Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence not properly cited and cost allocation errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the municipality's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding ownership and costs. The appellant argued the lower court erred by considering an unsubmitted court decision and incorrectly allocated legal fees. The court rejected these claims, ruling that the evidence was properly cited in the lower court's submissions and that cost allocation errors fall under the court's exclusive jurisdiction.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(11)(b) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the admission of evidence without clear citation is inadmissible if the evidence was already cited in the lower court's submissions, and cost allocation errors are within the court's exclusive jurisdiction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 868 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 868/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Εχεδώρου Ν. Θεσσαλονίκης, που εδρεύει στη Σίνδο Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του Σπυρίδωνα Σταματάκη, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπελούρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ΑΕ με την επωνυμία "ΑΓΝΟ-Βιομηχανία Γάλακτος ΑΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σιάρκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚπολΔ και 2. Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραχοντζίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2004 αγωγή του Δήμου Εχεδώρου- ήδη αναιρεσείοντος- και με την από 31-1-2006 πρόσθετη παρέμβαση της "Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13.787/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1579/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-10-2009 αίτησή του και με τους από 18-1-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 1-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, τα ακόλουθα: "Κατά την οριστική διανομή των οικοπέδων του Συνοικισμού Καλοχωρίου του Νομού Θεσσαλονίκης, των ετών 1968 - 1970, παραχωρήθηκε στον Ι. Χ. του Σ., κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, και στη συνέχεια εκδόθηκε ο .../10-8-1976 τίτλος κυριότητας της Διευθύνσεως Γεωργίας Ν.
Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ... και αριθμό 57, το με αριθμό 450 οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, εκτάσεως 1.024 τ.μ., κείμενο στο 90ο Οικοδομικό Τετράγωνο, του Δημοτικού Διαμερίσματος Καλοχωρίου του Δήμου Εχεδώρου, Νομού Θεσσαλονίκης και επί της διασταυρώσεως των οδών Παπαδιαμάντη και Χρυσοστόμου Σμύρνης, το δε τίμημα τούτου διαγράφηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 1664/1986.
Προ της εκδόσεως του ανωτέρω τίτλου, ο προαναφερόμενος κληρούχος, Ι. Χ., δυνάμει του με αριθμό .../1-12-1970 προσυμφώνου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννου Νικολάου Κεραμέως, υποσχέθηκε να πωλήσει, παραχωρήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή το προπεριγραφόμενο οικόπεδο στον εδρεύοντα στο Καλοχώρι Συνεταιρισμό, με την επωνυμία "Αγελαδοτροφικό Συνεταιρισμό Καλοχωρίου" αντί του σ' αυτό αναφερόμενου τιμήματος των 60.000 δραχμών (ήδη 176,08 Ευρώ).
Κατά την υπογραφή του εν λόγω προσυμφώνου, ο Συνεταιρισμός κατέβαλε ολοσχερώς το άνω συμφωνημένο τίμημα στον ανωτέρω πωλητή-κληρούχο, ο οποίος αυθημερόν παρέδωσε στον αγοραστή Συνεταιρισμό τη νομή του επίδικου οικοπέδου. Ο Συνεταιρισμός, ήταν πρωτοβάθμια αγροτική συνεταιριστική οργάνωση, που ιδρύθηκε το έτος 1964, σύμφωνα με το νόμο 602/1915 "Περί συνεταιρισμών" κι εγκρίθηκε με την 27795/1491/30-3-1964 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας, και ήταν μέλος της δευτεροβάθμιας αγροτικής συνεταιριστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Ένωση Αγροτικών γαλακτοκομικών και Αγελαδοτροφικών Συνεταιρισμών Θεσσαλονίκης- ο Άγιος Μόδεστος- Βιομηχανία Γάλακτος ΑΓΝΟ Συν.
