Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict, upholding exclusive driver liability and statutory compensation limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the First Instance Court's finding of exclusive liability for a pedestrian struck by a vehicle. The court rejected arguments regarding the calculation of the pedestrian's speed and the specific location of the impact, deeming them insufficient to challenge the lower court's factual assessment. Consequently, the appeal was rejected, and the insurance company was ordered to pay the plaintiffs' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedΝ. 4092/2012, άρθρο 4: The statutory cap on compensation for mental suffering applies to pending claims but does not invalidate final judgments; the Supreme Court reviews only legal errors, not the factual evaluation of evidence regarding liability and accident circumstances.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 868 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 868/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Φ. του Α. και 2) Π. Φ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Ανδρονόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 437/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 218/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-11-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 18-5-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά υπ' αριθμ. 218/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το τέταρτο άρθρο του Ν. 4092/2012, ο οποίος, σύμφωνα με το έβδομο άρθρο αυτού, ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 220 τ. Α'/8.11.2012), εισήχθηκαν περιορισμοί στο ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο. Ειδικότερα, με το στοιχείο γ' του άνω άρθρου, αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 19 του Π.Δ. 237/1986 και προβλέπεται πλέον, μεταξύ άλλων, ότι η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για κάθε δικαιούχο.
Με την ίδια δε αυτή διάταξη, ορίστηκε περαιτέρω, ότι η εν λόγω ρύθμιση "καταλαμβάνει και τις ήδη γεγενημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση" και ότι "οι τόκοι που στις περιπτώσεις της προηγουμένης παραγράφου του παρόντος άρθρου υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως".
Οι προεκτεθείσες διατάξεις του Ν. 4092/2012 είναι ανίσχυρες για τους ακολούθους λόγους: α) Ο καθορισμός του ποσού των 6.000 ευρώ ως ανωτάτου ορίου για ψυχική οδύνη κάθε δικαιούχου, προσκρούει ευθέως στην παρ. 4 του άρθρου 1 της δεύτερης Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ, κατά την οποία "κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποζημιώνει, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από οχήματα αγνώστων στοιχείων ή για τα οποία δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης, που προβλέπεται στην παρ. 1, διάταξη η οποία καλύπτει και την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, κατά τα προεκτεθέντα, β) Επίσης, το επιβληθέν ανώτατο όριο των 6.000 ευρώ είναι αντίθετο και προς την αρχή της stricto sensu αναλογικότητας (άρθρο 25 § 1 εδάφ.
δ' του Συντάγματος), διότι η παρέμβαση αυτή του νομοθέτη δεν είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, ήτοι για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Επικουρικού Κεφαλαίου, αλλά ούτε και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού, αφού θα μπορούσε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό με ηπιότερο τρόπο, είτε με το να προβλεφθεί μία έκτακτη επιδότησή του από τον κρατικό προϋπολογισμό, είτε με το να υποχρεωθεί αυτό να εξυγιάνει τα οικονομικά του μέσω της αύξησης των εσόδων του και του περιορισμού των λειτουργικών του δαπανών.
Εξ ετέρου, η εφαρμογή της ανωτέρω ρύθμισης, η οποία περιορίζει με το ως άνω όριο την ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου και επί των ήδη γεγεννημένων αξιώσεων είναι ανίσχυρη, διότι είναι αντίθετη προς το προαναφερθέν άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, αυξημένη, έναντι των νόμων, ισχύ.
Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημοσίας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα".
Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεγενημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 6/2007, Ολ.ΑΠ 40/1998).
Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του Ν. 4092/2012 με το να περιορίσει δραστικά το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, καταργεί ουσιαστικά την αστική αυτή απαίτηση των δικαιούχων, που γεννήθηκε με το θάνατο συγγενικού προσώπου σε τροχαίο ατύχημα. Κατά συνέπεια, είναι ασυμβίβαστη προς τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού τείνει σε αδικαιολόγητη αποστέρηση περιουσιακού στοιχείου των ως άνω προσώπων χωρίς να συντρέχουν λόγοι δημοσίας ωφέλειας.
Και τέτοιο λόγο δεν συνιστά το ταμειακό απλώς συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου.
