Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to vague complaint and lack of legal error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn a final court judgment regarding a bank dispute. The appellants argued for a retrial based on vague complaints about share liquidation and interest payments, while the opposing banks contended the original decision was legally sound. The court rejected the appeal because the grounds were insufficiently detailed and no specific legal error was identified in the lower court's reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 80, 81, 559, 578 of the Code of Civil Procedure: A third party's supplementary intervention requires a defined legal interest, and an appeal based on vague complaints or unspecified judicial errors must be dismissed as unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 868 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 868/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. Φ. του Γ., 2. Ε.-Α. Φ. συζ. Μ., 3. Γ. Φ. του Μ. και 4. Χ. Φ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στριμέπρη .
Της αναιρεσιβλήτου: Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ-ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ Λ.Τ.Δ" που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου, είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ρουμπίνη-Φλώρα Αυλωνίτου-Σιβιτανίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα ως ειδική διάδοχος της υπερ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση-αναιρεσίβλητης. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Φλώρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 74-2002 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2006μη οριστική 5229/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6077/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-5-2011 αίτησή τους. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 16-7-2013 εκούσια αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτή.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 14-1-2013 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Χαραλαμπίας Σίμου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Κατά το άρθρο 80 Κ.Πολ.Δ, αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης , να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, από την ίδια διάταξη και σε συνδυασμό αυτής με εκείνη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται στο δικόγραφο της παρέμβασης κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 εδ.
β' Κ.Πολ.Δ. Έννομο συμφέρον προς παρέμβαση υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία εις βάρος του νομικής υποχρέωσης, που, είτε απειλείται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής του από τις αντανακλαστικές συνέπειες της (Ολ.
ΑΠ 8/1998). Εξ' άλλου, ως τρίτος, κατά την έννοια του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος, ο οποίος δεν έχει προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου στην αρχική δίκη, μη ταυτιζόμενος νομικώς με κάποιον από αυτούς, όπως συμβαίνει επί καθολικής ή οιονεί καθολικής διαδοχής, ενώ θεωρούνται τρίτοι, δικαιούμενοι να ασκήσουν πρόσθετη παρέμβαση, οι ειδικοί διάδοχοι των αρχικών διαδίκων, ανεξαρτήτως αν απέκτησαν την ιδιότητα αυτή προ ή κατά τη διάρκεια της δίκης.
Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 215 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι η πρόσθετη παρέμβαση (και) στον Άρειο Πάγο, ασκείται με κατάθεση δικογράφου, που κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους και περιέχει τα στην παρ. 1 του άρθρου 81 Κ.Πολ.Δ. οριζόμενα στοιχεία.
Στην προκειμένη περίπτωση η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 16-7-2013, (αυτοτελή) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης - εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ" Έχει δε έννομο συμφέρον να παρέμβει στην εκκρεμή κύρια δίκη, διότι, όπως, αναφέρεται στο δικόγραφο της πρόσθετης παρέμβασης και αποδεικνύεται από τα έγγραφα της δικογραφίας, η παρεμβαίνουσα απέκτησε την ιδιότητα της ειδικής διαδόχου σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 66/26-3-2012 απόφαση της ΕΠΑΘ της Τράπεζας της Ελλάδος, το υπ' αριθμ. 96/26-3-2013 διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, που δημοσιεύτηκε νόμιμα (4640/26-3-2013 ΦΕΚ της Κυπριακής Δημοκρατίας), και την από 26-3-2013 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης, με την οποία της μεταβιβάστηκαν στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού των εργασιών του Υποκαταστήματος στην Ελλάδα της Τράπεζας Κύπρου δι' εκχωρήσεως των δικαιωμάτων και αναδοχής των υποχρεώσεων, μεταξύ των οποίων και τα δικαιώματα της Τράπεζας Κύπρου επί των ενδίκων συμβάσεων εντόκων τοκοχρεωλιτικών δανείων.
Επομένως, η άνω πρόσθετη παρέμβαση είναι παραδεκτή και νόμιμη λόγω της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος της προσθέτως παρεμβαίνουσας από τη δημιουργία εις βάρος της νομικής υποχρέωσης, που απειλείται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτή, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 Κ.Πολ.Δ).
II) Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 6077/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών , με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσειόντων και επικυρώθηκε η πρωτόδικη 5229/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την ανακοπή αυτών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ). Με την ανακοπή τους οι ήδη αναιρεσείοντες ιστορούσαν: Ότι συνήψαν με την καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα τέσσερις συμβάσεις δανείου για την αγορά τίτλων εισηγμένων προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αθηνών, με την εγγύηση του πρώτου από αυτούς (ως προς τις συμβάσεις των λοιπών).
