Supreme Court dismisses appeal against appellate court's compensation award for mental distress in traffic accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by an anonymous company and an individual against a final appellate judgment awarding damages for mental distress. The appellants argued the award exceeded discretion limits and lacked sufficient reasoning regarding the deceased's sister's relationship and age. The court found the appellate court's reasoning adequate, noting the sister's familial bond and emotional suffering were sufficient grounds without requiring specific age or residence details.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's award of compensation for mental distress is valid if based on clear reasoning regarding the victim's familial relationship and emotional suffering, without requiring specific details on the claimant's age or residence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 867 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 867/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... που εδρεύει στο ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ε. Ι. του Ε., κατοίκου ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χρήστου, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσείουσας εταιρείας.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χας Π. Σ., το γένος Γ. Κ., και 6) Ά. Α. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ιωάννη Κωλέττη και Μαρουσώ Παυλάκη.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το ζήτημα της αναβολής έλαβαν το λόγο και οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν συναίνεσαν στο αίτημα του αντιδίκου τους.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και διά της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2011 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Π. Σ. του Θ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 21-9-2011 αγωγή των 1ης, 2ης, 3ου και 4ης των ήδη αναιρεσιβλήτων (η 4η ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα και επιμέλεια μετά του συζύγου της Α. Α. των ανηλίκων τότε τέκνων τους και ήδη 5ου και 6ου αναιρεσιβλήτων Θ. και Ά. Α. του Α., αντίστοιχα), καθώς και με την από 29-11-2011 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Μ. χας Ν. Κ., το γένος Θ. Σ.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2508/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 763/2015, 94/2017, 5517/2017 και 2707/2018 μη οριστικές και 1268/2021 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-9-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 25-9-2021 (αρ. κατ. 30/2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1268/2021 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681 Α, 666, 667, 670 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού αυτής, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Επίσης οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 76/2014, Α.Π. 2181/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό, την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 1715/2010).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 681/2021, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 52/2016), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο .Κ.Ο.Κ., στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων "τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π. 1500/2002, Α.Π. 1070/2001).
Περαιτέρω, από το άρθρο 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, ορίζεται ότι "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους".
Κατά το άρθρ. 19 παρ. 1, " ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", κατά την παρ. 2, " ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, κατά δε την παράγραφο γ), " ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, ...
κατά τις νυκτερινές ώρες...αν πεζοί που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας"(Α.Π. 681/2021, Α.Π. 1207/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 38 του ίδιου ως άνω Ν.2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), με το οποίο ρυθμίζονται κανόνες για την κυκλοφορία των πεζών, - στην παράγραφο 4 αυτού ορίζεται ότι " οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται : ...α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν...
ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ'αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του" (Α.Π. 891/2020, Α.Π. 1304/2017) . Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 39 παρ.1 περ.α και β του ίδιου νόμου ορίζεται ότι ... ".
όλοι οι οδηγοί πρέπει να αποφεύγουν να συμπεριφέρονται με τρόπο που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τους πεζούς...να σταματούν πριν από τη διάβαση ...όταν τα άτομα με μειωμένη κινητικότητα πρόκειται να διασχίσουν την οδό...να παραχωρούν προτεραιότητα στους πεζούς που ήδη χρησιμοποιούν ή εισέρχονται σε διάβαση...σε περίπτωση ανάγκης να διακόπτουν την πορεία του οχήματος τους ... ".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί "εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.
Α.Π. 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021). Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Η παραβίαση, δηλαδή, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται, υπό την επίκληση παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 997/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 42/2020). Ο από τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.
β' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 24/2022, Α.Π. 1220/2021, Α.Π. 816/2021, Α.Π. 1267/2020, Α.Π. 909/2020).
Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναιρέσεως απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν (Α.Π. 24/2022, Α.Π. 140/2021, Α.Π. 780/2020).
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους ή μη χρησιμοποίησή τους προς 'έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των .αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (Α.Π. 1092/2021, Α.Π. 140/2021, 1250/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π. 1416/2012, Α.Π. 1208/2011, Α.Π. 44/2003, Α.Π. 1702/2001).
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 2075/2007, ΑΠ 44/2003). Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Α.Π. 301/2021, ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 271/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1268/2021 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού και του ταυματισθέντος πεζού, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...
Την 13-3-2011 και περί ώρα 09.15, ο πρώτος εναγόμενος Ε. Ι. (ήδη δεύτερος αναιρεσείων), οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του πατέρα του Ε. Ι., που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ... (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), εκινείτο επί της οδού Ελευθερίου Βενιζέλου στην Ηλιούπολη, με κατεύθυνση προς Αργυρούττολη, λίγο μετά την συμβολή αυτής με την οδό Σκόπα.
Η ως άνω οδός (Ελευθερίου Βενιζέλου) είναι διπλής κατευθύνσεως, με δύο λωρίδες ανά κατεύθυνση, πλάτους οδοστρώματος 6,20 μέτρα ανά ρεύμα και διαχωριστική νησίδα ασφαλείας, η οποία τελειώνει 10,60 μέτρα περίπου πριν από τη συμβολή της ως άνω οδού Ελευθερίου Βενιζέλου με την οδό Σκόπα, όπου και υπάρχει διάβαση πεζών.
Στη διαχωριστική νησίδα η οποία είναι πλάτους 1,30 μ. υπήρχαν κατά τον χρόνο του ατυχήματος θάμνοι χαμηλοί και δέντρα. Κατά τον ανωτέρω σημειούμενο τόπο και χρόνο επικρατούσε φως ημέρας και καλές καιρικές συνθήκες, το οδόστρωμα- άσφαλτος ήταν ξηρό, και η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν αραιή, ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητας ρυθμίζεται σε 50 χλμ την ώρα (κατοικημένη περιοχή).
