Legislator Case Law & Legislation
869/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal on pension compensation habit but dismisses plaintiff's claim for full amount.

Case Number 869/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding pension compensation, overturning the finding that no employment habit existed. The plaintiff argued for 100% compensation based on a self-declared higher salary, while the Court of Appeal reduced it to 50% due to lack of established practice. The Court ruled that the appeal was admissible and re-examined the case, finding the lower court's assessment of the compensation habit insufficient.

Legislator headnote

AI generated

Art. 14 para. 1 Income Tax Code; Art. 8 para. 2 letter b Law 3198/1955: The court may retain the case and decide it substantively if clarification is needed, allowing the appeal to revive the appeal process and overturning the lower court's finding on established compensation habits.

Keywords

AI generated
pension compensation employment habit appeal admissibility income tax exemption substantive review court of appeal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 14 para. 1 Income Tax Code
Art. 8 para. 2 letter b Law 3198/1955
Art. 176 Civil Procedure Code
Art. 183 Civil Procedure Code
Art. 191 para. 2 Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 869 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 869/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, και Δήμητρα Κοκοτίνη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 24η Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. ΕΤΑΙΡΙΚΕΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε." ήδη "U. ΕΤΑΙΡΙΚΕΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Γκισάκη και κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Τ. Α. (J. A.) του Φ. κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αριστείδη Καζάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11145/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1081/2012 Εφετείου Θεσσαλονίκης όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ’ αριθμ 224/2013 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 2-5-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 11-3-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται να γίνει δεκτή η από 2-5-2013 αίτηση αναίρεσης της εταιρείας "U. ΕΤΑΙΡΙΚΕΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ 1081/2012 απόφασης Εφετείου Θεσσαλονίκης όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ’ αριθμ. 224/2013 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος ( ν. 2238/1994), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ. 8 και 9 του ν. 3091/2002, ‘ ‘ Με την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης γ’ της παρ. 4 του άρθρου 45, φορολογούνται αυτοτελώς, εξαντλουμένης της φορολογικής υποχρεώσεως, τα ποσά των αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους δικαιούχους με βάση:

α) το άρθρο 1 του β.δ. 16/18 Ιουλίου 1920 (ΦΕΚ 158 Α). β) το ν. 2112/1920 (ΦΕΚ 67Α). γ) το άρθρο 94 του ν.δ. 3026/1954 (ΦΕΚ 235 Α). Ο φόρος υπολογίζεται με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) στο καθαρό ποσό της αποζημίωσης μετά την αφαίρεση ποσού είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και παρακρατείται κατά την πληρωμή της στο δικαιούχο. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης γ’ της παρ. 4 του άρθρου 45, οι διατάξεις αυτής της περίπτωσης εφαρμόζονται αναλόγως και για κάθε εφάπαξ αποζημίωση που παρέχεται από οποιονδήποτε φορέα και για οποιοδήποτε λόγο διακοπής της σχέσης η οποία συνδέει το φορέα με το δικαιούχο της αποζημίωσης.

Αν το ποσό που καταβάλλεται στο δικαιούχο της αποζημίωσης υπερβαίνει εκείνο που θα έπρεπε να του καταβληθεί, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, το συνολικό ποσό της αποζημίωσης που του καταβάλλεται φορολογείται με τον πιο πάνω συντελεστή’ ‘ . Η ανωτέρω διάταξη εφαρμόζεται σε κάθε εφάπαξ αποζημίωση, η οποία καταβάλλεται από οποιονδήποτε φορέα και για οποιοδήποτε λόγο διακοπής της σχέσης εργασίας, άρα και για την περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπαλλήλων λόγω συνταξιοδότησης δυνάμει του άρθρου 8 εδ.