Π. Ε." και συνοπτικά "ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ-ΣΥΝ.ΠΕ". O Συνεταιρισμός, ως πρωτοβάθμια αγροτική συνεταιριστική οργάνωση, είχε ως σκοπό μεταξύ των άλλων και την αύξηση των εισοδημάτων των μελών του από την κτηνοτροφία, την ενοικίαση, απόκτηση και ανέγερση ειδικών εγκαταστάσεων προς κατεργασία του γάλακτος των συνεταίρων-μελών του, την κατεργασία του γάλακτος, την πώληση των προϊόντων αυτού, την ίδρυση εργοστασίων επεξεργασίας γάλακτος μαζί με τους άλλους Συνεταιρισμούς ή την Ένωση της οποίας αποτελεί μέλος και αναλαμβάνει όλες τις υπό του Καταστατικού της Ένωσης οριζόμενες υποχρεώσεις και ευθύνες, η δε "ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ-ΣΥΝ.ΠΕ" ως δευτεροβάθμια αγροτική συνεταιριστική οργάνωση, είχε ως σκοπό, εκτός των άλλων, και την ίδρυση εργοστασίου επεξεργασίας και παραγωγής προϊόντων γάλακτος, κτηνοτροφικών και λοιπών προϊόντων και την αγορά, επεξεργασία και διάθεση τέτοιων προϊόντων στα μέλη του και στους τρίτους.
Μεταξύ των ως άνω δύο οργανώσεων υπήρχε συνεργασία συνισταμένη στο, ότι ο ανωτέρω Συνεταιρισμός συγκέντρωνε το γάλα των παραγωγών - μελών του και το παρέδιδε στην άνω δευτεροβάθμια οργάνωση "ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ-ΣΥΝ.ΠΕ", η οποία κατέβαλε το τίμημα στον Συνεταιρισμό, το οποίο διένειμε τα μέλη του. Επιπροσθέτως, ο τελευταίος αγόραζε από την ανωτέρω "ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ-ΣΥΝ.ΠΕ" ζωοτροφές και άλλα προϊόντα και τα διένειμε στα μέλη του.
Προκειμένου λοιπόν, ο Συνεταιρισμός να αποκτήσει τον απαραίτητο χώρο για τη συλλογή του γάλακτος από τους παραγωγούς-μέλη του και την παράδοση τούτου στην Ένωση και να καλύψει τις εν γένει στεγαστικές ανάγκες του, προέβη στην δια του ως άνω προσυμφώνου συμβολαίου αγορά του επιδίκου οικοπέδου, στο οποίο δυνάμει της 25927/3590/14-8-1973 άδειας ανεγέρσεως του Γραφείου Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, ανήγειρε με δικές του δαπάνες, μία ισόγεια αποθήκη εμβαδού 112 τμ.
Αφότου αναγέρθηκε η αποθήκη αυτή, καθημερινά οι παραγωγoί-μέλη του συνεταιρισμού, μετέφεραν σ' αυτή το γάλα που παρήγαγαν, και αφού το ζύγιζαν τοποθετείτο σε παγολεκάνη, όπου υπήρχε εντός του κτίσματος, από όπου το παραλάμβανε η ανωτέρω δευτεροβάθμια συνεταιριστική οργάνωση των παραγωγών ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ, και με το αυτοκίνητό της το μετέφερε στο εργοστάσιό της, για την παστερίωσή του.
Εντός δε της αποθήκης αυτής, ο ταμίας του Συνεταιρισμού κατέβαλε στους παραγωγούς- μέλη του το τίμημα που αντιστοιχούσε σε καθένα απ' αυτούς ανάλογα με το γάλα που είχε παραδώσει. Επίσης, στο εν λόγω κτήριο γινόταν και οι συνελεύσεις των οργάνων του Συνεταιρισμού, ήτοι του Διοικητικού Συμβουλίου και της Γενικής Συνέλευσης των μελών του.
