Supreme Court dismisses appeal for violation of substantive law regarding damages calculation in medical malpractice case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision in a medical malpractice lawsuit involving three plaintiffs and an insurance company. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate substantive law regarding lost profits, but the court found the claim for speculative future earnings as vague and unsupported by concrete evidence. Consequently, the court ruled that the lower court's rejection of the damages claim did not constitute a violation of substantive law, leading to the dismissal of the appeal and an order for the appellant to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) KPolD; A violation of substantive law occurs only when a rule is applied incorrectly or when conditions for its application are ignored, and such a violation must be evident through false interpretation or poor application of the law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 869 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 869/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντα: Ι. Γ. Δ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασίλη Σπανουδάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Γ.Β., 2 Γ. Σ.Β., 3 Μ. Γ.Β., κατοίκων ... όλοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Δημήτριο Παπαδημητρίου βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις και 4. Της εδρεύουσας στην Αθήνα, ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ" νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Νίκο Ανδροβιτσανέα βάσει δηλώσεως, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την ΓΑ2929/ΕΓα/201/1-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, και την ΓΑ3037/Εγ/208/ 11-7-2005 προσεπίκληση σε πρόσθετη υπέρ αυτών παρέμβαση με ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή, των ήδη 1ου, 2ου και 3ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2007 μη οριστική και 557/986/ 92/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 712/2011 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-7-2012 αίτησή του και τους από 8-7-2012 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 30 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ. 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσίαν (Ολ.ΑΠ. 27 και 28/1998).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Άρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος). γιατί, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε στο μέλλον.
Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο. Προκειμένης αξίωσης εκείνου, που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) κατά τα άρθρα 929 και 298 ΑΚ ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας.
Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η (αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, ότι στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη.
Στη τελευταία αυτή περίπτωση η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Για να επιδικασθεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωση της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται ως πρόωρη, και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί.
Πάντως, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα δεν δημιουργεί, ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς (ΑΠ 122/2006, 2076/2006, 377/2009).
Περαιτέρω από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 298 εδ.β και 929 του ΑΚ προκύπτει, ότι το διαφυγόν κέρδος, όπως είναι και η αποζημίωση για τη στέρηση στο μέλλον των προσδοκωμένων εισοδημάτων, αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ' ανάγκη συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει τη βεβαιότητα της θετικής ζημίας. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα συγκριτικά με τη θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση. Έτσι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 29§ εδ. β' ΑΚ έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξιώσεως αποζημιώσεως, και δικονομικό χαρακτήρα εφόσον επιτρέπει στο δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση.
Συνεπώς η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν συντρέχει πιθανότητα σύμφωνα με συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων στην ύπαρξη ή μη διαφυγόντος κέρδους, ως αναγόμενη σε εκτίμηση της εξελίξεως των πραγμάτων, δεν ελέγχεται αναιρετικά. (ΑΠ 1306/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 22-7-2000 και περί ώρα 01.45 π.μ, ο ενάγων, Ι.
Δ., φοιτητής τότε Ιατρικής, οδηγώντας το με στοιχεία κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, ιδιοκτησίας του πατέρα του, Γ. Δ., εκινείτο με μικρή ταχύτητα και στο άκρο δεξιό επί της οδού …, στον οικισμό …Κρήτης, με κατεύθυνση προς Ηράκλειο. Η εν λόγω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, έχει συνολικό πλάτος επτά (7) μ.
και ένα κατά κατεύθυνση ρεύμα κυκλοφορίας, τα οποία χωρίζονται μεταξύ τους με διπλή συνεχή διαγράμμιση. Κατά τον παραπάνω χρόνο, επικρατούσε σκοτάδι, χωρίς την ύπαρξη τεχνητού φωτισμού, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από τεχνητά η φυσικά εμπόδια, ενώ η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά. Την ίδια ώρα, ο πρώτος εναγόμενος.
Σ. Β., προστηθείς στην οδήγηση του με στοιχεία κυκλοφορίας ... ΙXΕ αυτοκινήτου, από τους γονείς του, Γ. Β. και Μ. Γ. Β., δεύτερο και τρίτη των εναγομένων, συνιδιοκτησίας αυτών, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προκαλούμενες σε τρίτους από τη λειτουργία του ζημίες στην τέταρτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο επί της ιδίας οδού με αντίθετη κατεύθυνση, έχοντας αναπτύξει ταχύτητα ογδόντα (80) χλμ/ώρα περίπου.
Στον αριθμό … της εν λόγω οδού, όπου υπάρχει μία όχι απότομη ανηφορική καμπύλη (βλ. το από 22-7-2000 πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας και την από 22-7-2000 έκθεση αυτοψίας) ο πρώτος εναγόμενος, στην πορεία του οποίου προηγείτο πινακίδα Ρ-33 με μέγιστο όριο ταχύτητας 40 χλμ/ώρα, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να επιδείξει, ως μέσος συνετός οδηγός, ενόψει και της ταχύτητας, μεγαλύτερης της ανωτέρω επιτρεπόμενης, που είχε αναπτύξει το όχημα του, απώλεσε τον έλεγχο αυτού, το οποίο εξέκλινε της πορείας του αριστερά λόγω της φυγόκεντρης δύναμης που αναπτύχθηκε, και αφού εισήλθε απότομα και εντελώς αιφνιδιαστικά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, συγκρούσθηκε πλαγιομετωπικά με το αντίθετα κινούμενο εκεί κανονικά μοτοποδήλατο, στο οποίο επέβαινε ο ενάγων.
Ο πλήρης αιφνιδιασμός του οδηγού του τελευταίου οχήματος, απέκλεισε τη δυνατότητα εκτέλεσης οποιασδήποτε αποφευκτικής ενέργειας του (ελιγμού ή πέδησης). Το ανωτέρω ατύχημα, υπό τις προπεριγραφόμενες συνθήκες, οφείλεται όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, (της κρίσεως του αυτής μη πληττόμενης και μη αμφισβητούμενης με την έφεση της τετάρτης εναγομένης ούτε με την έφεση του εκκαλούντος- ενάγοντος, που δεν είχε άλλωστε έννομο συμφέρον προς τούτο) σε υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλλει, ως μέσος συνετός οδηγός, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος, έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα, την οποία δεν μείωσε, παρά το γεγονός ότι στην πορεία του προηγείτο πινακίδα Ρ-33 με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας 40 χλμ/ώρα, και δεν είχε τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, με συνέπεια να καταλάβει τη λωρίδα κυκλοφορίας που προοριζόταν για την κίνηση των οχημάτων προς την αντίθετη κατεύθυνση, κατά παράβαση των όσων ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 16 παρ. 1 του ΚΟΚ.
Όμως, συνυπαίτιος για τον τραυματισμό του, σε ποσοστό 30% είναι και ο ενάγων, διότι δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, ως είχε υποχρέωση κατά τη διάταξη του άρθρου 101 παρ. 2 του ΚΟΚ, η έλλειψη του οποίου συντέλεσε αποφασιστικά στη βαρύτητα του τραυματισμού του στο κεφάλι και στην παραμόρφωση του προσώπου του, για τις οποίες θα γίνει ειδικότερα και εμπεριστατωμένο λόγος παρακάτω.
Αν ο παθών φορούσε κράνος, το οποίο βέβαια στην περίπτωση αυτή θα είχε οπωσδήποτε ανευρεθεί από την Τροχαία, θα περιοριζόταν η έκταση του τραυματισμού του, αλλά δεν θα αποκλειόταν αυτή, γιατί η βίαιη εκτίναξη του σώματος του στο οδόστρωμα έλαβε χώρα σε πολύ μεγάλη απόσταση από το σημείο της σύγκρουσης (9,25μ.) και βέβαια, η παράλειψή του αυτή, δεν διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της πράξης του πρώτου εναγομένου και του τραυματισμού αυτού του ενάγοντος.
Έτσι κρίνοντας και η εκκαλουμένη. εκτιμώντας ορθά τις αποδείξεις δεν έσφαλε, και επομένως η ένσταση της ασφαλιστικής εταιρίας του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου "Η ΕΘΝΙΚΗ", που επαναφέρεται ως λόγος (1ος) της έφεσης της περί συνυπαιτιότητας του αντιδίκου της όσον αφορά στο είδος και στην έκταση των τραυμάτων του, κατά ποσοστό όχι 30%, αλλά για μεγαλύτερο, ήτοι 60% πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την επίδικη σύγκρουση, ο ενάγων υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση με κάταγμα κροταφικού αριστερά, εγκάρσιο κάταγμα λιθοειδούς αριστερά, διαγώνιο κάταγμα σφηνοειδούς, ρήξη τυμπανικού υμένα με πιθανή απώλεια ακουστικών οσταρίων αριστερά (κάταγμα βάσεως κρανίου), κάκωση πνεύμονα με θλάση πνευμόνων ιδίως αριστερά, κάταγμα δεξιού με ρήξη ορογόνου θυλάκου (ανοικτή άρθρωση) (βλ.
την από 28-7-2000 ιατρική γνωμάτευση του Διευθυντή της ΜΕΘ Γ. Β. και του χειρουργού Ν. Ζ. του Γενικού Περιφερειακού Νοσοκομείου Ηρακλείου Βενιζελείου - Πανανείου). Μεταφέρθηκε αμέσως στο ΠΕΠΑΓΝΗ σε κωματώδη κατάσταση και αφού του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες, μεταφέρθηκε στο "Απολλώνειο" θεραπευτήριο, το οποίο είναι παράρτημα του Βενιζελείου Νοσοκομείου Ηρακλείου, όπου άρχισε μηχανική υποστήριξη της αναπνοής του και μεταφέρθηκε περί την 6η πμ.
