Appeal against termination of employment dismissed due to contradictory reasoning regarding employer's motive.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the termination of an employee's contract, remanding the case for retrial. The lower court accepted contradictory arguments, stating the employer terminated the contract due to the employee's behavior toward a third party while simultaneously claiming the termination was motivated by hostility toward the employee's legal complaint. The court found these conflicting justifications made the original decision's reasoning impossible to review, necessitating a new examination of the termination's validity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure: When a judgment relies on contradictory factual findings regarding the true cause of a legal act, such as simultaneously asserting an act was performed for one reason and another for a different reason, the appeal must be accepted and the case remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 869 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 869/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη και Χαρούλα Απαλαγάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φιλιππόπουλο.
Κοινοποιουμένη στην: Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικων Οργανώσεων Ελλάδος (ΟΤΟΕ), που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Φιλιππόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, με την από 9-1-2006 προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο πρόσθετη παρέμβαση της ήδη προς κοινοποίηση διαδίκου και του Συλλόγου Εργαζομένων Τράπεζας Πειραιώς, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, αλλά και με το από 1-3-2005 ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετης παρέμβασής τους, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1171/2005 μη οριστική, 440/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 632/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-6-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 30-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης κατά το β' σκέλος του και την απόρριψη αυτού κατά τα λοιπά καθώς και του δευτέρου λόγου αυτής.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου και της προς κοινοποίηση διαδίκου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από την ...... έκθεση επίδοσης τη δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ...... ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με πράξη προσδιορισμού της αναφερομένης στην αρχή της απόφασης αυτής δικασίμου και ορισμού Εισηγητή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην συνδικαλιστική οργάνωση "Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ" που είχε παρέμβει προσθέτως στην πρωτοβάθμια δίκη υπέρ του αναιρεσιβλήτου και είχε μετάσχει και στην κατ' έφεση δίκη και επομένως εφόσον δεν παρέστη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την προαναφερομένη δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει παρά την απουσία της (άρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρ. 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 ν. 2112/1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αίτιας για την οποία έγινε, αλλ' αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του αρ. 281 ΑΚ, δηλ. της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τ' αρ. 174 και 180 ΑΚ.
Εξάλλου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιστάσεις που η . καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, εξαιτίας προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως είναι η διεκδίκηση από τον μισθωτό των νομίμων δικαιωμάτων του από την εργασιακή σχέση.
Δεν θεωρείται, όμως, καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους του ή προς συναλλασσομένους με την επιχείρηση του εργοδότη του, εξαιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης ή πλήττεται σοβαρά το όνομα, η φήμη και η αξιοπιστία της προς τους συναλλασσομένους με αυτήν και γενικότερα προς τον κόσμο των συναλλαγών.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Ειδικότερα, αντίφαση στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Στην κρινόμενη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου διωκούσης την αναγνώριση της ακυρότητας της γενομένης από την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, λόγω ανυπαρξίας σπουδαίου λόγου, άλλως κατά κατάχρηση δικαιώματος, και περαιτέρω της υποχρέωσής της να δέχεται τις υπηρεσίες του και να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 49.245,05 ευρώ, δέχθηκε με την προσβαλλομένη 632/2007 απόφασή του, ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήφθη την 20-11-1992 ο ενάγων προσελήφθη από την Τράπεζα Χίου για να εργασθεί από 26/11/1992 - 26/5/1993, μετά δε την πάροδο του χρονικού αυτού διαστήματος καταρτίσθηκε μεταξύ αυτών νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου, όμως, χρόνου με τους ίδιους όρους σχετικά με την απασχόλησή του, ρητώς συμφωνηθέντος και στις δύο αυτές συμβάσεις, ότι οποιαδήποτε τροποποίηση των όρων αυτών θ' απεδεικνύετο μόνο εγγράφως, ότι την 16-6-2000 η ως άνω Τράπεζα συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την εναγομένη τράπεζα, ύστερ' από διετή διαδικασία λειτουργικής ενοποίησης, ότι η σύμβαση εργασίας που είχε συνάψει ο ενάγων με την απορροφηθείσα τράπεζα Χίου συνεχίσθηκε με την ίδια μορφή και μετά την απορρόφηση ως αορίστου χρόνου με την εναγομένη, υπεισελθούσα σε όλα τα εργασιακά δικαιώματα και τις εργασιακές σχέσεις και σ' αυτήν που απέρρεε από την ατομική σύμβαση του ενάγοντος μη εφαρμοζόμενου επ' αυτής της συμβατικής ισχύος Οργανισμού προσωπικού της εναγομένης, που χαρακτηρίζει τις συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων της ως ορισμένου χρόνου, λόγω μη τροποποίησης της ατομικής σύμβασης του ενάγοντος με προσχώρηση του στις διατάξεις του Οργανισμού και αποδοχής αυτών, ότι ο ενάγων, έχοντας εργασθεί στην Τράπεζα Χίου ως βοηθός στο κατάστημα αυτής στην ......