Ειδικότερα στις 26-8-1982, πραγματοποιήθηκε, στο επίδικο ακίνητο η Γενική Συνέλευση των μελών του Συνεταιρισμού και αποφασίσθηκε η προσαρμογή αυτού, στις διατάξεις του ν.1257/1982 και τροποποιήθηκε προς τούτο το Καταστατικό του. Η τροποποίηση που ψηφίστηκε από τη Γ. Σ. εγκρίθηκε στη συνέχεια με την 783/1982 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και το νέο Καταστατικό του Συνεταιρισμού, μετονομαζόμενος πλέον σε "Γαλακτοκομικός Συνεταιρισμός Καλοχωρίου ΣΥΝ.Π.Ε", καταχωρήθηκε στο Βιβλίο Συνεταιρισμών του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης με αύξοντα αριθμό 116.
Επίσης, το έτος 1986, ο Συνεταιρισμός αποφάσισε και πάλι την τροποποίηση του Καταστατικού του, προκειμένου να προσαρμοσθεί στις διατάξεις του Ν. 1541/1985 "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις" και προς το σκοπό αυτό, η Γενική Συνέλευση των μελών του συνήλθε προς λήψη της σχετικής απόφασης στις 5-10-1986 και πάλι στο επίδικο ακίνητο.
Το δε τροποποιημένο Καταστατικό εγκρίθηκε με την 419/1986 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και καταχωρήθηκε στο Βιβλίο Συνεταιρισμών του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης με αύξοντα αριθμό 39. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι από τις δοσοληψίες μεταξύ των δύο οργανώσεων δημιουργήθηκε χρέος του Συνεταιρισμού προς την ανωτέρω ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ, κυρίως από τα δάνεια που χορηγούσε αυτή στα μέλη του Συνεταιρισμού υπό μορφή προπληρωμής του παραδοτέου γάλακτος και από την πώληση προς αυτά ζωοτροφών, το οποίο κατά το έτος 1990 ανήλθε στο ποσό των 13.524.981 δραχμών.
Για το ποσό αυτό η ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ εξέδωσε σε βάρος του Συνεταιρισμού την με αριθμό 4718/1990 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Επιπλέον, η ως άνω ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ' αριθ. κατ. 4110/26-11-1992 αγωγή στρεφόμενη κατά του Συνεταιρισμού και 57 μελών αυτού, διώκοντας να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι βάσει των άρθρου 17 ν. 1541/1985 αλλά και επικουρικά ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη της Συνεταιρισμού, να της καταβάλουν το τριπλάσιο της αξίας της συνεταιριστικής τους μερίδας (75.000 δρχ ο καθένας) που αποτελούσε και όριο ευθύνης αυτών κατά το καταστατικό.
Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 2703/1993 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που ήδη έχει τελεσιδικήσει, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη κατά το μέρος που στρεφόταν κατά ορισμένων από τους τότε εναγομένους-μέλη του Συνεταιρισμού, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό αυτής.
Όμως, το ουσιώδες και κρίσιμο στοιχείο για την εξεταζόμενη υπόθεση είναι, ότι στην εν λόγω τελεσίδικη απόφαση υπάρχει η παραδοχή, ότι το επίδικο χρέος δημιουργήθηκε από τη λειτουργία του Συνεταιρισμού κατά τα έτη 1987 και 1988. Ωστόσο ο Συνεταιρισμός μη έχοντας την οικονομική δυνατότητα να συμμορφωθεί προς την άνω διαταγή πληρωμής και να καταβάλει το ανωτέρω επιτασσόμενο μ' αυτήν ποσό στην ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ και, στερούμενος άλλων περιουσιακών στοιχείων, πλην του επίδικου ακινήτου, για το οποίο δεν είχε καταρτισθεί μέχρι τότε το οριστικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας, συνήλθε εντός του επίδικου ακινήτου στις 10-6-1995 η Γενική Συνέλευση των μελών του, η οποία αποφάσισε την εκχώρηση όλων των απορρεόντων εκ του ως άνω .../1970 προσυμφώνου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι.
