Supreme Court dismisses appeal on grounds that late claim of abusive dismissal is inadmissible due to lack of diligence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the employer's appeal against the Labor Court's finding that the termination of indefinite-term contracts was abusive. The court held that the workers' claim of abuse was known to the employer during the first instance proceedings, and the subsequent change in case law did not justify a late submission. Consequently, the employer was ordered to pay the legal costs of the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669(2) and 670 of the Labor Code; The right to claim the invalidity of dismissals due to procedural defects is subject to good faith and economic limits, and a late assertion of such a claim is inadmissible if the facts were known earlier and the delay was unjustified.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 868 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 868/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Εταιρία Πετρελαίων Βορείου Αιγαίου ΕΠΕ", που εδρεύει στην ..., τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευφημία Μητσοπούλου.
Των αναιρεσιβλήτων: Χ1 μέχρι και Χ222. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Ρήγο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο 97ος αναιρεσίβλητος Β ... απεβίωσε την 28η Οκτωβρίου 2009 και κληρονομήθηκε από τους α) Φ χα Β, το γένος Β και ..., κάτοικο ..., β) Φ2 και γ) Φ3, κατοίκους ... που συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν βάσει πληρεξουσίου. Δήλωσε επίσης ότι εκ παραδρομής το επώνυμο του 158ου αναιρεσιβλήτου γράφτηκε στο αναιρετήριο "..." αντί του ορθού "...".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις προφορικώς ασκηθείσες ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετες παρεμβάσεις των α) δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΑ ΔΙΫΛΙΣΤΗΡΙΑ & ΧΗΜΙΚΕΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΕΣ", β) δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΕΡΓΑΤΟ-ΫΠΑΛΛΗΛΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ..." και γ) πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΤΟΤΕΧΝΙΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ NAPC Ο ...". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 705/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7432/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 3-4-2003 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1681/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 7432/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 4528/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-12-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 15-10-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 669 παρ. 2 ΑΚ, η σύμβαση εργασίας αόριστης διάρκειας λύνεται ύστερα από καταγγελία της από τον εργοδότη ή το μισθωτό. Κατά το άρθρο δε 5 του ν. 3198/1955 για να είναι έγκυρη η από τον εργοδότη καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής σχέσεως απαιτείται να γίνεται εγγράφως και να καταβάλλεται πλήρης η προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση.
Διαφορετικά η καταγγελία είναι άκυρη και η σύμβαση εργασίας δε λύνεται. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 350, 648, 656 και 669 παρ. 2 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης, που έχει καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας, περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού που απολύθηκε και υποχρεούται στην καταβολή των μισθών του μέχρις ότου καταγγείλει εγκύρως τη σύμβαση ή προσκαλέσει το μισθωτό να επαναλάβει την εργασία του.
Περαιτέρω, ανώτερη βία με τη συνδρομή της οποίας ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής μισθών υπερημερίας στον εργαζόμενο κατά το άρθρο 656 του ΑΚ συνιστά κάθε απρόβλεπτο και τυχαίο γεγονός που δεν μπορεί να αποτραπεί ακόμη και αν ληφθούν μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Με βάση τα παραπάνω ανώτερη βία δεν συντρέχει στην περίπτωση που τα επικαλούμενα από τον εργοδότη περιστατικά ανάγονται στον κύκλο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και στη σφαίρα κινδύνου αυτού, αφού αυτά θα μπορούσαν εκ των προτέρων να ληφθούν υπόψη ως ενδεχόμενα κατά την κοινή πείρα και συνεπώς να αντιμετωπιστούν μεταξύ άλλων και με έγκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας.