Την ίδια χρονική στιγμή, ο Π. Σ., ηλικίας 82 ετών, επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την οδό Ελευθερίου Βενιζέλου, στο ύψος του Ο.Α. 184 με πρόθεση να μεταβεί στο απέναντι πεζοδρόμιο και αφού είχε ήδη διασχίσει το ρεύμα κυκλοφορίας προς Καρέα σταμάτησε στη διαχωριστική των δύο ρευμάτων νησίδα ασφαλείας. Να σημειωθεί ότι στο σημείο που διερχόταν ο πεζός, δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, ούτε σηματοδότες, αντίθετα σχετική διάβαση υπήρχε σε μικρή απόσταση 10,60 μέτρων περίπου από το συγκεκριμένο σημείο, όπου η οδός Ελευθερίου Βενιζέλου συμβάλλεται με την οδό Σκόπα (η οποία βρισκόταν στα δεξιά του πεζού).
Στη συνέχεια κατήλθε από τη νησίδα και επιχείρησε να διασχίσει και το προς Αργυρούπολη ρεύμα κυκλοφορίας της ως άνω οδού, από αριστερά προς τα δεξιά ως προς την πορεία του αυτοκινήτου και ενώ διέσχιζε κάθετα την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας έχοντας διανύσει απόσταση 2,30 μέτρα, ο εναγόμενος οδηγός που εκινείτο στην αριστερή λωρίδα, του ως άνω ρεύματος κυκλοφορίας, έπεσε πάνω του με το έμπροσθεν τμήμα του αυτοκινήτου (ανεμοθώρακα αυτού), με αποτέλεσμα ο πεζός να εκτιναχθεί, να καταπέσει στο οδόστρωμα και να τραυματισθεί.
Ειδικότερα αυτός αμέσως μετά τον. τραυματισμό του μεταφέρθηκε στα Επείγοντα Ορθοπαιδικά Ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "Γ. Γεννηματάς", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί υποκεφαλικό κάταγμα δεξιού βραχιονίου και ετέθη ανάρτηση δεξιού άνω άκρου, του εδόθησαν δε οδηγίες για επανεξέταση στα Τακτικά Ορθοπαιδικά Ιατρεία του ως άνω νοσοκομείου (βλ.
την υπ' αριθμ. πρωτ. 4587/14-4-2011 ιατρική βεβαίωση του ως άνω νοσοκομείου). Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, για το αποτέλεσμα της ένδικης σύγκρουσης κυρίως υπαίτιος είναι ο οδηγός του αυτοκινήτου, ο οποίος οδηγούσε με αμέλεια, δηλονότι από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε ως μέσος συνετός οδηγός να καταβάλει.
Ειδικότερα ο ως άνω οδηγός του αυτοκινήτου, παρόλο που δεν εκινείτο με μεγάλη ταχύτητα, η οποία δεν προσδιορίστηκε ειδικότερα, δεν προέκυψε όμως ότι ήταν μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης των 50χλμ/ώρα, όπως τούτο προκύπτει από την από 13-3-2011 προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Μιχαήλ Καλοκαιρινού, καθώς και από το ότι η παράσυρση δεν ήταν σφοδρή, αφού εξ αιτίας αυτής ο ως άνω πεζός τραυματίστηκε, υποστάς τις ανωτέρω αναφερόμενες σωματικέί βλάβες, οδηγούσε χωρίς να έχει συνεχώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματος του και χωρίς να ασκεί τον επιβαλλόμενο έλεγχο και εποπτεία του, ώστε να μπορεί οποτεδήποτε να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς και να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο μπορούσε να προβλεφθεί, ευρισκόμενο στο ορατό από αυτόν εμπρόσθιο τμήμα της οδού, λαμβάνοντας υπόψη ότι έβαινε σε κατοικημένη περιοχή, με πιθανή διέλευση πεζών, που συνηθίζουν, έστω και παράνομα να διασχίζουν το οδόστρωμα της οδού αυτής, εκτός διαβάσεων πεζών, αλλά και της απειρίας και της ανεπιτηδειότητάς του, κατά τον ως άνω χρόνο στην οδήγηση του συγκεκριμένου οχήματος, εξαιτίας και της πολύ πρόσφατης απόκτησης σχετικής άδειας οδηγήσεως, ήτοι προ τεσσάρων μηνών περίπου πριν από το χρόνο του ένδικου συμβάντος, εξαιτίας δε όλων αυτών, δεν μπόρεσε να αντιληφθεί εγκαίρως και από ικανή απόσταση τον πεζό που διέσχιζε υπό συνθήκες φωτισμού ημέρας και με αργό βηματισμό, ενόψει και της ηλικίας του, το ρεύμα πορείας του και που εάν ήταν προσεκτικός, θα μπορούσε να αντιληφθεί.
Η τοιαύτη δε έλλειψη της προσοχής του είναι προφανής, διότι είχε από μεγάλη απόσταση ορατότητα του σημείου όπου ο πεζός επιχειρούσε να διασχίσει το οδόστρωμα, καθώς η ορατότητα ως προς αυτόν δεν περιοριζόταν, δεδομένου ότι η οδός Ελευθερίου Βενιζέλου είναι ευθεία με μικρή κατωφέρεια, αλλά επίσης και η ορατότητα επί της διαχωριστικής νησίδας δεν περιοριζόταν από τους θάμνους και τα δέντρα που είχαν φυτευθεί κατά μήκος αυτής, διότι οι θάμνοι ήταν πολύ χαμηλοί, αλλά και το δέντρο που υπήρχε στο συγκεκριμένο σημείο είχε φύλλωμα υψηλό και μπορούσε, ενόψει και της απόστασης (2,30 μέτρα) που είχε ήδη διανύσει καθέτως στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του προς Αργυρούπολη ρεύματος κυκλοφορίας της ως άνω οδού Ελευθερίου Βενιζέλου ο πεζός και βρισκόταν σε ορατό σημείο της εν λόγω οδού, να τον αντιληφθεί έγκαιρα, τουλάχιστον από απόσταση 11 μέτρων, ήτοι αμέσως μετά την διέλευσή του από την συμβολή της άνω οδού Ελευθερίου Βενιζέλου με την οδό Σκόπα.
Πλην όμως ο εναγόμενος οδηγός από απροσεξία του, τον αντιλήφθηκε καθυστερημένα, με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατόν, είτε να τροχοπεδήσει επαρκώς, είτε να αποφύγει τον ηλικιωμένο πεζό διενεργώντας αποτελεσματικό αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, παρόλο που δεξιά του δεν εκινούντο έτερα οχήματα, είτε να ανακόψει την ταχύτητα του αυτοκινήτου που οδηγούσε, ώστε να δώσει το χρονικό περιθώριο στον ηλικιωμένο πεζό που βρισκόταν στην τροχιά του και βραδυπορούσε να διασχίσει όλο το πλάτος της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία αυτός εκινείτο, με αποτέλεσμα να επιπέσει στον πεζό με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε, να καταπέσει ο τελευταίος στο οδόστρωμα και να τραυματισθεί (παράβαση άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2, 3 του ΚΟΚ).