Ν. Κεραμέως, δικαιωμάτων του Συνεταιρισμού τα αφορώντα το επίδικο οικόπεδο με την επ' αυτού αποθήκη 112 τμ, στην δανείστρια του ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ προς εξόφληση της ανωτέρω οφειλής του. Επίσης με την απόφαση αυτή αποφασίσθηκε και η παράδοση της νομής του επιδίκου στην άνω εκδοχέα και έκτοτε δεν χρησιμοποιήθηκε τούτο από το Συνεταιρισμό.
Σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής υπογράφηκε στη συνέχεια η με αριθμό .../29-12-1997 Πράξη εκχωρήσεως δικαιωμάτων της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Φωτεινής Σταφυλά -Μαυρίδου, δυνάμει της οποίας ο "Αγροτικός Γαλακτοκομικός Συνεταιρισμός Καλοχωρίου" εκχώρησε και μεταβίβασε, αντί τιμήματος 13.524.981 δραχμών, προς την αποδεχόμενη την εκχώρηση αυτή "ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ-ΣΥΝ.ΠΕ" και έτσι η τελευταία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εκχωρητή συνεταιρισμού, σχετικά με το προαναφερθέν προσύμφωνο, και παρέλαβε στη νομή και κατοχή της το επίδικο ακίνητο, έχοντας πλέον αυτή δικαίωμα να ζητήσει από τον αρχικό κληρούχο και πωλητή εκ προσυμφώνου Ι.
Χ., την οριστική πράξη μεταβίβασης, σε αυτήν του επίδικου ακινήτου. Ας σημειωθεί δε ότι ο τελευταίος είχε ήδη αποβιώσει στις 5-6-1987, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Μ. Χ. το γένος Γ. και τα τρία τέκνα του, Σ. συζ. Ι. Δ., Σ. Χ. και Δ. συζ. Ι. Μ., που αποδέχθηκαν την κληρονομιά και στους οποίους γνωστοποιήθηκε η εκχώρηση με την κοινοποίηση προς αυτούς του ανωτέρω συμβολαιογραφικού έγγραφου της εκχώρησης.
Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών πλήρως αποδείχθηκε, ότι μέχρι τη λήψη της ως άνω αποφάσεως από τη Γενική Συνέλευση περί εκχωρήσεως των εκ του προσυμφώνου συμβολαίου δικαιωμάτων και παραδόσεως της νομής του ακινήτου στην "ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ Συν.Π.Ε.", ο Συνεταιρισμός Καλοχωρίου λειτουργούσε με εκλεγμένες διοικήσεις, πραγματοποιούσε Γενικές Συνελεύσεις των μελών του στο επίδικο ακίνητο, στο οποίο μέχρι τότε, ήτοι το έτος 1995, συγκεντρωνόταν καθημερινά το γάλα από τους παραγωγούς, το οποίο στη συνέχεια μεταφερόταν στο εργοστάσιο της ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ.
Μετά το έτος 1995 η ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ, παραλάμβανε την καθημερινή παραγωγή γάλακτος απευθείας από τον τόπο παραγωγής του, αφού προμήθευσε τους παραγωγούς με παγολεκάνες που τοποθετήθηκαν στους σταύλους του κάθε παραγωγού. Άλλωστε, η λειτουργία του Συνεταιρισμού με τον ως άνω τρόπο και η εκ μέρους του άσκηση επί του επιδίκου ακινήτου των προαναφερόμενων διακατοχικών πράξεων συνεχώς και αδιαλείπτως καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 1970, οπότε παραδόθηκε σ' αυτόν η νομή με την υπογραφή του άνω προσυμφώνου, έως και το έτος 1995, οπότε λήφθηκε η ως άνω απόφαση της Γ.