Περαιτέρω η διάταξη, με την οποία ορίζεται το ποσοστό τόκου υπερημερίας που καταβάλλεται από το Επικουρικό Κεφάλαιο σε 6% ετησίως, δηλαδή σε ποσοστό μικρότερο από εκείνο που υποχρεούνται να καταβάλλουν οι οφειλέτες αυτού και το οποίο ισχύει για όλους τους διαδίκους, έρχεται σε αντίθεση 1) με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού με αυτή αναγνωρίζεται υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου ευνοϊκή μεταχείριση ενώ τίθεται σε δυσμενέστερη θέση έναντι αυτού ο άλλος διάδικος και 2) με την διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι με την ανωτέρω ευνοϊκή υπέρ αυτού ρύθμιση, επέρχεται βλάβη της περιουσίας του δανειστή του Επικουρικού Κεφαλαίου (στην προκειμένη περίπτωση των αναιρεσιβλήτων) χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος ενόψει του ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον, και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση των δικαιωμάτων των παθόντων από τροχαία ατυχήματα, να απαιτήσουν και να λάβουν τόκους για τις αξιώσεις τους σε ποσοστό ίδιο με εκείνο που καταβάλλουν ιδιώτες, ενώ δεν συνιστά τέτοιο λόγο δημοσίου συμφέροντος το γεγονός ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο, που είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, τελεί απλώς υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του Κράτους (ΑΠ 1025/2015).
Τέλος, η ανωτέρω διάταξη έρχεται σε αντίθεση με την ήδη και συνταγματικώς κατοχυρωμένη (άρθρο 25 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας, κατά τα προεκτεθέντα. Η αρχή αυτή, η οποία υπαγορεύει την τήρηση της αναλογίας ανάμεσα στον επιδιωκόμενο σκοπό και τα μέσα που χρησιμοποιούνται, προδήλως προσβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση.
Και τούτο, διότι και αν θεωρηθεί ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι η προστασία του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, το καταβαλλόμενο ποσοστό 6% ως τόκος υπερημερίας, δηλαδή το 1/2 από εκείνο που υποχρεούται να καταβάλλει ο οφειλέτης ιδιώτης, δεν είναι αναλογικό (Ολ.ΑΠ 3/2017, Ολ.ΑΠ 4/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον ν.π.ι.δ. Επικουρικό Κεφάλαιο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε απορριπτέο ως μη νόμιμο τον πρωτοδίκως προβληθέντα με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του που καταχωρίστηκε στα πρακτικά και επαναφερθέντα νομίμως ενώπιον του Εφετείου με τον τρίτο λόγο της έφεσής του ισχυρισμό του, περί περιορισμού της ευθύνης του, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης μέχρι του ποσού των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο ενάγοντα σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 2 του π.δ. 237/86, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο του ν. 4092/8-11-2012 διότι όπως δέχτηκε, η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του π.δ. 237/86, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τέταρτο παρ.
γ' του ν. 4092/ 2012, με την οποία τέθηκαν ποσοτικοί περιορισμοί στο ύψος της καταβαλλόμενης εκ μέρους του Επικουρικού Κεφαλαίου χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και αποζημίωσης προς τον παθόντα εφαρμόζεται μόνο στις αγωγές που ασκούνται εναντίον του Επικουρικού Κεφαλαίου μετά την πάροδο τουλάχιστον τριών μηνών από τη δημοσίευση του ν. 4092/2012 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 220 τ.
Α'/8-11-2012) και συνεπώς δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση που η από 25-10- 2012 και με αριθμό καταθ. 3708/26-10-2012 αγωγή των αναιρεσιβλήτων είχε κατατεθεί στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου πριν από τη δημοσίευση του ανωτέρω νόμου, παραβίασε ευθέως τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 489/1976, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.
γ' του τετάρτου άρθρου του Ν. 4092/2012 (ΦΕΚ 220 τ. Α'/8-11-2012), ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι ο περιορισμός στο ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που τέθηκε με το άρθρο τέταρτο περ. γ' του ν. 4092/2012 είναι ισχυρός και να τον εφαρμόσει εν προκειμένω, και να περιορίσει την χρηματική ικανοποίηση που έκρινε ότι οφείλει να καταβάλει στους εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσιβλήτους στο ποσό των 6.000 ευρώ που προβλέπεται από την ανωτέρω διάταξη.
Επίσης, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια ως άνω πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι νόμιμα υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι με την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση να καταβάλουν στους ενάγοντες τα επιδικασθέντα ποσά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, αντί να περιορίσει τον τόκο αυτό σε ποσοστό 6% ετησίως, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 εδ.