Ότι οι δανειακές αυτές συμβάσεις ήταν ασφαλισμένες με συμβάσεις ενεχύρου επί χαρτοφυλακίου του 1ου ανακόπτοντος και ήδη 1ου αναιρεσείοντος. Ότι το χαρτοφυλάκιο αποτελείτο από τις αναφερόμενες σ' αυτή ονομαστικές μετοχές διαφόρων εταιρειών, οι οποίες, κατόπιν εξουσιοδότησης του 1ου αναιρεσείοντος (ενεχυριαστή), παραδόθηκαν από την αναιρεσίβλητη, δανείστρια, προς φύλαξη στην εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών "ALPHA ΧΡΗΜΑΤΗΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΧΕΠΕΥ", μέσω της οποίας η καθ' ής απέκτησε στην πραγματικότητα τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου.
Ότι κατόπιν αίτησης της αναιρεσίβλητης Τράπεζας εκδόθηκαν, με βάση τις απαιτήσεις της από τις προαναφερόμενες δανειακές συμβάσεις, οι ένδικες διαταγές πληρωμής. Ζητούσαν οι αναιρεσείοντες, για τους αναφερόμενους στην ανακοπή λόγους, την ακύρωση των εκδοθεισών σε βάρος τους διαταγών πληρωμής και την επιδίκαση σ' αυτούς αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για την σε βάρος τους τελεσθείσα αδικοπραξία.
Ill) Με το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. , ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώραν ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να είναι δικονομική. Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.
ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 416 ΑΚ: "Η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή". Κατά το άρθρο 419 ΑΚ: "Ο δανειστής δεν είναι υπόχρεος να δεχτεί αντί καταβολής άλλη παροχή. Αν όμως δεχτεί τέτοια παροχή η ενοχή αποσβήνεται" . Κατά το άρθρο 867 ΑΚ "Εκείνος που εγγυήθηκε για αόριστο χρόνο μπορεί, όταν γίνει απαιτητή η κύρια οφειλή, να αξιώσει από το δανειστή να επιδιώξει δικαστικώς την απαίτηση του μέσα σε ένα μήνα και να συνεχίσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τη διαδικασία.
Αν ο δανειστής δεν συμμορφωθεί με την αξίωση του εγγυητή, ο εγγυητής ελευθερώνεται". Κατά το άρθρο 868 ΑΚ "Αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου απαιτείται καταγγελία του δανειστή για να γίνει απαιτητή η κύρια οφειλή, ο εγγυητής μπορεί, αφού περάσει ένα έτος, αφότου εγγυήθηκε, να αξιώσει από το δανειστή να καταγγείλει και να επιδιώξει δικαστικώς την απαίτηση του, μέσα σε ένα μήνα, και να συνεχίσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τη διαδικασία.
Αν ο δανειστής δεν συμμορφωθεί με την αξίωση του εγγυητή, ο εγγυητής ελευθερώνεται". Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 1° λόγο της αίτησης τους οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 14 και 8 Κ.Πολ.Δ, παραπονούνται για την απόρριψη με την προσβαλλόμενη απόφαση των 2ου και 3ου λόγων της ανακοπής τους ως αόριστων, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο και δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την επισκόπηση της ανακοπής και της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτουν τα εξής: Οι αναιρεσείοντες, με τον 2ο λόγο ανακοπής τους, ισχυρίστηκαν ότι ο πρώτος από αυτούς, με την από 3-9-2001 επιστολή του αλλά και προγενέστερα, ζήτησε από την αναιρεσίβλητη εταιρεία να πωλήσει (χρηματιστηριακούς) τις μετοχές του χαρτοφυλακίου του, προκειμένου με το τίμημα να εξοφληθούν τα δάνεια και να του αποδοθεί το περίσσευμα, το οποίο μετά βεβαιότητας θα "περιεσώζετο", ότι η πρόταση αυτή ισοδυναμούσε με πρόταση δόσης αντί καταβολής, στην οποία νομιμοποιείται να προβεί έναντι του δανειστή και ο εγγυητής , ότι η απόκρουση της πρότασης αυτής από την αναιρεσίβλητη ήταν άκυρη και ανίσχυρη ως καταχρηστική , ώστε να θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ότι η συναίνεση της είχε δοθεί κατ' άρθρο 419 ΑΚ και ότι επιτεύχθηκε συμφωνία περί δόσης αντί καταβολής, η οποία ισοδυναμεί με καταβολή και εξόφληση των οφειλομένων με τις ανακοπτόμενες διαταγές πληρωμής ποσών.
