Supreme Court dismisses appeal against bank interest rate law application, upholding constitutional compliance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding interest rate adjustments on bank loans. The appellant argued that applying specific interest provisions violated constitutional equality and European Convention rights, claiming the recovery of previously paid amounts constituted an economic interest. The court ruled that the law applies generally to all debtors and that voluntarily paid sums no longer constitute a protected economic interest, thus rejecting the constitutional challenges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 12(2) and (3) of Law 2601/1998; Article 1 of Protocol No. 1 to the ECHR; Articles 4, 5(1) and 17(1) and (2) of the Constitution: The application of interest rate provisions to all debtors does not violate constitutional equality or property rights, as voluntarily paid amounts have left the debtor's patrimony and do not constitute a protected economic interest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 868 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 868/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/2/1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4685/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4033/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αναιρεσείουσα με την από 17/7/2001 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 907/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 4033/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2938/2004, 8107/2007 και 6280/2011 μη οριστικές και η 4775/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση των τριών τελευταίων αποφάσεων ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 2/6/2014 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1472/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 3/11/2017 κλήση της. Με την υπ' αριθμ. 22/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Φώτιος Μουζάκης ανέγνωσε την από 27/4/2016 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Προέδρου του Αρείου Πάγου Βασίλειου Πέππα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 307 ΚΠολΔ, με την υπ'αριθμ. 22/15-2-2022 Πράξη του Προέδρου του Α'Πολιτικού Τμήματος, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, που είχε συζητηθεί με αρ. πιν. 15 κατά τη δικάσιμο της 5-11-2018, επειδή, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη, διαπιστώθηκε, μετά τη συζήτηση αυτής, αδυναμία έκδοσης αποφάσεως.
Με την κρινόμενη από 2/6/2014 (αριθμ. καταθ. 323/30-3-2015) αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσες κατά την τακτική διαδικασία 4775/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθώς και οι 6280/2011 και 8107/2007 μη οριστικές αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου. Με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, έγινε - εν τέλει - εν μέρει δεκτή, ως προς την επικουρική της βάση (περί αδικαιολογήτου πλουτισμού), ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, η από 16.2.1999 αγωγή της αναιρεσείουσας, που είχε ασκηθεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και αναγνωρίστηκε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το καταβληθέν από την τελευταία αχρεωστήτως (για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους) ποσόν των 64.142,65 ευρώ, με το νόμιμο τόκο όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παραπάνω απόφασης Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αφού δεν προκύπτει επίδοση της ως άνω αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και δεν παρήλθε, μέχρι την άσκησή της, η προθεσμία ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ καταβλήθηκε και το προβλεπόμενο από το νόμο (κατά τον χρόνο άσκησής της) παράβολο.
Συνεπώς είναι παραδεκτή (αρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 24/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη υπόθεση (για την οποία ως μοναδικός λόγος αναίρεσης προβάλλεται ο παραπάνω - εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ - αναφερόμενος) είχε - όπως προκύπτει από την κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων - την ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή.
Η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) εταιρία με την από 16.2.1999 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκε ότι στις 2.4.1985 κατάρτισε εγγράφως με την εναγόμενη τραπεζική εταιρία (Γενική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.), οιονεί καθολικός διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσίβλητη, την 69/37/02-05-1985 σύμβαση δανείου, με την οποία η εναγόμενη της χορήγησε οκταετές τοκοχρεωλυτικό δάνειο, ποσού 9.000.000.δραχμών, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η ανακαίνιση και η συμπλήρωση των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού της ξενοδοχειακής της μονάδας στο νησί της ...ς.
Περαιτέρω με την αγωγή της ισχυριζόταν ότι, το δάνειο συμφωνήθηκε με επιτόκιο 18% ετησίως, πλέον προμήθειας 0,5% ετησίως, δηλαδή με το προβλεπόμενο τότε επιτόκιο για δάνεια και πάγιες εγκαταστάσεις και η εναγόμενη τράπεζα είχε το δικαίωμα (όρος 5) να αναπροσαρμόζει το επιτόκιο του δανείου εντός των υπό των νομισματικών αρχών κάθε φορά καθοριζομένων ορίων.