θ' και ι' του π.δ. 237/1986, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της παρ. 2 από το άρθρο τέταρτο παρ. γ' του ν. 4092/2012, κατά την οποία οι τόκοι που υποχρεούται να καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο 6% ετησίως. Οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως μη νόμιμοι, εφόσον σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, οι παραπάνω διατάξεις του ν. 4092/ 2012, με τις οποίες, αφ' ενός μεν καθορίστηκε το ποσό των 6.000 ευρώ ως ανώτατο όριο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο σε κάθε δικαιούχο και αφ' ετέρου ορίστηκε ότι οι τόκοι που υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο 6% ετησίως, είναι ανίσχυροι για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.
Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε τους ως άνω ισχυρισμούς απορριπτέους ως μη νομίμους, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, καθόσον αφορά στον επαναφερθέντα με τον τρίτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος ισχυρισμό του περί περιορισμού της ευθύνης του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης μέχρι του ποσού των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο ενάγοντα, και ειδικότερα με την αιτιολογία ότι η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του π.δ. 237/86, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τέταρτο παρ.
γ' του ν. 4092/ 2012, με την οποία τέθηκαν ποσοτικοί περιορισμοί στο ύψος της καταβαλλομένης εκ μέρους του Επικουρικού Κεφαλαίου αποζημίωσης προς τον παθόντα, εφαρμόζονται μόνο στις αγωγές που ασκούνται εναντίον του Επικουρικού Κεφαλαίου μετά την πάροδο τουλάχιστον τριών μηνών από την δημοσίευση του ν. 4092/ 2012 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και συνεπώς δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, που η ένδικη αγωγή ασκήθηκε πριν από το χρόνο αυτό.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη 914 Α.Κ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υπόχρεου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ,Δ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς τη ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά ορισμένο γεγονός πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 περ. α' του ΚΟΚ οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών να τις χρησιμοποιούν, ενώ σύμφωνα με την παρ. ε' του ιδίου άρθρου αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών οι πεζοί υποχρεούνται να μην κατεβαίνουν σε αυτό αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων...
Εξάλλου ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ,Δ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί το αποδεικτικό πόρισμα να αναφέρεται με σαφήνεια.
Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τη αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο για το θανάσιμο τραυματισμό κατά το ένδικο ατύχημα της στενής συγγενούς των αναιρεσειόντων, τον οδηγό του υπ' αριθ.
κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε ο Γ. Π. του Γ. (GEORGIEV ΡΕΝΚΟ GEORGIEV), υπηκοότητας Βουλγαρίας, διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγού και θανατωθείσας πεζής.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" κατά των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 437/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που είχε δεχτεί εν μέρει την από 25-10-2012 αγωγή των τελευταίων κατά του πρώτου, που αφορούσε επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν από τον επισυμβάντα θάνατο της αναφερόμενης σ' αυτή συζύγου και μητέρας τους, αντίστοιχα, κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα που προκλήθηκε από υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου Γκεοργκίεφ Πένκο, κατά την οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, το οποίο ήταν ανασφάλιστο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχτηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) κρίση του, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 1.7.2012 και περί ώρα 10.40, στο 6.600 χ/μ ΠΕΟ Πατρών - Πύργου, η οποία είναι οδός διπλής κατεύθυνσης, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8,40 μέτρα, μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, όπου η κίνηση των πεζών ήταν αραιή, η κίνηση των οχημάτων κανονική, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ανήρχετο στα 50 χιλ/ώρα, δεδομένου ότι στο πιο πάνω σημείο ήταν κατοικημένη περιοχή, η πεζή, Αγγελική Φαρμάκη - Αλεξανδράτου, ηλικίας 80 ετών, σύζυγος του πρώτου ενάγοντος και μητέρα του δεύτερου αυτών, επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την πιο πάνω οδό προκειμένου, να μεταβεί από παρακείμενη εκκλησία στην παραλία που βρισκόταν απέναντι.
Στον ίδιο πιο πάνω τόπο και χρόνο και στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού με κατεύθυνση προς Πύργο, κινούνταν, το υπ' αρ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο Γ. Π. του Γ. (G. Ρ. G.), υπηκοότητας Βουλγαρίας, ο οποίος διαμένει μόνιμα στην … και επί της οδού ..., διεύθυνση που δήλωσε στην από, 1.7.2012 έκθεση ένορκης εξέτασης και στην από 10.10.2012 έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου, στη σχηματισθείσα ποινική δικογραφία.