Σ και παραδόθηκε η νομή του στην ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ, ρητά και κατηγορηματικά κατατέθηκε από τους μάρτυρες ανταποδείξεως, οι οποίοι είχαν ιδία αντίληψη περί των ως άνω θεμάτων. Οι καταθέσεις αυτές, δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, Β. Θ. του Μ., κτηνοτρόφου, ο οποίος ήταν μέλος του Συνεταιρισμού, και επικέντρωσε κυρίως την κατάθεσή του στις οικονομικές διαφορές που είχε με τον τελευταίο, ενώ για το ως άνω κρίσιμο θέμα αναφορικά με το χρόνο κατά τον οποίο ο Συνεταιρισμός έπαυσε να νέμεται και να κατέχει το επίδικο ακίνητο με τον προμνημονευόμενο τρόπο, η κατάθεσή του είναι γενικόλογη, αόριστη και αντιφατική, στην οποία συχνά χρησιμοποιείται η φράση "δεν θυμάμαι".
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι επί σχετικής αιτήσεως της προσθέτως παρεμβαίνουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" απευθυνομένης ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης και στρεφομένης κατά της οφειλέτριάς της "ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ-Συν.Π.Ε.", εκδόθηκε η με αριθμό 3386/1999 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η τελευταία τέθηκε υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 46 α του Ν. 1892/1990 με την παραδοχή, ότι από το έτος 1997, παρά τη μεγάλης αξίας ακίνητη περιουσία της, βρίσκεται σε έκδηλη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων υποχρεώσεών της προς την ως άνω αιτούσα Τράπεζα και προς τρίτους δανειστές της.
Επίσης, με την ίδια απόφαση διορίσθηκε η ανωτέρω Τράπεζα ως ειδική εκκαθαρίστρια για τη διενέργεια της ειδικής εκκαθάρισης και διατάχθηκε η προσωρινή παραμονή όλου του προσωπικού της "ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ-ΣΥΝ.Π.Ε.", για τη λειτουργία της, παρέχοντας το δικαίωμα στην εν λόγω εκκαθαρίστρια Τράπεζα να διατηρήσει μελλοντικά το απολύτως αναγκαίο για τη λειτουργία της επιχείρησης προσωπικό.
Έτσι, η "ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ-ΣΥΝ.Π.Ε.", συνέχισε τη λειτουργία της υπό το παραπάνω καθεστώς εκπροσωπουμένη πλέον από την ειδική εκκαθαρίστρια "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος". Υπό το καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, η "ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ-ΣΥΝ.Π.Ε.", με το .../28-9-2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Βασ. Αδάμου, που μεταγράφηκε στο σύνολό του στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαγκαδά, πώλησε και μεταβίβασε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46α Ν. 1892/1990, προς την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΝΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΓΝΟ", που ήταν η αγοράστρια και η τελευταία υπερθεματίστρια της επιχείρησης της "ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ-ΣΥΝ.Π.Ε.", το σύνολο του ενεργητικού της και εκχώρησε και όλα τα δικαιώματά της εκ του ως άνω .../1997 συμβολαίου εκχώρησης της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Φωτεινής Σταφυλά Μαυρίδου, που αφορούν το επίδικο ακίνητο, αντί τιμήματος που καταβλήθηκε από την εκδοχέα εναγομένη εταιρεία προς τον εκχωρητή Συνεταιρισμό "ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ-ΣΥΝ.Π.Ε.".
Έτσι, η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία κατέστη ειδική διάδοχος της ως άνω υπό ειδική εκκαθάριση τεθείσας "ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ-ΣΥΝ.Π.Ε." και είχε πλέον το δικαίωμα να ζητήσει από τους προαναφερομένους κληρονόμους του αρχικού κληρούχου και κυρίου του επιδίκου ακινήτου Ι. Χ., την οριστική πράξη μεταβίβασης σε αυτή του ακινήτου.
Πράγματι, μεταξύ των προαναφερομένων κληρονόμων του τελευταίου και της άνω αναιρεσίβλητης εταιρείας, καταρτίσθηκε στις 27-6-2005 (ήτοι, μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής και πριν τη συζήτηση αυτής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), σε εκτέλεση του προειρημένου προσυμφώνου πωλήσεως, το με αριθμό .../2005 οριστικό συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Χρηστομάνου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ...