Με τον 3ο δε λόγο της ανακοπής τους οι αναιρεσείοντες, ισχυρίστηκαν ότι, σε περίπτωση που δεν γίνει δεκτός ο προηγούμενος λόγος ανακοπής περί εξόφλησης, ο 1ος από αυτούς απηλλάγη των υποχρεώσεων του από την εγγυητική του ευθύνη, διότι οι δοθείσες από αυτόν εγγυήσεις ήταν αορίστου χρόνου και αυτός ως εγγυητής με τη συμπλήρωση έτους από την κατάρτιση των συμβάσεων δανείου και εγγυήσεως προέτρεψε την αναιρεσίβλητη με την από 3-9-2001 επιστολή του να προβεί σε καταγγελία των συμβάσεων, σε ενεργοποίηση της εγγυητικής ευθύνης του εγγυητή και σε ρευστοποίηση των σχετικών ασφαλειών, οπότε, εφόσον η τελευταία αδράνησε, αυτός απαλλάσσεται , κατ' άρθρο 868 ΑΚ, των υποχρεώσεων του ως εγγυητή.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν οι λόγοι αυτοί ανακοπής ως αόριστοι, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Οι ανακόπτοντες - εκκαλούντες ισχυρίζονται με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της έφεσης τους ότι ο πρώτος εξ αυτών με την από 3/9/2001 επιστολή του, αλλά και προγενέστερα κάλεσε την αντίδικό του (παρέχοντας σχετικά τη συναίνεσή του), να προβεί, όπως μόνη αυτή μπορούσε, σε άτυπη πώληση (χρηματιστηριακώς) του επ' ενεχύρω χαρτοφυλακίου μετοχών προκειμένου να εξοφληθούν τα δάνεια και να του αποδοθεί το περίσσευμα, το οποίο μετά βεβαιότητας θα περιεσώζετο.
Η πρόταση αυτή ισοδυναμεί με πρόταση δόσης, αντί καταβολής, στην οποία νομιμοποιείται να προβεί έναντι του δανειστή και ο εγγυητής.... Η απόκρουση της πρότασης αυτής από την εφεσίβλητη υπήρξε καταχρηστική κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα και στον...4° λόγο ανακοπής, με αποτέλεσμα...να έχει δοθεί, ευθέως και άλλως να προκύπτει ότι έχει δοθεί εκ πλάσματος δικαίου, η απαιτούμενη κατ' άρθρο 419 AΚ συναίνεση του δανειστή.
Συνέπεια της συναινέσεως της εφεσίβλητου κατά τα ανωτέρω αποτελεί ότι καταρτίστηκε συμφωνία περί δόσεως αντί καταβολής, η οποία ισοδυναμεί με καταβολή και εξόφληση εκ μέρους του εγγυητή των πρωτοφειλετών, η οποία περαιτέρω απαλλάσσει και ωφελεί και τους πρωτοφειλέτες δεύτερη έως και τέταρτο των εκκαλούντων
" (τρίτος λόγος του κρινόμενου δικογράφου). "Περαιτέρω και για την περίπτωση κατά την οποία τυχόν δεν γίνει δεκτός ο προηγούμενος...λόγος έφεσης... περί εξοφλήσεως", ο πρώτος εκ των ανακοπτόντων - εκκαλούντων "απαλλάχθηκε από την εγγυητική του ευθύνη" Ειδικότερα, δεδομένου ότι οι δοθείσες εγγυήσεις, συμφωνήθηκαν αόριστου χρόνου, ο εγγυητής διατηρούσε το δικαίωμα, με τη συμπλήρωση έτους από την κατάρτιση των συμβάσεων δανείου και εγγυήσεως, να καλέσει το δανειστή (την εφεσίβλητο) να αξιώσει την εξόφληση των απαιτήσεων της στο σύνολο, στρεφόμενη και κατ' αυτού εντός μηνός.
Η ίδια, δε, ειρημένη (από 3/9/2001) επιστολή του πρώτου των ανακοπτόντων - εκκαλούντων αποτελεί ευθεία πρόσκληση και προτροπή προς την αντίδικο του για την καταγγελία των συμβάσεων, την ενεργοποίηση της εγγυητικής ευθύνης του εγγυητή και τη ρευστοποίηση των σχετικών ασφαλειών. Δεδομένου, όμως, ότι η εφεσίβλητη εβράδυνε και δεν προέβη στις προβλεπόμενες σχετικές ενέργειες, ο πρώτος των ανακοπτόντων - εκκαλούντων - εγγυητής, απηλλάγη.
Κατά συνέπεια, για την περίπτωση που δεν γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος έφεσης, οι ανακοπτόμενες διαταγές πληρωμής πρέπει να ακυρωθούν κατά το μέτρο, στο οποίο στρέφονται κατά του εγγυητή (τέταρτος λόγος της κρινόμενης έφεσης). Επί των όσων διαλαμβάνονται αμέσως προηγουμένως στην ως άνω έφεση πρέπει ειπωθούν τα ακόλουθα:
Οι ανακόπτοντες, και ήδη εκκαλούντες στην ένδικη ανακοπή τους ουδόλως προσδιορίζουν τόσο το ύψος της απαίτησης της αντιδίκου τους από τις επίδικες δανειακές συμβάσεις κατά το χρόνο της αποστολής της από 3/9/2001 επιστολής του πρώτου των ανακοπτόντων - εκκαλούντων (εγγυητή, αλλά και πρωτοφειλέτη)- ενώ δεν γίνεται μνεία ούτε και για την αξία του σχετικού χαρτοφυλακίου), όσο και το ποιες μετοχές προτάθηκαν προς πώληση.