της ιδίας ημέρας (22.7.2000) στην μονάδα εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ) του ως άνω Νοσοκομείου. Στη συνέχεια, κατά την ίδια ημέρα, πάντοτε υπό καθεστώς μηχανικής υποστήριξης, υποβλήθηκε σε εγχείρηση ανάταξης του κατάγματος στο δεξιό πόδι, με εξωτερική οστεοσύνθεση. Παρέμεινε νοσηλευόμενος στην ίδια μονάδα μέχρι την 27-7-2000, όταν έγινε ελαφρά αποσυμφόρηση του εγκεφάλου εκ του οιδήματος και μέτρηση της κρανιοεγκεφαλικής πίεσης.
Την ώς άνω ίδια ημέρα, μεταφέρθηκε από την ΜΕΘ του Βενιζελείου Νοσοκομείου στην ΜΕΘ του ΠΕΠΑΓΝΗ, όπου παρέμεινε σε καταστολή με μηχανική υποστήριξη της αναπνοής του, μέχρι την 11.8.2000, κατά την οποία υποβλήθηκε σε τραχειοστομία, ευρισκόμενος υπό μηχανικό αερισμό και μεταφέρθηκε για περαιτέρω νοσηλεία σε θάλαμο της νευροχειρουργικής κλινικής του νοσοκομείου αυτού.
Κατά τη νοσηλεία του, διαπιστώθηκε βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση με γενικευμένο εγκεφαλικό οίδημα και θλάση μεσότητος του μεσολοβίου (ανατομικό στοιχείο που καθορίζει τη συμπεριφορά), αιμορραγικές θλάσεις δεξιού και αριστερού κροταφικού (λοβού), επισκληρίδιο αιμάτωμα και κάταγμα αριστερού κροταφικού, καθώς και πάρεση του απαγωγού και περιφερειακού προσωπικού νεύρου αριστερά (γεγονός που προκάλεσε την παραμόρφωση του προσώπου του με "πτώση" της γωνίας του στόματος και των χαρακτηριστικών του προς τα αριστερά).
Επιβεβαιώθηκε επίσης, πάρεση αριστερού άνω άκρου, ρήξη τύμπανου ωτός, εξάρθρωση οσταρίων ακουστικής και ωταιμάτωμα αριστερά, βαρύ συντριπτικό κάταγμα μηριαίου δεξιά, το οποίο υπεβλήθη αρχικά σε εξωτερική οστεοσύνθεση και υστέρα από ανοικτό χειρουργείο και σε εσωτερική ήλωση. Ακόμα, διαπιστώθηκε πλήρης διατομή του ισχιακού νεύρου ανάμεσα στο άνω και μέσο τριτημόριο του μηρού, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την παράλυση του δεξιού ποδιού του από το άνω τριτημόριο του μηρού και κάτω, καθώς και ψυχοκινητική διαταραχή.
Σημειωτέον, ότι από την αξονική τομογραφία του εγκεφάλου στην οποία υποβλήθηκε κατά την παραμονή του στην ΜΕΘ του ΠΕΠΑΓΝΗ, διαπιστώθηκαν αιμορραγικές θλάσεις με πιεστικά φαινόμενα και συνοδό εγκεφαλικό οίδημα και στους δύο κροταφικούς λοβούς, υπαραχνοειδής αιμοραγία και μείωση των περιστελεχιαίων δεξαμενών (βλ.
την από 28.8.2002 ιατρική βεβαίωση του διευθυντή της ΜΕΘ ΠΕΠΑΓΝΗ, Γ.). Ο ενάγων εξήλθε του νοσοκομείου στις 26-9-2000 και άρχισε να υποβάλλεται σε λογοθεραπεία, εργοθεραπεία και φυσικοθεραπεία, διότι βρισκόταν σε κακή πνευματική και κινητική κατάσταση (βλ. τις από 5-10-2000 και 12-10-2000 ιατρικές γνωματεύσεις του Επιμελητή Β' Νευροχειρουργικής Κλινικής του Περιφερειακού Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου, Α.
Β.). Ακολούθως, στις 25-1-2002 υποβλήθηκε σε μαστοειδεκτομή αριστερού ωτός στην ΩΡΛ κλινική του ΠΕΠΑΓΝΗ, λόγω χρονιάς ωτίτιδας, η οποία εχαρακτηρίζετο από βαρηκοία και πυόροια (βλ. την από 26-8-2002 ιατρική γνωμάτευση του Καθηγητή ΩΡΛ του Περιφερειακού Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου, Ε. Χ.), ενώ στις 13-3-2002 χειρουργήθηκε στο "ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ" για πάρεση ισχιακού νεύρου.
Έγινε διερεύνηση της κάκωσης και επιδιόρθωση με τη χρήση νευρικών μοσχευμάτων με γεφύρωση του προκύπτοντος ελλείμματος και τοποθέτηση διπλού νάρθηκα (βλ. το από 19-3-2002 ιατρικό σημείωμα του Διευθυντή της Μικροχειρουργικής Κλινικής, Ν. Δ. και του Επιμελητή Δ. Χ., του Μητροπολιτικού Θεραπευτηρίου). Στις 5-12-2002 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση πρώτου σταδίου, ανακατασκευής παράλυσης προσωπικού νεύρου και έγινε τοποθέτηση διαπροσωπικού νευρικού μοσχεύματος, το οποίο λήφθηκε από το αριστερό γαστροκνήμιο νεύρο, ανερράφη σε κλάδο του (Δ) προσωπικού νεύρου και τοποθετήθηκε υποδορίως στην υπογνάθιο χώρα και μέχρι το λοβίο του αριστερού ωτός (βλ.
την από 9-12-2002 ιατρική γνωμάτευση της Θεράποντος Ιατρού του Διαγνωστικού και Θεραπευτικού Κέντρου Αθηνών "ΥΓΕΙΑ", Α. Β.). Στις 5-12-2003 υποβλήθηκε στο ως άνω Θεραπευτήριο σε νέα επέμβαση μεταφοράς λειτουργικού μυός του δεξιού ισχνού προσαγωγού μυός στην αριστερή παρειά (βλ. την από 10-2-2004 ιατρική γνωμάτευση της Θεράποντος Ιατρού του Διαγνωστικού και Θεραπευτικού Κέντρου Αθηνών "ΥΓΕΙΑ", Α.
Β.). Περαιτέρω, στις 14-7-2004 υποβλήθηκε στο "ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΘΗΝΩΝ" σε τυμπανοπλαστική εγχείρηση, κατά την οποία έγινε και ανάταξη των υπεξαρθρημένων ακουστικών οσταρίων του αριστερού ωτός (βλ. το εξιτήριο από το "ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΘΗΝΩΝ" που υπογράφει ο ιατρός Β. Ν.). Ακολούθως, την 28.5.2005 ο ενάγων υποβλήθηκε στο Διαγνωστικό και Θεραπευτικό Κέντρο Αθηνών "ΥΓΕΙΑ" σε χειρουργική επέμβαση για ευθυασμό του ρινικού του διαφράγματος, όπως και για διόρθωση της τάσεως του μεταμοσχευθέντος λειτουργικού μυός στην αριστερά παρειά, προς βελτίωση της ασυμμετρίας του προσώπου του (βλ.
σχετική βεβαίωση της πλαστικής χειρουργού Α. Β., η οποία αναφέρει ότι δεν αναμένεται πλήρης αποκατάσταση). Σήμερα, ο ενάγων παρουσιάζει πτώση ΑΡ άκρου ποδός - παράλυση ισχιακού νεύρου, στο συντριπτικό κάταγμα μεσότητος ΔΕ μηριαίου (ενδομυελική ήλωση) με πλήρη διατομή του ισχιακού νεύρου, του οποίου έγινε συρραφή χωρίς λειτουργικό αποτέλεσμα, ώστε κατά τη βάδιση παρουσιάζει μεγάλου βαθμού χωλότητα, βαρηκοΐα αγωγιμότητας αριστερά, η οποία παρά τις επανειλημμένες χειρουργικές επεμβάσεις (τυμπανοπλαστικές), θεωρείται μόνιμη και μη ανατάξιμη, πάρεση του απαγωγού νεύρου και του περιφερειακού προσωπικού νεύρου (ΑΡ) -παράλυση του ισχιακού νεύρου δεξιά, κερατίτιδες εκ λαγοφθάλμου αριστερού οφθαλμού, η οποία δημιουργεί έντονο πρόβλημα στην όραση του και μπορεί να οδηγήσει μακροχρόνια σε πλήρη θόλωση του κερατοειδούς και σε οριστική απώλεια της όρασης του αριστερού οφθαλμού (βλ.
την από 3-3-2006 ιατρική γνωμάτευση του ΙΚΑ, που υπογράφει ο ορθοπεδικός Δ. Κ., την από 9-3-2006 ιατρική γνωμάτευση του Διευθυντή του Εργαστηρίου Ακοολογίας -Νευροωτολογίας του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου, Π. Χ., την από 3-3-2006 ιατρική γνωμάτευση του ΙΚΑ, που υπογράφει ο νευρολόγος - ψυχίατρος Ε.
Α., την από 4-3-2006 ιατρική γνωμάτευση του χειρούργου οφθαλμίατρου-διδάκτορος Πανεπιστημίου Αθηνών, Γ. Ρ.). Με την με αρ. πρωτ. 6681/18-10-2001 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Νομού Ηρακλείου, ο ενάγων κρίθηκε ανάπηρος κατά ποσοστό μεγαλύτερο από 67% αναδρομικά, για το χρονικό διάστημα από 27-7-2000 και για 2 έτη, με ευρήματα "περιφερικού τύπου πάρεση προσωπικού, ρήξη τύμπανου, πάρεση κνημιαίου και περονιαίου νεύρου", με την με αρ.
