Legislator Case Law & Legislation
86/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of payment order in joint venture dispute.

Case Number 86/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Alpha Bank against the Athens Court of Appeal's decision to reject a payment order. The appellant argued the appellate court erred in accepting the joint venture's termination based solely on project completion without considering account settlement, and incorrectly applied commercial law regarding undisclosed joint ventures. The court found the appellate court's reasoning sufficient regarding the project's completion and explicitly stated it did not address the undisclosed joint venture issue, rendering the second appeal ground inadmissible and the first ground unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 19 KPolD; Art. 559 no. 1a KPolD; Art. 361 AC: An appeal ground is inadmissible if it relies on a false premise regarding the court's failure to apply a specific law, and an appeal ground is unfounded if the lower court provided sufficient reasoning for its decision on the substantive issue without needing to address the alleged error.

Keywords

AI generated
appeal admissibility insufficient reasoning false premise joint venture termination payment order undisclosed joint venture commercial law application

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 19 KPolD
Art. 559 no. 1a KPolD
Art. 361 AC
Art. 118 no. 4 KPolD
Art. 566 para. 2 KPolD

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 86 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 86/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Alpha Τράπεζα ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Γιαγκά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: ..........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Στεφάνου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5934/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6767/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 14-12-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 12-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έκανε δεκτό το λόγο ανακοπής κατά της ένδικης διαταγής πληρωμής, αφού δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του περί πραγμάτων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, με τις εξής αιτιολογίες κατά τα κύρια σημεία αυτών:

Με την από ....... έγγραφη συμφωνία συστήθηκε Κοινοπραξία μεταξύ του ανακόπτοντος-αναιρεσιβλήτου και της Α.Ε. με την επωνυμία "ΑΙΟΛΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε.", με την επωνυμία "ΑΙΟΛΙΚΗ-ΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε. - ...........", με σκοπό την εκτέλεση του έργου "Βελτίωση πεδίου ελιγμών κρατικού αερολιμένα Αστυπάλαιας". Το έργο αυτό ανέλαβε κατόπιν σχετικού διαγωνισμού να το εκτελέσει ο ανακόπτων, διάρκεια δε της Κοινοπραξίας ορίστηκε ο χρόνος που απαιτείται για την πλήρη περαίωση και οριστική παραλαβή του προς εκτέλεση έργου και την εκκαθάριση των εκ του έργου λογαριασμών.

Διαχειριστής και εκπρόσωπος της Κοινοπραξίας ορίσθηκε η ΑΙΟΛΙΚΗ Α.Ε. ΤΕΧΝΙΚΗ η οποία εκπροσωπείται από τον ......., η δε ιδρυτική της τελευταίας έγγραφη συμφωνία δεν υποβλήθηκε στις προβλεπόμενες από τον Εμπορικό Νόμο διατυπώσεις δημοσιότητας και ενόψει του προεκτεθέντα σκοπού της, ως επιχείρηση χειροτεχνίας λειτούργησε, προς τα έξω ως εν τοις πράγμασι Ομορρύθμου εταιρείας.

Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι το έργο για το οποίο συστάθηκε η κοινοπραξία περαιώθηκε στις 5-12-1997 και το συμβατικό εργολαβικό αντάλλαγμα ποσού 70.060.000 δρχ. εξοφλήθηκε στις 18-12-1997, αφού μέχρι τότε είχε ήδη καταβληθεί το συνολικό ποσό των 89.880.000 δρχ. στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνετο και ο ΦΠΑ, ενώ δεν υπήρχαν οικονομικές υποχρεώσεις έναντι οποιουδήποτε τρίτου και προς τα μέλη της εξ αιτίας του έργου αυτού, και ως εκ τούτου ο σκοπός της κοινοπραξίας είχε πραγματοποιηθεί.

Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι ενώ ο καταστατικός σκοπός της κοινοπραξίας είχε εκπληρωθεί, ο κατά το καταστατικό διαχειριστής της στις 20-2-1998 με την ιδιότητά του αυτή και για λογαριασμό της Κοινοπραξίας κατάρτισε με την αναιρεσείουσα - καθ’ ής η ανακοπή την υπ’ αριθμ. ........ σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό μέχρι το ποσό των 50.000.000 δρχ.

αόριστης διάρκειας και ότι κατά το οριστικό κλείσιμο του εν λόγω λογαριασμού ο τελευταίος εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 90.558,11 ευρώ, και εκ τούτου η αναιρεσείουσα με την σχετική αίτησή της πέτυχε την έκδοση της 3527/2002 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία υποχρεώνεται ο ανακόπτων ως μέλος της Κοινοπραξίας να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ως άνω ποσό.

Τέλος το Εφετείο δέχθηκε ότι αφού έχει εκπληρωθεί ο σκοπός της Κοινοπραξίας και έληξε η διάρκειά της, η εξουσία διοίκησης και εκπροσώπησης του άνω διαχειριστή έχει περιορισθεί και ο τελευταίος δεν έχει δικαίωμα να καταρτίσει την άνω σύμβαση για λογαριασμό της, και ως εκ τούτου αυτή (σύμβαση) δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι ανίσχυρη ως προς τον ανακόπτοντα, ο τελευταίος δεν δεσμεύεται απ’ αυτήν και συνακόλουθα η καθ’ ής δεν έχει δικαίωμα να έχει απαίτηση κατ’ αυτού εξ αυτής (σύμβασης).

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτό το σχετικό λόγο ανακοπής και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, οδηγήθηκε σε απόλυτα σαφές αποδεικτικό πόρισμα με πλήρεις και όχι ανεπαρκείς αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την εκφερόμενη κρίση του, σχετικά με το προαναφερόμενο ουσιαστικό ζήτημα της λήξης της διάρκειας της κοινοπραξίας και της μετά από αυτό σύναψης της άνω σύμβασης από το διαχειριστή της και επομένως ο 1ος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και συγκεκριμένα ότι δέχθηκε την λήξη της διάρκειας Κοινοπραξίας με μόνη την τεχνική περαίωση του έργου χωρίς να λάβει υπόψη και τη φάση της εκκαθάρισης των εκ του έργου λογαριασμών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ ο 2ος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ και τις διατάξεις του Εμπορικού Νόμου των περί εκπροσωπήσεως και αναλήψεως υποχρεώσεων εκ μέρους των ομορρύθμων εταιριών, της αδημοσιεύτου κοινοπραξίας θεωρουμένης κατά νόμο ως ομορρύθμου εν τοις πράγμασι, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το μέρος που αναφέρεται στο άρθρο 361 ΑΚ καθ’ όσον ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το Εφετείο, ως εκ της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, δεν εφήρμοσε την εν λόγω διάταξη, αφού δεν ασχολήθηκε με αυτή, κατά το υπόλοιπο δε μέρος του απορριπτέος είναι ως αόριστος διότι δεν αναφέρονται σ’ αυτό οι κανόνες δικαίου των οποίων η ερμηνεία έγινε εσφαλμένα ή των οποίων έγινε σφαλμένη εφαρμογή, στοιχείο απαραίτητο για το ορισμένο του λόγου αυτού κατά τα άρθρα 118 αριθ.4, 559 αρ. 1α και 566 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.12.2005 αίτηση, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 6767/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