Ο ισχυρισμός δε των εναγομένων ότι ο πεζός κατήλθε από την διαχωριστική νησίδα αιφνιδιαστικά στο οδόστρωμα και παρεμβλήθηκε στην πορεία του αυτοκινήτου αιφνιδιάζοντας τον εναγόμενο οδηγό είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Όπως αποδείχθηκε ο πεζός είχε σταματήσει στη διαχωριστική νησίδα των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της άνω οδού Ελευθερίου Βενιζέλου και ακολούθως κατήλθε από αυτή και ήδη είχε διασχίσει καθέτως απόσταση 2,30 μέτρων επί της αριστερής λωρίδας του προς Αργυρούπολη ρεύματος κυκλοφορίας της οδού Ελευθερίου Βενιζέλου και επομένως ο εναγόμενος οδηγός θα μπορούσε, εάν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση να αντιληφθεί τον πεζό από απόσταση τουλάχιστον 11 μέτρων, όπως προαναφέρθηκε και να τον αποφύγει, λαμβανομένου υπόψη ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου που οδηγούσε κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν μικρή (δεν ήταν μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης των 50 χλμ/ώρα), ενόψει και του ότι είχε προηγουμένως διέλθει από τη συμβολή της άνω οδού Ελευθερίου Βενιζέλου με την οδό Σκόπα.
Στην επέλευση όμως του ατυχήματος, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, συνετέλεσε και πταίσμα του πεζού, ο οποίος επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την ανωτέρω οδό, από σημείο αυτής όπου δεν υπήρχε διάβαση πεζών, παρόλο που σε απόσταση 10,60 μέτρων υπήρχε σχετική διάβαση, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των κινούμενων επί της ως άνω οδού οχημάτων, όπως θα μπορούσε να πράξει, δεδομένου ότι η κίνηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου ήταν ορατή για τον ίδιο, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του αυτοκινήτου, κατά παράβαση του άρθρου 38 παρ. 4 εδ.
δ, ε και ζ του ΚΟΚ. Ως εκ τούτου από έλλειψη της δικής του προσοχής την οποία ως μέσος συνετός πεζός που χρησιμοποιεί την οδό όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, δεν προέβλεψε το ζημιογόνο αποτέλεσμα της οδικής συμπεριφοράς του και συνέβαλε στην επέλευση του ατυχήματος και του τραυματισμού του. Το ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος του κάθε εμπλεκομένου προσώπου πρέπει να καθοριστεί σε 60% για τον εναγόμενο οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου και σε 40% για τον πεζό, γενομένης δεκτής της ένστασης συντρέχοντος πταίσματος του εν λόγω πεζού, που προέβαλαν οι εναγόμενοι (άρθρο 300 ΑΚ).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ως άνω παθών, ηλικίας 82 ετών διακομίσθηκε με ασθενοφόρο στα Επείγοντα Ορθοπεδικά Ιατρεία του ΓΝΑ "ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποκεφαλικό κάταγμα ΔΕ βραχιονίου. Το κάταγμα αντιμετωπίστηκε συντηρητικά με την τοποθέτηση ανάρτησης ΔΕ άνω άκρου και εξήλθε του νοσοκομείου την ίδια ημέρα, αφού του συνεστήθη επανεξέταση στα Τακτικά Ορθοπεδικά Ιατρεία (βλ.
την υπ' αριθμ. πρωτ. 4587/14-4-2011 ιατρική βεβαίωση που υπογράφει ο ιατρός Ι. Γ., χειρουργός - ορθοπεδικός, Διευθυντής του Α' Ορθοπεδικού Τμήματος του ως άνω νοσοκομείου). Την επόμενη ημέρα (14-3-2011), ενόψει του γεγονότος ότι παρατηρήθηκε συνειδησιακή διαταραχή, μετέβη στο ΓΝΑ "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση προ 24ώρου, ενώ από την νευρολογική εξέταση διαπιστώθηκε δυσαρθρία, ακολούθως υπεβλήθη σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου, αλλά από τη νευροχειρουργική εκτίμηση αυτής δεν διαπιστώθηκαν παθολογικά ευρήματα, αξιολογήθηκε δε η συνειδησιακή διαταραχή ως μετατραυματική αντίδραση και εξήλθε του νοσοκομείου την ίδια ημέρα (βλ.
το από 9-6-2011 πιστοποιητικό νοσηλείας του ως άνω νοσοκομείου). Η συμπτωματολογία ήταν εμμένουσα τις επόμενες ημέρες και λόγω υποτροπής των συμπτωμάτων, στις 22-3-2011 εισήχθη στη Νευροχειρουργική Κλινική του νοσοκομείου Ερρίκος Ντυνάν, σε εμπύρετη κατάσταση και με έκπτωση του επιπέδου της συνειδήσεως. Ειδικότερα ήταν μη επικοινωνών, αντιδρούσε στα επώδυνα ερεθίσματα, ενώ οι κόρες ήταν ισομεγέθεις αντιδρώσες στο φως, με αδυναμία δεξιά.
Επίσης διαπιστώθηκε ότι έπασχε από κάκωση θώρακος και υποκεφαλικό κάταγμα βραχιονίου δεξιά υπό συντηρητική αγωγή - ανάρτηση, ενώ σύμφωνα με το ιατρικό ιστορικό του έπασχε από Χ.Α.Π, αυξημένης αρτηριακής πίεσης υπό αγωγή. Στο εν λόγω νοσοκομείο υποβλήθηκε σε νέα αξονική τομογραφία εγκεφάλου, στην οποία απεικονίσθησαν αμφοτερόπλευρα υποσκληρίδια αιματώματα με αριστερή επικράτηση, επίσης υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία θώρακα, η οποία ανάδειξε κατάγματα (8-9-10-11ης) πλευρών δεξιά.