Με τα εν λόγω δεδομένα δεν είναι δυνατόν, εκτός από το να αμυνθεί η καθ'ης η ανακοπή -εφεσίβλητος έναντι της ένδικης ανακοπής, το δικαστήριο να οδηγηθεί σε ασφαλή κρίση εν σχέσει με το αν οποιαδήποτε - ενδεχόμενη - πώληση των μετοχών θα καθιστούσε δυνατή την εξόφληση της οποίας απαίτησης διατηρούσε η καθ'ης - εφεσίβλητος από τις επίδικες, δανειακές συμβάσεις, καθώς και εν σχέσει με την απαλλαγή του εγγυητή (πρώτον των ανακοπτόντων -εκκαλούντων) από την εγγυητική του ευθύνη.
Συνακόλουθα οι λόγοι της ένδικης ανακοπής ως προς του ισχυρισμούς των ανακοπτόντων, που περιέχονται σ' αυτήν σχετικά αφ' ενός μεν με την εξόφληση των απαιτήσεων της καθ'ης - εφεσίβλητου, για τις οποίες η τελευταία ζήτησε ένδικη προστασία δια της εκδόσεώς των προσβαλλόμενων διαταγών πληρωμής, αφ' ετέρου δε με την απαλλαγή του πρώτου των ανακοπτόντων -εκκαλούντων από την εγγυητική του ευθύνη, τυγχάνουν αόριστοι και απορριπτέοι.
Ορθώς, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η ως άνω ανακοπή αναφορικά με τους εν λόγω ισχυρισμούς, τύγχανε αόριστη και απορριπτέα. Συνακόλουθα οι προεκτεθέντες - τρίτος και τέταρτος - λόγοι της κρινόμενης έφεσης, με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι".
Οι 2ος και 3ος λόγοι της ανακοπής ήταν απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι στην ανακοπή όπως προκύπτει από την επισκόπηση του σχετικού δικογράφου, ενώ αναφέρεται ότι στις 3-9-2001 οι ανακόπτοντες έδωσαν εντολή για την εκποίηση των μετοχών του χαρτοφυλακίου, ουδόλως διευκρινίζεται ποια ήταν η αξία των μετοχών αυτών στο χρόνο της εντολής και σε ποιό ύψος είχε διαμορφωθεί το συνολικό χρέος, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί αν το χρέος μπορούσε να εξοφληθεί με το τίμημα όπως υποστηρίζεται. Επομένως οι λόγοι αυτοί ανακοπής ήταν αόριστοι, οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμοι. Σημειώνεται, ότι οι ανακόπτοντες αναφέρουν με εντελώς αόριστο τρόπο ότι (ο πρώτος εξ αυτών) και προγενέστερα κάλεσε τον αντίδικο του
να προβεί σε πώληση του χαρτοφυλακίου μετοχών προκειμένου να εξοφληθούν τα δάνεια και να τους αποδοθεί το περίσσευμα". Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο γίνεται επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, ως αβάσιμος. Ο αυτός λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο γίνεται επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος, εφόσον το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τους παραπάνω προταθέντες ισχυρισμούς των ανακοπτόντων (και τους απέρριψε) - IV) Από τα άρθρα 35, 36, 39 και 44 ΝΔ 17.7/13.8.1923, που, κατ' άρθρο 41 Εισ.
Ν.ΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1254 εδ. α' και β' ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Κατ" ειδική ρύθμιση του ως άνω ΝΔ, για τη σύσταση του υπέρ τράπεζας (ή άλλης α.ε.) ενεχύρου σε απαίτηση, ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου ή άλλης φύσης, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση είτε απαίτησης της τράπεζας από δάνειο ή από χορήγηση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, είτε απαίτησης οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης όμως, βάσει του χρόνου γέννησης της, από τη σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται σύμβαση ενεχύρασης, καταρτιζόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο έχει ή δεν έχει βέβαιη χρονολογία.
Κατ' ειδικότερη δε ρύθμιση του ίδιου ΝΔ, αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, χρηματική ή μη, η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του vόμoυ εκχώρηση αυτής της απαίτησης από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα, από δε την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχύρασης στον τρίτον η τράπεζα θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαίτησης, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον (Ολ.
ΑΠ 38/19880) και η εν λόγω τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, το δε μετά την εξόφληση της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο αυτή οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 857/2004). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1209, 1210, 1211 εδ. β", 1218 του ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται συμπληρωματικά και όταν το ενέχυρο συνιστάται προς ανώνυμη εταιρεία, το ενέχυρο είναι παρεπόμενο δικαίωμα και συνιστάται για την εξασφάλιση απαίτησης, η οποία πρέπει να προσδιορίζεται επαρκώς από τα συμβαλλόμενα μέρη με την ενεχυρική σύμβαση (Ολ.
