Supreme Court annuls lower court for failing to apply statutory interpretation rules regarding employment contract tax clauses.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Polycentral District Court's decision regarding an employment termination compensation dispute. The lower court incorrectly assigned tax liability to the employee despite a contractual clause exempting 'legal burdens,' without first applying the mandatory rules of interpretation in the Civil Code. The Court ruled that the trial court violated these statutory interpretation provisions by failing to ascertain the true intent of the parties regarding the tax exemption clause.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; The court must apply statutory interpretation rules to determine the true intent of parties when a contract contains ambiguity, and failure to do so constitutes a violation of law requiring annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 868 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 868/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Μέντη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε." - όπως μετονομάσθηκε με το νόμο 3270/2004 (ΦΕΚ 187 Α /11-10-2004), άρθρο 2, η εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε." - που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαργετίνα Στεφανάτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και με την από 26-4-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 957/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5332/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-3-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης διάβασε την από 3-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης της 5332/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως της παραβιάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δίκαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να πρσσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο κατ' απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δέχθηκε εκτιμώντας τις αποδείξεις, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα είχε προσληφθεί από την εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου την 9.6.1987 και εργάσθηκε στην επιχείρηση του καζίνου της Πάρνηθας ως τεχνικός παιγνίων.
Με το άρθρο 1 του νόμου 3139/2003 (ΦΕΚ της 30.4.2003) ορίσθηκε ότι η προβλεπόμενη στο εδάφιο α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 2206/1994 άδεια λειτουργίας Καζίνου στη θέση του Μον Παρνές στην Πάρνηθα χορηγείται αυτοδικαίως από την δημοσίευση του νόμου αυτού στο ΦΕΚ, στην εταιρία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ". Με την παράγραφο 6 του άρθρου 4 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι με την ανάληψη της διοίκησης-διαχείρισης και εκμετάλλευσης των επιχειρηματικών μονάδων από την εταιρία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα" όλο το προσωπικό που εργάζεται στις παραπάνω επιχειρηματικές μονάδες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας στις εταιρίες αυτές, εκτός από όσους εργαζόμενους δηλώσουν εγγράφως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μηνός προς την ΕΤΑ Α.Ε ότι επιθυμούν να παραμείνουν σ' αυτήν.
Στην παράγραφο δε 7 εδ. β' του ιδίου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι το προσωπικό μπορεί, μέσα σε τρία χρόνια από τη μεταφορά του στις εταιρίες της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του Ν. 2837/2000 να υποβάλει αίτηση εθελούσιας αποχώρησης από την εργασία του και σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την προβλεπόμενη για την καταγγελία συμβάσεως εργασίας, με την πρόσθετη μνεία ότι "όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής".
Αλλά και πριν από την ψήφιση και δημοσίευση του παραπάνω νόμου και ενόψει της καταρτίσεως αυτού, μεταξύ της ήδη εκκαλούσας εταιρίας και της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων έλαβε χώρα (η από 28-3-2003) συμφωνία, με την οποία ρυθμίζονταν διάφορα θέματα που ανέκυπταν με την αυτοδίκαιη μεταφορά των επιχειρήσεων των Καζίνων στην ΕΤΑ ΑΕ.
Μεταξύ άλλων, στην παράγραφο 3γ αυτής της συμφωνίας προβλεπόταν ότι "ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλόμενη, λόγω καταγγελίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2112/20 και 3198/55 και σαν βάση υπολογισμού της λαμβάνεται ο μέσος όρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης του 12μήνου πριν την υποβολή της αίτησης...
Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής". Κάνοντας χρήση του προαναφερόμενου προγράμματος εθελούσιας αποχώρησης των εργαζομένων η αναιρεσείουσα την 4.8.2003 αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της. Η σχετική δε αποζημίωση που θα έπρεπε να της καταβληθεί υπολογίστηκε στο ποσό των 91.769,44 ευρώ, γεγονός που συνομολογείται.