Επιπλέον εμφάνισε επιληπτικές κρίσεις και του χορηγήθηκε αντιεπιληπτική αγωγή. Στις 24-3-2011 υπέστη εντός του ως άνω νοσοκομείου γενικευμένη επιληπτική κρίση και ακολούθως υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, υπό καθεστώς γενικής αναισθησίας, κατά την οποία του έγινε αφαίρεση των αιματωμάτων. Μετεγχειρητικά παρουσίασε δεξιά αδυναμία, δυσχέρεια βάδισης/ορθοστάτισης, διαταραχές λόγου- επικοινωνίας και συναισθηματική αστάθεια.
Εν συνεχεία του συστήθηκε από τους θεράποντες ιατρούς του ως άνω νοσοκομείου η συνέχιση της νοσηλείας του σε Κέντρο Αποκατάστασης Κλειστής Νοσηλείας για τρεις (3) μήνες, με τη χρήση σύγχρονων μεθόδων της Ιατρικής Αποκατάστασης, ήτοι φυσικοθεραπεία, ειδική κινησιοθεραπεία στη θεραπευτική πισίνα, εργοθεραπεία, λογοθεραπεία και ψυχολογική υποστήριξη (βλ.
την από 29- 3-2011 ιατρική γνωμάτευση που υπογράφει ο Διευθυντής Χ.. Γ. του ως άνω νοσοκομείου). Στις 29-3-2011 διακομίσθηκε στη Διαγνωστική και Νοσηλευτική Κλινική ... .... Κατά την εισαγωγή του στην ως άνω Κλινική ήταν βύθιος με μόνο μικρά διαστήματα σε εγρήγορση με ανοικτούς οφθαλμούς χωρίς δυνατότητα επικοινωνίας.
Ακολούθως στις 5-4-2011 και ενώ οι αξονικές τομογραφίες εγκεφάλου έδειξαν ότι η κατάστασή του είχε επιδεινωθεί, υπεβλήθη σε νέα χειρουργική επέμβαση, με την οποία έγινε αναθεώρηση και διεύρυνση των αριστερών κρανιοαναρτήσεων για την παροχέτευση του χρονίου υποσκληριδίου αιματώματος, ενώ έγινε και εκτενής υποσκληρίδια πλύση.
Στις 7-4-2011 υπέστη οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, για την αντιμετώπιση της οποίας διασωληνώθηκε και εισήχθη στη μονάδα εντατικής θεραπείας. Την ίδια ημέρα διασωληνωμένος υπεβλήθη σε νέα χειρουργική επέμβαση εγκεφάλου αναθώρησης της δεξιάς κρανιοανάρτησης βρεγματικά. Στις 14-4-2011 υπεβλήθη σε νέα κρανιοανάρτηση δεξιά μετωπιαία, διάνοιξη της μήνιγγος, υποσκληρίδια πλύση και τοποθέτηση υποσκληρίδιας παροχέτευσης.
Εξακολούθησε να παραμένει διασωληνωμένος, ενώ υπέστη λοιμώξεις του αναπνευστικού με συνεχόμενες πυρετικές κινήσεις, παρά την ισχυρή αντιβιοτική αγωγή η οποία του χορηγείτο, εν συνεχεία δε στις 5-5-2011 υπεβλήθη σε τραχειοτομία. Στις 23-5-2011 κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στην ως άνω Κλινική, υπέστη αναπνευστική ανεπάρκεια και συγκεκριμένα παρουσίασε δύσπνοια με χαμηλό κορεσμό οξυγόνου και υπερκαπνία, η κατάσταση δε αυτή αντιμετωπίστηκε με αλλεπάλληλες αναρροφήσεις, αλλαγή της τραχειοτομίας και βρογχοδιασταλτική σπασμολυτική αγωγή.
Στις 30- 5-2011 κατέστη δυνατή η αλλαγή της τραχειοστομίας με βαλβίδα ομιλίας για λίγες ώρες. Στις 1-6-2011 εξήλθε της παραπάνω Κλινικής και διακομίστηκε προς περαιτέρω νοσηλεία στη Γενική Κλινική Καλλιθέας ... (βλ. την από 1-6-2011 ιατρική αναφορά την οποία υπογράφει ο ιατρός Α. Δ., νευροχειρουργός της ως άνω Κλινικής).
Στο ως άνω θεραπευτήριο ... παρέμεινε για νοσηλεία μέχρι την 10-6-2011, οπότε εξήλθε για να συνεχίσει την θεραπεία του κατ' οίκον, αφού του εδόθησαν οδηγίες για χρήση ειδικού κρεβατιού νοσηλείας με μηχανισμό ανάκλισης, χρήση ειδικού αεροστρώματος προς αποφυγή κατακλίσεων, οξυγονοθεραπεία μέσω συσκευής συμπύκνωσης οξυγόνου, χρήση συσκευής αναρρόφησης βρογχικών εκκρίσεων προς διευκόλυνση αποβολής των πτυέλων, καθώς και καθημερινή φυσιοθεραπεία (βλ.
την από 10-6-2011 ιατρική γνωμάτευση που υπογράφει η ιατρός Γ. Ψ., πνευμονολόγος - εντατικολόγος του ως άνω θεραπευτηρίου). Ακολούθως στις 11-6- 2011, λόγω υποτροπής των συμπτωμάτων και υψηλού πυρετού εισήχθη και πάλι στην ως άνω Κλινική ... όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί μικροβιαιμία και ουρολοίμωξη. Παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις 20-6-2011, οπότε εξήλθε για να συνεχίσει τη νοσηλεία κατ' οίκον, αφού του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή και του εδόθησαν οδηγίες για υποβολή του σε τακτικό ιατρικό έλεγχο (βλ.
το από 20-6-2011 εξιτήριο της ως άνω Κλινικής ..."). Στις 3-7-2011 εισήχθη εκτάκτως στην 6η πνευμονολογική κλινική του ΓΝΑ "ΣΩΤΗΡΙΑ" με διάγνωση πνευμονία από εισρόφηση, υποσκληρίδιο αιμάτωμα, συμπτωματική επιληψία, αφασία μικτού τύπου και νοσηλεύτηκε μέχρι 15-7-2011, οπότε και απεβίωσε εξαιτίας αναπνευστικής ανεπάρκειας, πνευμονίας από εισρόφηση και επιληψία (βλ.