β’ του ν. 3198/1955. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2238/1994 προκύπτει ότι η υποχρέωση καταβολής φόρου από την ανωτέρω αιτία βαρύνει μεν το δικαιούχο της αποζημίωσης, αλλά παρακρατείται κατά την καταβολή από τον εργοδότη, ο οποίος στη συνέχεια τον αποδίδει στους δικαιούχους υπέρ των οποίων γίνεται η παρακράτηση (ΑΠ 113/2012, ΑΠ 862/2010).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2014,7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ.19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Τέλος, το δικαστήριο της ουσίας οφείλει, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ’ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης( ΟλΑΠ 42/2002), εφόσον βέβαια παραδεκτά προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335,338,339,341 και 346 του ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ’ ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, το οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 352 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 335 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη που γίνεται από το διάδικο, γραπτά ή προφορικά, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και επικληθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων που δεν αφορούν την κρινόμενη αναίρεση, και τα εξής:

Ότι με την από 1-7-1973 έγγραφη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου η εναγομένη και ήδη αναιρείουσα προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο ως τεχνικό υπάλληλο γραφείου, ο οποίος το έτος 2000 ανέλαβε τη θέση του διευθυντή παραγωγής του εργοστασίου της στη Θεσσαλονίκη και το Νοέμβριο του έτους 2006 ορίστηκε διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης στον τομέα των πωλήσεων, υπηρεσιών παραγωγής και ανάπτυξης.

Ότι η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος λόγω συνταξιοδότησης με το από 29-8-2008 έγγραφο, το οποίο του επέδωσε στις 10-9-2008. Ότι κατά το χρόνο αυτό οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του τελευταίου, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, ανέρχονταν στο ποσό των 12.525 ευρώ. Έτσι ο ενάγων, σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, με βάση το χρόνο υπηρεσίας του στην εναγομένη, εδικαιούτο ως αποζημίωση το ποσό των 300.580 ευρώ, που αντιστοιχεί στις τακτικές αποδοχές του εικοσιτεσσάρων μηνών (12.525 Χ 24).

Ενόψει, όμως, του ότι ο ενάγων αποχώρησε από την υπηρεσία του λόγω συνταξιοδότησης, δικαιούται το μισό της παραπάνω αποζημίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3198/1955, δηλαδή δικαιούται αυτός το ποσό των 150.290 ευρώ (300.600 Χ 1/2) .Ότι ο ενάγων για το πρώτο εξάμηνο της απασχόλησής του κατά το οικονομικό έτος 2007-2008,κατά το οποίο εργάστηκε, εδικαιούτο ως αναλογία το μισό της συμφωνημένης ετήσιας έκτακτης αμοιβής ( incentives ), που ανέρχονταν στο 45% των ετήσιων αποδοχών του για το 100% των στόχων του, δηλαδή ο ενάγων εδικαιούτο το ποσό των 23.391 ευρώ, δεδομένου ότι αυτός πέτυχε το 70% των στόχων του ( 9.850 ευρώ ο μηνιαίος μισθός Χ 14 μήνες +10.620 JAZ 2008 = 148.520 ευρώ οι ετήσιες αποδοχές Χ 45 %Χ 70%Χ 1/2).

Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι η εναγομένη όφειλε να καταβάλει στον ενάγοντα για αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης και για ετήσια έκτακτη αμοιβή το ποσό των 173.681 ευρώ (150.290 + 23.391), του κατέβαλε όμως, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, το ποσό των 94.400 ευρώ, μετά την αφαίρεση του ποσού των 61.000 ευρώ, που αποτελεί τη διαφορά από μισθοδοσίες προηγούμενων ετών, που αυθαίρετα εισέπραξε ο ενάγων .Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά παραδοχή της έφεσης της εναγομένης, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την από 9-1-2009 αγωγή, την οποία δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ’ ουσία, αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 79.281 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 30-8-2008 και μέχρι την εξόφληση.