Ότι η εξόφληση του δανείου συμφωνήθηκε να γίνει εντός οκτώ ετών με ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις και η πρώτη δόση θα καταβαλλόταν ένα έτος μετά τη χορήγηση του δανείου, ενώ οι τόκοι της περιόδου από τη χορήγηση του δανείου μέχρι την έναρξη της τοκοχρεωλυτικής εξυπηρετήσεως, οι οποίοι ανέρχονταν στο ποσό του 1.800.000 δραχμών θα κεφαλαιοποιούντο και θα εξοφλούντο μαζί με το κεφάλαιο του δανείου.
Συμφωνήθηκε επίσης ότι αν το δάνειο δεν εξοφληθεί εμπροθέσμως ή καθυστερήσει η καταβολή μιας δόσης ή μέρους αυτής, τούτο θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό στο σύνολό του και η ενάγουσα υποχρεούτο στην καταβολή τόκων υπερημερίας επί του συνόλου αυτού. 'Ότι, περαιτέρω, οι καταβολές των δόσεων άρχισαν καθυστερημένα, στις 28.7.1987 και στις 6.12.1988 και καθώς συνεχιζόταν η αντίστοιχη καθυστέρηση, η εναγόμενη τράπεζα με επιστολή της προς αυτήν (ενάγουσα), στις 6.12.1988 της γνωστοποίησε το κλείσιμο του ...
λογαριασμού πιστώσεως που τηρούσε για την παρακολούθηση του δανείου της και κατήγγειλε τη σύμβαση, κατά την ημέρα δε του κλεισίματος ο λογαριασμός?παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 9.832.885 δραχμών. Ότι έκτοτε και έως τις 19.6.1995, προέβη σε καταβολές διαφόρων ποσών για την εξόφληση του χρέους, με βάση τις οποίες όχι μόνο εξόφλησε τα οφειλόμενα αλλά κατέβαλε αχρεωστήτως και το ποσό των 32.433.871 δραχμών.
Ότι τούτο οφείλεται στο ότι η εναγόμενη, δια των νομίμων αντιπροσώπων της, αφενός μεν, προέβαινε σε λήψη ποσών από ανατοκισμό, χωρίς να τηρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις, αφετέρου δε υπολόγιζε τους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας) με επιτόκια πολύ υψηλότερα των νομίμων 27%, 29%, 31% και 34%" ενώ το οφειλόμενο επιτόκιο με βάση τις αποφάσεις της νομισματικής Επιτροπής και τις πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, τις οποίες και αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής, έπρεπε να είναι σε ποσοστό 22% για το χρονικό διάστημα μέχρι τις 5-7-1990, σε 23% για το χρονικό διάστημα από 6.7.1990 μέχρι 30.6.1996 και σε 19% για το χρονικό διάστημα από 6.7.1996 μέχρι 31-12-1998.
Ότι με τον εσφαλμένο υπολογισμό κατέβαλε (η ενάγουσα) το παραπάνω ποσό πλέον του οφειλομένου και από παράνομη και αντίθετη στα χρηστά ήθη πράξη της εναγομένης υπέστη ισόποση ζημία με το παραπάνω ποσό που κατέβαλε, άλλως αυτή (εναγόμενη) κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της. Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε, μετά την τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη οφείλει σ' αυτήν το ποσό των 32.433.871 δραχμών, νομιμοτόκως από το χρόνο κάθε αχεώστητης καταβολής.
Η αγωγή συζητήθηκε την 1η Δεκεμβρίου 1999, ερήμην της εναγομένης και εκδόθηκε η 4685/2000 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας αναφορικά με το στοιχείο της υπαιτιότητας, την κύρια βάση της αγωγής από αδικοπραξία, δέχθηκε ως νόμιμη την αγωγή κατά την επικουρική της βάση και ακολούθως δέχθηκε αυτή ως βάσιμη και στην ουσία της λόγω του τεκμηρίου ομολογίας από την ερημοδικία της εναγομένης.