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έκρινε κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα που δεν ενδιαφέρουν εδώ, αφού το σχετικό κεφάλαιο αυτής δεν προσβάλλεται με κάποιο λόγο αναίρεσης, ότι η πρώτη αναιρεσείουσα δεν τήρησε τις διατάξεις περί ομαδικών απολύσεων και ως εκ τούτου οι καταγγελίες της συμβάσεως εργασίας των αναιρεσιβλήτων είναι άκυρες.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αυτή ισχυρίστηκε ότι από τη στιγμή που καταγγέλθηκε από την ανάδοχο εταιρία η σύμβαση παραχώρησης με το Ελληνικό Δημόσιο λόγω της αδυναμίας εκμετάλλευσης των Πετρελαϊκών κοιτασμάτων της περιοχής του ..., απώλεσε το μοναδικό λόγο της ύπαρξης της, δηλαδή την ευθύνη εκτελέσεως των εργασιών Πετρελαίου για την οποία είχε προσλάβει τους αναιρεσιβλήτους και για το λόγο αυτό προέβη στην απόλυση τους, διότι εξέλιπε οριστικά και αμετάκλητα ο σκοπός και το αντικείμενο της εργασίας για το οποίο είχαν προσληφθεί, εξέλιπε δηλαδή οριστικά και αμετάκλητα το αντικείμενο απασχολήσεως τους από 29-11-1998 και εφεξής με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η ικανοποίηση του αιτήματος των αναιρεσιβλήτων για επαναπρόσληψη τους και καταβολή των μισθών υπερημερίας από 31-12-1998, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση Παραχώρησης, άλλως από 31-3-1999 οπότε λύθηκε η Σύμβαση Παραχώρησης μεταξύ της αναδόχου Κοινοπραξίας και του Ελληνικού Δημοσίου, άλλως από 20-5-1999, οπότε το σύνολο των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού περιήλθε στο Δημόσιο.
Ο ισχυρισμός αυτός εκτιμήθηκε από το Εφετείο ως ένσταση από το άρθρο 656 ΑΚ περί άρσεως της υπερημερίας της αναιρεσείουσας λόγω ανώτερης βίας και στη συνέχεια απορρίφθηκε ως μη νόμιμη δεδομένου ότι τα ως άνω περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν ανωτέρα βία, αφού ανάγονται στον κύκλο της επαγγελματικής δραστηριότητας και στη σφαίρα του κινδύνου της αναιρεσείουσας εργοδότριας εταιρίας και μπορούσαν εκ των προτέρων να ληφθούν υπόψη από αυτή, ως κατά την κοινή πείρα ενδεχόμενα και συνεπώς να αντιμετωπιστούν μεταξύ άλλων και με έγκυρη και νόμιμη καταγγελία εκ μέρους αυτής της συμβάσεως εργασίας των αναιρεσιβλήτων.
Ακολούθως το Εφετείο έκρινε ότι το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο σιωπηρώς είχε απορρίψει τον εν λόγω ισχυρισμό δεν έσφαλε και απέρριψε τον τέταρτο λόγο της εφέσεως που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της πρωτόδικης απόφασης και τον σχετικό πρόσθετο λόγο αυτής. Με την κρίση του αυτή το εφετείο ορθά ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 349, 350, 648 και 656 ΑΚ και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Ο ίδιος λόγος κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αδυναμίας της να αποδεχθεί τις υπηρεσίες των αναιρεσιβλήτων είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος, αφού κατά τα προαναφερόμενα το Εφετείο ερεύνησε τον εν λόγω ισχυρισμό και τον απέρριψε.
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 269 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, πριν δηλαδή από την αντικατάστασή του με το άρθρο 11 του ν.2915/2001, συνάγεται ότι για την πληρότητα της ενστάσεως που έχει ως έρεισμα το άρθρο 281 ΑΚ η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και επομένως για το παραδεκτό αυτής από άποψη χρόνου προβολής της πρέπει αφενός να προταθούν κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας συζήτηση της υποθέσεως από τον εναγόμενο που ζητεί την απόρριψη της αγωγής τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση, επιπλέον δε να γίνει και επίκληση της καταχρήσεως, η οποία προκύπτει από τα περιστατικά αυτά και να διατυπώνεται συγχρόνως και αίτημα για απόρριψη της αγωγής και για την αιτία αυτή.
Συνεπώς η μη προβολή κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως της ενστάσεως από το άρθρο 281 ΑΚ και μάλιστα με επίκληση όχι μόνο των περιστατικών που τη στηρίζουν, αλλά και της καταχρήσεως του δικαιώματος που προκύπτει από αυτά και διατύπωση αιτήματος για απόρριψη και για την αιτία αυτήν της αγωγής, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της ενστάσεως αυτής ως απαράδεκτης σε περίπτωση προβολής της σε μεταγενέστερη συζήτηση ή για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν πρωτοδίκως εκτός αν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και 3) αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 του Κ.Πολ.Δ.