και αριθμό 425 του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, βάσει του οποίου μεταβιβάστηκε στην εταιρεία αυτή, κατά πλήρη κυριότητα, το επίδικο ακίνητο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από το έτος 1995, οπότε η Γενική Συνέλευση του Συνεταιρισμού Καλοχωρίου με την από 10-6-1995 απόφασή της αποφάσισε την εκχώρηση των απορρεόντων από το ως άνω προσύμφωνο πωλήσεως δικαιωμάτων επί του επίδικου ακινήτου και την παράδοση της νομής αυτού στην "ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ-Συν.ΠΕ.", σε εκτέλεση της οποίας στη συνέχεια συντάχθηκε και η σχετική ως άνω .../1997 πράξη εκχώρησης δικαιωμάτων της προαναφερομένης συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, με την οποία παραδόθηκε και τυπικά η νομή του επιδίκου στην ως άνω εκδοχέα και, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, δεν χρησιμοποιήθηκε το επίδικο ακίνητο ούτε από την τελευταία, αλλά και ούτε από την εναγομένη ειδική διάδοχό της, με συνέπεια να εμφανίζει το επίδικο εικόνα εγκατάλειψης.
Ενόψει τούτου, η Κοινότητα Καλοχωρίου, της οποίας καθολική διάδοχος είναι ο αναιρεσείων Δήμος Εχεδώρου, δια των οργάνων της, αποφάσισε κατά το έτος 1995 την αξιοποίηση του επίδικου ακινήτου προς εξυπηρέτηση των αναγκών των κατοίκων της εν λόγω Κοινότητας και κατέλαβε τούτο. Ο αγωγικός ισχυρισμός περί του ότι η Κοινότητα κατέλαβε το επίδικο και προέβη στην αξιοποίησή του, σε εκτέλεση απόφασης της συνέλευσης των δημοτών της, κρίνεται αβάσιμος.
Τούτο διότι, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο εν λόγω ισχυρισμός και ούτε επιβεβαιώνεται από το μάρτυρα αποδείξεως, ο οποίος παρόλο που είναι κάτοικος της εν λόγω Κοινότητας και πρώην μέλος του Συνεταιρισμού αγνοούσε ως κατέθεσε το άνω θέμα, ενώ αντίθετα κατέθεσε ότι η Κοινότητα διαχειριζόταν το επίδικο.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, η τελευταία χρησιμοποίησε την αποθήκη προς αποθήκευση σχολικών θρανίων και άλλων αντικειμένων και μετά το έτος 2003 προέβη σε καθαρισμό του περιβάλλοντος χώρου από τα χόρτα, όπου τοποθέτησε κούνιες και άλλα είδη "παιδικής χαράς" και περιέφραξε αυτόν. Ωστόσο οι ως άνω υλικές πράξεις, ανεξαρτήτως του εάν έγιναν εν γνώσει ή με την ανοχή της "ΕΑΣΘ-ΑΓΝΟ-Συν.ΠΕ." και της ειδικής διαδόχου αυτής ή χωρίς την εναντίωση τούτων και ανεξαρτήτως του ότι από τις ενέργειες αυτές δεν προκύπτει σαφή βούληση των οργάνων του αναιρεσείοντος Δήμου να εξουσιάσει ο τελευταίος και να νέμεται το επίδικο ακίνητο ως κύριος, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε βούληση προς διαχείριση του εγκαταλελειμμένου ακινήτου, ως ρητώς κατέθεσε και ο μάρτυρας αποδείξεως, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε κτήση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, λόγω μη συμπληρώσεως της απαιτουμένης εικοσαετίας, καθόσον από της καταλήψεως του επιδίκου το έτος 1995, από τη δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος Δήμου, Κοινότητα Καλοχωρίου και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 26-11-2004, δεν παρήλθε εικοσαετία.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την απόκτηση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και κατόπιν τούτου, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που έχει κρίνει όμοια.
Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 976, 1045 και 1051 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία από τον αναιρεσείοντα Δήμο, διότι ο τελευταίος δεν συμπλήρωσε νομή με διάνοια κυρίου επί εικοσαετία, αφού από τη κατάληψη του επίδικου ακινήτου το έτος 1995 από τη δικαιοπάροχό του Κοινότητα Καλοχωρίου και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 26-11-2004, δεν παρήλθε εικοσαετία.
Επομένως, οι πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πρώτος πρόσθετος λόγος από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή, με το άρθρο 1 παρ. 1 της από 29-12-1980 πράξης νομοθετικού περιεχομένου, που κυρώθηκε με το ν. 1187/1981, καθιερώθηκε από 1 Ιανουαρίου 1981 πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, αρχομένη από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή για το προσωπικό του Δημοσίου των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
Ακολούθως στην παρ. 10 του ίδιου άρθρου ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι το Σάββατο δεν θεωρείται ως ημέρα αργίας, (εξαιρέσιμη), και δεν καταβάλλονται στο απασχολούμενο προσωπικό οι προβλεπόμενες από το νόμο προσαυξήσεις, στη δε επόμενη παρ. 11 ορίζεται ποιες είναι οι ημέρες αργίας και ημιαργίας των ανωτέρω υπηρεσιών.
Τέλος κατά την παρ. 12 του ίδιου άρθρου η διαδρομή των προθεσμιών, που τάσσονται από το νόμο ή τα δικαστήρια, αρχίζει από την επόμενη ημέρα της επιδόσεως ή του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της και λήγει τη 19.00 ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι το Σάββατο, χωρίς να είναι αργία ή εξαιρετέα, δεν είναι εργάσιμη ημέρα και όταν ο νόμος για την επιχείρηση ορισμένης διαδικαστικής πράξεως τάσσει προθεσμία, που αναφέρεται σε εργάσιμες ημέρες δεν πρέπει στην προθεσμία αυτή να προσμετράται το Σάββατο, όπως ακριβώς και η Κυριακή, εφόσον κατά το Σάββατο δεν είναι δυνατή η επιχείρηση των πράξεων για τις οποίες η προθεσμία τίθεται με κριτήριο την εργάσιμη ημέρα, η οποία δεν μπορεί παρά να νοηθεί και σε σχέση με τη λειτουργία των δικαστηρίων και τη δυνατότητα επιχειρήσεως διαδικαστικών πράξεων που απευθύνονται στο δικαστήριο.
Ο νομοθέτης έχει γνώση των εννοιών και με σαφή διάκριση χρησιμοποιεί τους όρους "εργάσιμες ημέρες" όπως στα άρθρα 237 παρ. 3, 268 παρ. 4, 270 παρ. 2, 632 παρ. 1, 633 παρ. 2, 929 παρ. 1, 979 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ή "ημέρες αργίας ή εξαιρετέες" όπως στα άρθρα 125 παρ. 1, 144 παρ. 1, 145 παρ. 4 κλπ. του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 323/2007). Περαιτέρω, το άρθρο 562 ΚΠολΔ ορίζει στην παρ. 2, ότι "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".
Η διάταξη αυτή καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των αναιρετικών λόγων, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Ειδικότερα, πρέπει, για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αναιρέσεως, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που τον στηρίζει είχε προταθεί και μάλιστα παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να αναφέρεται δηλαδή ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και ο τρόπος επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Ειδικώς, για το ορισμένο (και το παραδεκτό) του από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης (παρά το νόμο κήρυξης ή μη κήρυξης απαραδέκτου ή ακυρότητας), πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι το απαράδεκτο προβλήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, (και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, που αναφέρεται στο αναιρετήριο), αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι το δικάσαν Εφετείο, παρά το νόμο, για τον υπολογισμό της προθεσμίας των είκοσι ημερών, μέσα στην οποία η πρώτη αναιρεσίβλητη υποχρεούτο να γνωστοποιήσει την άσκηση της αγωγής του αναιρεσείοντος Δήμου στην δεύτερη αναιρεσίβλητη, δεν προσμετρά τα Σάββατα που εμπεριέχονται, τα οποία θεωρεί ως μη εργάσιμες ημέρες και έτσι παρά το νόμο δέχτηκε, ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη είχε έννομο συμφέρον στην άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης, και κατόπιν τούτου δεν κήρυξε απαράδεκτη την πρόσθετη παρέμβαση, καίτοι η γνωστοποίηση της αγωγής έλαβε χώρα εκπροθέσμως.