πρωτ. 3328/8-7-2004 γνωμάτευση της ίδιας ως άνω επιτροπής, κρίθηκε ανάπηρος κατά ποσοστό μεγαλύτερο από 67% για 3 έτη αναδρομικώς από 1-1-2003, με ευρήματα "διαταραχές συμπεριφοράς συνεπεία κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης και δυσχέρεια βάδισης συνεπεία τραυματικής θλάσης του ισχιακού νεύρου". Επίσης, η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή Νομού Ηρακλείου, με την υπ' αριθ. 10198/2717-10-2001 γνωμάτευση και ευρήματα "την βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, περιφερικού τύπου πάρεση προσωπικού, ρήξη τύμπανου, εξάρθρωση οσταρίων ακουστική, πάρεση κνημιαίου και περονιαίου νεύρου", έκρινε τον ενάγοντα ανάπηρο κατά ποσοστό 67% για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2004 και με την υπ' αριθ. 7307/2004/6-9-2004 γνωμάτευση και με ευρήματα "δυσχέρεια βάδισης απότοκος βαρείας ΚΕΚ., πλήρης διατομή ισχιακού νεύρου (ΔΕ), διαταραχές συμπεριφοράς και ψυχοκινητική ανησυχία", τον έκρινε ανάπηρο κατά ποσοστό 67% από 1-9-2004 έως 31-8-2007.Περαιτέρω, η ίδια ως άνω Επιτροπή, γνωμάτευσε ότι ο ενάγων πάσχει από βαρειά εγκεφαλική κάκωση, πλήρη διατομή ισχιακού νεύρου (ΔΕ) και διαταραχές συμπεριφοράς και τον έκρινε ανάπηρο κατά ποσοστό 80% για δέκα έτη αναδρομικά (βλ.
την υπ' αριθ. 620/7.2.2008 γνωμάτευση, την οποία παραδεκτά επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη, κατ' αρθρ. 529 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ). Επιπλέον, αποδείχθηκε, ότι με το υπ' αριθ. 39185/31-5-2002 Πιστοποιητικό τύπου Β' του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας, ο ενάγων απαλλάχθηκε οριστικά από την υποχρέωση στράτευσης.
Σημειωτέον ότι ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος οδηγός του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, Σ. Β. του Γ., με την υπ' αριθ. 2049/26.5.2003 απόφαση του Α'Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου κρίθηκε ένοχος για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια που τέλεσε σε βάρος του αντιδίκου του, και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών.
Περαιτέρω, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 27/2010 πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα Ι. Σ., ορθοπεδικού-επιμελητή Β, προκύπτει ότι :1) "ο ασθενής Δ. Ι. παρουσιάζει στο δεξιό κάτω άκρο πλήρη διατομή ισχιακού νεύρου. Η βλάβη αυτή είναι αποτέλεσμα του τραυματισμού του ένεκα τροχαίου ατυχήματος και χαρακτηρίζεται ως μη ιάσιμη κατά τους παραδεκτούς κανόνες της Ιατρικής επιστήμης.
Έχει υποστεί ολική μόνιμη αναπηρία δεξιού κάτω άκρου. Η αναπηρία αυτή συνίσταται, σε διατομή ισχιακού και έχει ως αποτέλεσμα την ολική αδυναμία του να απασχοληθεί στο μέλλον και πιο συγκεκριμένα σε ολόκληρο το προσδόκιμο χρόνο της ζωής του σε εργασία που να απαιτεί δεξιότητα, σωματική κόπωση και ορθοστασία ή αρση βαρών.
Ειδικότερα είναι βέβαιο ότι δεν θα μπορέσει να ασκήσει το ιατρικό λειτούργημα, σε οποιαδήποτε ειδικότητα. Είναι επίσης αναμφισβήτητο το γεγονός ότι η ως άνω αναπηρία, αποτελεί χειροτέρευση της εξωτερικής του εικόνας και εμπόδιο στην κοινωνικοποίηση του. 2)Καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης, ο ασθενής χρειάσθηκε τη συνδρομή τρίτων προσώπων για να εκτελέσει τις οδηγίες μου, διαπιστώνεται δε ότι βαδίζει με ειδικό μπαστούνι και εμφανίζει ευδιάκριτη χωλότητα, λόγω της ολικής αδυναμίας κίνησης του δεξιού κάτω άκρου και επομένως χρήζει συνδρομής τρίτου σε κάθε κίνηση του. 3) Ο ασθενής παρουσιάζει αδυναμία άρσης βαρέων αντικειμένων με το αριστερό άνω άκρο και παράλληλα αδυναμία απαγωγής και ανύψωσης του. 4) Δεν υφίσταται, υπό τα παρόντα και επιστημονικώς αναγνωρισμένα ιατρικά δεδομένα, ουδεμία μέθοδος συντηρητικής ή χειρουργικής αντιμετώπισης των μόνιμων βλαβών του ασθενούς στο δεξιό κάτω άκρο και αριστερό άνω άκρο.
Σύμφωνα με τα ως άνω, μόνο επιδείνωση της κατάστασης του ασθενούς είναι αναμενόμενη, υπό τη μορφή μυϊκής αδυναμίας, ατροφίας και οστεοαρθρίτιδας στο δεξιό κάτω άκρο και αριστερό άνω άκρο, δοκούντος του ότι ο ασθενής είναι νεαρής ηλικίας και παραλλήλως με την παρέλευση του χρόνου, η δυνατότητα κίνησης του θα καθίσταται ακόμα πιο δυσχερής.
Ο ενάγων θα αδυνατεί δια βίου να απασχοληθεί σε οποιοδήποτε επάγγελμα απαιτεί άρτια χρήση του κάτω άκρου, ορθοστασία, κίνηση, άρση βαρών. Ομοίως, δε θα δύναται να εκτελέσει οποιοδήποτε επάγγελμα απαιτεί δεξιότητα, χρήση του άνω άκρου και ταχύτητα αποφάσεων και κινήσεων, δεν μπορεί λοιπόν να υπηρετήσει το ιατρικό λειτούργημα. 5)Ομοίως κρίνω ότι ο ασθενής χρήζει καθημερινής βοήθειας-υποστήριξης και φροντίδας από τρίτο πρόσωπο.
Οι ως άνω μόνιμες βλάβες, σαφώς φέρουν τον ασθενή σε μειονεκτική θέση έναντι υγειών προσώπων, έχουν δε σημαντικές αρνητικές συνέπειες στην κοινωνικοποίηση του, στην ένταξή του στην παραγωγική και εργασιακή διαδικασία, καθώς και στην εξεύρεση συντρόφου-δημιουργία οικογένειας. Επίσης, είναι ευδιάκριτη η επιδείνωση της εξωτερικής του εικόνας".
Επίσης, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 26/18.8.2010 πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα Δ. Χ.-νευρολόγου-ψυχίατρου (Διευθυντή της Α Νευρολογικής Κλινικής ΓΝΧ) προκύπτουν τα εξής : "Από τον Ιατρικό Φάκελο προκύπτει πως τον Ιούλιο του 2000 ο Ι. Δ. υπέστη βαρύτατο τραυματισμό σε τροχαίο ατύχημα. Πρόκειται για παιδί, που η παιδική, η εφηβική και μετεφηβική του εξέλιξη δεν σηματοδοτείται από παθολογικές καταστάσεις που θα μπορούσαν να έχουν επίπτωση επί της προσωπικότητας του.
Ολοκληρώνει τον κύκλο της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με επιτυχία και συνεχίζει την τριτοβάθμια με την Ιατρική Σχολή της Μπρέσια, όπου φοιτά με καλή επίδοση μέχρι το 2000, έτος του τραυματισμού του. Κατά τον χρόνο των εγκυκλίων σπουδών του παρακολουθεί μαθήματα μουσικής με κιθάρα, επιτυχώς, ενώ ταυτόχρονα ασχολείται και με την τέχνη της φωτογραφίας, ερασιτεχνικά, αλλά συστηματικά.
Φέρεται ως κανονικό παιδί, με πολλές παρέες και καλές σχέσεις με συνομηλίκους του και των δύο φίλων. Είναι η εικόνα ενός παιδιού που εξελίσσεται ομαλά και ακολουθεί τις γνωστές συνήθεις διαδρομές του μέσου ελληνόπαιδος με ενδιαφέροντα τόσο για τις σπουδές του, αλλά και με παράλληλες ενασχολήσεις με στόχο μία ομαλή ένταξη τόσο στο στενό, όσο και στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον II Ψυχονοητική κατάσταση:
Ο εξεταζόμενος βρίσκεται σε πλήρη εγρήγορση και δεν εκφράζει αντίρρηση ή επιφυλάξεις για την επικείμενη εξέταση. Είναι ευγενής και απαντά σε κάθε ερώτηση που του υποβάλλεται, τόσο σε σχέση με την προ του ατυχήματος περίοδο της ζωής του, όσο και για την μετά από αυτό, αλλά και για την μακρά περίοδο ανάρρωσης του.
Ερωτάται, επίσης, για το πώς βιώνει τις αλλαγές που επέφερε συνολικά στη ζωή του το ατύχημα-τόσο σε επίπεδο κινητικό όσο και ψυχολογικό-αλλά και για τα μελλοντικά σχέδια με την αιφνίδια τροπή που πήραν μετά το ατύχημα. Σημειώνεται εκ προοιμίου, ότι σαφείς διαταραχές που να αφορούν τον λόγο, τις πράξεις και γνώσεις δεν διαπιστώθηκαν.