Ειδικότερα, αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα τα επί μέρους ποσά που η τελευταία είχε καταβάλει αχρεώστητα με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη ημέρα κάθε αχρεώστητης καταβολής. Η εναγόμενη άσκησε κατά της παραπάνω απόφασης την από 19-9-2000 έφεσή της, καθώς και τους από 29.1.2001 πρόσθετους λόγους αυτής ως προς την επικουρική βάση της αγωγής του αδικαιολόγητου πλουτισμού (904 επ.
ΑΚ). Η ενάγουσα άσκησε την από 13.11.2000 αντέφεση, με την οποία παραπονείτο για την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής της από αδικοπραξία. Τα τρία δικόγραφα συνεκδικάσθηκαν από το Εφετείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την 4033/2001 απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αντέφεση ως απαράδεκτη, διότι η υπόθεση με την άσκηση της έφεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής είχε μεταβιβασθεί μόνο ως προς την επικουρική βάση στο Εφετείο (του αδικαιολόγητου πλουτισμού) και όχι την κύρια βάση της αδικοπραξίας που αφορούσε την αντέφεση.
Ακολούθως, δέχθηκε τον δεύτερο λόγο της έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή, ως προς την επικουρική της βάση, ως μη νόμιμη, λόγω της επικουρικότητας της αξίωσης, αφού έκρινε ότι θεμελιώνεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά της αδικοπραξίας. Κατά της παραπάνω απόφασης η ενάγουσα άσκησε αναίρεση επί της οποίας εκδόθηκε η 907/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Με την εν λόγω απόφαση ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι απορρίφθηκε ορθά, ως απαράδεκτη, η αντέφεση, αλλά ότι η αγωγή ήταν νόμιμη ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κατόπιν αυτού αναίρεσε την 4033/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που είχε απορρίψει την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση της αγωγής κατά το μέρος που αναιρέθηκε η απόφαση του Εφετείου.
Η υπόθεση επανήλθε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών μόνο ως προς την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της και συζητήθηκε στις 12.2.2004, οπότε εκδόθηκε η 2936/2004 προδικαστική απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου. Με την εν λόγω προδικαστική απόφαση, οι ουσιαστικοί λόγοι της έφεσης απορρίφθηκαν όλοι πλην του πρώτου και του ενδεκάτου.
Συγκεκριμένα, κρίθηκε ότι αμφισβητούντο από την εκκαλούσα τα κονδύλια από τα οποία προέκυπτε η από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό απαίτηση της ενάγουσας, ως προς την ακρίβεια των ποσών που οφείλονται κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και τα ποσά που καταβλήθηκαν απ' αυτήν προς εξόφληση των οφειλών της και ειδικότερα αν η τράπεζα ωφελήθηκε αχρεώστητα κατά το ποσό της αγωγικής απαίτησης των 32.433.871 δραχμών.
Κατόπιν αυτού, αφού η αγωγή είχε γίνει δεκτή λόγω του τεκμηρίου ομολογίας από την ερημοδικία της εναγομένης, το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη και διέταξε αποδείξεις με μάρτυρες καθώς και λογιστική πραγματογνωμοσύνη. Ειδικότερα, διατάχθηκαν αποδείξεις με μάρτυρες για τις καταβολές των ποσών στις οποίες προέβη η ενάγουσα μετά την 141/1989 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, καθώς και για τα έξοδα που ήταν υποχρεωμένη να πληρώσει κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή.
Επιπλέον διατάχθηκε η διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης και διορίστηκε πραγματογνώμονας προκειμένου να αποφανθεί: α) για την οφειλή της ενάγουσας και ειδικότερα αν αυτή, ανερχόμενη σε 17.538.602 δραχμές στις 8.6.1989, εκτοκιζόμενη με τα επιτόκια υπερημερίας που αναφέρει και μετά από αφαίρεση των ποσών που η ενάγουσα κατέβαλε και υπό τον όρο ότι ήθελε αποδειχθεί εκ μέρους τής ενάγουσας καταβολή αυτών στην εναγόμενη και με καταλογισμό τους πρώτα στα έξοδα, έπειτα στους τόκους και τέλος στο κεφάλαιο, άλλως χωρίς να ληφθούν υπόψη όσα από τα έξοδα δεν αποδειχθεί ότι χρεώθηκαν και όσες από τις καταβολές δεν αποδειχθεί ότι έγιναν, είχε μηδενισθεί χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε οφειλόμενο από την ενάγουσα κεφάλαιο στις 7.9.1994 ή σε άλλη προσδιορισθησομένη πριν από την 19.6.1995 ημερομηνία και β) αν η ενάγουσα με βάση τα άνω στοιχεία διαμορφώσεως της οφειλής της έχει καταβάλει στην εναγόμενη πλέον των ποσών που της όφειλε ποσό δραχμών 32.433.871.