ΑΠ 38/1988). Όταν πρόκειται για σύσταση ενεχύρου επί ανωνύμων τίτλων, αυτή, λόγω της ενσωμάτωσης του δικαιώματος που περιέχουν στο έγγραφο αυτών, παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα και αναλογία προς το κινητό πράγμα, γι' αυτό και στο άρθρο 1244 ΑΚ ορίζεται ότι επί ενεχύρου ανωνύμων τίτλων εφαρμόζονται οι διατάξεις περί κινητών Όταν το αξιόγραφο είναι ονομαστική μετοχή ανώνυμης εταιρίας, επειδή ο ΑΚ δεν περιέχει ρητή διάταξη για τη σύσταση ενεχύρου σε ονομαστικούς τίτλους, ενόψει της ρύθμισης του άρθρου 1245 ΑΚ που δεν κάνει διάκριση μεταξύ ανωνύμων και ονομαστικών μετοχών , αμέσως μετά τη ρύθμιση της ΑΚ 1244, που εξομοιώνει τους ανώνυμους τίτλους με κινητά, δικαιολογείται η ίδια αντιμετώπιση και για τις ονομαστικές μετοχές από την πλευρά της σύστασης του ενεχύρου επ' αυτών (Γ.
Μπαλή Εμπρ. Δικ. παρ. 229, σελ. 488, Απ. Γεωργιάδη -Μ. Σταθόπουλου Εμπρ. Δικ. υπ' άρθρο 1244 σελ. 358) . Ειδική νομοθετική ρύθμιση για τη σύσταση ενεχύρου σε ονομαστικές μετοχές ανώνυμης εταιρείας με κριτήριο το πρόσωπο των συμβαλλομένων προβλέπεται από το άρθρο 3 του α.ν. 1818/1951, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. 2 του ν.δ. 3330/1955.
Σύμφωνα με την παρ. 1 του ως άνω άρθρου, το ενέχυρο επί ονομαστικών μετοχών, όταν συμβαλλόμενος είναι χρηματιστής, τράπεζα ή νομικό πρόσωπο, συνιστάται με ιδιωτικό έγγραφο, που συντάσσεται εις διπλούν, υποβάλλεται στο προσήκον τέλος χαρτοσήμου και παραδίδεται στο δανειστή μη απαιτουμένης οποιαδήποτε άλλης διατύπωσης, ενώ σύμφωνα με την παρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου, σε κάθε άλλη περίπτωση ενεχύρασης των ονομαστικών μετοχών, πλην των αναφερομένων στην παρ. 1 του εν λόγω άρθρου, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 1244 του Α.
Κ., δηλαδή εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή για τη σύσταση του ενεχύρου οι διατάξεις του άρθρου 1211 ΑΚ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του δικαιούχου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου^ και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (Ολ.
ΑΠ 8/2001, ΑΠ 37/2013) Με τον 2ο λόγο της αίτησης τους οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 14, 8, 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. , παραπονούνται για την απόρριψη με την προσβαλλόμενη απόφαση του 4ου λόγου της ανακοπής τους, ως αόριστου , ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παρά τοννόμο κήρυξε απαράδεκτο, ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ερειδόμενο στο άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμό τους, ότι δεν ερμήνευσε ορθά την ως άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ότι περιέχει ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής προκύπτει ότι με τον 4ο λόγοαυτής οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι οι ανακοπτόμενες διαταγές πληρωμής πρέπει να ακυρωθούν, διότι η καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος της, προέβη στην καταγγελία των τεσσάρων συμβάσεων δανείου και άσκησε το δικαίωμα της για έκδοση των διαταγών πληρωμής μολονότι:
α) παρέλειπε να ενημερώνει στοιχειωδώς τους αναιρεσείοντες τόσο αναφορικά με το ακριβές περιεχόμενο των συμβάσεων δανείου, όσο και αναφορικά με την εξέλιξη της συμβατικής τους σχέσης, παρά τις εκκλήσεις και οχλήσεις τους, με συνέπεια αυτοί να μη γνωρίζουν τις χρεώσεις στις οποίες προέβαινε, τους χρόνους οφειλής των διάφορων ποσών, το επιτόκιο και τις άλλες επιβαρύνσεις, β) δεν συνέπραξε, παρά τις εκκλήσεις των αναιρεσειόντων, στη ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου, ούτως ώστε και τα δάνεια να αποπληρωθούν αλλά και η περιουσία αυτών να διασωθεί και δεν ανέλαβε πρωτοβουλίες ούτε μερίμνησε για την εκποίηση μέρους του χαρτοφυλακίου, κατά τρόπο ώστε και η ίδια να εξοφληθεί αλλά και να διασωθεί πλεόνασμα από την υπερεπαρκή αξία του, μολονότι ασκούσε επί διετία κατά τρόπο κυριαρχικό ουσιαστική διαχείριση του χαρτοφυλακίου των μετοχών του ενεχύρου, αλλά, αφού εξάντλησε κάθε όριο αδράνειας (ως προς τη ρευστοποίηση του πιο πάνω χαρτοφυλακίου), με σκοπό τη δραματική συρρίκνωση της αξίας της περιουσίας τους, αξίωσε στη συνέχεια την πλήρη ικανοποίηση της.