Πρώτο στοιχείο άξιο καταγραφής, είναι ότι απαντά σε όλες τις τεθείσες ερωτήσεις (περί της μορφής και του περιεχομένου θα αναφερθώ κατωτέρω) χωρίς δυσκολία, δεν κινητοποιείται από μέρους του το αντίστοιχο με την απώλεια άγχος και έκφραση οδύνης. Το αναμενόμενο σ' αυτές τις περιπτώσεις, είναι να υπάρχει αντίστοιχη συναισθηματική επικάλυψη επί αυτών των οδυνηρών αναβιώσεων, κάτι που εμφανώς απουσιάζει από τον εξεταζόμενο:
Οι απαντήσεις του μοιάζουν περισσότερο με ανάγνωση δακτυλογραφημένου κειμένου, παρά με ζώσα ομιλία. Δεύτερο στοιχείο άξιο επισημάνσεως, είναι το γεγονός, πως ερωτώμενος για τα μελλοντικά του σχέδια, τόσο σε σχέση με την προσωπική, όσο και την επαγγελματική αποκατάσταση δεν δείχνει να επεξεργάζεται το θέμα πολυπαραμετρικά, εμπλέκοντας όλες τις πτυχές που συνδέονται με τέτοιους προβληματισμούς.
Οι απαντήσεις του δεν έχουν το αναμενόμενο με την ηλικία του και προνοσηρά προσωπικότητά του, βάθος και έκταση. Σε ερώτηση για παράδειγμα γιατί δεν κατάφερε να συνεχίσει τις σπουδές του μετά το ατύχημα απαντά πως " η παρέα του στη σχολή είχε προχωρήσει και δεν μπόρεσα εγώ να συνεχίσω". Δεν κάνει στην απάντηση του καμία αναφορά στα κινητικά και ψυχολογικά προβλήματα που ακολούθησαν τον τραυματισμό του και θα μπορούσαν να αποτελέσουν αφετηριακή βάση για τη μη συνέχιση των σπουδών του, λόγω των δυσκολιών που θα μπορούσαν να επιφέρουν επί της επιδόσεως του.
Αδυνατεί επίσης να αναφερθεί επί των μαθημάτων που επιχείρησε να παρακολουθήσει και απέτυχε, αλλά και να αναφερθεί στο επίπεδο δυσκολίας αυτών των μαθημάτων. Τα ανωτέρω στοιχεία υποδεικνύουν σαφή δυσχέρεια επεξεργασίας των σκέψεων και φυσιολογική ταξινόμηση αυτών που φέρονται ως αφαιρετική και κριτική σκέψη.
Η συζήτηση επί του πεδίου αυτού, αναδεικνύει και πάλι την έλλειψη συναισθηματικής φόρτισης, παρά το ότι αναβιώνει επώδυνες εμπειρίες. Φαίνεται λογικά πως σ' αυτόν τον τομέα υπάρχει μία αναντίστοιχη έκφραση και συμμετοχή στα συζητούμενα και αφορώντα τόσο σημαντικά θέματα για το πρόσωπο του και το μέλλον του.
Παρατηρείται δηλαδή, μία απόσταση, τουλάχιστον ανάμεσα στο γεγονός και στο συναίσθημα. Ο αυτόματος λόγος δεν είναι πλούσιος και εμπεριέχει εμμονές. Ελάχιστες στιγμές έλαβε τον λόγο μόνος του, χωρίς να ερωτηθεί και τότε ο λόγος του είχε τηλεγραφικό χαρακτήρα και ήταν φτωχός σε λέξεις και σκέψεις. Όταν του ετίθετο μία ερώτηση, η απάντηση, ενώ απαιτούσε αλληλουχία σκέψεων, αυτή διακρινόταν από την μονοσημαντότητα και έπρεπε συνεχώς να ερωτάται, ώστε να δίνει επιπλέον στοιχεία, τα οποία συχνά χαρακτηρίζει η εμμονή.
Στη διάρκεια όμως αυτής της διαδικασίας, η προσοχή εκοπούτο, με αποτέλεσμα αδυναμία επανασύνδεσης με το αρχικό ερώτημα χωρίς βοήθεια. Η προσοχή επομένως του εξεταζομένου είναι επηρεασμένη (εύκολη κόπωση της προσοχής).Είναι η εικόνα ενός ανθρώπου, που φαίνεται να αντιλαμβάνεται και να σκέπτεται με επιβράδυνση και χωρίς επιτυχή ολοκλήρωση της σκέψης του, στοιχεία ασύμβατα με την ηλικία του και την προνοσηρή προσωπικότητα του, χαρακτηρίζεται δηλαδή από βαθμό υποβουλησίας.
Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον πως σε καμία στιγμή της εξέτασης δεν ερώτησε για την εκτίμηση του εξετάζοντος περί των προβλημάτων που αντιμετωπίζει και την εξέλιξη και πρόγνωση. Όλα τα ανωτέρω φαίνονται να έχουν περιορίσει τις καθημερινές του δραστηριότητες, και έτσι διέρχεται τις περισσότερες ώρες της ημέρας στο σπίτι, ασχολούμενος με την κιθάρα του και τη φωτογραφία, έχοντας χάσει σημαντικό κομμάτι ιδιαίτερα της μουσικής του δεξιοτεχνίας, χωρίς όμως να έχει αντίληψη αυτής της απώλειας.
Έχει σημαντικά περιορίσει τις κοινωνικές του επαφές με τις προηγούμενες παρέες, προβάλλοντας σαν επιχείρημα την κινητική του αναπηρία, χωρίς καμία αναφορά σε άλλα προβλήματά. Είναι ευέξαπτος σ οποιαδήποτε παρατήρηση, τόσο των φίλων του, όσο και των γονέων του με εκρήξεις θυμού αναίτια-όπως είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω και κατά τη διάρκεια της εξέτασης, όταν η μητέρα του πολύ διακριτικά παρενέβη, για να του θυμίσει ημερομηνία που δυσκολευόταν να θυμηθεί.
Συμπερασματικά, πέραν της κινητικής αναπηρίας, ελέγχονται τόσον γνωσιακού όσον και ψυχολογικού τύπου διαταραχές, εύκολη κόπωση προσοχής, υποβουλησία, απόσταση συναισθήματος - γεγονότος, απουσία κινητοποίησης άγχους και λύπης σε αντίστοιχα ερεθίσματα, αστοχία να επανασυνδεθεί με το πρόγραμμα σπουδών της ιατρικής σχολής που φοιτούσε, έλλειψη μελλοντικών σχεδίων επαγγελματικής αποκατάστασης, αναίτιες εκρήξεις θυμού, επικέντρωση του προβλήματος του στο κινητικό σκέλος αποκλειστικά, πτωχή κριτική και αφαιρετική σκέψη.
Τα ανωτέρω περιγραφόμενα, συνθέτουν την εικόνα ενός ανθρώπου ο οποίος δύσκολα, αν όχι αδύνατον, μπορεί να λειτουργήσει ικανοποιητικά και αποδοτικά σε κάποιον τομέα υψηλών απαιτήσεων με πλήρη αυτονομία. Πιθανώς σε εργασιακό τομέα μετρίων ή χαμηλών απαιτήσεων και μόνον σε προστατευμένο περιβάλλον να καταστεί, και πάλι όμως με δυσκολίες, δυνατή κάποιου βαθμού απασχόληση.
Η συνέχιση των ιατρικών σπουδών του με το υπάρχον ψυχοδιανοητικό δυναμικό δεν μπορεί να αποτελέσει ρεαλιστική προσδοκία. Η μεσολάβηση δεκαετίας από του τραυματισμού του μέχρι σήμερα είναι πολύς χρόνος ώστε δεν μπορεί να δικαιολογήσει ελπίδα βελτίωσης του. Τα ελεγχόμενα ευρήματα από την ψυχοδιανοητική σφαίρα, συναντώνται σε εγκεφαλικές βλάβες του τύπου, της εντόπισης και της βαρύτητας με αυτές που υπέστη ο εξεταζόμενος, επομένως επί απουσίας άλλου αιτιολογικού παράγοντα που να συναρτάται με τη συμπτωματολογία που ανωτέρω περιγράφεται, καθιστούν την αιτιολογική συσχέτιση του τραυματισμού-συμπτωματολογίας προφανή, με την καταληκτική και πάλι υποσημείωση, πως σημαντικές βλάβες ελέγχονται στους κροταφικούς λοβούς, το μεσολόβιο και διάσπαρτες στα δύο εγκεφαλικά ημισφαίρια.
Σημειώνεται, ότι κατά τη λήψη του ιστορικού προέκυψε πως, από τριμήνου περίπου αναφέρονται από τους γονείς επεισόδια στερεοτύπων κινήσεων δεξιού κάτω άκρου, συνοδευόμενα από επισκότηση συνειδήσεως. Τα ανωτέρω, πιθανότατα παριστούν επιληπτικές κρίσεις κροταφικής προελεύσεως, για τις οποίες συστήθηκε διερεύνηση και συστηματική παρακολούθηση".
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι για την υποβολή του σε ιατρικές εξετάσεις και χειρουργικές επεμβάσεις ο ενάγων δαπάνησε τα εξής ποσά: α) ποσόν 16.252,09 ΕΥΡΩ, το οποίο κατέβαλε στο διαγνωστικό και θεραπευτικό κέντρο Αθηνών "ΥΓΕΙΑ" (βλ. τις υπ' αριθ. 791619/9-12-2002, 791620/9-12-2002, 869476/12-12-2003 και 8699477/12-12-2003 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του νοσηλευτικού αυτού ιδρύματος που προσκομίζονται νόμιμα με επίκληση), β) ποσόν 10.329,70 ΕΥΡΩ το οποίο κατέβαλε στο ιατρικό κέντρο Αθηνών "ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ" (βλ.