και στην συνέχεια στην Διεύθυνση Επιχειρηματικής Πίστεως αναλαβών το 1997 καθήκοντα αναπληρωτή διευθυντή του Τομέα Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων, μετά την συγχώνευση των δυο τραπεζών ανέλαβε τον Απρίλιο του 1999, καθήκοντα account officer στο κατάστημα ...... και τον Οκτώβριο του ιδίου έτους υποδιεύθυνση του καταστήματος ......
και τον Μάιο του 2000 τοποθετήθηκε διευθυντής στο Κατάστημα ......, όπου απησχολούντο 14 άτομα, και υπηρέτησε σ' αυτό μέχρι τον Δεκέμβριο του 2000, όταν μετατέθηκε προσωρινά ως διευθυντής στο κατάστημα ......, ενώ τον Μάρτιο του 2001 ανέλαβε καθήκοντα υποδιευθυντή του υποκαταστήματος ......, όπου υπηρετούσαν 22 υπάλληλοι και τον Μάρτιο του 2002, μετατέθηκε ως υποδιευθυντής στο κατάστημα ......, όπου παρέμεινε μέχρι τον Μάιο 2003, όταν η εναγομένη του ανέθεσε καθήκοντα account officer στον τομέα Έγκρισης και Διαχείρισης Δανείων προς Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις και επαγγελματίες, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι την καταγγελία της σύμβασής του την 24-2-2004, ότι στην τελευταία αυτή θέση η κύρια απασχόληση του ενάγοντος συνίστατο στην από κοινού με τους διευθυντές των υποκαταστημάτων τους εντεταγμένους στην προσέλκυση πελατείας πραγματοποίηση επισκέψεων σε διαφόρους επαγγελματίες προκειμένου να πεισθούν αυτοί ν' αρχίσουν να συναλλάσσονται με την εναγομένη, στα πλαίσια δε των καθηκόντων του αυτών περιλαμβανόταν και η επεξεργασία και η εξέταση αιτημάτων δανειοδότησης διαφόρων επιχειρήσεων, η ανάλυση των οικονομικών στοιχείων τους και η προς την αρμόδια επιτροπή εγκρίσεων της εναγομένης εισήγηση για την δανειοδότηση αυτών, ότι καθόλη την διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών αυτών η συμπεριφορά του ενάγοντος προς την εναγομένη ήταν άψογη και ουδέν παράπονο διατυπώθηκε σε βάρος του σχετικά με την ικανότητά του στην άσκηση των καθηκόντων του, ότι την 22-1-2004 ο ενάγων με την ως άνω ιδιότητα του account officer, του υπευθύνου δηλ.
της προσέλκυσης πελατών και της αξιολόγησης των ενδιαφερομένων να δανειοδοτηθούν επιχειρήσεων, μετέβη με την διευθύντρια του καταστήματος ......, ύστερ' από αίτησή της, στα γραφείο της συνεργαζόμενης με την εναγομένη τραπεζική εταιρεία εμπορικής εταιρείας ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ LΙΝΕΑ ΑΕ και συναντήθηκαν με τον κύριο μέτοχο και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής Α προς συζήτηση του επαναληπτικού αιτήματος της εταιρείας αυτής για δανειοδότησή της από την εναγομένη με το ποσό των 300.000 ευρώ χωρίς την παροχή εγγυήσεων και εν γένει διασφαλίσεων, δεδομένου ότι το υποβληθέν αρχικά το φθινόπωρο του 2003 σχετικό αίτημα της είχεν εγκριθεί από την Επιτροπή Εγκρίσεων για το ποσό των 200.000 Ευρώ αλλά δεν είχε χορηγηθεί τελικά στην επιχείρηση λόγω άρνησης του εκπροσώπου της για την παροχή των ζητουμένων από την εναγομένη εγγυήσεων, ότι και κατά την συνάντηση αυτή ο εκπρόσωπος της ως άνω επιχείρησης επανέλαβε την άρνηση προς παροχή τέτοιων εγγυήσεων, εκφράζοντας την έντονη δυσαρέσκειά του για την απόρριψη του αιτήματος δανειοδότησης και τις αιτούμενες εγγυήσεις, ότι την επομένη ο ως άνω εκπρόσωπος της επιχείρησης τηλεφώνησε στην διευθύντρια του καταστήματος ......