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση του δικογράφου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε ως αόριστο τον λόγο αυτό της ανακοπής με την αιτιολογία ότι δεν γίνεται μνεία στην ένδικη ανακοπή για το περιεχόμενο και την αξία του χαρτοφυλακίου των ανακοπτόντων, ώστε να κριθεί αν υπήρξε καταχρηστική συμπεριφορά εκ μέρους της καθ' ης με το να μη προβαίνει στην πώληση των μετοχών (με σκοπό την είσπραξη των σχετικών απαιτήσεων της), ότι δεν γίνεται επίκληση (εκ μέρους των ανακοπτόντων) σχετικών πραγματικών περιστατικών, με βάση τα οποία ήθελε κριθεί πότε και με ποιο περιεχόμενο υποβλήθηκαν στην καθ' ης προτάσεις για την αξιοποίηση του χαρτοφυλακίου, ούτε πώς η καθ' ης αντέδρασε στις προτάσεις των αντιδίκων της (αδράνησε ή έκανε κάποιες ενέργειες, οι οποίες δεν ήταν αρκετές στο να έχουν κάποιο θετικό αποτέλεσμα σε σχέση με τα συμφέροντα των ανακοπτόντων) καθώς και ποια ήταν τελικά η συμπεριφορά που τήρησε η αντίδικος τους έναντι των ως άνω προτάσεων, όπως και ότι δεν γίνεται μνεία για το αν οι ανακόπτοντες ζήτησαν ενημέρωση εκ μέρους της καθ' ης για το περιεχόμενο των ενδίκων συμβάσεων δανείου αναφορικά με την εξέλιξη της συμβατικής τους σχέσης, πότε υποβλήθηκε το σχετικό αίτημα για την πιο πάνω ενημέρωση και σε περίπτωση που πράγματι έγινε η εν λόγω ενημέρωση κατά πόσο αυτή ήταν ικανή να αποτρέψει την καθ' ης από το να ζητήσει έννομη προστασία δια των προσβαλλόμενων διαταγών πληρωμής.
Κατά το μέρος που γίνεται επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος διότι, όπως και οι αναιρεσείοντες δέχονται, ο προβληθείς εκ του άρθρου 281 ΑΚ ισχυρισμός ελήφθη υπόψη και απορρίφθηκε. Κατά το μέρος που γίνεται επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. ο λόγος αυτός προβάλλεται απαραδέκτως, διότι προϋποθέτει έρευνα της υπόθεσης επί της ουσίας, ενώ στην υπό κρίση περίπτωση ο σχετικός λόγος ανακοπής απορρίφθηκε ως αόριστος.
Κατά δε το μέρος που αποδίδεται στην απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια (κατά την εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου) και ειδικότερα παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ είναι αβάσιμος. Τούτο δε, διότι ο αναιρετικός αυτός λόγος καθώς και οι αντίστοιχοι λόγοι ανακοπής και έφεσης έχουν ως κύριο έρεισμα τον προαναφερόμενο ισχυρισμό, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσίβλητη Τράπεζα αρνήθηκε να εκποιήσει τις ένδικες μετοχές την 30-3-2000 και την 3-9-2001 και ο οποίος προεβλήθη αορίστως και επομένως απαραδέκτως εφόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ανακοπής, δεν διευκρινίζεται η αξία των μετοχών του χαρτοφυλακίου την 3-9-2001, που δόθηκε η εντολή για εκποίηση των μετοχών, όπως και σε ποιο ύψος είχε διαμορφωθεί το συνολικό χρέος την 30-3-2000 και την 3-9-2001, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί, αν το χρέος μπορούσε να εξοφληθεί με το τίμημα και στην τελευταία περίπτωση να διαπιστωθεί αν η άρνηση εκποίησης των μετοχών προβαλλόταν καταχρηστικά, εφόσον και το χρέος δεν εξοφλήθηκε αλλά και επέφερε συρρίκνωση της αξίας της περιουσίας του 1ου αναιρεσείοντα και εντεύθεν ζημία του.
Σημειώνεται ότι τα λοιπά περιστατικά, που επικαλούνται, από μόνα τους, και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν κατάχρηση κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.