Πλην, όμως, ο αναιρεσείων ουδόλως επικαλείται στο αναιρετήριο, ότι πρότεινε τον ως άνω, περί απαράδεκτης άσκησης της πρόσθετης παρέμβασης, ισχυρισμό, ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου, ούτε, εξάλλου, επικαλείται ότι συντρέχει, στην προκειμένη περίπτωση, κάποια από τις ως άνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει προεχόντως να απορριφθεί ως αόριστος, αλλιώς, ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο που έκρινε ότι δεν πρέπει να προσμετρηθούν ως εργάσιμες ημέρες τα Σάββατα, δεν έσφαλε. Επειδή, η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρ. 176 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης για εύλογη αμφιβολία ως προς την έκβαση της δίκης κατ' άρθρο 179 ΚΠολΔ απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επομένως, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των άρθρων 176 και 179 Κ.Πολ.Δικ., απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο είχε παραπονεθεί, γιατί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα, αλλά εσφαλμένα επιδίκασε σε βάρος του και υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης το ποσό των 2.300 ευρώ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επειδή, o προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως παρέχεται και αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία ο αντίδικος του ήδη αναιρεσείοντος δεν είχε προσκομίσει με επίκληση, με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ή με αναφορά σ' αυτές του περιέχοντος τη σχετική επίκληση συγκεκριμένου μέρους των προσκομιζομένων προτάσεων προηγουμένης συζητήσεως.
Τη θεμελίωση του λόγου τούτου καταφάσκει η λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου, του οποίου δεν είχε γίνει σαφής και ορισμένη επίκληση, δηλαδή επίκληση μη καταλείπουσα αμφιβολία για την ταυτότητά του (Ολ ΑΠ 14/2005). Δεν ιδρύεται, άρα, ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν από τα αναφερόμενα στις προτάσεις στοιχεία, δεν δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του συνεκτιμηθέντος αποδεικτικού μέσου.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων Δήμος με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο "για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως έλαβε υπόψη την 2303/1993 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και συνήγαγε από αυτήν το ουσιώδες και κρίσιμο στοιχείο για την εξεταζομένη υπόθεση, ότι λειτουργούσε ο Συνεταιρισμός κατά τα έτη 1987 και 1988, παρόλο που η ανωτέρω απόφαση δεν προσκομίσθηκε με επίκληση από τους διαδίκους".
Όμως, με τις από 12-2-2009 ενώπιον του Εφετείου κατατεθείσες προτάσεις της, όπως προκύπτει από την επισκόπησή τους, η πρώτη αναιρεσίβλητη, προς αντίκρουση του αγωγικού ισχυρισμού, ότι ο ήδη αναιρεσείων Δήμος είχε καταστεί κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, επικαλέσθηκε στην έβδομη σελίδα των άνω προτάσεών της (και με στοιχείο (6)) και προσκόμισε την 2303/1993, -και ήδη αμετάκλητη- απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
Ως εκ τούτου, με το να τη λάβει υπόψη το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της λήψεως υπόψη μη παραδεκτώς προσκομισθείσας απόδειξης. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 β' ΚΠολΔ, απορρέων δεύτερος πρόσθετος λόγος, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-10-2009 αίτηση και το από 2-1-2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων του Δήμου Εχεδώρας Ν. Θεσσαλονίκης για αναίρεση της 1579/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