Ο προαναφερόμενος οδηγός, όταν πλησίασε στο σημείο της οδού όπου βρισκόταν η πεζή, κινούμενη αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματος, παρά το γεγονός ότι είδε την πεζή στη μέση της οδού και στη διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας, επειδή το έμπροσθεν αυτού κινούμενο όχημα είχε μικρή ταχύτητα, επιχείρησε προσπέρασή του, όπως ο ίδιος ανέφερε στην από 1-7-2012 κατάθεσή του.
Κατά την εκτέλεση της προσπέρασης παρέσυρε την πεζή με την δεξιά πλευρά του οχήματός του, η τελευταία δε, αφού εκτινάχθηκε στον αέρα και κτύπησε με το πρόσωπό της στο παρμπρίζ του οχήματος και με το σώμα της στη μπροστινή δεξιά γωνία, κατέληξε αιμόφυρτη στο οδόστρωμα, όπως βεβαίωσε ο αυτόπτης μάρτυρας Π.
Τ., ο οποίος βρισκόταν σε παρακείμενο καφενείο και μόλις άκουσε θόρυβο σύγκρουσης γύρισε και είδε το ατύχημα. Με βάση τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη το επίδικο ατύχημα οφείλεται αυτό στην αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού του αυτοκινήτου, η οποία (αμέλειά του) συνίσταται στο ότι δεν κατέβαλε την κατ' αντικειμενική κρίση απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή την οποία κάθε μέσος συνετός άνθρωπος θα κατέβαλε, εάν βρισκόταν στην ίδια κατάσταση, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες και την κοινή λογική και πείρα, την οποία (επιμέλεια και προσοχή) εάν είχε καταβάλλει, θα μπορούσε να προβλέψει τα ατύχημα και να το αποφύγει.
Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του (άρθρο 12 του ΚΟΚ), οδηγούσε ενώ η άδεια ικανότητας οδήγησης είχε λήξει από τις 7.2.2011 (άρθρο 94 του ΚΟΚ), η ταχύτητά του υπερέβαινε αυτή της επιτρεπόμενης σε κατοικημένη περιοχή των 50 χιλ/ώρα (άρθρο 20 του ΚΟΚ), όπως αποδεικνύεται από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, η οποία, κατά την κρίση του δικαστηρίου και τα διδάγματα της κοινής πείρας υπερέβαινε αυτή των 70 χιλ/ώρα, επιχείρησε προσπέραση του προπορευόμενου οχήματος χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο, δεδομένου ότι είχε αντιληφθεί την κίνηση της πεζής στο μέσο του οδοστρώματος (άρθρο 17 του ΚΟΚ) και δεν απέφυγε να συμπεριφερθεί με τρόπο που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τους πεζούς (άρθρο 39 παρ. 1 του ΚΟΚ).
Για την επίδικη σύγκρουση δεν αποδείχθηκε ευθύνη της πεζής, καθόσον δεν υπήρχαν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, διέσχισε δε το οδόστρωμα, αφού βεβαιώθηκε ότι μπορεί να το κάνει χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων, υπολογίζοντας την κίνησή της βάσει της ταχύτητας του προπορευόμενου, του ζημιογόνου, οχήματος και δεδομένου ότι δεν κρίνεται αναμενόμενη η πραγματοποίηση προσπέρασης, σύμφωνα με τις συνθήκες της οδού.
Ακολούθως, ο σχετικός λόγος έφεσης ότι εσφαλμένα δεν έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνυπαίτια την πεζή στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το υπ' αρ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο δεν ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη (βλ.
από 1.7.2012 έκθεση αυτοψίας), με αποτέλεσμα την ευθύνη του εκκαλούντος - τρίτου εναγομένου Επικουρικό Κεφαλαίου και δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι συνήθης τόπος στάθμευσης του πιο πάνω οχήματος είναι η χώρα της Βουλγαρίας, δεδομένου ότι ο οδηγός του, όπως προαναφέρθηκε είναι μόνιμος κάτοικος …, ο τελευταίος ουδέποτε δήλωσε ότι οδηγούσε το πιο πάνω όχημα, συνεπεία της επίσκεψης της αδελφής και κυρίας του οχήματος στην Ελλάδα, S. V., η κυριότητα δε του οχήματος από αλλοδαπό υπήκοο Βουλγαρίας από μόνη της, δεν αρκεί για την απόδειξη του ισχυρισμού του εκκαλούντος ότι πρόκειται περί οχήματος του οποίου ο συνήθης τόπος στάθμευσης είναι η Βουλγαρία με συνέπεια την ευθύνη του Διεθνούς Γραφείου Ασφάλισης και πρέπει ο σχετικός λόγος έφεσης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πεζή, ηλικίας, κατά το χρόνο του ατυχήματος, 80 ετών, απεβίωσε συνεπεία κακώσεων κεφαλής, αυχένος και πυέλου που προκλήθηκαν συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος (βλ. υπ' αρ. πρωτ. 233/2012 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας νεκροτομής) και από τον αδόκητο θάνατό της οι εφεσίβλητοι ενάγοντες, σύζυγος και υιός της, ένοιωσαν ψυχική οδύνη και συντριβή και δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, για τον καθορισμό της οποίας πρέπει να ληφθούν υπόψη ο βαθμός της συγγενικής σχέσης, η ηλικία της θανούσας, το είδος της βλάβης (θάνατος) και η οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών, πλην του εκκαλούντος Επικουρικού Κεφαλαίου, λόγω της εγγυητικής αυτού ευθύνης.