V) Με τον 3° λόγο της αίτησης τους οι αναιρεσείοντες παραπονούνται για την απόρριψη με την προσβαλλόμενη απόφαση ως αόριστου του 5ου λόγου της ανακοπής τους, με τον οποίο επικαλούνται παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 14,8, 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, ότι δεν έλαβε υπόψη του τη συμπλήρωση της αοριστίας του προβληθέντος ισχυρισμού τους περί υπερημερίας της καθ' ης με το δικόγραφο της έφεσης τους, ότι δεν ερμήνευσε ορθά τις διατάξεις των άρθρων 351 και 356 του ΑΚ και ότι περιέχει ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα εξής: Με τον 5° λόγο ανακοπής οι ανακόπτοντες ισχυρίστηκαν ότι η αντίδικος τους περιήλθε σε υπερημερία δανειστή από τις 30-3-2000, άλλως από τις 3-9-2001, διότι, αν και προσκλήθηκε από τον πρώτο από αυτούς, δεν συνέπραξε στην εκποίηση των μετοχών που δόθηκαν σ' αυτή ως ενέχυρο, ώστε με το τίμημα από την πώληση αυτών να γίνει η αποπληρωμή των τεσσάρων "μετοχοδανείων" και ότι οι προσβαλλόμενες διαταγές πληρωμής στο μέτρο κατά το οποίο αφορούν τόκους γεννηθέντες μετά την 30η Μαρτίου 2000, άλλως μετά την 3η Σεπτεμβρίου 2001 τυγχάνουν ακυρωτέες.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ανακοπής απορρίφθηκε ως αόριστος με την αιτιολογία ότι οι ανακόπτοντες δεν προσδιόρισαν το ύψος της συνολικής απαίτησης της αντιδίκου τους τόσο στις 30-3-2000, όσο και στις 3-9-2001 , ότι, ενώ προσδιόρισαν το ύψος του χαρτοφυλακίου τους στις 30-3-2000, δεν έκαναν το ίδιο και για την 3-9-2001 και ότι , ενώ οι ανακόπτοντες επικαλούνται ότι την 3-9-2001 ζήτησαν την εκποίηση του χαρτοφυλακίου τους, με την με ίδια ημεροχρονολογία επιστολή τους δεν έκαναν το ίδιο και για την 30-3-2000, αλλά περιορίστηκαν στο να ισχυρισθούν ότι ζήτησαν, απλώς, τη σύμπραξη της αντιδίκου τους γραπτά και προφορικά.
Κατά το μέρος που γίνεται επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. ο λόγος: αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, εφόσον ο ισχυρισμός, επί του οποίου αυτός ερείδεται ελήφθη υπόψιν από το Εφετείο (και απορρίφθηκε). Κατά το μέρος που γίνεται επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει έρευνα της υπόθεσης επί της ουσίας ενώ στην υπό κρίση περίπτωση ο σχετικός λόγος ανακοπής απορρίφθηκε ως αόριστος. Κατά δε το μέρος που αποδίδεται στην απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια (κατά την εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου) είναι αβάσιμος. Τούτο δε, διότι ο αναιρετικός αυτός λόγος, καθώς και οι αντίστοιχοι λόγοι ανακοπής και έφεσης έχουν ως κύριο έρεισμα τον προαναφερόμενο ισχυρισμό, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσίβλητη Τράπεζα αρνήθηκε να εκποιήση τις ένδικες μετοχές την 30-3-2000 και την 3-9-2001 και ο οποίος προεβλήθη αορίστως κατά τα προεκτεθέντα .
VI) Οι αναιρεσείοντες, με τον 4° λόγο αναίρεσης, παραπονούνται για την απόρριψη με την προσβαλλόμενη απόφαση ως αόριστου του 6ου λόγου της ανακοπής τους, επικαλούμενοι παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 14, 8, 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, διότι το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο , δεν έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριζαν τον ισχυρισμό τους περί αδικοπρακτικής ευθύνης της καθ' ης, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 , 919 , 932 ΑΚ και περιέχει ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής προκύπτουν τα εξής: Με τον 6° λόγο αυτής, οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι εξ αιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία από υπαιτιότητα της συνετέλεσε στην απομείωση της αξίας των μετοχών του χαρτοφυλακίου με την αδράνεια της για επωφελή εκποίηση τους, αυτοί υπέστησαν ζημία συνολικού ποσού 332.232 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά της απομείωσης της αξίας του χαρτοφυλακίου κατά το χρόνο σύναψης των δανειακών συμβάσεων και του χρόνου έκδοσης των διαταγών πληρωμής, και ότι έχουν επίσης απαίτηση κατά της καθ' ης ποσού 31.988 ευρώ , το οποίο αχρεωστήτως κατέβαλαν σ' αυτή για τόκους από 30-3-2000, που θα μπορούσαν να είχαν εξοφληθεί τα δάνεια , όπως και απαίτηση 20.000 ευρώ ο καθένας ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την σε βάρος τους αδικοπραξία.
Τις ανταπαιτήσεις τους δε αυτές, αφού ζήτησαν την αναγνώριση τους από το δικαστήριο, προέβαλαν σε συμψηφισμό με την απαίτηση της αντιδίκου τους από τις ανακοπτόμενες διαταγές πληρωμής. Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ανακοπής απορρίφθηκε ως αόριστος.
