Supreme Court dismisses appeal against bank fee award, ruling payment claims were vague and irrelevant to service fees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Eurobank against the First Instance Court's decision awarding legal fees to a law firm. The appellant argued that the firm had fully settled its claims, but the court found this assertion vague because it failed to specify which specific payments corresponded to which distinct legal demands. Consequently, the court held that the payment argument did not legally extinguish the liability for the additional fees due to the services rendered.
Legislator headnote
AI generatedArticles 106, 111 para. 2 and 216 para. 1 items a and b of the Code of Civil Procedure; A claim for legal fees is not extinguished by general payment assertions unless the payer clearly identifies the specific monetary amounts corresponding to each distinct legal demand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 868 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 868/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Απόστολο Φωτόπουλο και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EUROBANK Ανώνυμη Εταιρεία" και το δ.τ. "Eurobank", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου της "Τράπεζας Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Κουτρούμπα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Αστικής επαγγελματικής εταιρίας δικαστικών επιμελητών με την επωνυμία "Π. Γ. και Π.-Μ. και Συνεργάτες", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Θωμά Σπυρίδη και Ζαχαρία Σαλούστρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 131/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3411/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-9-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 4-9-2023 (αρ.εκθ.καταθ.6960/699/2023) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών-αμοιβών υπ' αριθμ. 3411/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της από 22-12-2022 έφεσης και των από 3-3-2023 προσθέτων λόγων έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 131/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 108/2020, 837/2019, 1864/2011).
Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής κατά την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη. Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (σχετ. ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 142/2021, 111/2020, 108/2020, 515/2016). Αντιθέτως η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 142/2021) και ελέγχονται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμ. 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, 707/2022, 142/2021, 935/2020).
Εξάλλου, σε περίπτωση αγωγής περί καταβολής αμοιβής, αποζημιώσεων ή/και εξόδων άμισθων δικαστικών επιμελητών, σύμφωνα με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 680 του ΚΠολΔ, η αγωγή θα έπρεπε να περιέχει και πίνακα που αναγράφει λεπτομερώς τις αιτούμενες αμοιβές ή τις αποζημιώσεις και τα έξοδα. Η διάταξη αυτή καταργήθηκε σιωπηρά με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4334/2015, με το οποίο παρατίθενται οι νέες διατάξεις που εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές, όπως η προκείμενη υπόθεση, ειδικότερα δε, εφαρμόζεται και για τις αμοιβές η διάταξη του άρθρου 614 του ΚΠοΔ (παρ.5). Ωστόσο, και υπό το νέο νομικό καθεστώς, η πληρότητα του δικογράφου της αγωγής κατ' άρθρο 216 του ΚΠολΔ, επιβάλλει, στην περίπτωση που πρόκειται για περισσότερες πράξεις, για εκάστη των οποίων αξιώνεται ιδιαίτερη αμοιβή ή αποζημίωση και έξοδα, τη λεπτομερή παράθεση σ' αυτή των επιμέρους αμοιβών ή αποζημιώσεων και εξόδων για κάθε συγκεκριμένη ενέργεια του δικαιούχου, κατά τρόπο που οι ενέργειες αυτές να μπορούν να εξατομικευτούν.
Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής του δικαστικού επιμελητή, με την οποία ζητείται η ελάχιστη νόμιμη αμοιβή του για τις πράξεις που ενήργησε υπό την ισχύ των διατάξεων της με αριθμό 2/54638/022/13.8.2008 απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, [η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 49 και 50 του ν. 2318/1995 "Κώδικας Δικαστικών Επιμελητών", όπως ίσχυαν κατά τον ένδικο χρόνο (2013) και η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β' 1716/26.8.2008, στη συνέχεια δε διορθώθηκε στο ΦΕΚ Β' 916/18.9.2008], πρέπει στο οικείο δικόγραφο να διαλαμβάνεται: α) η ανάθεση από τον εναγόμενο στο ενάγοντα δικαστικό επιμελητή της εντολής για τη διενέργεια συγκεκριμένων πράξεων, β) η μνεία ότι η αιτούμενη με την αγωγή αμοιβή είναι η καθοριζόμενη από το νόμο ελάχιστη για το είδος της ενεργηθείσας πράξης, β) η ακριβής περιγραφή του είδους της ενεργηθείσας πράξης, που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αμοιβής με βάση τα ελάχιστα όρια που ορίζονται στην ως άνω ΚΥΑ και δ) η εκτέλεση της εντολής με τη περαίωση των πράξεων από το δικαστικό επιμελητή (ΑΠ 1126/2023, 108/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης και της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος για την έρευνα του πρώτου, εκ των αριθμών 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αληθώς, όμως, εκ του αριθμού 14 του ως άνω άρθρου, ως εκ του αποδιδόμενου με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικού σφάλματος, λόγου αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής:
Με την από 15-12-2020 αγωγή κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, αστική εταιρεία δικαστικών επιμελητών, ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: Ότι κατ' εντολή της εναγομένης κατά το έτος 2013, ενήργησε, δια των δικαστικών επιμελητών που ήταν μέλη της, συνολικά 3.949 πράξεις επίδοσης, τις οποίες αναλυτικά παραθέτει στην αγωγή της.
Ότι βάσει της ΚΥΑ 2/54638/0022/13.8.2008 η ελάχιστη νόμιμη αμοιβή της για τις διαλαμβανόμενες στην αγωγή επιδόσεις ανέρχεται στα επιμέρους ποσά, τα οποία παρατίθενται σε κάθε μία από τις περιγραφόμενες στον επισυναπτόμενο στην αγωγή πίνακα αιτίες επιδόσεων, και συγκεκριμένα για 754 επιδόσεις του μέλους της Κ. Σ., σε συνολικό ποσό 41.470,64 ευρώ, 1.805 επιδόσεις του μέλους της Α.
Κ., σε συνολικό ποσό 99.298,90 ευρώ, 1.186 επιδόσεις του μέλους της Μ. Ζ., σε συνολικό ποσό 83.477,06 ευρώ και 204 επιδόσεις του μέλους της Σ. Β., σε συνολικό ποσό 14.781,52 ευρώ, ποσά τα οποία συναθροιζόμενα ανέρχονται σε 239.028,12 ευρώ. Με την επίκληση του πιο πάνω ιστορικού η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το ως άνω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 31-12-2018 προγενέστερης ομοίου περιεχομένου αγωγής της, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθότι περιέχει όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή της. Ειδικότερα στο οικείο δικόγραφο αναφέρονται α) η ανάθεση από την εναγομένη της εντολής στη ενάγουσα να ενεργήσει, δια των μελών της-δικαστικών επιμελητών, τις ένδικες επιδόσεις, β) οι αναλυτικά παρατιθέμενες στο οικείο δικόγραφο με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς για κάθε ένα εκ των μελών της ενάγουσας-δικαστικό επιμελητή, και περαιωθείσες επιδόσεις, τις οποίες αυτοί ενήργησαν, οι παραλήπτες των επιδόσεων που ονομαστικά διαλαμβάνονται σε κάθε μία από αυτές, ο αριθμός καθεμίας συνταχθείσας προς τούτο έκθεσης επίδοσης και η ημερομηνία που αυτή (επίδοση) συντελέστηκε, η αναφορά του τόπου και του τρόπου επίδοσης (απλή επίδοση ή θυροκόλληση) και η αντίστοιχη με καθεμία από τις ως άνω αιτίες αμοιβή της, καθώς και τα προβλεπόμενα νόμιμα έξοδα στις περιπτώσεις θυροκόλλησης, γ) η πρόσθετη αμοιβή για την περίπτωση επίδοσης επιπλέον του ενός εγγράφου με την ίδια έκθεση και για την κατάθεση αντιγράφων των εκθέσεων επίδοσης διαταγής πληρωμής στη γραμματεία του εκδόντος αυτή Δικαστηρίου και δ) η αμοιβή σε περίπτωση ματαίωσης της επίδοσης.
