Supreme Court dismisses appeal against lower court's refusal to consider medical incapacity evidence in contract dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, which had rejected the appellant's claim based on a medical report declaring him mentally incapacitated. The appellant argued that the lower court failed to consider this crucial evidence proving his lack of capacity to enter the contract. The court ruled that the lower court had explicitly stated it had examined and weighed all evidence presented, including the medical report, making the appeal's claim of omission factually incorrect and legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 178 and 179 of the Civil Code; Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure: A party must demonstrate that a specific piece of evidence was not considered and that its exclusion would have decisively altered the trial's outcome to successfully challenge a judgment on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 868 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 868/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Παναγιώτης Ηλιόπουλος (ατελώς, με την 836/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σύμφωνα με Ν. 3226/2004).
Της αναιρεσιβλήτου: ..........., την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γεώργιος Παναγόπουλος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28.11.1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5000/2000 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1605/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 01.02.2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 22.02.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 178 ΑΚ δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη, κατά δε το επόμενο άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, άκυρη, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει, έτσι, να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα (αντιπαροχές), που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή.
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων, και εκείνων των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ, για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και, συνεπώς, άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά: α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία, του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του.
Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις πιο πάνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνο του ενός από αυτά. Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές.
Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εξάλλου εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται, και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.
Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση, από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ' αυτόν ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου.
Ειδικότερα, φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό και θεμιτό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου.
Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται ενόψει των περιστάσεων και της φύσης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισης της, αποτελεί νομική έννοια και ως εκ τούτου η κρίση περί της ύπαρξης αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 714/1973 Ολομ. Α.Π. 1244/2005).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι είναι αδέλφια και ήσαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός διαμερίσματος εμβαδού 71,71 τμ, στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην οδό .... αριθμός ..... Στο εν λόγω διαμέρισμα διέμεναν η μητέρα των διαδίκων μέχρι τον θάνατό της, την 22.6.05 και ο εκκαλών μέχρι το έτος 1987, οπότε το εγκατέλειψε, ενώ η εφεσίβλητη είχε ήδη αποχωρήσει απ' αυτό από το έτος 1980 και διέμενε σε δικό της ιδιόκτητο διαμέρισμα.
Ο εκκαλών διήγε άστατο και σπάταλο βίο, με αποτέλεσμα η εφεσίβλητη, μετά το θάνατο της μητέρας τους, να πληρώνει με δικά της χρήματα όλες τις κοινόχρηστες δαπάνες που βάρυναν το ως άνω επίμαχο διαμέρισμα, τις δαπάνες επισκευής του, καθώς και τις δαπάνες καταναλώσεως ρεύματος, νερού κλπ. Από το έτος 1985 ο εκκαλών ζητούσε από την εφεσίβλητη να πουλήσουν το επίκοινο διαμέρισμα και επειδή εκείνη αρνιόταν, της ζητούσε ν' αγοράσει εκείνη το εξ αδιαιρέτου μερίδιό του.
Έτσι τελικά με το ...... συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων του συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρέα Καλλιτεράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο εκκαλών μεταβίβασε και παρέδωσε στην εφεσίβλητη κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, το 1|2 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω διαμερίσματος, που του ανήκε, και είχε αντικειμενική αξία 2.680.161 δραχμές, όπως αυτή προσδιορίστηκε από την αρμόδια ΔΟΥ, ενώ η εφεσίβλητη μεταβίβασε και παρέδωσε σ' αυτόν κατά κυριότητα, νομή και κατοχή ένα διαμέρισμα με εμβαδόν 16,20 τμ, στο υπόγειο της πολυκατοικίας, επί της οδού ....., αριθμός ...., στην Αθήνα, του οποίου η αντικειμενική αξία ανερχόταν σε 748.440 δραχμές, όπως αυτή προσδιορίστηκε από την αρμόδια ΔΟΥ.