της εναγομένης, διαμαρτυρήθηκε σ' αυτήν για απρεπή συμπεριφορά του ενάγοντος, χαρακτηρίζοντας αυτόν ανάγωγο, άκομψο και αυθάδη, και δήλωσε ότι προτίθεται ν' αποσύρει όλους τους λογαριασμούς του από την εναγομένη, ότι την 26-1-2004 με απόφαση της διοίκησης της εναγομένης ο ενάγων τέθηκε στην διάθεση της Διεύθυνσης Προσωπικού και κλήθηκε εγγράφως να επιστρέψει τα παραχωρηθέντα σ' αυτόν υπηρεσιακό αυτοκίνητο και κινητό τηλέφωνο, ότι το απόγευμα της επομένης 27-1-2004 κλήθηκε από τον αναπληρωτή γενικό διευθυντή, ο οποίος του ανέφερε ότι εξ αφορμής της προαναφερθείσης συμπεριφοράς του δεν είναι δυνατή η από μέρους της εναγομένης συνέχιση της αποδοχής των υπηρεσιών του και του υπέδειξε ν' αποχωρήσει οικειοθελώς, ότι ο ενάγων δεν αποδέχθηκε τούτο και γι' αυτό τις επόμενες ημέρες προφορικά και με επιστολές του προς τον τελευταίο και προς άλλα διευθυντικά στελέχη της εναγομένης επιχείρησε να παράσχει διευκρινίσεις σχετικά με τα συμβάντα κατά την συνάντηση του με τον εκπρόσωπο της ως άνω εταιρείας ισχυρισθείς ότι η δυσαρέσκειά του είχε ως αληθινή αιτία την άρνηση της εναγομένης να τον δανειοδοτήσει χωρίς όρους και δη χωρίς παροχή εγγυήσεων απ' αυτόν και όχι την φερομένη ως μη προσήκουσα συμπεριφορά του ενάγοντος, ότι ναι μεν (αποδείχθηκε ότι) πραγματικά η συμπεριφορά του ενάγοντος προς τον εκπρόσωπο της εταιρείας LΙΝΕΑ κατά την συνάντησή τους στα γραφεία της τελευταίας δεν ήταν η οπωσδήποτε κοινωνικά προσήκουσα και επαγγελματικά επιβεβλημένη, καθόσον ο ενάγων "είχε άκομψο στήσιμο στην καρέκλα" και επιπλέον μετά τον έλεγχο των οικονομικών στοιχείων της επιχείρησης με ύφος υπεροπτικό και διάθεση απαξιωτική προς τον εκπρόσωπο της εταιρείας του είπε "φτιάξατε αυτή την επιχειρησούλα, καλά με τόσο λίγα κέρδη πώς θα τα βγάλετε πέρα, πρέπει να έχετε οικονομικά προβλήματα", προκαλώντας έτσι την άμεση αντίδρασή του, τις διαμαρτυρίες του προς τα διευθυντικά στελέχη της εναγομένης και την εκδήλωση της πρόθεσής του να διακόψει την συνεργασία του μ' αυτήν, δεν αποδείχθηκε, όμως, ούτε ότι αυτός πραγματοποίησε την παραπάνω απειλή του ούτε και ότι η συμπεριφορά αυτή του ενάγοντος διετάραξε καθοιονδήποτε τρόπο την εύρυθμη λειτουργία της εναγομένης και την συνεργασία της με την παραπάνω εταιρεία, ότι αντίθετα, με εξαίρεση το προαναφερθέν περιστατικό, η μέχρι τότε κατά την ενδεκαετή απασχόλησή του στην εναγομένη συμπεριφορά του ενάγοντος υπήρξε πολύ καλή, δεν τιμωρήθηκε ποτέ για πλημμελή εκπλήρωση των καθηκόντων του και επέδειξε εξαιρετική επίδοση κατά την άσκησή τους, ότι μετά την θέση του στην διάθεση του Διευθυντή Προσωπικού, την άρνηση του τελευταίου ν' αποδεχθεί τις παρασχεθείσες διευκρινίσεις του και την εμμονή του να του ζητεί ν' αποχωρήσει οικειοθελώς, ο ενάγων την 22-2-2004 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας διαμαρτυρόμενος για την άρνηση της εναγομένης ν' αποδεχθεί τις υπηρεσίες του και την εμμονή της σε οικειοθελή αποχώρησή του, ότι ύστερ' από την ενέργεια αυτή του ενάγοντος με το από 24-2-2004 έγγραφό της, αυθημερόν επιδοθέν στον ενάγοντα, κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας με αυτόν και του προσέφερε ως νόμιμη αποζημίωσή του το ποσό των 29.981,6 ευρώ, επικαλούμενη προς δικαιολόγηση αυτής ευθύνη του ενάγοντος "για τα γνωστά γεγονότα", δηλ.