την υπ' αριθμ. 300/105/2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου ...). Περαιτέρω, το Εφετείο τούτο με την υπ' αριθμ. 763/2015 απόφασή του, όρισε ως πραγματογνώμονα τον νευροχειρουργό Ι. Τ., προκειμένου να αποφανθεί εάν μεταξύ του τραυματισμού του ως άνω πεζού και του μετά πάροδο τεσσάρων μηνών περίπου επελθόντος θανάτου αυτού, υφίσταται αιτιώδης αποχρών σύνδεσμος και ειδικότερα: 1)εάν ο θάνατος του Π.
Σ. που επήλθε την 15-7-2011 (τέσσερις μήνες περίπου μετά τον επίδικο τραυματισμό του), είναι απότοκος του τραυματισμού αυτού που προκλήθηκε κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα την 13-3-2011, ή εάν επήλθε από άλλη άσχετη με τον τραυματισμό του αιτία, 2)εάν τα προϋπάρχοντα του τραυματισμού του χρόνια υποσκληρίδια αιματώματα άμφω, καθώς και η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια από την οποία έπασχε ο Π.
Σ., με βεβαιότητα, ή με μεγάλη πιθανότητα θα επέφεραν τον θάνατο αυτού ,ακόμη και εάν δεν μεσολαβούσε ο επίδικος τραυματισμός του και 3)εάν η χειρουργική επέμβαση στην οποία ο Π. Σ. υποβλήθηκε την 24-3-2011 στο νοσοκομείο "Ερρίκος Ντυνάν", κατά την οποία διενεργήθηκαν κρανιονατρήσεις βρεγματικά δεξιά και μετωπιαία και βρεγματικά αριστερά, με εκκένωση των αιματωμάτων, ήταν αναγκαία για την αποκατάσταση των βλαβών που προκλήθηκαν στην υγεία του εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα.
Ο ως άνω πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμ. 5517/2017 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, αντικαταστάθηκε λόγω κωλύματος του, με τον νευροχειρουργό Κ./νο Λ., ο οποίος επίσης με την υπ' αριθμ. 2707/2018 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, αντικαταστάθηκε λόγω κωλύματος του από την νευροχειρουργό Μ. Γ.. Η τελευταία αφού έλαβε υπόψη της τον ιατρικό φάκελο του θανόντος, συνέταξε την υπ' αριθμ. 227/2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης στην οποία αναφέρει ότι: "Μετά από ενδελεχή μελέτη του ιατρικού φακέλου του θανόντος Π.
Σ., δύναμαι να αποφανθώ μετ' απολύτου βεβαιότητος ότι ο θάνατος του (15-07-2011) είναι απότοκος του τραυματισμού που υπέστη από το ένδικο ατύχημα της 13-03-2011. Και αυτό διότι: Κατά τη μεταφορά του από τον τόπο του ατυχήματος στο Γ.Ν.Α "Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" διεγνώσθη μόνον το υποκεφαλικό κάταγμα του δεξιού βραχιονίου οστού, ενώ διέλαθαν αδιάγνωστα τα πολλαπλά κατάγματα των πλευρών δεξιά, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί αρνητικά η αναπνευστική του λειτουργία, αφού λόγω του πόνου αλλά και της διαταραχής της αρχιτεκτονικής του δεξιού ημιθωρακίου λόγω των καταγμάτων, η έκπτυξη του θώρακα κατά την αναπνοή ήταν ελλιπής και κατά συνέπεια ήταν μειωμένη η παροχή οξυγόνου προς τον εγκέφαλο.
Να σημειωθεί ότι ο θανών έπασχε από χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, με αποτέλεσμα η αναπνοή του να ήταν ήδη επιβαρημένη και λόγω της νόσου. Την επομένη του ατυχήματος μετεφέρθη στο Νοσοκομείο "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" με σαφή σημεία κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης από 24ώρου, κάκωση η οποία ούτε διαπιστώθηκε ούτε περιγράφηκε στο Γ.Ν.Α "Γ.
ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ". Ο θανών παρουσίαζε δυσαρθρία και σύγχυση, ενώ έγινε έλεγχος με αξονική τομογραφία εγκεφάλου, η οποία δεν ανέδειξε κάτι το παθολογικό. Ούτε βέβαια στο άνω νοσοκομείο διαπιστώθηκαν τα κατάγματα του θώρακα. Το γεγονός ότι εμφάνιζε σύγχυση και δυσαρθρία χωρίς άλλα νευρολογικά ελλείμματα οφείλονταν στην μειωμένη παροχή σε οξυγόνο λόγω της αναπνευστικής δυσλειτουργίας.
Ο θανών δεν θα έπρεπε να σταλεί εκ νέου στο σπίτι του, αλλά να εισαχθεί για παρακολούθηση τουλάχιστον για 48 ώρες, λόγω και του προχωρημένου της ηλικίας του. Απ' τα παραπάνω συνάγεται ότι ο θανών αν και υπέστη σοβαρότατο τραυματισμό από το ένδικο ατύχημα αντιμετωπίστηκε πλημμελώς και στα δύο νοσοκομεία, με αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος.
Στη συνέχεια και ενώ ο θανών παρέμεινε στο σπίτι του επιδεινώθηκε σοβαρά η κλινική του εικόνα με σταδιακή έκπτωση του επιπέδου συνείδησης, σύγχυση, διέγερση, εμπύρετο, εργώδη αναπνοή, χωρίς επικοινωνία και έτσι μετεφέρθη εσπευσμένα στο νοσοκομείο "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", όπου και διαπιστώθηκαν τα υποσκληρίδια υγρώματα - αιματώματα στον εγκέφαλο και τα πολλαπλά κατάγματα των πλευρών του θώρακα.
Το γεγονός ότι η αρχική αξονική τομογραφία εγκεφάλου ήταν αρνητική δεν απέκλειε σε καμιά περίπτωση την εμφάνιση χρόνιου υποσκληριδίου αιματώματος κατά το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, γεγονός που δυστυχώς και συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Ο θανών υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση παροχέτευσης των αιματωμάτων, ενώ μετεγχειρητικά αρχίζει να εμφανίζει επαναλαμβανόμενες επιληπτικές κρίσεις.