Η διαφωνία που ανέκυψε μεταξύ των διαδίκων μερών είναι αν το ποσό αυτό πρέπει να καταβληθεί στην αναιρεσείουσα ακέραιο ή αν από αυτό θα αφαιρούνταν το ποσό του αναλογούντος σ' αυτό φόρου. Ειδικότερα, η εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι το ποσό αυτό θα πρέπει να της καταβληθεί στο σύνολο του, αφού, κατά τη συμφωνία, αλλά και μετέπειτα κατά την ρύθμιση του νόμου, οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται, στο ποσό της αποζημίωσης.
Από τη διατύπωση όμως, τόσο της παραπάνω συμφωνίας, όσο και του επακολουθήσαντος νόμου δεν προκύπτει ότι στις "νόμιμες επιβαρύνσεις" περιλαμβάνεται και η υποχρέωση καταβολής του αναλογούντος φόρου και τούτο διότι το εισόδημα από την εν λόγω αποζημίωση φορολογείται αυτοτελώς. Πράγματι, στο άρθρο 14 παρ1 του Ν. 2238 της 16/16.9.94 "Κύρωση του κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος", όπως το εδάφιο β' της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 3 του Ν. 3091/2002, ορίζεται ότι "με την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 45, φορολογούνται αυτοτελώς, εξαντλούμενης της φορολογικής υποχρεώσεως, τα ποσά των αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους δικαιούχους με βάση:
α) ... β) το ν. 2112/1920 (ΦΕΚ 67Α), γ) ... (εδ. α'), ο φόρος υπολογίζεται με συντελεστή 20% στο καθαρό ποσό της αποζημίωσης μετά την αφαίρεση ποσού 20.000 ευρώ και παρακρατείται κατά την πληρωμή στον δικαιούχο" (εδ. β '). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η υποχρέωση καταβολής φόρου από την ως άνω αιτία βαρύνει τον δικαιούχο της αποζημίωσης και παρακρατείται κατά την καταβολή της από τον εργοδότη για να αποδοθεί στο Δημόσιο.
Ανάληψη υποχρέωσης από την εργοδότρια εταιρεία για την καταβολή εξ ιδίων του εν λόγω φόρου, χωρίς την επιβάρυνση του εργαζόμενου, δεν προκύπτει από την πιο πάνω συμφωνία. Στη συνέχεια, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι το ποσό του φόρου, που αντιστοιχεί στο ποσό της αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει η αναιρεσείουσα και το οποίο ανέρχεται στα 14.353,89 ευρώ, υποχρεούται να καταβάλει η αναιρεσείουσα και όχι η αναιρεσίβλητη εργοδότρια.
Από αυτά που δέχτηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο προκύπτει ότι εμμέσως πλην σαφώς, διαπίστωσε κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στην πιο πάνω από 28-3-2003 συμφωνία, ήτοι ότι αυτές δεν ήταν σαφείς ως προς την έννοια του όρου "νόμιμες επιβαρύνσεις", αφού για τη διαπίστωση του περιεχομένου του, που δεν προσδιοριζόταν και ειδικότερα αν περιλαμβάνεται στην απαλλαγή από τις νόμιμες επιβαρύνσεις και ο φόρος εισοδήματος, αναζήτησε την αληθινή βούληση των μερών που κατάρτισαν τη συμφωνία αυτή (η οποία φέρει το χαρακτήρα της ΣΣΕ) σε στοιχεία εκτός του κειμένου της συμβάσεως και συγκεκριμένα στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2238/1994.
Ενώ, όμως, ενόψει αυτών, το Πολυμελές Πρωτοδικείο ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, ως προς την έννοια του όρου νόμιμες επιβαρύνσεις, δεν προσέφυγε σ' αυτούς, τους οποίους ούτε αυτούς τους ίδιους ούτε τις διατάξεις που τους περιέχουν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφαση του, ούτε και από το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως συνάγεται ότι έκανε χρήση αυτών.
Συνεπώς το Πολυμελές Πρωτοδικείο με τον τρόπο αυτό παραβίασε ευθέως τι ς προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ακολούθως δε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (αρθρ. 380 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5332/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, με σύνθεση από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