για το ως άνω περιστατικό με τον εκπρόσωπο της εταιρείας LΙΝΕΑ και ότι αυτά συνιστούν αντιεπαγγελματική συμπεριφορά που θίγουν τα συμφέροντά της, ότι στην πραγματικότητα η εναγομένη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος λόγω της ως άνω μη αρεστής σ' αυτήν συμπεριφοράς του ενάγοντος, δηλ.
της διαμαρτυρίας του για την θέση του σε διαθεσιμότητα, της μη αποδοχής της πρότασής της για οικειοθελή αποχώρησή του και της προσφυγής του, κατ' ενάσκηση νομίμου δικαιώματος που απέρρεε από την σύμβαση εργασίας, στην Επιθεώρηση Εργασίας με αίτηση για μεσολάβηση της προκειμένου να πεισθεί η εναγομένη ν' αποδεχθεί την προσφορά των υπηρεσιών του, ότι οι ενέργειες αυτές του ενάγοντος και η απαίτησή του να κινηθεί σε βάρος του η προβλεπομένη από τον Οργανισμό της πειθαρχική, διαδικασία προς διαπίστωση τυχόν πειθαρχικού παραπτώματός του και να επιβληθεί η προβλεπομένη πειθαρχική ποινή, προκάλεσαν την εχθρότητά της προς αυτόν, η οποία προέβη στην καταγγελία χρησιμοποιώντας το πρόσχημα της μη προσήκουσας συμπεριφοράς του προς πελάτη της, αν και το περιστατικό αυτό δεν επηρέασε την συνεργασία της με αυτόν ούτε έθεσε καθοιονδήποτε τρόπο σε κίνδυνο τα συμφέροντα, την φήμη και την αξιοπιστία της αλλά και ούτε κλόνισε σοβαρά την αναγκαία για την λειτουργία της εργασιακής σύμβασης σχέση εμπιστοσύνης με τον ενάγοντα, με την οποία τον περιέβαλλε, ώστε να καθίσταται αδύνατη γι' αυτήν η περαιτέρω εξακολούθησή της, ότι η αντισυμβατική αυτή συμπεριφορά του ενάγοντος και η αποκατάσταση της αναγκαίας προς αυτόν εμπιστοσύνης της εναγομένης καθώς και η διασφάλιση των συμφερόντων της θα ηδύνατο να επιτευχθεί με ολιγότερον επαχθές από την απόλυση μέσο, ως η επίπληξη αυτού και η μετακίνησή του σε άλλη υπηρεσία της εναγομένης, η οποία όμως προέβη στην καταγγελία χωρίς προηγουμένως να τον καλέσει ν' απολογηθεί ή να παράσχει εξηγήσεις για τις συνθήκες του περιστατικού, αρκεσθείσα σε υπόδειξη των εκπροσώπων της προς αυτόν ν' αποχωρήσει οικειοθελώς, ότι κατά συνέπεια η απόλυσή του να παρίσταται δυσανάλογη με την ανάγκη προστασίας των συμφερόντων της εναγομένης, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω είναι πρόδηλον ότι, εφόσον η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος οφείλεται στην πραγματικότητα σε εχθρότητα της εναγομένης λόγω της προαναφερθείσης μη αρεστής σ' αυτήν συμπεριφοράς του ενάγοντος ν' ασκήσει νόμιμο δικαίωμά του, να ζητήσει δηλ.
την μεσολάβηση της Επιθεώρησης Εργασίας και την πραγματική απασχόλησή του από την εναγομένη, η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός της να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας του είναι καταχρηστική και επομένως άκυρη, ως υπερβαίνουσα τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, τέλος δε ότι η εναγομένη αρνούμενη να δεχθεί τις υπηρεσίες του κατέστη υπερήμερη.
