Supreme Court allows appeal against single judge ruling, ordering defendant to pay interest on seized debt.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a single-judge decision regarding interest payments on a seized debt. The appellant argued the lower court violated procedural rules by rejecting the claim for interest, while the respondent was absent. The court found the appeal valid because the appellant had been properly summoned and the lower court erred in dismissing the interest claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officio the proper summoning of absent parties and allow appeals where the lower court incorrectly rejects claims for interest on seized amounts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 868 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 868/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Βέροιας. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Π. Σ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 113/ΤΜ/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-4-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από την 1664/11.1.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, διορισμένου στο Πρωτοδικείο Βέροιας, Χ.
Α. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 29.4.2020 αίτησης αναίρεσης, με την στη συνέχεια αυτής 1787/15.12.2020 πράξη της Προέδρου του ΑΠ περί ορισμού του Α2 Τμήματος αρμοδίου για την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης, την από 15.12.2020 πράξη του Προέδρου του Α2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας (17.1.2022) προς συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης, μαζί με κλήση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (17.1.2021), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που επισπεύδει τη συζήτηση, προς την παραστάσα κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσίβλητης, Διαλεχτή Κούλαλη, ως αντίκλητο αυτής (ΚΠολΔ 134 παρ.1, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ.2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015).
Η αναιρεσίβλητη όμως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης σαν να ήταν παρούσα (ΚΠολΔ 568 παρ.4, 576 παρ. 2).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δίκαιου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης του άρθρου 560 αριθ.1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ10/2011, ΟλΑΠ 2/2011). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ (ΝΔ 356/1974) προκύπτει ότι το Δημόσιο, προς ικανοποίηση απαίτησής του κατά του οφειλέτη του, μπορεί να επιβάλλει κατάσχεση στα χέρια τρίτου των ευρισκομένων στα χέρια αυτού χρημάτων και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτη του Δημοσίου, η οποία διενεργείται από το Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου με κατασχετήριο έγγραφο, το οποίο δεν κοινοποιείται στον οφειλέτη.
Η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον τρίτο έχει τα αποτελέσματα της αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκχώρησης (άρθρο 30 παρ. 3 ΚΕΔΕ). Ο τρίτος στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει, στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στο διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα (άρθρο 32 παρ. 1 ΚΕΔΕ).
Την ειλικρίνεια της δήλωσης του τρίτου μπορεί να αμφισβητήσει το κατασχόν Δημόσιο με ανακοπή, η οποία ασκείται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου), μέσα σε προθεσμία ενός μηνός, από την κοινοποίηση της δήλωσης ή από την περιέλευση σ' αυτόν της δήλωσης ενώπιον του Ειρηνοδικείου, εισάγεται δε και εκδικάζεται κατά το άρθρο 986 ΚΠολΔ (άρθρο 34 ΚΕΔΕ).
Η ως άνω ανακοπή αποτελεί ένδικο βοήθημα, με το οποίο το κατασχόν Δημόσιο επιδιώκει την αναγνώριση της εν όλω ή εν μέρει ανακρίβειας της δήλωσης του τρίτου και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού (ΑΠ 972/2019, ΑΠ 95/2016). Η ανακοπή αυτή κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου, εφόσον στην ανακοπή αυτή σωρεύθηκε και αίτημα καταβολής νομιμοτόκως του ποσού της απαίτησης εξομοιώνεται με καταψηφιστική αγωγή (ΑΠ 256/2011).
Ειδικότερα, η προαναφερθείσα αναγκαστική εκχώρηση του άρθρου 30 παρ.3 του ΚΕΔΕ αφετηριάζεται μεν από το χρόνο της επιβολής της κατάσχεσης, που ταυτίζεται με την κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον τρίτο, τελεί όμως υπό την αίρεση της καταφατικής δήλωσης του τρίτου ή της δικαστικής αποδοχής της ανωτέρω αναφερόμενης ανακοπής κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου (ΑΠ 972/2019).