Προς εξίσωση της διαφοράς των παραπάνω αντικειμενικών αξιών η εφεσίβλητη κατέβαλε στον εκκαλούντα το ποσό των 1.931.721 δραχμών, το οποίο μετρήθηκε σ' αυτόν ενώπιον του ως άνω συμβολαιογράφου (βλ. ιδίως τη σελ. 12 του παραπάνω συμβολαίου). Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών κατά τα χρονικά διαστήματα από 19|3|87 έως 20/3/87, 25/8/87 έως 26/10/87, 27/10/87 έως 26/6/88 και από 27/6/88 έως 21/7/93, νοσηλεύτηκε σε Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, ως πάσχων από ψυχωσική συνδρομή (βλ.
ιδίως το από ...... ιατρικό σημείωμα του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής και το ...... πιστοποιητικό του ως άνω Νοσοκομείου). Η κατάσταση αυτή της υγείας του, κατά το χρόνο καταρτίσεως του επίμαχου συμβολαίου ανταλλαγής, του επέτρεπε τόσο τη διαχείριση της περιουσίας του, όσο και την έξοδό του από ΨΝΑ, διότι δεν υπήρχε ενεργός ψυχοπαθολογία (βλ.
ιδίως το ..... πιστοποιητικό του ΨΝΑ) και μάλιστα μετά επταήμερο έλαβε εξιτήριο από το ΨΝΑ. Εξάλλου, ο εκκαλών είχε αποφοιτήσει από το ιδιωτικό Γυμνάσιο "Ιωάννου Μπαρμπίκα" το έτος 1968 και ήταν πτυχιούχος της Σιβιτανίδειου Σχολής. Κατά την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου ήταν ικανός προς δικαιοπραξία, είχε ως νομικό του συμπαραστάτη το δικηγόρο Αθηνών Ναυπλιώτη, διέθετε πείρα γύρω από τη ζωή και τις συναλλαγές και μπορούσε ν' αντιληφθεί τη σημασία και τις συνέπειες των πράξεών του αναφορικά με τη συγκεκριμένη ανταλλαγή.
Έτσι, στην ένδικη περίπτωση, που αφορά την επίμαχη ανταλλαγή, δεν υπήρξε δυσαναλογία και μάλιστα προφανής μεταξύ παροχής της εφεσίβλητης και δικής του αντιπαροχής, ούτε εκμετάλλευση από την εφεσίβλητη της κουφότητας, ανάγκης ή απειρίας του και εντεύθεν η επίμαχη δικαιοπραξία δεν ήταν άκυρη, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, όπως κατ' ορθή εκτίμηση των αποδείξεων δέχτηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο".
Το Εφετείο, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή που είχε ασκήσει αυτός κατά της αναιρεσίβλητης για την αναγνώριση της ακυρότητας της ένδικης σύμβασης ως αντίθετης στα χρηστά ήθη και καταπλεονεκτικής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 174, 178, 179 και 180 του ΑΚ καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι στην επίμαχη ανταλλαγή δεν υπήρξε δυσαναλογία και μάλιστα προφανής μεταξύ της παροχής της αναιρεσίβλητης και εκείνης του αναιρεσείοντος, ούτε εκμετάλλευση από την αναιρεσίβλητη της κουφότητας ανάγκης ή απειρίας του αναιρεσείοντος, που δεν αποδείχθηκαν κατ' ουσίαν ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο του τελευταίου, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών των αντίστοιχων διατάξεων και δικαιολογούν την απόρριψη της έφεσης αλλά και της αγωγής του αναιρεσείοντος.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 174, 178, 179 και 180 του ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Εξάλλου ο ίδιος δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το δεύτερο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της ανυπαρξίας προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ των παροχών των αντιδίκων στην ένδικη ανταλλαγή, αλλά και της συνδρομής κουφότητας, απειρίας ή ανάγκης στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του τελευταίου, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση με την πραγματική κατάσταση της εν γένει προσωπικότητάς του και της ψυχικής και πνευματικής συγκρότησής του κατά το χρόνο κατάρτισης ένδικης ανταλλαγής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από την διατύπωση της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ.
του Κ.Πολ.Δ., και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όπως η αγωγή. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.
Α.Π. 1/1999). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη, ή μη του αποδεικτικού γεγονότος.