Στη συνέχεια, κατόπιν της από 3-12-2012 (αριθμ. κατ. 4190/2012) αιτήσεως διορθώσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, που άσκησε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 224/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διορθώθηκε το σκεπτικό και το διατακτικό της ανωτέρω απόφασης ως προς το σημείο εκείνο, που ανέφερε ότι η υπολειπόμενη οφειλή της εναγομένης προς τον ενάγοντα ανέρχεται στο εσφαλμένο ποσό των 79.281 ευρώ (173.681-61.000=112.681-94.400=79.281), αντί του ορθού στο ποσό των 18.281 ευρώ (173.681-61.000=112.681-94.400=18.281).Στην προκείμενη περίπτωση η εναγομένη με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής της προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις παρακάτω αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ:

α) Ότι το Εφετείο παρέλειψε να εφαρμόσει το άρθρο 14 παρ.1 του ν.2238/1994 (Κ.Φ.Σ.), σε συνδυασμό με το άρθρο 8 εδ. β’ του ν.3198/1955, τα οποία, αν εφάρμοζε, θα οδηγείτο στην κρίση ότι αυτή εξόφλησε πλήρως τον ενάγοντα, καθόσον το ποσό των 18.281 ευρώ, που υποχρεώνεται να του καταβάλει με την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά τη διόρθωσή της, αποτελεί μέρος του οφειλόμενου φόρου, ύψους 18.536, 20 ευρώ, που παρακράτησε αυτή για να αποδώσει στην αρμόδια ΔΟΥ και β) Ότι το Εφετείο δεν κάνει μνεία στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού των στοιχείων που απαιτούνται για την εφαρμογή των ίδιων πιο πάνω διατάξεων, δηλαδή για το ποσοστό και εν τέλει το ποσό του φόρου που όφειλε η εναγομένη να παρακρατήσει από την αποζημίωση του ενάγοντος προκειμένου να αποδώσει το ποσό αυτό στην αρμόδια ΔΟΥ, ώστε να κριθεί αν πράγματι το ποσό που καταβλήθηκε στον τελευταίο καλύπτει τη νόμιμη αποζημίωση, μείον το ποσό του φόρου.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και ως προς τα δύο σκέλη του, διότι πράγματι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν κάνει καμία αναφορά για το εάν στο ποσό της αποζημίωσης που δικαιούται ο ενάγων πρέπει ή όχι να υπολογισθεί φόρος, ποιο ποσό φόρου αντιστοιχεί στην οφειλόμενη σ’ αυτόν αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης, αν το ποσό αυτό το παρακράτησε η αναιρεσείουσα και αν το απέδωσε ή όχι στη ΔΟΥ του αναιρεσίβλητου.

Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης της εναγομένης εταιρείας, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, δηλαδή ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τη δικαστική ομολογία του ενάγοντος, σύμφωνα με την οποία αυτή παρακράτησε από το ποσό της καταβληθείσας σε αυτόν αποζημίωσης τον αναλογούντα στην αποζημίωση αυτή φόρο, προκειμένου να τον αποδώσει στην αρμόδια ΔΟΥ, η ομολογία δε αυτή του αναιρεσιβλήτου περιέχεται στο δικόγραφο της από 9-1-2009 αγωγής του (σελίδες 9-10 και 13), στις προτάσεις του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (σελίδα 3), στην από 4-11-2010 έφεσή του ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης (σελίδες 4 και 28) και, τέλος, στις ενώπιον του ίδιου Εφετείου έγγραφες προτάσεις του (σελίδα 9 των προτάσεών του κατά της έφεσης της εναγομένης και σελίδες 5-6 των προτάσεών του επί της έφεσής του).

Ισχυρίζεται περαιτέρω η αναιρεσείουσα, ότι την πιο πάνω δικαστική ομολογία του ενάγοντος είχε επικαλεσθεί αυτή στις σελίδες 6-7 της έφεσης που άσκησε ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης και στις σελίδες 9-10 των προτάσεών της ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου προς απόδειξη του ισχυρισμού της περί πλήρους εξοφλήσεως του αναιρεσιβλήτου.