Δεν απαιτείται, περαιτέρω, για το ορισμένο της ένδικης αγωγής, να διαλαμβάνεται στο οικείο δικόγραφο ποιοι ήταν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της τράπεζας που έδωσαν κάθε εντολή προς επίδοση, με αναφορά στη συγκεκριμένη χρονολογία του επιδοθέντος εγγράφου και την παραγγελία προς επίδοση, είτε άλλα επιπλέον στοιχεία των επιδοθέντων δικογράφων ή εγγράφων, είτε περαιτέρω αιτιολόγηση των πρόσθετων αμοιβών για επιπλέον φύλλα των εκθέσεων και για τα έγγραφα που επιδόθηκαν πλέον του ενός με την ίδια έκθεση, για τις πρόσθετες αμοιβές των μαρτύρων και τα στοιχεία των τελευταίων, είτε για τα στοιχεία του δικαστηρίου που εξέδωσε κάθε διαταγή πληρωμής, τα φύλλα αυτής και την ημερομηνία της.
Τα στοιχεία αυτά, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής, στην οποία εν προκειμένω ρητά εξατομικεύεται, με τον προαναφερθέντα τρόπο, κάθε συγκεκριμένη πράξη επίδοσης και ο τρόπος που αυτή τιμολογήθηκε, ώστε να εξαχθεί το οφειλόμενο ποσό αμοιβής.
Συνεπώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ως ορισμένη την αγωγή, δεν παραβίασε τη δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, όπως υποστηρίζεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος είναι, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ που ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, προκύπτει ότι στοιχεία για την πληρότητα του σχετικού περί εξοφλήσεως ισχυρισμού, αλλά και του αιτιολογικού της αποφάσεως που δέχεται τον ισχυρισμό αυτόν, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος της καταβολής, όταν δε με την αγωγή ασκούνται πλείονες αξιώσεις πηγάζουσες από διαφορετικές αιτίες, δεν αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση που δέχεται σχετικό περί εξοφλήσεως ισχυρισμό του εναγομένου ότι οι συγκεκριμένες αξιώσεις του ενάγοντος εξοφλήθηκαν, εκτός αν πρόκειται για μία και μόνο απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται αναλυτικά το δικαιούμενο, καθώς και το καταβληθέν για κάθε αξίωση ποσό και ο χρόνος καταβολής αυτών.
Διαφορετικά καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, αφού ενδέχεται το καταβληθέν συνολικό ποσό να αφορά και σε άλλες αξιώσεις μη ασκούμενες με την αγωγή ή ακόμη να υπερκαλύπτει ορισμένες και άλλες να μην τις καλύπτει ή να τις καλύπτει εν μέρει (ΑΠ 701/2023, 593/2021, 1069/2014). Η ένσταση δε εξόφλησης, ως καταχρηστική ένσταση, πρέπει να προβάλλεται ορισμένα και παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 907/2022, 447/2020, 1119/2020, 123/2020).
Εάν δεν περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν απορρίπτεται, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ενώ η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2023).
Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο, αν δεν απορρίψει την ένσταση ως αόριστη αλλά προβεί στην κατ' ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 262 του ΚΠολΔ να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ - και όχι από τον αριθμό 1, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της ένστασης σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 262 του ΚΠολΔ (ΑΠ 510/2022, 455/2021, 856/2017). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο.
Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από τη (ή τις) μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1005/2023, 1349/2022, 753/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αληθώς, όμως, εκ του αριθμού 14 του ως άνω άρθρου, ως εκ του αποδιδόμενου με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικού σφάλματος, λόγου της αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, προβάλλεται, η πλημμέλεια ότι η προσβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την προταθείσα νομίμως από την αναιρεσείουσα, τόσο στον πρώτο βαθμό με καταχώρηση στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με σχετικό λόγο έφεσης, ένσταση (ολοσχερούς) εξόφλησης των αξιώσεων της αναιρεσίβλητης.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα είχε προτείνει, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επιγραμματικά, την ένσταση εξόφλησης των ενδίκων αξιώσεων της ενάγουσας, με καταχώρηση στα πρακτικά συνεδριάσεως, την οποία εν συνεχεία ανέπτυξε με τις έγγραφες προτάσεις της, μνημονεύοντας τις ημερομηνίες καταβολής και τα επί μέρους ποσά που έχει καταβάλει στην ενάγουσα δυνάμει των αναφερόμενων στον παρατιθέμενο πίνακα τιμολογίων (ΑΠΥ) που είχε εκδώσει η ενάγουσα για το έτος 2013, ισχυριζόμενη ότι κατέβαλε συνολικά σ' αυτή το ποσό των 846.094,15 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, το οποίο υπερκαλύπτει το αξιούμενο με την αγωγή ποσό.
Την ένσταση αυτή εξόφλησης, που απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως αόριστη, επανέφερε η αναιρεσείουσα με την έφεσή της ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα:
"....Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα με τον δεύτερο λόγο της έφεσης και τον πέμπτο πρόσθετο λόγο επαναφέρει την ένστασή της ότι έχει εξοφλήσει την ενάγουσα ως προς τις αγωγικές της απαιτήσεις. 'Όμως ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αόριστος, επειδή η εναγομένη δεν διαλαμβάνει στις προτάσεις της την αιτία καταβολής εκάστου επί μέρους χρηματικού ποσού που καταβλήθηκε κατά τις αναφερόμενες ημεροχρονολογίες στην ενάγουσα, ήτοι για ποια εκ των πλειόνων αντικειμενικά σωρευομένων στο αυτό δικόγραφο αγωγικών κονδυλίων των αξιώσεών της, έχει λάβει χώρα εκάστη καταβολή, ως απαιτείται για το ορισμένο του σχετικού ισχυρισμού, μη αρκούσης της αναφοράς ότι με τις καταβολές αυτές έχει γίνει πλήρης εξόφληση των ποσών αυτών.
Σε κάθε περίπτωση, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι έχει εξοφλήσει την ενάγουσα για τις παρεχόμενες προς αυτήν υπηρεσίες της, με την καταβολή των ποσών που αντιστοιχούν στα εκδοθέντα τιμολόγια, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθώς αντικείμενο της αγωγής δεν αποτελεί η εξόφληση των τιμολογίων, αλλά τα επιπλέον ποσά μέχρι το ύψος της νόμιμης αμοιβής..." Η ένσταση αυτή εξοφλήσεως, υπό την παραπάνω διατύπωσή της, είναι αόριστη, διότι δεν διαλαμβάνει, τα καταβληθέντα, δυνάμει των τιμολογίων που η αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε και προσκόμισε, επί μέρους ποσά για κάθε μία από τις πλείονες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, που γεννήθηκαν από τις πραγματοποιηθείσες επιδόσεις, εκάστη των οποίων γεννούσε διαφορετικό χρέος κατ' είδος και ποσό, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη λόγω ποσοτικής αοριστίας την πιο πάνω ένσταση εξοφλήσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, και συνακόλουθα ο περί του αντιθέτου ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η περαιτέρω αιτίαση της αναιρεσείουσας, κατά το δεύτερο σκέλος του ως άνω λόγου αναίρεσης, ότι η επάλληλη αιτιολογία που αναφέρεται στην εξόφληση των τιμολογίων στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και έρχεται σε αντίφαση με τις λοιπές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αλυσιτελής, καθ' όσον με αυτή πλήττεται αιτιολογία πλεοναστική, δεδομένου ότι η προαναφερόμενη κύρια αιτιολογία, βάσει της οποίας κρίθηκε απορριπτέα ως αόριστη η ανωτέρω ένσταση εξόφλησης και η οποία δεν πλήττεται πλέον επιτυχώς αναιρετικά, μετά την απόρριψη του πρώτου σκέλους του παραπάνω λόγου, επιστηρίζει πλήρως και αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, η οποία ηττάται (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή νομίμου σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-9-2023 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 3411/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