Η εκκαλούσα-εναγόμενη με τον τρίτο λόγο της έφεσής της είχε ισχυρισθεί ότι οι καταβολές που είχαν γίνει από την ενάγουσα έγιναν σε εκπλήρωση υποχρεώσεώς της από νόμιμη αιτία και όχι αχρεώστητα και συγκεκριμένα ότι γι'αυτήν είχε εκδοθεί η 141/1989 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, από την οποία απέρρεε δεδικασμένο διότι είχε καταστεί τελεσίδικη.
Το Εφετείο, με την 2938/2004 προδικαστική απόφασή του, δέχθηκε ότι το δεδικασμένο της διαταγής πληρωμής κάλυπτε την απαίτηση της Τράπεζας, όπως είχε διαμορφωθεί, όταν εκδόθηκε η εν λόγω διαταγή πληρωμής και η ενάγουσα μπορούσε να αναζητήσει όσα ποσά είχε καταβάλει αχρεώστητα, τα οποία προέρχονταν από τους παράνομους ανατοκισμούς και τα υπέρμετρα επιτόκια.
Με την ίδια απόφαση είχαν απορριφθεί οι λόγοι της εφέσεως με αριθμούς 4 και 9 με τους οποίους η εκκαλούσα ισχυρίσθηκε ότι σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 2601/1998 είχε τη δυνατότητα ανατοκισμού των καθυστερούμενων τόκων ανά εξάμηνο με ρητή αναφορά στην παράγραφο 3 ότι η διάταξη έχει εφαρμογή και στις συμβάσεις δανείων που έχουν καταγγελθεί από την έναρξη ισχύος του ν. 1083/1980 (τέταρτος λόγος έφεσης) και διότι η εκδοθείσα με βάση τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 του ν. 1083/1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής ...
παρέσχε τη δυνατότητα εκτοκισμού. Ειδικότερα, το Εφετείο, με την ως άνω 2938/2004 απόφασή του, έκρινε ότι, για να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, η οποία δεν αντιβαίνει στο Σύνταγμα και έχει αναδρομική ισχύ, θα έπρεπε, κατά το χρόνο ισχύος της (15.4.1998) να εξακολουθούν να οφείλονται από τους δανειολήπτες ποσά για τόκους και κεφάλαιο και ότι συνεπώς δεν εφαρμόζονται, όταν τα ποσά του κεφαλαίου των τόκων και των εξόδων του δανείου έχουν εξοφληθεί ολοσχερώς την παραπάνω ημερομηνία ισχύος του νόμου (15.4.1998).
Και με το δεδομένο ότι η τελευταία καταβολή της ενάγουσας είχε γίνει στις 19.6.1995 έκρινε ότι δεν επιτρεπόταν ο εξάμηνος ανατοκισμός. Έτσι, σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο διορισθείς με την ως άνω προδικαστική απόφαση πραγματογνώμονας, και σύμφωνα με τα θέματα που τάχθηκαν σ' αυτόν, η ενάγουσα είχε καταβάλει αχρεωστήτως στην εναγόμενη το ποσό των 25.220.908 δραχμών.
Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση στο Εφετείο Αθηνών στις 20.9.2007, ισχυρίσθηκε δε κατ' αυτήν η εκκαλούσα-εναγόμενη, ότι το άρθρο 12 του ν. 2601/1998 εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση και νομίμως γίνεται ανά εξάμηνο ανατοκισμός αναδρομικά των καθυστερούμενων τόκων, όχι για το μετά την ισχύ του νόμου αυτού χρονικό διάστημα αλλά και αναδρομικά, δηλαδή για παρελθόντα χρόνο επί των καθυστερούμενων τόκων, ενόψει δε αυτού το θέμα αποδείξεως όπως τάχθηκε στην πραγματογνωμοσύνη που διέταξε η προρρηθείσα προδικαστική απόφαση, χωρίς ανατοκισμό των τόκων κατ' αυτόν τον τρόπο οδήγησε σε εσφαλμένο αποτέλεσμα της κίνησης της οφειλής ποσού 17.538.603 δραχμών που ίσχυε κάθε φορά, ζήτησε την ανάκληση της προρρηθείσας 2938/2004 προδικαστικής απόφασης του ως άνω δικαστηρίου, προκειμένου να υπολογισθεί η οφειλή της ενάγουσας με εξάμηνους ανατοκισμούς με τα ισχύοντα επιτόκια υπερημερίας.
Το Εφετείο, με την 8107/2007 απόφασή του, αφού δέχθηκε (ακολουθώντας τη νομολογία της 13/2006 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου), ότι εάν οφειλές από δάνεια, όπως εν προκειμένω, στις οποίες δεν υπήρχε συμφωνία περί ανατοκισμού είχαν εξοφληθεί πριν από την ισχύ του νόμου 2601/2006, αυτές μπορούσαν να επιβαρυνθούν εκ των υστέρων με τους τόκους επί των καθυστερούμενων τόκων, με αποτέλεσμα, το έτος 1998 να γεννηθεί μία ex lege οφειλή τόκων για απαιτήσεις που είχαν ήδη εξοφληθεί και κατόπιν αυτού προέβη σε εν μέρει ανάκληση της παραπάνω προδικαστικής απόφασης, ώστε να υπολογισθεί η οφειλή της ενάγουσας και με εξάμηνο ανατοκισμό των καθυστερούμενων πάσης φύσεως τόκων, με τα επιτόκια υπερημερίας που έκρινε και η προεκδοθείσα 2938/2004 προδικαστική, αποφάσισε και διέταξε αποδείξεις:
α) με μάρτυρες, ώστε η ενάγουσα να αποδείξει ότι χρεώθηκαν εις βάρος της από την εναγόμενη τράπεζα και έξοδα κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση, τα οποία δεν είχαν περιληφθεί στην προεκδοθείσα προδικαστική απόφαση, αλλά αναφέρονται στην αγωγή και β) διέταξε νέα λογιστική πραγματογνωμοσύνη βάσει των όσων είχε δεχθεί ανωτέρω.
Μετά την επαναφορά της υπόθεσης στο ίδιο Εφετείο, εκδόθηκε η 6280/2011 απόφασή του, με την οποία αφού έκρινε ότι στην 2938/2004 προδικαστική απόφασή του έχουν εμφιλοχωρήσει σφάλματα από προφανή παραδρομή, ως προς ορισμένα από τα ποσά των εξόδων για τα οποία έχουν ταχθεί αποδείξεις, τα οποία προσδιορίζονται επακριβώς, είτε ως προς το ποσό, είτε ως προς τις ημερομηνίες χρεώσεως σε σχέση με τα αναφερόμενα στην αγωγή και για το λόγο αυτό ανέβαλε εκ νέου την έκδοση της οριστικής απόφασης και διέταξε:
α) να διεξαχθούν συμπληρωματικές αποδείξεις προκειμένου να εξεταστούν μάρτυρες για τα αναφερόμενα στο διατακτικό ποσά που αναφέρει στην αγωγή της η ενάγουσα και για τα οποία δεν εξετάσθηκαν μάρτυρες και β) να επαναληφθεί η πραγματογνωμοσύνη από τον ίδιο πραγματογνώμονα, προκειμένου να προβεί σε νέο υπολογισμό, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παραπάνω απόφασης.