Από την επισκόπηση των ανωτέρω δικογράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι είναι βάσιμος και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης της εταιρείας ‘ ‘ U. ΕΤΑΙΡΙΚΕΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ’ ‘ , περί μη λήψης υπόψη της δικαστικής ομολογίας του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, ότι η εναγομένη- αναιρεσείουσα παρακράτησε τον ανάλογο φόρο ύψους 18.600 ευρώ από την αποζημίωση που του όφειλε για να τον αποδώσει στην αρμόδια ΔΟΥ, διότι πράγματι δεν γίνεται μνεία της εν λόγω δικαστικής ομολογίας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Αντίθετα με αυτή υποχρεώνεται η αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο και το ποσό του φόρου (18.281 ευρώ).

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αναγνωρίζει την υποχρέωση της εναγομένης- αναρεσείουσας να καταβάλει στον ενάγοντα- αναιρεσίβλητο το ποσό των 18.281 ευρώ. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α’ ΚΠολΔ, όπως έχει αντικασταθεί με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, ‘ ‘ Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση’ ‘ .

Στην προκείμενη περίπτωση, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για τους παραπάνω λόγους, αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο Εφετείο, κατόπιν εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, είχε μεταβιβασθεί η κύρια βάση της αγωγής, με την οποία ο ενάγων επεδίωκε την καταβολή του 100% της αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης, αντί του 50% που του χορηγήθηκε, και μάλιστα υπολογιζόμενη βάσει των αυξημένων αποδοχών που ο ίδιος αυθαίρετα χορήγησε στον εαυτό του, χωρίς την έγκριση της εναγομένης, η οποία είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς το ποσοστό της αποζημίωσης (100%), αλλά βάσει των συμφωνημένων τακτικών αποδοχών αυτού.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ’ αριθμ. 11.145/2010 απόφασή του, επιδίκασε ως αποζημίωση του ενάγοντος για την παραπάνω αιτία το ποσό των 101.540, 80 ευρώ νομιμότοκα από 30-8-2008, δεχόμενο ότι αυτός δικαιούται το 100% της αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης, διότι είχε δημιουργηθεί επιχειρησιακή συνήθεια ως προς το ύψος της εν λόγω αποζημίωσης που εδικαιούντο τα υψηλόβαθμα στελέχη της εναγομένης, μεταξύ των οποίων ήταν και ο ενάγων.

Το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν είχε δημιουργηθεί τέτοια συνήθεια και ο ενάγων δικαιούται το 50% της αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης, κατ’ άρθρο 8 εδ. β’ του ν. 3198/1955, αναγνωρίζοντας στη συνέχεια, όπως προεκτέθηκε, ότι η εναγομένη οφείλει για την αιτία αυτή στον ενάγοντα το ποσό των 18.281 ευρώ. Μετά ταύτα έκανε δεκτή την επικουρική βάση της αγωγής, η οποία δεν χρειάζεται περαιτέρω έρευνα, εφόσον υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης, με βάση το περιεχόμενο και την έκταση της αναίρεσης.

Επομένως, ο Άρειος Πάγος κρατεί την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε και τη δικάζει κατ’ ουσία .Αφού δε δικάσει την έφεση της εναγομένης και την κάνει δεκτή κατ’ ουσία κατά το ίδιο μέρος, απορρίπτει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Πρέπει, τέλος, να καταδικασθεί ο ενάγων, εφεσίβλητος και αναιρεσίβλητος, που ηττάται, στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης, εκκαλούσας και αναιρεσείουσας κατά την έκκλητη και την αναιρετική δίκη (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 1.081/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως διορθώθηκε με την υπ’ αριθμ. 224/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου ,μόνο ως προς τη διάταξη που αναγνωρίζει ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση το ποσό των δέκα οκτώ χιλιάδων διακοσίων ογδόντα ενός (18.281) ευρώ.

Κρατεί την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος.

Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την έφεση της εναγομένης κατά της υπ’ αριθμ. 11.145/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και εξαφανίζει αυτή κατά το παραπάνω μέρος.

Απορρίπτει την αγωγή κατά το μέρος αυτό. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων ( 3.200) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