Ενόψει όσων προαναφέρθηκαν η εύλογη χρηματική ικανοποίηση ανέρχεται στο ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε εφεσίβλητο ενάγοντα. Επομένως, αφού και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχτηκε τα ίδια και ακολούθως έκρινε ότι το πιο πάνω ποσό πρέπει να επιδικασθεί στους εφεσίβλητους - ενάγοντες για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που αυτοί υπέστησαν και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, τα αντίθετα δε που υποστηρίζει το εκκαλούν - εναγόμενο με την έφεσή του που αφορά στην εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων είναι αβάσιμη, πρέπει, δε, ακολούθως, να απορριφθεί στο σύνολο της...".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα ή μη των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγού και πεζής. Συγκεκριμένα, με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο περιλαμβάνει επαρκή αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου οδηγού, χωρίς να απαιτείται η αναφορά άλλων και ειδικότερα αυτών που επικαλείται το αναιρεσείον, αφού αναφέρεται στην απόφασή του, ότι ο προαναφερόμενος οδηγός, παρά το γεγονός ότι όταν πλησίασε στο σημείο που βρισκόταν η πεζή, είδε αυτή στη μέση της οδού και στη διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας, επιχείρησε προσπέραση του έμπροσθεν αυτού κινούμενου αυτοκινήτου, επειδή αυτό είχε μικρή ταχύτητα, κατά την εκτέλεση της οποίας παρέσυρε την πεζή με τη δεξιά πλευρά του οχήματός του, η τελευταία δε, αφού εκτινάχτηκε στον αέρα και κτύπησε με το πρόσωπό της στο παρμπρίζ του οχήματος και με το σώμα της στη μπροστινή δεξιά γωνία, κατέληξε αιμόφυρτη στο οδόστρωμα.
Επίσης, ως προς τη συμπεριφορά της θανατωθείσας πεζής αναφέρεται ότι αυτή κατέβηκε και διέσχισε το οδόστρωμα στο οποίο δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, αφού βεβαιώθηκε προηγουμένως ότι μπορούσε να πράξει τούτο, χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων, υπολογίζοντας την κίνησή της βάσει της ταχύτητας του προπορευόμενου, του ζημιογόνου οχήματος, δεδομένου ότι δεν ήταν αναμενόμενη η πραγματοποίηση της ως άνω προσπέρασης, σύμφωνα με τις συνθήκες της οδού, από τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου.
Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ανεπάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού της ταχύτητας του ζημιογόνου αυτοκινήτου από το Εφετείο, την απόσταση από την οποία αντιλήφθηκε ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου την πεζή, το σημείο του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας προς Πύργο που έγινε η παράσυρσή της και τον τρόπο αυτής, οι σχετικές αιτιάσεις απαραδέκτως προβάλλονται, εφόσον αυτές αφορούν στην πληρέστερη κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση των σχετικών περιστατικών, πέραν των όσων αναφέρονται στο αιτιολογικό αυτής, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ καθόσον αφορά στις περαιτέρω αιτιάσεις για ανεπάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τα περιστατικά που δικαιολογούν την έλλειψη υπαιτιότητας της πεζής στο ένδικο ατύχημα, οι σχετικές αιτιάσεις, είναι αβάσιμες, υπό την επίκληση δε των ελλείψεων αυτών από το αναιρεσείον, επιχειρείται να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης συνισταμένης στα περιστατικά που προαναφέρθηκαν και την έλλειψη υπαιτιότητας της θανούσας πεζής.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, καθώς και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-11-2015 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 26/2015 αίτηση του Επικουρικού Κεφαλαίου για αναίρεση της 218/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Και Διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