Ακολουθεί τετράμηνη νοσηλεία σε διάφορα νοσοκομεία σε βαριά κατάσταση εξαιτίας των υποσκληριδίων αιματωμάτων, που δημιουργήθηκαν λόγω της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, που υπέστη από το ένδικο ατύχημα, και όλων των επιπλοκών που εμφανίστηκαν εξ αιτίας αυτής (επιληψία, πλήθος βαρέων αναπνευστικών και ουρολογικών λοιμώξεων, μικροβιαιμίας), ενώ υπεβλήθη και σε τέσσερις (4) βαριές επεμβάσεις στον εγκέφαλο.
Εξάλλου, από πουθενά δεν προέκυψε ότι τα υποσκληρίδια αιματώματα προϋπήρχαν του ένδικου ατυχήματος. Απόδειξη αυτού αποτελεί το πόρισμα αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου, που έλαβε χώρα στις 14-03-2011, μια μόλις μέρα δηλαδή μετά το ένδικο ατύχημα και ήταν αρνητική για κάταγμα, ή παρουσία αιματωμάτων στον εγκέφαλο.
Τα υποσκληρίδια αιματώματα αναπτύχθηκαν σιγά - σιγά με αφετηρία το τροχαίο ατύχημα και διαπιστώθηκαν για πρώτη φορά στις 22- 03- 2011, λόγω της επιδείνωσης της κλινικής του εικόνας. Τέλος, όσον αφορά την χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, από την οποία έπασχε ο θανών, επιβάρυνε την αναπνευστική του λειτουργία σε συνδυασμό με τα πολλαπλά κατάγματα των πλευρών.
Σε καμιά περίπτωση όμως δεν ήταν η κύρια αιτία της επιβάρυνσης της αναπνευστικής του λειτουργίας και ούτε θα επέφερε από μόνη της τον θάνατο του. Η χειρουργική επέμβαση που έλαβε χώρα στις; 11-03-2011 στο νοσοκομείο "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" προκειμένου να παροχετευθούν τα υποσκληρίδια αιματώματα ήταν απολύτως αναγκαία και επιβεβλημένη, έπρεπε να λάβει χώρα άμεσα, προκειμένου να αποσυμπιεστεί ο εγκέφαλος από την πίεση που δεχόταν εξ αιτίας των αιματωμάτων και επηρέαζε την εγκεφαλική λειτουργία και κατ' επέκταση την κλινική του εικόνα (σύγχυση, διέγερση, μειωμένο επίπεδο συνείδησης, χωρίς επικοινωνία με το περιβάλλον).
Αν δεν αντιμετωπιζόταν επειγόντως χειρουργικά η πίεση στον εγκέφαλο θα αυξάνονταν δραματικά τις αμέσως επόμενες ώρες και θα επήρχετο ο θάνατος". Με βάση όλα όσα προκύπτουν από τα ως άνω ιατρικά δεδομένα από το ΓΝΑ "Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", το ΓΝΑ "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", το νοσοκομείο "ΕΡΡΥΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", την Διαγνωστική και Νοσηλευτική Κλινική ... ..., το θεραπευτήριο Καλλιθέας ..., την αιτία θανάτου που καταγράφεται στην υπ' αριθμ. 300/105/2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου, όσο και τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα που αναφέρονται στην ως άνω υπ' αριθμ. 227/2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε η πραγματογνώμονας Μ.
Γ., αποδείχθηκε ότι ο θανών κατά το ένδικο ατύχημα υπέστη κατάγματα θώρακα, λόγω των οποίων επηρεάστηκε αρνητικά η αναπνευστική του λειτουργία, η οποία ήταν ήδη επιβαρυμένη λόγω της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας από την οποία έπασχε, με συνέπεια την συνεχή εκδήλωση αναπνευστικών επιπλοκών και αναπνευστικής ανεπάρκειας, επίσης υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, συνεπεία της οποίας επήλθαν υποσκληρίδια αιματώματα, τα οποία δεν προϋπήρχαν του τροχαίου, αλλά αναπτύχθηκαν με αφετηρία αυτό και διαπιστώθηκαν για πρώτη φορά στις 22-3-2011, παρά δε την αφαίρεση αυτών .....προκλήθηκαν πολλές επιπλοκές (επιληψία, πλήθος βαρέων αναπνευστικών και ουρολογικών λοιμώξεων, μικροβαιαιμία), αυτή δε η κατάσταση, σε συνδυασμό με την προχωρημένη ηλικία του (82 ετών), προκάλεσε την θανάτωσή του.
Επομένως, ο θάνατος αυτού είχε ως μόνη γενεσιουργό αιτία τον σοβαρό τραυματισμό του κατά το ένδικο ατύχημα και το σύνολο των επιπλοκών στην υγεία του, οφείλονται στον εν λόγω τραυματισμό του, υφισταμένης πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του τραυματισμού του πεζού και του επελθόντος θανάτου του. Ουδόλως δε αίρεται η ύπαρξη πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας από την χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, από την οποία έπασχε ο θανών, η οποία δεν ήταν η κύρια αιτία της επιβάρυνσης της αναπνευστικής του λειτουργίας και ούτε θα επέφερε από μόνη της τον θάνατο του.
Συνεπώς η προβληθείσα από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ένσταση, περί ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ενδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του συγγενή των εναγόντων, καθώς και του επελθόντος θανάτου του, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη...]. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τις εφέσεις των εναγόντων τυπικά και κατ' ουσίαν και, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως [που είχε απορρίψει τις από 7-7-2011, 21-9-2011 και 29-11-2011 ένδικες αγωγές ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, κρίνοντας ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα και τον κατ' αυτό τραυματισμό του ήταν ο ίδιος ο πεζός συγγενής των εναγόντων] δέχθηκε εν μέρει τις ως άνω αγωγές.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ., 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 38 του Κ.Ο.Κ., καθόσον, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των εννοιών της συνυπαιτιότητας του οδηγού του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου (κατά ποσοστό 60%) και του πεζού (κατά ποσοστό 40%) και δικαιολογούν την απόρριψη του ισχυρισμού των ήδη αναιρεσειόντων, περί αποκλειστικής υπαιτιότητος του πεζού. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και πρέπει ν' απορριφθούν.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.β' του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι ουδόλως αναφέρονται σ' αυτόν ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, καθώς και για την ανεύρεση της αληθινής εννοίας ποιου κανόνα δικαίου έπρεπε αυτά να χρησιμοποιηθούν και εσφαλμένα δεν χρησιμοποίησε το δικαστήριο της ουσίας.