Με βάση τις παραδοχές αυτές δέχθηκε το Εφετείο, ότι ο ενάγων δικαιούται για μισθούς υπερημερίας, επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και αδείας το συνολικό ποσό των 49.245,05 ευρώ το οποίο επεδίκασε σ' αυτόν μετ' εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αναγνωρίζοντας επίσης την ακυρότητα της καταγγελίας και την υποχρέωση της εναγομένης για την καταβολή 1.000 ευρώ σ' αυτόν ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη από την άκυρη και καταχρηστική καταγγελία.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασεν εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρ. 281 ΑΚ με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του: (1) Δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος οφείλετο σε εχθρότητα της εναγομένης προς αυτόν, χωρίς να προσδιορίζει, όπως όφειλε, εφόσον η εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρεία, δηλ.
νομικό πρόσωπο, τα όργανα της εναγομένης που ως φυσικά πρόσωπα κατέχονταν από εχθρότητα προς τον ενάγοντα. (2) Ενώ δέχθηκε, ότι ο ενάγων την 26-1-2004 τέθηκε σε διαθεσιμόττα και κλήθηκε την 27-1-2004 από τον αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή της εναγομένης, ο οποίος του ανέφερε ότι εξαιτίας της ως άνω συμπεριφοράς του (δηλ.
της μη προσήκουσας συμπεριφοράς του προς τον εκπρόσωπο της εταιρείας LΙΝΕΑ, πελάτιδος της εναγομένης) δεν είναι δυνατή η εκ μέρους της εναγομένης συνέχιση αποδοχής των υπηρεσιών του, κατήγγειλε δηλ. ουσιαστικά την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας, ανεξάρτητα από την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, και του υπέδειξε ν' αποχωρήσει οικειοθελώς, γεγονός που δεν αποδέχθηκεν ο ενάγων, δέχθηκε περαιτέρω και ότι η γενόμενη την 24-2-2004 καταγγελία από την εναγομένη οφείλετο στη μη αρεστή σ' αυτήν συμπεριφορά του ενάγοντος, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε για την θέση του σε διαθεσιμότητα και δεν απεδέχθη την πρότασή της για οικειοθελή αποχώρηση και προσέφυγε την 22-2-2004 στην Επιθεώρηση Εργασίας διαμαρτυρόμενος για την άρνηση της εναγομένης ν' αποδεχθεί τις υπηρεσίες του και ζητώντας την μεσολάβηση της ως άνω υπηρεσίας προκειμένου να πεισθεί η εναγομένη ν' αποδεχθεί την εργασία του, στην συνέχεια δε διατύπωσε ως τελικό αποδεικτικό πόρισμα ότι καταγγελία της σύμβασης εργασίας οφείλετο στην πραγματικότητα σε εχθρότητα της εναγομένης λόγω της μη αρεστής σ' αυτήν συμπεριφοράς του ν' ασκήσει νόμιμο δικαίωμά του και δη στο γεγονός ότι ζήτησε την μεσολάβηση της Επιθεώρησης Εργασίας και την πραγματική απασχόλησή του από την εναγομένη.
Έτσι, όμως, διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα της καταχρηστικότητας της επίμαχης καταγγελίας, καθόσον δέχθηκε το μεν ότι την 27-1-2004 ο αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής της εναγομένης ανακοίνωσε στον ενάγοντα ότι λόγω της συμπεριφοράς του προς τον εκπρόσωπο της εταιρείας LIΝΕΑ δεν ήταν πλέον δυνατή η συνέχιση αποδοχής των υπηρεσιών του από την εναγομένη, προέβη δηλ.
ουσιαστικά σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας, το δε ότι η γενόμενη νομοτύπως (με έγγραφο) την 24-2-2004 καταγγελία οφείλετο σε εχθρότητα της εναγομένης λόγω της μη αρεστής σ' αυτήν συμπεριφοράς του ενάγοντος από την ενάσκηση νομίμου δικαιώματος, δηλ. την προσφυγή του στην Επιθεώρηση Εργασίας, η οποία όμως έγινε την 22-2-2004.
δηλ. μετά την δήλωση οργάνου της εναγομένης ότι δεν μπορεί ν' αποδέχεται πλέον τις υπηρεσίες του, ώστε να μην καθίσταται σαφής η πραγματική αιτία της καταγγελίας και δη εάν αυτή οφείλεται σε εχθρότητα της εναγομένης από την ενάσκηση του ως άνω δικαιώματος του ενάγοντος. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το β' σκέλος του από τον αριθμό 19 του αρ. 559 Κ.Πολ.Δ., παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (αρ. 580 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 632/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ως άνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