Ειδικότερα, ως προς τα ποσά που οι ανακόπτοντες υποστηρίζουν ότι οφείλονται σ' αυτούς για αποζημίωση και χρηματική τους ικανοποίηση, απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι ουδόλως εκτίθεται το πώς η καθ' ης αδράνησε για την εκποίηση των σχετικών μετοχών ούτε γίνεται μνεία για το ποιες ακριβώς προτάσεις προς την κατεύθυνση της συγκεκριμένης εκποίησης έκαναν οι ανακόπτοντες (καθώς και πότε και με ποιον τρόπο έγιναν οι εν λόγω προτάσεις).
Ως προς δε το ποσό των 31.988,00 ευρώ, που οι ανακόπτοντες υποστηρίζουν ότι αποτελεί αχρεώστητη καταβολή τόκων, διότι από τις 30-3-2000 ήταν δυνατόν να είχαν εξοφληθεί στο σύνολο τους τα τέσσερα δάνεια με το τίμημα από τη ρευστοποίηση των μετοχών του χαρτοφυλακίου, ο λόγος αυτός ανακοπής απορρίφθηκε, με την αιτιολογία ότι δεν προσδιορίζεται το ύψος της συνολικής απαίτησης της καθ' ης στις 30-3-2000 και ο τρόπος υπολογισμού των τόκων και δεν αναφέρεται αν στις 30-3-2000 ζητήθηκε από την καθ' ης να προβεί στην εκποίηση του χαρτοφυλακίου.
Κατά το μέρος που γίνεται επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, εφόσον ο επίμαχος ισχυρισμός ελήφθη υπόψη (και απορρίφθηκε). Κατά το μέρος που γίνεται επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι προϋποθέτει έρευνα της υπόθεσης επί της ουσίας ενώ στην υπό κρίση περίπτωση ο σχετικός λόγος ανακοπής απορρίφθηκε ως αόριστος.
Κατά δε το μέρος που γίνεται επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Και αυτό διότι η ενεχύραση των μετοχών του χαρτοφυλακίου του 1ου αναιρεσείοντα - με βάση τα εκτιθέμενα στην ανακοπή - είχε γίνει προς εξασφάλιση των δανειακών συμβάσεων και όχι προς διαχείρισή τους ώστε να υπάρχει ευθύνη της αναιρεσίβλητης σε περίπτωση κακής διαχείρισης και ειδικότερα σε περίπτωση μείωσης της αξίας των μετοχών κατά το χρόνο έκδοσης τωv διαταγών πληρωμής σε σχέση με την αξία που είχαν κατά το χρόνο σύναψης των σχετικών συμβάσεων ή κατά το μεταξύ των δύο χρόνων διάστημα.
Η ρευστοποίηση, επομένως, των μετοχών συνδέονταν με την εξόφληση του χρέους από τις δανειακές συμβάσεις, σε εγγύηση της πληρωμής του οποίου είχαν δοθεί, οπότε θα έπρεπε για το ορισμένο του λόγου ανακοπής να διευκρινίζεται ποια ήταν η αξία των μετοχών κατά το χρόνο που ζητήθηκε η εκποίησή τους σε συνδυασμό με το ύψος του χρέους, ώστε αν πράγματι η αξία αυτών υπερκάλυπτε την οφειλή από τα δάνεια να μπορεί να στοιχειοθετεί υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, αν αυτή παρά την δυνατότητα εξόφλησης της απαίτησης της με ρευστοποίηση των μετοχών και είσπραξης του τιμήματος, παρέμεινε αδρανής με συνέπεια και τη διόγκωση της οφειλής των ανακοπτουσών με τόκους αλλά και την μείωση της αξίας των μετοχών.
Επίσης, ως προς την απαίτηση για επιστροφή καταβληθέντων τόκων, ο σχετικός λόγος ανακοπής ήταν αόριστος διότι, όπως προεκτέθηκε, δεν διευκρινίζεται το ύψος του χρέους την 30-3-2000 ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί αν αυτό μπορούσε να εξοφληθεί με το τίμημα από τη ρευστοποίηση των μετοχών, όπως και να διαπιστωθεί αν η άρνηση εκποίησης των μετοχών επέφερε συρρίκνωση της αξίας της περιουσίας του 1ου αναιρεσείοντα και εντεύθεν ζημία του.
Συνεπώς ορθά απορρίφθηκε ο λόγος αυτός ανακοπής ως αόριστος (και εντεύθεν απαράδεκτος) έστω και με διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες, εφόσον στηρίζουν ορθό διατακτικό και δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αναιρεθεί η απόφαση ως προς τις αιτιολογίες της για την αποτροπή δεδικασμένου, πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 Κ.Πολ.Δ, ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το μέρος που γίνεται επίκληση του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο επικαλούμενος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος ιδρύεται μόνο για σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της, ουσίας της διαφοράς, εν προκειμένω δε δεν είναι σαφές ποιο νομικό σφάλμα αποδίδεται σχετικώς στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας (άρθρα 176 , 182,183, Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-5-2011 αίτηση των Μ. Φ., Ε. Α. Φ., Γ. Φ. και Χ. Φ. για αναίρεση της 6077/2010 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για την κάθε μία από αυτές.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 14η Ιανουαρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 16η Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