Δηλαδή, το Δημόσιο γίνεται οριστικά εκδοχέας της απαίτησης που κατασχέθηκε και ο τρίτος λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου, με τη θετική δήλωση του τρίτου ότι υπάρχει η απαίτηση στα χέρια του ή επί αρνητικής δήλωσης ή παράλειψης του τρίτου, αν το Δημόσιο αντιταχθεί επιτυχώς με την προαναφερόμενη ανακοπή του, οπότε η απαίτηση λογίζεται ως εκχωρηθείσα από το χρόνο που ο τρίτος θα έπρεπε να έχει εξοφλήσει τον κατασχόντα, αν είχε προβεί σε καταφατική δήλωσή του.
Τα ανωτέρω έχουν ως συνέπεια ότι ο τρίτος οφείλει τόκους, όχι από την επιβολή της κατάσχεσης, αλλά από τότε που ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει την απαίτηση στο κατασχόν Δημόσιο, σε κάθε περίπτωση δε από την επίδοση της ανακοπής (άρθρα 346 ΑΚ, 221 παρ. 1 περ.γ` ΚΠολΔ). (ΑΠ 762/2021) Στην προκειμένη περίπτωση, το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με την ένδικη προς το Ειρηνοδικείο Βέροιας ανακοπή του ισχυρίστηκε τα εξής:
α) ότι κατά της εταιρείας με την επωνυμία "..." έχει ληξιπρόθεσμη απαίτηση συνολικού ποσού 57.719,44 ευρώ, που προέρχεται από ΦΠΑ, φόρο εισοδήματος κλπ, όπως αυτά αναφέρονται στον ενσωματωμένο στο δικόγραφο από 13.9.2013 πίνακα χρεών, β) ότι με το .../13.9.2013 κατασχετήριο έγγραφο του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Βέροιας (Βέροιας- Αλεξάνδρειας- Νάουσας), που κοινοποιήθηκε νόμιμα στην ήδη αναιρεσίβλητη, στις 19.3.2013, κατάσχεσε αναγκαστικά στα χέρια της ως τρίτης, βάσει του άρθρου 30 του Κ.Ε.Δ.Ε, όσα η τελευταία οφείλει ή θα οφείλει μελλοντικά, γ) ότι η ήδη αναιρεσίβλητη προέβη στην ενσωματούμενη στο δικόγραφο της ανακοπής από 27.9.2013 δήλωση στο Ειρηνοδικείο Βέροιας αναφέροντας, όπως ακριβώς αναγράφεται στην εν λόγω δήλωση, ότι "ως αγρότισσα αγόραζα φυτοφάρμακα από την εταιρεία "...", το δε υπόλοιπο της οφειλής μου ανέρχεται στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ και σε καμία περίπτωση σε 4.017,44 ευρώ, που προκύπτει από την καρτέλα πελάτη της εταιρείας, στην οποία καρτέλα παρατηρούνται παρατυπίες (εξοφλημένα τιμολόγια εμφανίζονται ως ανεξόφλητα κλπ).
Το υπόλοιπο ποσό των 1.100 ευρώ θα το καταθέσω στην ΔΟΥ Βέροιας, επιφυλασσόμενη για κάθε νόμιμο δικαίωμά μου" και δ) ότι η πιο πάνω εν μέρει αρνητική δήλωση είναι αόριστη και ανακριβής. Ζήτησε δε, με βάση το ιστορικό αυτό, να ακυρωθεί η παραπάνω δήλωση της αναιρεσίβλητης ως τρίτης, να αναγνωριστεί η ύπαρξη της κατασχεθείσας απαίτησής του έναντι της (μη διαδίκου) καθ` ης η εκτέλεση και να υποχρεωθεί να του καταβάλει το πέραν του ποσού των 1.100 ευρώ που αναγνωρίζει με θετική δήλωση, ποσό των 2.917,44 ευρώ, το οποίο οφείλει σ` αυτόν η τελευταία, ως αποζημίωση, επειδή το απώλεσε, εξαιτίας της παράνομης άρνησης της αναιρεσίβλητης να προβεί σε απόδοσή του εμπροθέσμως, με το νόμιμο τόκο από την επιβολή της κατάσχεσης (27.9.2013), άλλως από την επίδοση της ανακοπής.