Επίσης, το Δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς, τόσο του οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, όσο και του πεζού, και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος (του θανάσιμου τραυματισμού του τελευταίου), καθώς και ως προς την συνυπαιτιότητα αυτών, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, που επέδειξε έκαστος τούτων για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.
Συγκεκριμένα: α) με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο μεν οδηγός του αυτοκινήτου, οδηγούσε το όχημά του χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να ασκεί τον επιβαλλόμενο έλεγχο και εποπτεία του, ώστε να μπορεί οποτεδήποτε να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος και να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο μπορούσε να προβλεφθεί ευρισκόμενο στο ορατό από αυτόν εμπρόσθιο τμήμα της οδού, λαμβάνοντας υπόψη ότι έβαινε σε κατοικημένη περιοχή και όφειλε να προβλέψει την παρουσία πεζών στο οδόστρωμα, που ενίοτε εισέρχονται αιφνιδίως στο οδόστρωμα επιχειρώντας να διασχίσουν τούτο χωρίς να καταβάλλουν την επιβαλλόμενη επιμέλεια ελέγχου, ώστε να εντείνει την προσοχή του, αλλά και της απειρίας και της ανεπιτηδειότητάς του, εξαιτίας της κτήσεως αδείας ικανότητας οδήγησης προ τεσσάρων (4) μηνών περίπου, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως και από ικανή απόσταση τον πεζό που διέσχιζε υπό συνθήκες φωτισμού ημέρας το ρεύμα πορείας του και να τον παρασύρει, χωρίς να τροχοπεδήσει ή να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, που το οδόστρωμα ήταν ελεύθερο, δοθέντος ότι κατά το χρόνο εκείνο δεν κινούνταν έτερα οχήματα στο εν λόγω τμήμα της οδού ή τουλάχιστον να ανακόψει την ταχύτητά του, ώστε να δυνηθεί ο ηλικιωμένος πεζός να διασχίσει με ασφάλεια την αριστερή λωρίδα στην οποία εκινείτο, δεδομένου ότι η ορατότητά του δεν περιοριζόταν, τόσο επί της οδού Ελευθερίου Βενιζέλου αφού αυτή είναι ευθεία με μικρή κατωφέρεια, όσο και επί της διαχωριστικής νησίδας, εξαιτίας της ύπαρξης επ' αυτής πολύ μικρού ύψους θάμνων, καθώς και δένδρου, λόγω του υψηλού φυλλώματός του, ηδύνατο δε, να αντιληφθεί εγκαίρως και από ικανή απόσταση, τουλάχιστον 11 μέτρων, τον πεζό, ο οποίος δεν κατήλθε αιφνιδιαστικά στο οδόστρωμα, αλλά είχε σταματήσει στη διαχωριστική νησίδα των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας και ακολούθως κατήλθε απ' αυτή ήδη δε, κατά το χρόνο της παράσυρσης από το ως άνω όχημα, είχε διασχίσει καθέτως επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της οδού, όπου εκινείτο ο οδηγός, απόσταση 2,30 μέτρων, η συμπεριφορά του δε αυτή τελεί σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών, β) ο δε πεζός κατήλθε στο οδόστρωμα, επιχειρώντας να διασχίσει καθέτως αυτό, από σημείο όπου δεν υπήρχε διάβαση πεζών, καίτοι υφίστατο τέτοια, σε απόσταση μόλις 10,60 μέτρων¬, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει, εάν μπορούσε να πράξει τούτο με ασφάλεια και χωρίς να παρακωλύσει την κυκλοφορία των χρηστών της οδού, δεδομένου ότι η κίνηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου ήταν ορατή εκ μέρους του, όταν άρχισε να διασχίζει το οδόστρωμα καθέτως ως προς την πορεία του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του.
Οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο πλήττουν απαραδέκτως την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη. Ομοίως, απαράδεκτες είναι οι αιτιάσεις περί ανεπάρκειας των αιτιολογιών όσον αφορά τον καθορισμό του ποσοστού του συντρέχοντος πταίσματος του πεζού (40%), καθόσον πρόκειται για κρίση περί τα πράγματα και, συνεπώς, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Επίσης, το Εφετείο διέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν το αναιρετικό έλεγχο, όσον αφορά το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ του τροχαίου ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του πεζού και του, συνεπεία τούτου, επελθόντος θανάτου αυτού. Ειδικότερα, με επαρκή αιτιολογία κατέληξε στην κρίση ότι ο θανών παρά το πρόβλημα υγείας της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας που αντιμετώπιζε, απεβίωσε λόγω των τραυμάτων που υπέστη, συνεπεία του ατυχήματος (κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κατάγματα θώρακος κ.λ.π.) και των επιπλοκών που προκλήθηκαν εξαιτίας αυτών.
Επομένως, ο δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 932 Α.Κ. σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου επί θανατώσεως το βαθμό συγγενείας, την ηλικία του θύματος), με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (άρθρο 932 ΑΚ).
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.
Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.
ΑΠ 9/2015). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, αναφορικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (του τραυματισθέντος Π. Σ.) και ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων από τον επελθόντα θάνατο του οικείου τους, συνεπεία του τραυματισμού του κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα και τον εξ αυτού επελθόντα θάνατό του, επιπλέον των παραδοχών που αναφέρονται παραπάνω, ως προς τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, δέχθηκε ανέλεγκτα, κατά την εκτίμηση των κριτηρίων για τον προσδιορισμό των ποσών αυτών, τα ακόλουθα: "...Τέλος, εξαιτίας του αναφερόμενου τραυματισμού του, ο Π.
Σ. υπέστη και ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση ποσού 30.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο κατ' άρθρο 932 ΑΚ, σταθμίζοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, το είδος της βλάβης, που επήλθε και την έκτασή της, την ταλαιπωρία που αυτός υπέστη, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο νοσηλεύτηκε στο ως άνω νοσοκομείο Ερρίκος Ντυνάν, στην κλινική ...
