατά της εκτελέσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 76 παρ.1 και 936 παρ.2 ΚΠολΔ, οπότε η αναίρεση κατά την έννοια του άρθρου 558 εδ.β' ΚΠολΔ, πρέπει μεν να απευθύνεται κατά όλων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, που ήταν αναγκαίοι ομόδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όχι όμως κατά των δικών του ομοδίκων, αφού με την αναίρεση που ασκήθηκε από τον ομόδικο του αναιρεσείοντα, θεωρούνται από τον νόμο ότι άσκησαν και εκείνοι (άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ), οι οποίοι διαφορετικά θα εμφανίζονταν να έχουν ταυτοχρόνως την ιδιότητα των αναιρεσίβλητων και των αναιρεσειόντων, που είναι λογικώς και νομίμως απαράδεκτο (Ολ.ΑΠ 15-16/1996, Ολ.ΑΠ 24/1997, ΑΠ 1070/2005, ΑΠ 394/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης και αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, απορρίφθηκε πρωτοδίκως ανακοπή της πρώτης αναιρεσίβλητης για την ακύρωση έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και προγράμματος πλειστηριασμού και την προστασία της κυριότητάς της στο ακίνητο που κατασχέθηκε, η οποία στρεφόταν κατά του αναιρεσείοντος, ως επισπεύδοντος την αναγκαστική εκτέλεση και της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως οφειλέτριας καθ' ης η εκτέλεση, μεταξύ των οποίων υπάρχει δεσμός αναγκαίας παθητικής ομοδικίας, έφεση δε της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά των παραπάνω αντιδίκων της έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως, εφόσον το αναιρεσείον και η δεύτερη αναιρεσίβλητη ήταν εφεσίβλητοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δεν επικαλείται το αναιρεσείον ότι η απόφαση αυτή διέλαβε διάταξη βλαπτική για αυτό και υπέρ της ομοδίκου του, η αίτηση αναίρεσης απαραδέκτως απευθύνθηκε κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης και πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτήν αυτεπαγγέλτως (άρθρο 577 παρ.2 ΚΠολΔ).
Επειδή, από το άρθρο 529 παρ.1α και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται κατά κανόνα η προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει ως απαράδεκτα, αν κρίνει, ανέλεγκτα αναιρετικά, ότι η παράλειψη προσκόμισής τους στην πρωτοβάθμια δίκη οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή σε βαρειά αμέλεια.
Σε κάθε περίπτωση, η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας για το παραδεκτό ή μη της προσκόμισης των νέων αποδεικτικών μέσων δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 10/2007, ΑΠ 12/2005).
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδεικτικό μέσον τον 13396/5-3-1999 τίτλο κυριότητας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδας, που προσκομίσθηκε για πρώτη φορά ενώπιόν του, από την πρώτη αναιρεσίβλητη, κρίνοντας ότι δεν προέκυψε ότι η βραδεία προσαγωγή του οφείλεται σε στρεψοδικία από πρόθεση ή βαρειά αμέλειά της, αιτιολογία η οποία είναι ανεπαρκής, αφού δεν εκτίθενται τα στοιχεία με βάση τα οποία κατέληξε σε αυτήν την κρίση, είναι απαράδεκτος.
Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11γ' ΚΠολΔ είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπό όψιν τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπό όψιν όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 532/2008, ΑΠ 58/2008, ΑΠ 2191/2007).
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.11 παρ.γ. ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν έλαβε υπό όψη: 1) την από 16-5-2005 αίτηση - ανακοπή της Κ. Γ. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Υπάτης, στην οποία ανέφερε ότι τα κτήματα στη θέση "Καλογερική" εκτάσεως είκοσι στρεμμάτων, με όρια ίδια με του επίδικου είναι δικά της και ζητούσε τη διόρθωση του προγράμματος πλειστηριασμού και 2) την 5/2005 απόφαση και τα πρακτικά του παραπάνω δικαστηρίου, από τα οποία προέκυπτε η ουσιαστική αβασιμότητα της ανακοπής.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται σε αυτήν, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό και με το σύνολο των αιτιολογιών της αποφάσεως, καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο, ότι συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και την προαναφερόμενη από 16-5-2005 αίτηση - ανακοπή, την οποία, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, οι οποίες παραδεκτώς επισκοπούνται κατ' άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει, ενώ όπως προκύπτει από τις ίδιες προτάσεις δεν επικαλέσθηκε την παραπάνω απόφαση και τα πρακτικά του Ειρηνοδικείου Υπάτης.
Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 12-10-2010 αίτηση του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. περί αναιρέσεως της 101/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