Επί της ανωτέρω ανακοπής, εκδόθηκε η 37/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βέροιας, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Κατά της πρωτόδικη απόφασης ασκήθηκε από το αναιρεσείον η από 11.7.2016 έφεση, που έγινε δεκτή με την προσβαλλομένη 113/2018 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, η οποία, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας κατ` ουσίαν την ανακοπή, δέχτηκε εν μέρει αυτήν και α) αναγνώρισε ότι η από 27.9.2013 δήλωση της αναιρεσίβλητης είναι ανακριβής και β) υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των 2.917,44 ευρώ, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το αίτημα για καταβολή τόκων, με την αιτιολογία ότι με την ανακοπή δεν μπορεί να ζητηθεί η καταδίκη του τρίτου σε καταβολή τόκων επί της απαίτησης, είτε από την επιβολή της κατάσχεσης, είτε από την άσκηση της ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου, διότι η καθ` ης η ανακοπή τρίτος από την επίδοση σε αυτήν του κατασχετηρίου ως την έκδοση της απόφασης, που διατάσσει την καταβολή στον κατασχόντα, είναι μεσεγγυούχος του κατασχεθέντος.
Την ως άνω απόφαση μέμφεται ήδη το ηττηθέν αναιρεσείον, με την υπό κρίση αίτηση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, όπως προαναφέρθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα καταβολής τόκων, με την προεκτεθείσα αιτιολογία.
Με την κρίση του αυτή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις, δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη είναι μεσεγγυούχος του κατασχεθέντος ποσού και δεν οφείλει τόκους, ενώ, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, έπρεπε να δεχθεί ως νόμιμο το κύριο αίτημα καταβολής τόκων, όχι από την κατάσχεση, που έλαβε χώρα, κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή στις 27.9.2013, αλλά με την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ.1 του ΚΠολΔ, από τότε δηλαδή που η τρίτη ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει στο ανακόπτον, και ακολούθως να υποχρεώσει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των 2.917,44 ευρώ που επιδίκασε με το νόμιμο τόκο από 5.10.2013, δηλαδή από την παρέλευση της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 988 παρ.1 ΚΠολΔ από την κοινοποίηση της κατάσχεσης στην καθ` ης η εκτέλεση (που κατά τις παραδοχές της απόφασης έλαβε χώρα την 27.9.2103) μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 30, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ (ν.δ 356/1974), 188 παρ.1 ΚΠολΔ και 345 ΑΚ, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το αίτημά του για καταδίκη της αναιρεσίβλητης σε καταβολή τόκων επί της απαίτησης, από την κατάσχεση, άλλως από την άσκηση της ανακοπής.
Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση κατά το κεφάλαιο που απέρριψε το παρεπόμενο αίτημα των τόκων. Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί από το Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ 3 του ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρο 580 παρ.4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 403/2017, ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1162/2013), αφού κατά τα προαναφερόμενα έπρεπε να γίνει δεκτή και από ουσιαστική άποψη η έφεση του αναιρεσείοντος και ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο και ακολούθως να υποχρεωθεί η καθ` ης η ανακοπή να καταβάλει στο αναιρεσείον το ήδη επιδικασθέν ποσό των 2.917,44 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 5.10.2013 μέχρι την πλήρη εξόφληση Η αναιρεσίβλητη τέλος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος όλων των βαθμών δικαιοδοσίας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά τα άρθρα 62 παρ. 3 περ.
θ` ν. 4387/2016 (όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 31 ν. 4445/2016) και 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52 αρ. 18 Εισ.Ν.ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρ. 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αρ. 2 της 134423/ 8.12.1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικ/νης, όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 113/2018 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, ως προς κεφάλαιο των τόκων.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο.
Δέχεται την από 30.10.2013 (με αριθμό κατάθεσης 244/31.10.2013) ανακοπή.
Υποχρεώνει την καθ` ης η ανακοπή (εφεσίβλητη και αναιρεσίβλητη) να καταβάλει στο ανακόπτον (εκκαλούν και αναιρεσείον) το, ήδη επιδικασθέν με την 113/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, ποσό των δύο χιλιάδων εννιακοσίων δέκα επτά ευρώ και σαράντα τεσσάρων λεπτών (2.917,44), με το νόμιμο τόκο από 5.10.2013 μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη (καθ` ης η ανακοπή και εφεσίβλητη) τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (ανακόπτοντος και εκκαλούντος), τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