στο θεραπευτήριο της Καλλιθέας ... και στο νοσοκομείο "ΣΩΤΗΡΙΑ", το γεγονός ότι η υγεία του δεν αποκαταστάθηκε και τελικά στις 15-7-2011 απεβίωσε, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, εξαιρουμένης της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, η ευθύνη της οποίας είναι εγγυητική, της ηλικίας του και της συνυπαιτιότητάς του στην επέλευση της βλάβης της υγείας του....Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η θανάτωση του Π.
Σ., ηλικίας κατά το χρόνο θανάτου 82 ετών, συζύγου της πρώτης, πατέρα των δεύτερης, τρίτου και τέταρτης των εναγόντων (ηλικίας 66, 44, 31 και 42 ετών αντίστοιχα) και παππού των Θ. Α. και Ά. Α. (ηλικίας 13 και 11 ετών αντίστοιχα), που επήλθε από την προαναφερθείσα υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, προξένησε και μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά των ως άνω προσώπων, μελών της οικογενείας του.
Οι ενάγοντες σύζυγος, τέκνα και εγγονοί του, που περιλαμβάνονται στην έννοια της οικογένειας,.... συνδέονταν μαζί του με δεσμούς αγάπης, στοργής, τρυφερότητας και σεβασμού. Διέμενε στην ίδια οικία με τους ενάγοντες, φρόντιζε γι' αυτούς και αφιέρωνε χρόνο στους εγγονούς του. Ο θάνατός του δημιούργησε έντονα συναισθήματα λύπης, θλίψης, πένθους και ψυχικού πόνου, στους παραπάνω ενάγοντες.
Για να επέλθει κάποια εξισορρόπηση στη δυσμενή κατάσταση που δημιουργήθηκε από την αδικοπραξία του πρώτου εναγομένου, για την απάμβλυνση αυτής, για την ηθική παρηγοριά και ανακούφιση των εναγόντων, πρέπει να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση. Για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα εξής επιμέρους στοιχεία :
α) το είδος της προσβολής και τις ιδιαίτερες συνθήκες του ατυχήματος, β) τον βαθμό του πταίσματος του πρώτου εναγομένου οδηγού, γ) τη συνυπαιτιότητα του θανόντος, δ) την ηλικία αυτού κατά το χρόνο, του θανάσιμου τραυματισμού του, 82 ετών, ε) το βαθμό της συγγένειας των εναγόντων με τον εκλιπόντα, στ) το βαθμό της ψυχικής ταλαιπωρίας, της θλίψεως και του πόνου που δοκίμασαν οι ως άνω δικαιούχοι, καθώς και τις προσωπικές σχέσεις (ηλικία, ευαισθησία κλπ), ζ) την κοινωνικοοικονομική θέση και κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, καθώς η ευθύνη της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας είναι εγγυητική ......και η) ότι ο σκοπός της χρηματικής ικανοποιήσεως είναι η ηθική παρηγοριά και ανακούφιση των στενών συγγενών και όχι ο πλουτισμός τους, κρίνεται εύλογο για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 22.000 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα, σύζυγο του θανόντος, το ποσό των 18.000 ευρώ για έκαστο των δεύτερης, τρίτου και τέταρτης από τους ενάγοντες και το ποσό των 8.000 ευρώ για έκαστο εκ των ήδη ενηλικιωθέντων Θ.
Α. και Ά. Α., εγγονών του θανόντος, εκτός από το ποσό των 40 ευρώ, το οποίο επιφυλάχθηκε ο καθένας από τους πρώτη, δεύτερη τρίτο και τέταρτη από αυτούς να αξιώσει ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων ως πολιτικώς ενάγων..... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ..... Μ. Κ., το γένος Θ. Σ., ήταν αδελφή του θανόντος (βλ.
και το προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο της αστυνομικής της ταυτότητας, καθώς και το από 1-6-2018 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της ληξιάρχου ... Αττικής). Η ενάγουσα συνδέονταν με τον θανόντα με στενό ψυχικό δεσμό και αγάπη 'και ο βίαιος θάνατός του, της προκάλεσε ψυχικό άλγος. Πρέπει, επομένως, αφού ληφθούν υπόψη τα παραπάνω αναφερόμενα προσδιοριστικά στοιχεία, να επιδικαστεί σε αυτή χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστη από την απώλεια του προαναφερθέντος συγγενή της, το ποσό της οποίας προσδιορίζεται στο ποσό των 10.000 ευρώ...].
Καθορίζοντας το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, τη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη του θανόντος από το ένδικο ατύχημα και για την ψυχική οδύνη των αναιρεσίβλητων και της Μ. Κ. στα παραπάνω ποσά, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, που ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2015), ούτε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε, αφού τα επιδικασθέντα ως άνω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνουν καταφανώς τα συνήθως επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις, ούτε αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας.
Εξάλλου, με τον ως άνω τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, με ανεπαρκείς αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ανωτέρω ποσό, στην ενάγουσα- ήδη αποθανούσα αδελφή του θανόντος κατά το ένδικο ατύχημα, Μάνθα Κοντού, χωρίς να γίνεται αναφορά στον συγγενικό δεσμό, στην κατοικία αυτής και στην ηλικία της.
Οι προβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, καθώς το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, καθώς ρητώς αναφέρει τη συγγενική σχέση της ενάγουσας με τον θανόντα, ότι συνδεόταν μ' αυτόν με στενό ψυχικό δεσμό και αγάπη και ότι ο βίαιος θάνατός του της προκάλεσε ψυχικό άλγος, ενώ δεν απαιτείται η αναφορά στην απόφαση της ηλικίας της , αλλά ούτε της κατοικίας της, καθώς, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη η ενάγουσα, ως αδελφή του θανόντος, ανήκει στην "οικογένεια" του και στα δικαιούμενα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης πρόσωπα, αδιαφόρως αν συζούσε ή διέμενε μαζί του, και η συγγενική αυτή σχέση δεν αμφισβητήθηκε.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-9-2021 αίτηση (ειδ.αρ.κατ. 947/2021) για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1268/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες, επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