Τέλος, η αναιρεσιβαλλόμενη 4775/2013 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αφού δέχθηκε, όπως και οι προρρηθείσες συμπροσβαλλόμενες 6280/2011 και 8107/2007 προδικαστικές αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου, ότι είχε εφαρμογή εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 12 του ν.2601/1998, και συγκεκριμένα, ότι οι οφειλές από το ως άνω δάνειο, στις οποίες δεν υπήρχε συμφωνία περί ανατοκισμού, αν και είχαν εξοφληθεί πριν την ισχύ του ως άνω νόμου, αυτές μπορούσαν να επιβαρυνθούν εκ των υστέρων με τους τόκους επί των καθυστερούμενων τόκων, με αποτέλεσμα, το έτος 1998 να γεννηθεί μια ex lege οφειλή τόκων για απαιτήσεις που είχαν ήδη εξοφληθεί, ώστε να καθίσταται νόμιμος ο αυτοδίκαιος ανατοκισμός των καθυστερούμενων τόκων, όχι μόνο για το μετά την ισχύ του νόμου χρόνο, αλλά και αναδρομικά, δηλαδή για τον παρελθόντα χρόνο επί των καθυστερούμενων τόκων και ότι η αναδρομική αυτή δυνατότητα δεν αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος, ακολούθως, με βάση την παραπάνω κρίση του και τα αποδεικτικά στοιχεία που συνεκτίμησε, τα οποία είχαν ως έρεισμα την κρίση του αυτή, κατέληξε στην κατά ένα μέρος παραδοχή της ένδικης αγωγής, ως προς την επικουρική βάση της (αδικαιολόγητος πλουτισμός) και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το καταβληθέν από την τελευταία αχρεωστήτως ποσόν των 64.142,65 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παραπάνω απόφασης.
Κατά της τελευταίας αυτής εφετειακής απόφασης και των προαναφερθεισών προδικαστικών τοιούτων (6280/2011 και 8107/2007) εναντιώνεται η εν μέρει ηττηθείσα ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) με την ένδικη αίτησή της, με μοναδικό λόγο αναίρεσης, όπως αναφέρεται παραπάνω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενο, ειδικότερα, σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 12 του ν.1601/1998, ως προς τη νομιμότητα του αυτοδίκαιου ανατοκισμού των καθυστερούμενων τόκων, όχι μόνο για το μετά την ισχύ του νόμου χρόνο, αλλά και αναδρομικά, δηλαδή για τον παρελθόντα χρόνο επί των καθυστερούμενων τόκων, ως αντικείμενη στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με συνέπεια η ως άνω αναδρομική εφαρμογή της προρρηθείσας διατάξεως να μειώνει το επιδικασθέν σ' αυτήν αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό που υποχρεώθηκε να της καταβάλει η αναιρεσίβλητη (εναγόμενη).
Κατά το άρθρο 2 του ΑΚ, ο νόμος ορίζει για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική δύναμη, δηλαδή δεν εφαρμόζεται σε σχέσεις που είχαν δημιουργηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του. Παρά ταύτα δεν υπάρχει στο Σύνταγμα γενική απαγόρευση αναδρομικότητας του νόμου (Ολ. ΑΠ 13/2006 και 1067/1979, ΑΠ 541/2011, ΑΠ 1781/2007) αρκεί να μη παραβιάζονται το άρθρο 4 παρ. 1 "περί ισότητας" (ΑΠ 541/2011) και το άρθρο 17 του Συντάγματος "περί προστασίας της ιδιοκτησίας" (Ολ.
ΑΠ 4 και 7/1990). Έτσι, δεν αποκλείεται, παρά την κατευθυντήρια διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ, ένας νόμος να έχει αναδρομική ισχύ, αν αυτό ορίζεται ρητώς με διάταξή του ή αν η αναδρομικότητα προκύπτει σαφώς από το όλο περιεχόμενο του νόμου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου".
Η διάταξη αυτή εμπεριέχει επιταγή προς τον κοινό νομοθέτη, επί ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μη μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας εν γένει διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, διότι επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΟλΣτΕ 1913/2001, ΑΠ1186/2001 πρβλ.