τα υπ' αριθ. 6383/20-3-2002 και 3684/20-3-2002 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών του παραπάνω ιατρικού κέντρου). Η μητέρα του ενάγοντος, Ζ. Δ., ως άμεσα ασφαλισμένη στο ΙΚΑ, εισέπραξε από αυτό έναντι της αμέσως προηγούμενης δαπάνης για τα νοσήλεια του γιου της στο ανωτέρω θεραπευτήριο, το ποσόν των 489,95 ΕΥΡΩ και δεν δικαιούται καμμίας άλλης παροχής, ενώ ο ίδιος ο ενάγων δεν έχει απογραφεί ουδέποτε στο Ίδρυμα και ως εκ τούτου δεν δικαιούται παροχών (βλ.
τις υπ' αριθ. 7613/7-3-2007, 31709/20.10.2009 και 32844/29.10.2009 βεβαιώσεις του ΙΚΑ, από τις οποίες οι δύο τελευταίες παραδεκτά προσκομίζονται με επίκληση από τον ενάγοντα το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη, κατ' αρθρ. 529 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ.).Το ως άνω ποσόν είναι αφαιρετέο από την αποζημίωση που μπορεί να αξιώσει από τους εναγομένους (σημειωτέον δε ότι αυτό έχει ήδη αφαιρεθεί από τον ίδιο τον ενάγοντα στην ένδικη αγωγή του από το αμέσως προηγούμενο κονδύλιο το οποίο κατέβαλε στο ιατρικό κέντρο Αθηνών "ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ") γ) ποσόν 4.267,18 ΕΥΡΩ, το οποίο κατέβαλε στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών (βλ.
τις υπ'αριθμό …/13-7-2004 και …/16-7-2004 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του νοσηλευτικού αυτού ιδρύματος που προσκομίζονται νόμιμα με επίκληση). Ο ενάγων δαπάνησε επίσης για ακτοπλοϊκά εισιτήρια από Ηράκλειο προς Πειραιά και αντιστρόφως, και για διάφορα άλλα έξοδα μετακίνησης και παραμονής του ίδιου και των συνοδών γονέων του στην Αθήνα, καθώς και για την ακτοπλοϊκή μεταφορά του με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του πατέρα του, το συνολικό ποσόν 1.390,20 ΕΥΡΩ (βλ. την υπ' αριθ. 34940/12-12-2003 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του ξενοδοχείου "ΡRESIDENT" Αθηνών και τα εισιτήρια πλοίων της εταιρίας "ΜΙΝΟΑΝ LΙΝΕS" που προσκομίζονται). Ως εκ τούτων τα έξοδα αυτά, ανέρχονται στο συνολικό ποσόν των 31.749,22 ΕΥΡΩ. Κατά το χρονικό διάστημα της νοσηλείας του, ο ενάγων, εκτός από το πρώτο χρονικό διάστημα που βρισκόταν σε καταστολή στη ΜΕΘ, είχε ανάγκη από τις φροντίδες και περιποιήσεις ενός προσώπου, πέραν αυτών του νοσηλευτικού προσωπικού.
Για το σκοπό αυτό, προσέλαβε την οικογένεια του, δηλαδή την μητέρα του, τον πατέρα του και τον αδελφό του. Ειδικότερα, η μητέρα του διέκοψε ολοσχερώς την εργασία της ως μαία μετά το ατύχημα, και καθημερινά και για πολλές ώρες φρόντιζε και περιποιόταν αποκλειστικά τον ενάγοντα με υπερεντατικοποίηση των δυνάμεων της.
Για την απασχόληση τους αυτή, αν δεν προσλάμβανε την οικογένεια του, και ειδικότερα την μητέρα του, θα προσλάμβανε τρίτο πρόσωπο. Έτσι, ο ενάγων δικαιούται για το χρονικό διάστημα από 11.8.2000 (διότι μέχρι τότε βρισκόταν στην ΜΕΘ σε πλήρη καταστολή και με μηχανική υποστήριξη της αναπνοή του και συνεπώς δεν θα μπορούσε να προσλάβει αποκλειστική νοσοκόμα) έως 26.9.2000, κατά το οποίο νοσηλευόταν στα νοσοκομεία Βενιζέλειο και ΠΑΓΝΗ, το ποσό των εβδομήντα (70,00) Ευρώ για κάθε 24ωρο (20,00 Ευρώ για κάθε ημερήσια 8ωρη βάρδια επί 2 και 30,00 Ευρώ για κάθε νυκτερινή) ήτοι συνολικά το ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων είκοσι (3.220,00) (=70 ευρώ Χ 46 ημέρες) Ευρώ, το οποίο θα κατέβαλε σε τρίτα πρόσωπα αποκλειστικές νοσοκόμες) που θα προσελάμβανε επί 24ώρου βάσεως προκειμένου οι τελευταίες (εκάστη στο 8ωρό της) λόγω της κρισιμότητας της καταστάσεως του, αφού είχε αδυναμία για οποιαδήποτε κίνηση ακόμα και στο κρεβάτι νοσηλείας, μη έχοντας οποιαδήποτε επαφή με το περιβάλλον, να τον επιβλέπουν, παρέχοντας του τα φάρμακα του, να περιποιούνται τα τραύματα του, να τον ταΐζουν να ασχολούνται με την περιποίηση του σώματος του, να τον μετακινούν στο κρεβάτι του προς αποφυγή κατακλίσεων και τέλος να τον βοηθούν στην φυσικοθεραπεία, εργοθεραπεία και λογοθεραπεία που υποβάλλετο.
Περαιτέρω, για το χρονικό διάστημα από 27.9.2000 έως 31.12.2000, κατά το οποίο νοσηλευόταν κατάκοιτος στο σπίτι του, μη δυνάμενος να αυτοεξυπηρετηθεί το ποσό των εξήντα (60,00 ευρώ) για κάθε 24ωρο, ήτοι συνολικά το ποσό των πέντε χιλιάδων επτακοσίων (5.700,00) (=60 ευρώ Χ 95 ημέρες) Ευρώ, το οποίο θα κατέβαλε σε μία νοσηλεύτρια που θα προσλάμβανε επί 24ώρου βάσεως προκειμένου η τελευταία να τον επιβλέπει, παρέχοντας του τα φάρμακα του, να περιποιείται τα τραύματα του, να τον μετακινεί στο κρεβάτι του προς αποφυγή κατακλίσεων, να ασχολείται με την καθαριότητα του σώματος του κλπ).
Για το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 έως 20.6.2002, ο ενάγων δικαιούται, για τον ίδιο λόγο, το ποσόν των (40 ΕΥΡΩ Χ 536 μέρες =) 21.440 ΕΥΡΩ, ενώ για το χρονικό διάστημα από 21.6.2002, ημερομηνία κατά την οποία έπαψε να είναι κατάκοιτος και ήταν σε θέση να μετακινηθεί μόνος του, έως και τον Ιούνιο του 2008, δικαιούται μηνιαία αποζημίωση ποσού επτακοσίων (700,00) ΕΥΡΩ, το οποίο θα κατέβαλε σε μία οικιακή βοηθό που θα προσλάμβανε για την εξυπηρέτηση των οικιακών αναγκών του (καθαρισμό της οικίας του, μαγειρική, φροντίδα του ιματισμού του κλπ.) με αντίστοιχο μηνιαίο μισθό, και συνολικά (700 €ΥΡΩ Χ 72 μήνες και 10 ημέρες=) 50.634,00 Ευρώ.
Επομένως, ο ενάγων δικαιούται για την παραπάνω αιτία, το συνολικό ποσό των (3.220 + 5.700 + 21.440 + 50.634 =) 80.994 ΕΥΡΩ. Για το επόμενο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1.7.2008 και μέχρι τη συμπλήρωση του 70ου έτους της ηλικίας του ενάγοντος, ήτοι και μέχρι συγκεκριμένα την 30.6.2045, για το οποίο αυτός ζητεί να αναγνωρισθεί ότι οι αντίδικοι του υποχρεούνται να του καταβάλουν 100 ΕΥΡΩ ημερησίως και συνολικά 1.396.600 ΕΥΡΩ, ποσόν που θα κατέβαλε σε νοσηλεύτρια δεν είναι δυνατό να προβλεφθεί από τώρα, η εξέλιξη της υγείας (σωματικής και ψυχικής) του, ενόψει της κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας συνεχώς εξελισσόμενης ιατρικής επιστήμης, ούτε συνακόλουθα να προβλεφθεί μελλοντικά η ανάγκη του ή μη προς πρόσληψη νοσηλεύτριας ή οικιακής βοηθού.
Επίσης για την περίπτωση που ο ενάγων θα χρειάζεται νοσηλεύτρια ή οικιακή βοηθό, δεν είναι δυνατό να προβλεφθεί από τώρα, ούτε για πόσες ώρες ημερησίως ή για πόσες ημέρες και ώρες μηνιαίως θα χρειάζεται νοσηλεύτρια, ούτε σε περίπτωση που θα χρειάζεται οικιακή βοηθό, για πόσες ώρες ημερησίως, ή για πόσες ημέρες και ώρες θα τη χρειάζεται μηνιαίως, ή αν θα τη χρειάζεται για κάθε μήνα συνεχώς ή για μερικούς και ποίοι θα είναι οι μήνες αυτοί.
Ούτε βέβαια είναι εφικτό να προβλεφθεί από τώρα σε τέτοιο βάθος χρόνου, το ύψος των ημερομισθίων των νοσηλευτριών, ανάλογα με τις ώρες απασχόλησής τους, ή οι μισθοί των οικιακών βοηθών. Επομένως το αναγνωριστικό αγωγικό κονδύλιο των 100 ΕΥΡΩ ημερησίως για την παραπάνω αιτία, από 1.7.2008 έως την 30.6.2045 ύψους 1.396,600 ΕΥΡΩ είναι απορριπτέο ως προώρως ασκηθέν.
Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, κατά το χρόνο του ατυχήματος, διήνυε το 25ο έτος της ηλικίας και στο Πανεπιστήμιο της πόλης Μπρέσια στην Ιταλία, είχε εγγραφεί στο 4ο έτος σπουδών για την ακαδημαϊκή περίοδο 2000-2001. Σημειωτέον ότι αυτός είχε εγγραφεί στο πρώτο έτος από την 21.9.1994 και η κανονική διάρκεια των σπουδών του ήταν έξι έτη.
Βέβαια, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενόψει του ότι αυτός ήταν, όπως προαναφέρθηκε καλός φοιτητής και όχι άριστος, (λίγο πριν από το χρόνο του ατυχήματος είχε περάσει με επιτυχία εντός του έτους 2000, μόνο το μάθημα της Ανθρώπινης Ανατομίας και είχε μεταφέρει άλλα έξι μαθήματα του τρίτου έτους στο τέταρτο, τα οποία εκκρεμούσαν κατά το χρόνο του ατυχήματος), ενόψει του ότι σπούδαζε σε πανεπιστήμιο της αλλοδαπής σε ξένη γλώσσα, αλλά και λόγω του μεγάλου αριθμού των μαθημάτων του είδους της επιστήμης που ακολουθούσε, αλλά και του βαθμού δυσκολίας που αντικειμενικά ενέχουν αυτά, σε συνδυασμό με την προηγουμένως αναφερομένη πρόοδο του, δεν θα ελάμβανε το πτυχίο του κατά το έτος 2003, αλλά θα ολοκλήρωνε τις σπουδές του κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εντός του έτους 2004.
Ακολούθως θα υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία για 14 μήνες την οποία θα τελείωνε εντός του έτους 2005. Από τον Ιανουάριο του έτους 2006 έως και τον Δεκέμβριο του 2006, δηλαδή για ένα έτος θα υπηρετούσε ως αγροτικός γιατρός κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Για τα επόμενα 6 έτη θα εργαζόταν ως ειδικευόμενος ιατρός, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, καθόσον σύμφωνα με το άρθρο 1 του π.δ. 415/1994 ο χρόνος ειδίκευσης για την απόκτηση της ειδικότητας της χειρουργικής είναι 6 έτη, δηλαδή από τον Ιανουάριο του 2007 έως και τον Δεκέμβριο του 2012.
Για τα επόμενα έτη κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα είχε την ικανότητα να ασκήσει το επάγγελμα του χειρουργού - ιατρού, μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του. Όμως λόγω του ατυχήματος και του τραυματισμού του κατέστη ανίκανος για την άσκηση του λειτουργήματος του ιατρού-χειρουργού εφ' όρου ζωής του, όπως και οποιασδήποτε άλλης ιατρικής ειδικότητας.
Σημειωτέον ότι ο ενάγων κατά το έτος 2004 μετέβη μαζί με την μητέρα του στην πόλη Μπρέσια της Ιταλίας και ξαναγράφτηκε στο τέταρτο έτος της Ιατρικής-Χειρουργικής Σχολής του εκεί Πανεπιστημίου προκειμένου να συνεχίσει και να περατώσει τις σπουδές του για το ακαδημαϊκό έτος 2004-2005, ανανέωσε δε την εγγραφή του έως το ακαδημαϊκό έτος 2006-2007, χωρίς ωστόσο να καταφέρει να περάσει κάποιο μάθημα λόγω της κατάστασης της υγείας του μετά το ατύχημα, έκτοτε δε δεν εγγράφηκε στο ανωτέρω Πανεπιστήμιο.
Έτσι, αν δεν συνέβαινε το ατύχημα, ο ενάγων θα αποκόμιζε για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-12-2006, που θα εργαζόταν ως αγροτικός ιατρός, το ποσό των 1.353 ΕΥΡΩ ως βασικό ακαθάριστο μισθό (αρθ.43 παρ.1, 2 του ν. 3205/2003 σε συνδυασμό με το άρθ. 2 του ν. 3336/2005), δηλαδή μαζί με τα δώρα εορτών και άδειας το ποσό των (1353 ΕΥΡΩ Χ 14 μήνες =) 18.942 ΕΥΡΩ.
Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 31-12-2012, που θα εργαζόταν ως ειδικευόμενος ιατρός, θα αποκόμιζε το ποσό των 1.206 ΕΥΡΩ ως βασικό ακαθάριστο μισθό (άρθ. 43 παρ. 1, 2 του ν. 3205/2003 σε συνδυασμό με το άρθ. 11 του ν. 3453/2006), δηλαδή μαζί με τα δώρα εορτών και άδειας το ποσό των (1.206 ΕΥΡΩ Χ 14 μήνες Χ 6 έτη =) 101.304 ΕΥΡΩ. Σημειωτέον ότι δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί από τώρα.
Αν ο ενάγων θα πραγματοποιούσε εφημερίες και πόσες κατά τη διάρκεια των παραπάνω χρονικών διαστημάτων που θα εργαζόταν ως αγροτικός και Πως ειδικευόμενος ιατρός, διότι αυτές εξαρτώνται από μελλοντικούς και απρόβλεπτους παράγοντες (αν θα εργαζόταν στο ΕΣΥ, αν στο υπαγόμενο τελευταίο νοσοκομείο που θα εργαζόταν, θα υπήρχαν ή όχι ανάγκες για εφημερίες, και σε καταφατική περίπτωση για πόσες ημέρες μηνιαίως, πόσοι γιατροί αγροτικοί και ειδικευόμενοι στην ειδικότητα της χειρουργικής θα απασχολούνταν στο νοσοκομείο αυτό και πόσες ώρες εφημερίων θα κατανέμοντο στον καθένα από αυτούς).
Για το περαιτέρω χρονικό διάστημα μέχρι και την 31.12.2039 δεν είναι δυνατόν να υπολογισθεί από τώρα η ζημία (διαφυγόντα κέρδη) του ενάγοντος με βάση πάντοτε κατά τους αγωγικούς του ισχυρισμούς και δη ότι αυτά θα ανέρχονταν στο ποσόν των 35.204 ΕΥΡΩ ετησίως και επί 27 έτη στο συνολικό ποσόν των 950.508 ΕΥΡΩ (ο ενάγων τα υπολογίζει στο συνολικό ποσόν των 985.712 ΕΥΡΩ θέτοντας ως δεδομένο ότι από 1.1.2012 θα ξεκινούσε την εργασία του ως ειδικευμένος χειρουργός ιατρός, εγώ το παρόν Δικαστήριο δέχθηκε, ως άνω, ότι ολόκληρο το έτος 2012 συμπεριλαμβάνεται στο συνολικό χρόνο της ειδικότητάς του), καθόσον δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί από τώρα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο πατέρας του είναι μαιευτήρας-χειρουργός και η μητέρα του μαία, με ευρύ κύκλο γνωριμιών ειδικά στο χώρο της ιατρικής επιστήμης, αν αυτός θα προσλαμβανόταν στο ΕΣΥ και πότε και περαιτέρω, από πότε και μέχρι πότε θα εργαζόταν σε Νοσοκομείο υπαγόμενο σ' αυτό, ως επιμελητής Β', αμειβόμενος με βασικό μισθό 1654 ΕΥΡΩ, πλέον 12 εφημερίων μηνιαίως, ποσού 1004 ΕΥΡΩ, και πλέον δύο βασικών μισθών, λόγω επιδομάτων (δώρων) ποσού 3.308 ΕΥΡΩ, καθόσον κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν προσλαμβάνονται όλοι οι ειδικευμένοι ιατροί στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, οι μισθοί ακόμη και των ήδη εργαζομένων και υπαγομένων ιατρών σ' αυτό δεν είναι σταθεροί, ούτε είναι δεδομένο ότι παρέχονται ή θα συνεχίζουν να παρέχονται επιδόματα εορτών και αδείας, ούτε βέβαια είναι δυνατό να προβλεφθεί αν αυτός θα πραγματοποιούσε εφημερίες και πόσες μηνιαίως καθόσον και ο εν λόγω παράγων εξαρτάται από άλλους, μη δυναμένους να προβλεφθούν, όπως από τον αριθμό των ασθενών, χρηζόντων χειρουργικών επεμβάσεων που έχει τη δυνατότητα να εξυπηρετήσει κάθε νοσοκομείο, η οποία δυνατότητα ποικίλλει από νοσοκομείο σε νοσοκομείο, ούτε επίσης είναι δυνατόν να προβλεφθεί από τώρα πόσοι γιατροί, με την ίδια ειδικότητα του ενάγοντος, θα εργάζονταν στο ίδιο με αυτόν εκάστοτε Νοσοκομείο του ΕΣΥ, αφού με βάση τον συνολικό αριθμό τους θα κατανέμονταν και οι εφημερίες και κατ' αποτέλεσμα δεν είναι προβλέψιμο από τώρα αν και ποιο ποσόν θα ελάμβανε μηνιαίως από την παραπάνω αιτία ο ενάγων.