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου κατέληξε το δικαστήριο με τη συνεκτίμηση και των άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση και των άλλων αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν, οπότε πρόκειται για αιτίαση αναγόμενη σε εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Εξάλλου, για να ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να προσκομίσει στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου το έγγραφο, που κατά τους ισχυρισμούς του παραμορφώθηκε, για να εκτιμηθεί σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ το περιεχόμενό του, και να διαπιστωθεί η βασιμότητα του προβαλλόμενου σφάλματος από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αναπόδεικτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση, ότι δεν υπήρξε προφανής δυσανολογία μεταξύ των εκατέρωθεν παροχών των διαδίκων αλλά και ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος απειρία κουφότητα ή ανάγκη ούτε εκμετάλλευσή της από τον αναιρεσίβλητο και να απορρίψει τον σχετικό αντίθετο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και την έφεσή του, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους.
Προβάλλει ειδικά δε ως προς τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα ο αναιρεσείων, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. ...... συμβολαίου ανταλλαγής, με το να δεχθεί ότι "αυτός είχε νομικό συμπαραστάτη κατά τη σύνταξη του συμβολαίου, ενώ κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το περιεχόμενο του συμβολαίου.
Υπ' αυτά, όμως τα δεδομένα, και καθ' όσον αφορά το πιο πάνω φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο ούτε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορεί στην αίτησή του ή και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο παραπάνω έγγραφο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της, ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων, ότι ο αναιρεσείων είχε τότε νομικό συμπαραστάτη κάποιο δικηγόρο Αθηνών Ναυπλιώτη, (κατά την έννοια του άρθρου 42 του Κώδικα Δικηγόρων), ο ίδιος δε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η σχετική απόδειξη στηρίζεται σε αξιολόγηση άλλων αποδεικτικών μέσων, και κυρίως μαρτυρικών καταθέσεων, που δεν υπόκεινται στον αναιρετικό έλεγχο του άρθρου 559 αρ.20 του Κ.Πολ.Δ.
Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. τρίτος κατά το πρώτο μέρος του λόγος αναίρεσης, είναι από την αιτία αυτή προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά τα λοιπά δε, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει το συμβολαιογραφικό έγγραφο, που κατά τους ισχυρισμούς του παραμορφώθηκε, για να εκτιμηθεί σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
η βασιμότητα του λόγου της αναίρεσης.
ΙΙΙ. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ'αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε "δεν υπήρχε προφανής δυσαναλογία μεταξύ των εκατέρωθεν παροχών των αντιδίκων στην ένδικη ανταλλαγή, αλλά και δεν συνέτρεχε κουφότητα, απειρία ή ανάγκη στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, ο οποίος άλλωστε είχε ως νομικό του συμπαραστάτη το δικηγόρο Αθηνών Ναυπλιώτη".
Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος, αφού άλλωστε το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι ο πιο πάνω δικηγόρος συμπαραστάθηκε με τον αναιρεσείοντα κατά την κατάρτιση του επίμαχου συμβολαίου κατά την έννοια του αρθ. 42 του Κώδικα Δικηγόρων, ούτε δέχθηκε ότι τέτοια συμπαράσταση αποδεικνυόταν από το περιεχόμενο του ένδικου συμβολαίου ανταλλαγής, αλλά κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του ύστερα από συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων και κυρίως των μαρτυρικών καταθέσεων.
ΙV. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προ σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).
Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από ..... με αριθμό πρωτοκόλλου ..... απόφαση της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ο αναιρεσείων ανίκανος για κάθε εργασία λόγω ψυχωτικής ασθένειας και δη ψυχωτικού συνδρόμου, και από την οποία προέκυπτε η δικαιοπρακτική του ανικανότητα, το αποδεικτικό σε αυτό στοιχείο είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος: 1) ότι δεν είχε ικανότητα διαχείρισης της περιουσίας του 2) ότι έπασχε από ενεργό ψυχοπαθολογία, 3) εστερείτο της ικανότητας για δικαιοπραξία και γ) της αναγκαίας πείρας γύρω από τις συναλλαγές και 4) δεν μπορούσε να αντιληφθεί τη σημασία των πράξεών του, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το πιο πάνω έγγραφο για να καταλήξει στο αντίθετο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, όπως και η αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.2.2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 1605/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