δηλαδή αν δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία, αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, αν αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία ή αν αποδεικνύονται εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να είχε πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων. Κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 269 του Κ.Πολ.Δ.
δικαιολογημένη αιτία δεν συνιστά η μεταστροφή της νομολογίας, αφού η νομολογιακή μεταβολή επί νομικού ζητήματος, του οποίου η λύση προϋποθέτει την ερμηνεία κανόνα δικαίου είναι αντικειμενικώς πάντοτε ενδεχόμενη ανεξαρτήτως της τυχόν διαφαινόμενης παγίωσης συγκεκριμένης γνώμης. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα η αναιρεσείουσα με πρόσθετο λόγο εφέσεως υπέβαλε για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) των αναιρεσιβλήτων ισχυριζόμενη ότι η άσκηση του δικαιώματος αυτών να ζητήσουν την ακυρότητα των καταγγελιών της εργασίας τους, διότι παραλήφθηκε η τήρηση ορισμένων τυπικών προϋποθέσεων της νομοθεσίας περί ομαδικών απολύσεων και συγκεκριμένα η σύνταξη ορισμένων εγγράφων και η κοινοποίηση τους στο Νομάρχη ...
και στην επιθεώρηση εργασίας, ενώ τηρήθηκαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της νομοθεσίας αυτής, και να ζητούν μισθούς υπερημερίας είναι καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, δεδομένου ότι και οι εργαζόμενοι και οι δημόσιες αρχές γνώριζαν λεπτομερώς όλα τα στοιχεία για τη ζημιογόνα λειτουργία της επιχείρησης, έγιναν δε επανειλημμένες προσπάθειες, συσκέψεις και διαβουλεύσεις με το σωματείο των εργαζομένων και με συμμετοχή των δημοσίων αρχών για την εξεύρεση λύσεως προς συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης.
Ότι η μη προβολή της ως άνω ενστάσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο οφείλεται σε δικαιολογημένη αιτία (ανώτερη βία), ήτοι στην απολύτως δικαιολογημένη πεποίθηση της αναιρεσείουσας ότι δεν υπήρχε δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων, αφού με βάση τα ισχύοντα στη νομολογία κατά την άσκηση της αγωγής αυτή δεν ήταν νόμιμη ώστε να υπάρξει καταχρηστική άσκηση του, σε συνδυασμό και με την υποχρέωση καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης, Η μεταβολή δε της νομολογίας που επήλθε με την απόφαση του ΔΕΚ, συνιστά μεταγενέστερο περιστατικό που καθιστά παραδεκτή την πρόταση της ένστασης αυτής το πρώτον ενώπιον του Εφετείου ενόψει και του ότι τα περιστατικά που τη συνθέτουν, τα οποία αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και ομολογούνται από τους αναιρεσιβλήτους, είχαν ήδη προταθεί με τις προτάσεις της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και συνεπώς δεν θίγεται το δικαίωμα υπεράσπισης των αναιρεσιβλήτων.
Η ένσταση αυτή σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη είναι απαράδεκτη αφού κατά τα εκτιθέμενα στον εν λόγω πρόσθετο λόγο εφέσεως τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την ως άνω ένσταση ήταν γνωστά στην αναιρεσείουσα κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η πεποίθηση της δε ότι το δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων ήταν ανύπαρκτο, καθώς και η μεταγενέστερη μεταβολή της νομολογίας δεν δικαιολογούν την μη έγκαιρη υποβολή της εντάσεως.
Επομένως το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ως άνω ένσταση ως απαράδεκτη με την αυτή αιτιολογία και προσθέτως έκρινε ότι δεν προέκυψε ότι η αναιρεσείουσα αγνοούσε και δεν μπορούσε να πληροφορηθεί εγκαίρως το περιεχόμενο των επικαλουμένων προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού εγγράφων, ούτε υφίσταται δικαστική ομολογία του προαναφερόμενου ισχυρισμού, δεν κήρυξε παρά το νόμο έκπτωση από δικαίωμα και ο δεύτερος λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ,Πολ.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-12-2008 αίτηση της Εταιρίας Πετρελαίων Βορείου Αιγαίου ΕΠΕ για αναίρεση της 4528/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