Άρα το σχετικό ως άνω κονδύλιο της αγωγής είναι πρόωρο. Έτσι, ο ενάγων δικαιούται για διαφυγόντα κέρδη το συνολικό ποσόν των (18.942 + 101.304 =) 120.246 ΕΥΡΩ. Το ποσόν αυτό πρέπει να του καταβληθεί σε κεφάλαιο εφάπαξ, σύμφωνα με το σχετικό κύριο αίτημα της αγωγής του, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, συντρέχει σπουδαίος προς τούτο λόγος, αφενός μεν λόγω του ότι επιδικάζεται σταθερά το ίδιο ποσόν αποζημίωσης κατά μήνα αναφορικά με το χρονικό διάστημα της εξαετούς ειδίκευσης του, αφετέρου δε, προκειμένου να καλυφθούν άμεσες οικονομικές του ανάγκες που σχετίζονται με την κατάσταση της υγείας του για την καλή διαβίωση του, ενόψει του ότι είναι ανασφάλιστος και δεν δικαιούται σύνταξης από το ΙΚΑ ή άλλον ασφαλιστικό φορέα, αλλά και για να γίνει κατάλληλη αξιοποίηση του κεφαλαίου αυτού για την επαύξησή του, καθόσον δεν προκύπτουν εισοδήματα του από άλλες πηγές.
Συμπερασματικά, ο ενάγων υπέστη εξαιτίας του ατυχήματος, συνολική περιουσιακή ζημία ποσού (31.749,22 + 80.994 + 120.246 =) 232.989,22 ΕΥΡΩ, το οποίο πρέπει να περιορισθεί κατά το ποσοστό 30% της συνυπαιτιότητάς του (232.989,22 ΕΥΡΩ - 30% =) 163.092,45 ΕΥΡΩ, από το οποίο 17.640 ΕΥΡΩ είναι αναγνωριστικό και το υπόλοιπο, ύψους 145.452,45 ΕΥΡΩ είναι καταψηφιστικό.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η παραπάνω κατάσταση της σωματικής και ψυχικής του υγείας του ενάγοντος, και δη η σωματική και νοητική μερική αλλά σε μεγάλο βαθμό αναπηρία του, η εξ'αυτών οριστική κατάρρευση του "ονείρου" του γίνει ιατρός-χειρουργός, η παρατηρούμενη από όλους χωλότητα του στη βάδιση, όπως και η παραμόρφωση του προσώπου του, γεγονότα που δημιουργούν στους τρίτους αισθήματα οίκτου και συμπόνιας προς το πρόσωπο του ενάγοντος, επιδρά δυσμενώς στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του τελευταίου, άγει στην απώλεια της ελπίδας για δημιουργία δικής του οικογένειας, στον περιορισμό των πιθανοτήτων άσκησης εκ μέρους του επαγγέλματος, καθόσον μόνο σε κάποιο εργασιακό τομέα μετρίων ή χαμηλών απαιτήσεών και σε προστατευμένο περιβάλλον πιθανόν να βρει εργασία και να μπορέσει να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της, καθώς και στην φθίνουσα κοινωνική και οικονομική του εξέλιξη.
Συνεπώς, αυτός δικαιούται ιδιαίτερης αποζημίωσης, η οποία, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των σχετικά προεκτιθεμένων, καθώς και της ηλικίας του (γεννήθηκε το έτος 1974), όπως και του βαθμού της συνυπαιτιότητάς του που συνετέλεσε στην νοητική αναπηρία του και την παραμόρφωση του προσώπου του, ανέρχεται στο εύλογο ποσόν των σαράντα χιλιάδων (40.000,00) ΕΥΡΩ που είναι καταβλητέα ως κεφάλαιο εφάπαξ, για τη δημιουργία οικονομικής βάσης για την ευχερέστερη διαβίωση του, ανεξαρτήτως από την αποζημίωση του για διαφυγόντα κέρδη, καθώς και από τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που δικαιούται.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδικάζοντας για την ως άνω αιτία το ποσό των 20.000 Ευρώ έσφαλε και επομένως, ο πέμπτος λόγος της έφεσης του ενάγοντος με τον οποίο ζητεί να του επιδικασθεί το αιτούμενο με την αγωγή του μεγαλύτερο ποσόν για την εν λόγω αιτία, ύψους 300.000 ΕΥΡΩ, πρέπει να γίνει δεκτός εν μέρει ως ουσία βάσιμος.
Τέλος, συνεπεία του τραυματισμού του, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη από την σε βάρος του αδικοπραξία για την ικανοποίηση της οποίας, εν όψει της σοβαρότητας του τραυματισμού του, της έντονης ταλαιπωρίας που υπέστη από τις πολύωρες χειρουργικές επεμβάσεις και της μετεγχειρητικής πορείας της υγείας) του, της επί μακρό διάστημα ανικανότητας του προς εργασία, καθώς και της μακρόχρονης αποχής του από οποιαδήποτε δραστηριότητα σε συνδυασμό με το ότι εκλείπουν, προς το παρόν τουλάχιστον, οι πιθανότητες πλήρους αποκατάστασης της υγείας του, της αιφνίδιας και οριστικής διαγραφής της προοπτικής του να γίνει επιστήμων και δη ιατρός-χειρουργός, του νεαρού της ηλικίας του κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το ατύχημα, (25 ετών), του βαθμού του πταίσματος του υπαιτίου, της συνυπαιτιότητάς του ιδίου (ενάγοντος) και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, εξαιρουμένης αυτής της ασφαλιστικής εταιρίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτόν το ποσόν των 40.000 ΕΥΡΩ, ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση, στο οποίο δεν περιλαμβάνεται αυτό των 44 ΕΥΡΩ που του επιδικάσθηκε από το ανωτέρω ποινικό Δικαστήριο.
Το Εφετείο με τις πιο πάνω παραδοχές του έκρινε σε σχέση με τους εδώ ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: 1)ότι η βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση του αναιρεσείοντος και η παραμόρφωση του προσώπου του, οφειλόμενες αποκλειστικά αιτιωδώς στο γεγονός της αμελούς συμπεριφοράς του, στο να μη φέρει προστατευτικό κράνος κατά το χρόνο της ένδικης σύγκρουσης, και ανεξάρτητα από το βαρύτατο επίσης τραυματισμό του στο δεξί κάτω άκρο, συνδέονται αιτιωδώς καθόλο το ένδικο χρονικό διάστημα με απότοκες συνέπειες στη σωματική και ψυχική του σφαίρα, όπως αποκοπή (παράλυση) του προσωπικού περιφερειακούς και απαγωγού νεύρου αριστερά, ρήξη τυμπάνου ωτός, αριστερά εξ αιτίας της οποίας κατέστη βαρύκοος παρά τις επιχειρηθείσες μικροχειρουργικές επεμβάσεις, δυσμορφία του προσώπου του η οποία εξακολουθεί να είναι και θα είναι δια βίου έντονη έως και αποκρουστική, δυσχέρεια αρθρώσεως του λόγου του κατά την ομιλία λόγω παράλυσης του προσωπικού νεύρου, αδυναμία ισορροπημένου χαμόγελου, ατροφία άνω και κάτω βλεφάρου δεξιά, διαρκείς ζαλάδες, διαλείπουσα μνήμη, διαταραχές της συμπεριφοράς, ευεριθιστότητα και λεκτική επιθετικότητα, αδυναμία συγκροτήσεως προσφάτων γνώσεων και ενδεχόμενο επιληπτικών κρίσεων λόγω των βλαβών του εγκεφάλου. 2)ότι συνεπεία της πιο πάνω κατάστασης της υγείας του ο αναιρεσείων, ανεξάρτητα από τις λοιπές σωματικές βλάβες, ζημιώθηκε κατά τα προαναφερθέντα ποσά των 31.749,22 Ευρώ, 80.994 Ευρώ και 120.246 Ευρώ τα οποία οφειλόμενα κατ'αιτιώδη συνάφεια με τη διαγνωσθείσα συνυπαιτιότητά του κατά ποσοστό 30%, μειώθηκαν ανάλογα. 3)ότι παρά τη διαγνωσθείσα μόνιμη σωματική και ψυχοκινητική αναπηρία του αναιρεσείοντος, γεγονός που τον καθιστούσε ανίκανο, ως φοιτητή Ιατρικής κατά το χρόνο του τραυματισμού του, στο να ασκήσει εφόρου ζωής το επάγγελμα του ιατρού επιδικάσθηκε ως αποθετική ζημία το ποσό των 120.246 € μειωμένο κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας 30% για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-12-2006 που θα εργαζόταν ως αγροτικός γιατρός και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 31-12-2012 που θα εργαζόταν ως ειδικευόμενος ιατρός. 4)για το περαιτέρω χρονικό διάστημα μέχρι και την 31-12-2039 το αντίστοιχο αγωγικό κονδύλι αποθετικής ζημίας από την ίδια αιτία απορρίφθηκε ως προώρως ασκηθέν γιατί δεν κατέστη δυνατόν να πιθανολογηθεί η έκταση της ζημιάς του, αφού δεν μπορούσε να προβλεφθεί από τώρα αν ο αναιρεσείων θα προσλαμβανόταν στο ΕΣΥ όπως ισχυριζόταν με την αγωγή του και πότε, και από πότε μέχρι πότε θα εργαζόταν σε νοσοκομείο υπαγόμενο σ'αυτό, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν προσλαμβάνονται όλοι οι ειδικευμένοι γιατροί στο ΕΣΥ ούτε μπορούν να προβλεφθούν οι αποδοχές οι εφημερίες τα επιδόματα εορτών κ.λπ. 5)ότι με βάση την έκταση των σωματικών βλαβών του αναιρεσείοντος απ'όλες τις αιτίες αλλά και τη διαγνωσθείσα συνυπαιτιότητά του για τις προαναφερθείσες συνέπειες στη σωματική και ψυχοκινητική του σφαίρα πρέπει να του επιδικασθούν ως αποζημίωση από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ ποσού 40.000 € και ως χρηματική ικανοποίηση από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ ποσό 40.000€ επίσης. 6)για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από 1-7-2008 μέχρι τη συμπλήρωση του 70ου έτους της ηλικίας του ενάγοντος ήτοι μέχρι την 30-6-2045 το αντίστοιχο αγωγικό κονδύλι θετικής ζημίας για αμοιβές σε νοσηλεύτρια-οικιακή βοηθό απορρίφθηκε ως προώρως ασκηθέν γιατί δεν κατέστη δυνατόν να πιθανολογηθεί η έκταση της ζημιάς του αναιρεσείοντος, αφού δεν μπορούσε να προβλεφθεί από τώρα η εξέλιξη της υγείας σωματικής και ψυχικής του αναιρεσείοντος, ενόψη της κατά τα διδάγματα κοινής πείρας συνεχώς εξελισσόμενης ιατρικής επιστήμης, αλλά και τα χρονικά όρια, ημέρες ολόκληρες ή ώρες ημερησίως, και ύψος των ημερομισθίων, ανάλογα με το βάθος χρόνου, ύψους των ημερομισθίων και ώρες απασχολήσεώς τους.