ΟλΑΠ 6/2001). Εξάλλου, με τη διάταξη τού άρθρ. 5 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι καθένας έχει το δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη, σκοπείται η κατοχύρωση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του ανθρώπου, που αποτελεί το κύριο περιεχόμενο της αξιοπρέπειάς του και πραγματώνεται με την ελευθερία του ατόμου για την αδέσμευτη, μέσα στα όρια που διαγράφονται από τη διάταξη, επιχείρηση ενεργειών που αναφέρονται στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική δραστηριότητά του (ΟλΑΠ 10/2000, 2/1997).
Η καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή προστασία της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας δεν είναι απόλυτη και είναι δυνατό να επιβάλλονται σε αυτή νομοθετικοί περιορισμοί, εφόσον αυτοί είναι αντικειμενικοί και δικαιολογούνται από λόγους γενικοτέρου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος (ΑΠ 1651/2011). Επίσης, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής σύμβασης, για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται, ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Με τη διάταξη αυτή και την προρρηθείσα συνταγματική τοιαύτη, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα".
Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου:
Pressos Compania Naviera S.A. κ.ά. κατά Βελγίου (1995), Pine Valley Development κατά Ιρλανδίας (1992)· ΟλΑΠ 40/98). Τέλος, κατά την παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο,...". Στην έννοια της ιδιοκτησίας, κατά την αληθινή ερμηνεία της διάταξης αυτής, σύμφωνη και προς το ανωτέρω άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, πρέπει να νοηθεί ότι περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.
Τέτοιες ενοχικές αξιώσεις είναι κατά το ελληνικό δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, ήτοι το δικαίωμα αναζήτησης των καταβληθέντων αχρεωστήτως, εφόσον η καταβολή δεν έγινε με βάση δικαστική απόφαση μη ανατραπείσα. Περαιτέρω, από το άρθρο 8 παρ. 6 του Ν. 1083/1980, την 289/1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω νόμου, το άρθρο 296 ΑΚ και τα άρθρα 110, 111 και 112 Εισ.
Ν. ΑΚ, συνάγεται ότι ο ανατοκισμός των οφειλόμενων σε τραπεζικούς ή άλλους πιστωτικούς οργανισμούς ληξιπρόθεσμων τόκων, δικαιοπρακτικών ή νομίμων, δεδουλευμένων ή μη, ακόμη δε και τέτοιων επί οριστικού καταλοίπου αλληλοχρέου λογαριασμού, μπορεί να γίνει από την πρώτη ημέρα της καθυστερήσεως χωρίς οποιονδήποτε χρονικό ή άλλο περιορισμό, όχι όμως αυτοδικαίως ή με σχετική μονομερή δήλωση του δανειστή, αλλά με σχετική συμφωνία μεταξύ δανειστή και οφειλέτη (Ολ.
ΑΠ 8 και 9/1998). Ωστόσο, αλλαγές στην ως άνω ρύθμιση επέφερε ο Ν. 2601/1998 που, σύμφωνα με το άρθρο 20 αυτού, άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 15-4-1998 και στο άρθρο 12 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: (παρ. 1) "Από την ισχύ του παρόντος νόμου, οι οφειλόμενοι στα πιστωτικά ιδρύματα σε καθυστέρηση τόκοι ανατοκίζονται εφόσον τούτο συμφωνηθεί, από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης.
Οι τόκοι που προκύπτουν προστίθενται στο ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο ανά εξάμηνο κατ' ελάχιστο όριο είτε πρόκειται για συμβάσεις δανείων είτε για συμβάσεις αλληλοχρέου λογαριασμού και το προσωρινό ή οριστικό κατάλοιπο αυτού. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 112 του Εισαγωγικού Νόμου ΑΚ. Εάν δεν υπάρχει συμφωνία ανατοκισμού, ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του αστικού Κώδικα και του Εισαγωγικού Νόμου". (Παρ. 2.) "Υφιστάμενες συμφωνίες περί ανατοκισμού για συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού εξακολουθούν να ισχύουν.