Το Εφετείο με το να κρίνει με τις ανωτέρω σκέψεις του επι των αντίστοιχων αγωγικών κονδυλίων του αναιρεσείοντος για θετικές ζημίες και αποθετικές ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 929, 931, 932 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της συγκλίνουσας αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος παθόντος με την έννοια της συνυπαιτιότητάς του που τελεί σ'αιτιώδη συνάφεια με τα ζημιογόνα αποτελέσματα που προαναφέρθηκαν, και της αποθετικής ζημίας (διαφυγόντος κέρδους) από τη στέρηση των εισοδημάτων ως ιατρού κατά το χρονικό διάστημα έως 31-12-2012.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσειων με τον δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος τους με τους οποίους αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 298, 300, 330, 914, 929, 931, 932 του ΑΚ τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση άλλων για να αιτιολογηθεί τόσον η κατ'αιτιώδη συνάφεια προς τα ζημιογόνα αποτελέσματα τελούσα συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος όσο και το διαγνωσθέν πρόωρο των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος για διαφυγόντα εισοδήματα κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 31-12-2039.
Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο του αναιρετήριου, κατά το άλλος μέρος του τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος του και τον πρώτο πρόσθετο λόγο κατά το άλλο μέρος του με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Εξ άλλου, οι ίδιοι δεύτερος, τρίτος και κατά τα δύο επικουρικά μέρη του και πρώτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης κατά την σε αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.1 και 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσον δηλαδή οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος: 1)για αποθετική ζημία του χρονικού διαστήματος από 1-1-2012 έως 31-12-2039 από το γεγονός ότι δεν θα μπορούσε να απασχοληθεί ως ιατρός και 2)για θετική ζημία του χρονικού διαστήματος από 1-7-2008 έως 30-6-2045 από το γεγονός ότι θα είχε ανάγκη συνεχώς απασχολήσεως οικιακής βοηθού ως και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση με το ότι δεν υπήρχε πιθανότητα βελτιώσεως της υγείας του είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ.561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης σε σχέση με τη συνδρομή πιθανότητας στην ύπαρξη μελλοντικά θετικής και αποθετικής ζημίας αντίστοιχα στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκάν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Με τον πρώτο του λόγο του αναιρετηριου κατά το ένα μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη (ανταποδεικτικά) του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ότι κατά το ένδικο ατύχημα φορούσε κράνος την από 22-7-2000 έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας Ηρακλείου, στην οποία αναγράφεται ότι ο αναιρεσείων δεν παρέβη καμμία διάταξη του ΚΟΚ και την υπ'αριθ.2049/2003 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλ/κείου Ηρακλείου από την οποία δεν προκύπτει να καταδικάστηκε ο αναιρεσείων οδηγός γιατί δεν φορούσε κράνος, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι έφερε κράνος, κατά το ένδικο ατύχημα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω έγγραφα, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το ένα μέρος του κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωση της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφα, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ του ΚΠολΔ.
Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό. (Ολ.ΑΠ 1/1999) Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση ότι ο αναιρεσείων κατά το ένδικο ατύχημα δεν έφερε προστατευτικό κράνος και να απορρίψει τον σχετικό αρνητικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και την έφεση του στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους.
Προβάλλει ειδικά δε ως προς τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα ο αναιρέσεων, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 22-7-2000 έκθεσης αυτοψίας της Τροχαίας Ηρακλείου, στην οποία αναγράφεται ότι ο αναιρεσείων οδηγός δεν παρέβη καμία διάταξη του ΚΟΚ. Υπ' αυτά, όμως τα δεδομένα, και καθ' όσον αφορά το πιο πάνω φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο ούτε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορεί στην αίτηση του ή και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο παραπάνω έγγραφο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα της, ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων κατά το ένδικο ατύχημα δεν έφερε κράνος.
Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος κατά το επικουρικό μέρος του λόγος αναίρεσης, είναι από την αιτία αυτή προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά τα λοιπά δε, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 20 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί όπως από το περιεχόμενο του προκύπτει ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι πράγματι έφερε κράνος πλήττοντας πλέον την αντίθετη δικαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.).
IV. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 ΚΠολΔ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφο της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1330/2002), και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 571/2004).
Εξ άλλου απ'τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 929 και 930 Α.Κ. προκύπτει ότι σε περίπτωση σωματικής βλάβης η αποζημίωση περιλαμβάνει εκτός άλλων και οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον από την αδυναμία ασκήσεως του επαγγέλματος που θα μπορούσε ν'ασκήσει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων αν δεν είχε μεσολαβήσει αδικοπραξία.
Τα περιστατικά εκείνα που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα καθώς και ειδικές περιστάσεις όπως και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή, διαφορετικά η τελευταία κρίνεται αόριστη και δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις (Ολ.ΑΠ 22/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση με επικουρική βάση στην αγωγή του ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι το σύνολο των αιτουμένων ως αποθετική ζημία κερδών θα αποκέρδαινε με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ακόμη και αν εργαζόταν ως ελεύθερος επαγγελματίας ιατρός-χειρούργος λόγω του κοινωνικού οικογενειακού του κύκλου και δη της επιστημονικής ιδιότητας του του πατέρα του ως γυναικολόγου και της μητέρας του ως μαίας.
Υπό τα προεκτιθέμενα, η επικουρική αυτή βάση του κονδυλίου των διαφυγόντων κερδών, είναι αόριστη, καθόσον δεν εξειδικεύεται κανένα συγκεκριμένο προπαρασκευαστικό μέτρο, ούτε συγκεκριμενοποιείται η μεθόδευση και οργάνωση της συγκεκριμένης δραστηριότητας του ενάγοντος ως ελεύθερου επαγγελματία ιατρού χειρούργου, ήτοι αν θα είχε ιδιόκτητο ή μισθωμένο χώρο ιατρείου και σε ποια πόλη, πόσους πελάτες - ασθενείς θα είχε, με ποια εκάστοτε αμοιβή θα χειρουργούσε και σε ποια κλινική ή νοσοκομείο, ή αν θα είχε δική του κλινική, και πόσα περαιτέρω ακαθάριστα χρήματα θ'αποκέρδαινε μηνιαίως βάσει των οποίων θα καθίστατο πιθανό το προσδοκώμενο και αιτούμενο με την αγωγή διαφυγόν κέρδος.
Το Εφετείο που με την ίδια αιτιολογία έκρινε αόριστο το αντίστοιχο αγωγικό κεφάλαιο όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο πρόσθετο λόγο κρίνονται αβάσιμα. Με βάση όσα, προαναφέρθηκαν που αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας και περιεχόμενο και της από 30-10-2012 εμπροθέσμως κατατεθείσης εισηγητικής έκθεσης, απαντήθηκαν στο σύνολό τους οι λόγοι του κυρίως δικογράφου της από 15-2-2012 αίτησης αναίρεσης και του από 8-7-2012 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, δηλαδή ο πρώτος λόγος και κατά τα δύο μέρη του (κύριο και επικουρικό) οι δεύτερος και τρίτος λόγοι και κατά τα δύο μέρη του ο καθένας (κύριο και επικουρικό) του κυρίως δικογράφου και οι δύο λόγοι του προσθέτως δικογράφου και κατά τα δύο μέρη του ο καθένας (κύριο και επικουρικό) του κυρίως δικογράφου και οι δύο λόγοι του προσθέτως δικογράφου και κατά τα δύο μέρη του ο καθένας (κύριο και επικουρικό).
Επομένως τα όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση έγγραφες προτάσεις του ότι δηλαδή δεν ερευνήθηκαν και δεν απαντήθηκαν με την κατατεθείσα έγγραφη εισήγηση ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το ένα μέρος του, που έχει σχέση με τη διαγνωσθείσα συνυπαιτιότητα και ο τρίτος λόγος και ο συναφής πρώτος πρόσθετος λόγος κατά το ένα μέρος του, κρίνονται αβάσιμα.
Μετά τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο προσθέτων λόγων και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), ενιαία για τους τρεις πρώτους που είχαν κοινή δικηγορική παράσταση και χωριστή για την τετάρτη αναιρεσίβλητη που είχε χωριστή δικηγορική παράσταση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-2-2012 αίτηση αναίρεσης και το από 8-7-2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων του Ι. Δ., για αναίρεση της με αριθ. 712/2011 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη ενιαία για τους τρεις πρώτους αναιρεσίβλητους εκ δύο χιλιάδων εφτακοσίων (2.700) ευρώ και για την τετάρτη αναιρεσίβλητη χωριστά εκ δύο χιλιάδων εφτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