Εάν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, γίνεται αυτοδίκαια ανατοκισμός ανά εξάμηνο κατ' ελάχιστο όριο...." (παρ. 3) "Οι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται και στις οφειλές για καθυστερούμενους τόκους από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων που έχουν καταγγελθεί ή οι εξ αυτών λογαριασμοί έχουν κλείσει από την έναρξη ισχύος του Ν. 1083/1980 μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου" (παρ. 4·) "Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν όσα κρίθηκαν τελεσιδίκως ή ρυθμίστηκαν με συμβιβασμό ή αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών, αναφορικά με συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου".
Από τις διατάξεις αυτές και ιδίως της παρ. 3 σε συνδυασμό με την παρ. 2 προκύπτει, ότι επί προϋφισταμένων του Ν. 2601/1998 συμβάσεων δανείου, που έχουν καταγγελθεί μέχρι τη δημοσίευσή του, εάν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού, γίνεται αυτοδικαίως ανατοκισμός των καθυστερούμενων τόκων ανά εξάμηνο κατ' ελάχιστο όριο.
Δηλαδή, ο εν λόγω νόμος έχει αναδρομική ισχύ - η οποία δεν είναι αντίθετη σε καμία συνταγματική ή άλλη, υπερκείμενη των νόμων διάταξη - έως την έναρξη ισχύος του Ν. 1083/1980, εφαρμοζόμενος μάλιστα και σε σχετικές εκκρεμείς δίκες, όχι μόνον ενώπιον πρωτοβαθμίων, αλλά και ενώπιον δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, παραμερίζοντας βέβαια, ως τέτοιος, ειδικού χαρακτήρα, την ? γενικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση (Ολ.
ΑΠ 13/2006). Ειδικότερα, οι διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 2 και 3 του ν. 2601/1998 που αφορά τον ανατοκισμό επί δανειακών συμβάσεων που έκλεισαν οριστικά και έχει το περιεχόμενο που αναφέρεται ανωτέρω, δεν αντίκεινται στην αρχή της ισότητας, αφού ο νόμος καθορίζει κατά τρόπο γενικό και ανεξαίρετο το έδαφος της εφαρμογής του σε όλους τους καθ' οιονδήποτε τρόπο οφειλέτες των τραπεζών που έχουν πλήρως εκπληρώσει τις οφειλές τους.
Ούτε, όμως, αντίκεινται οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 2 και 3 του ν. 2601/1998, στις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι τα εκουσίως καταβληθέντα από τον οφειλέτη, κατά τη δημοσίευση του άνω νόμου ποσά, που αφορούσαν αυτοδίκαιο ανά εξάμηνο ανατοκισμό των καθυστερούμενων τόκων, όχι μόνο για το μετά την ισχύ του νόμου χρόνο, αλλά και αναδρομικά, δηλαδή για τον παρελθόντα χρόνο επί των καθυστερούμενων τόκων, είχαν εξέλθει νομίμως της περιουσίας του καταβαλόντος και δεν αποτελούσαν πλέον περιουσιακό του στοιχείο ή κεκτημένο "οικονομικό συμφέρον" αυτού και συνεπώς ο νομοθέτης αποκλείοντας την αναζήτησή τους, δεν παραβιάζει τους προανεφερθέντες υπέρτερης αξίας κανόνες (πρβλ.
ΑΠ 541/2011, ΑΠ 1277/2008, ΑΠ 222/2006, ΑΠ 1780/2005). Εν όψει των προεκτεθέντων, το Εφετείο δεν παραβίασε το νόμο, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτόν, με την αναιρεσιβαλλόμενη οριστική απόφασή του και τις συμπροσβαλλόμενες προδικαστικές τοιαύτες, αφού οι διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 2 και 3 του ν. 2601/1998, πλήρως συμπορεύονται προς το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και προς τα άρθρα 4, 5 παρ. 1 και 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος και συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα, όπως και ο αναφερόμενος ανωτέρω μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η ανωτέρω πλημμέλεια στην απόφαση, ο οποίος και πρέπει να απορριφθεί, για τον ίδιο λόγο(ως αβάσιμος).
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-6-2014 (αριθμ. καταθ. 323/30-3-2015) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 4775/2013 τελεσίδικης απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθώς και κατά των συμπροσβαλλόμενων με αυτήν 6280/2011 και 8107/2007 μη οριστικές αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