Supreme Court allows appeal against insurance contract ruling, remanding case due to lack of collective insurance character.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding an insurance payout dispute. The appellant argued the contract was a management insurance account rather than collective insurance, and that insufficient funds did not absolve the insurer of liability. The court agreed, finding the contract lacked the specific character of collective insurance and that the insurer remained liable despite capital shortages.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2, 5 of Law 2496/1997; Articles 201, 209, 361, 410-412, 414, 713 of the Civil Code; Article 13 Chapter VII Paragraph 2a of Law 400/1970: A management insurance account contract does not constitute collective insurance where the insured acquires a direct exclusive right against the insurer upon retirement, and the insurer cannot evade payment obligations merely due to insufficient funds in the account.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 867 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 867/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως μετονομάστηκε η εταιρεία "...", που έχει την έδρα της στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "...", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 9-12-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 10) …. Οι τρίτος και έκτος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Μακρυγιάννη, ενώ άπαντες οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο πληρεξούσιος των τρίτου και έκτου αναιρεσιβλήτων ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης, για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής τον λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, ο οποίος δε συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-9-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2012/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 7454/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-07-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και οι 3ος και 6ος αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των τρίτου και έκτου αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολΑΠ 14/2015, ΑΠ 548/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. 7440Β'/14-10-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ε. Δ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα, επιμελεία της οποίας προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (13-12-2021), ενώπιον του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 21-7-2020 αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Νικόλαο Μακρυγιάννη, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά τη συζήτηση στο ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεπώς είναι εκ του νόμου αντίκλητός τους.
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως (13.12.2021), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκαν οι 1η, 2η, 4η, 5η, 7η, 8η, 9η και 10η εκ των αναιρεσιβλήτων, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, αφού οι ως άνω απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νομίμως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ (ταυτόσημη με αυτή του άρθρου 559 αρ.1), όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 14/2015, Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 8/2018, Ολ.ΑΠ 27/1998).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 9 παρ. 1 και 27 παρ. 1 του ν. 2496/1997, που έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 33 παρ. 4 και 34 του ίδιου νόμου, και επί ασφαλιστικών συμβάσεων που προϋπήρχαν αυτού και είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος του, προκύπτει ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, η οποία αποδεικνύεται με έγγραφο, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση).
Εξάλλου, ομαδική ασφάλιση, για την οποία δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη και ο νόμος δεν δίδει ειδικώς την έννοια του όρου, αλλά μόνον αποσπασματικώς στο άρθρο 29 παρ. 3 του ν. 2496/1997, όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ομαδικής ασφάλισης, είναι η ασφάλιση με την οποία, με μία ασφαλιστική σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι υπό τις ίδιες προϋποθέσεις υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους.
Η ομαδική ασφάλιση, μπορεί να αφορά το προσωπικό μιας επιχείρησης ή και κάποια άλλη κατηγορία προσώπων και λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει σε περίπτωση πραγματοποιήσεως του ασφαλισμένου κινδύνου ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στο δικαιούχο του ασφαλίσματος (τρίτο).
Στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, το δικαίωμα του οποίου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της πλήρωσης των όρων της συμβάσεως (αρθρ. 201 επ. ΑΚ), έχει άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή (και όχι από τον αντισυμβαλλόμενο - δέκτη της υποσχέσεως), το συμφωνηθέν ασφάλισμα σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου (ασφαλιστική περίπτωση) και πληρώσεως των όρων της συμβάσεως.
Πρόκειται περί γνησίας ομαδικής ασφαλίσεως, που λειτουργεί ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (αρθρ. 411 ΑΚ), κατά την οποία, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση, ο δικαιούχος τρίτος αποκτά το ασφάλισμα εξ ιδίου δικαίου και δικαιούται να ασκήσει απευθείας αγωγή κατά του υποσχεθέντος (ασφαλιστή) και να απαιτήσει την προς αυτόν καταβολή της υποσχεθείσης παροχής (ΑΠ 912/2021, ΑΠ 1021/2020, ΑΠ 678/2020).
Τέλος, η διαχειριστική ασφάλιση είναι μια επενδυτικής φύσεως εργασία, χωρίς να έχει σχέση με την κλασική μορφή ομαδικής ασφαλίσεως με την έννοια της αναλήψεως ασφαλιστικού κινδύνου εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχειρήσεως. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 13 κεφ. VII παρ. 2α Ν.Δ. 400/1970 "Περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως" επιτρέπεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να συμβάλλονται με άλλη επιχείρηση ή νομικό πρόσωπο για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού της.
Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού επιχειρήσεως ή και των μελών νομικού προσώπου (όπως συλλόγου), η ασφαλιστική επιχείρηση δημιουργεί Λογαριασμό Καταθέσεως ασφαλίστρων, στον οποίο καταθέτει χρήματα η επιχείρηση ή ο σύλλογος (λήπτης της ασφαλίσεως), εκείνη δε, έναντι προμηθείας, την οποία λαμβάνει από το λογαριασμό, αναλαμβάνει την υποχρέωση, όταν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί και ειδικότερα όταν πληρωθούν οι προϋποθέσεις της συνταξιοδοτήσεως και οι συμφωνηθέντες, στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 361 και 713 επ.
ΑΚ, μεταξύ των συμβαλλομένων, όροι, να καταβάλλει στον οριζόμενο δικαιούχο (εργαζόμενο της επιχειρήσεως ή μέλος του συλλόγου) τη συνταξιοδοτική παροχή (ασφάλισμα), την οποία αφαιρεί από το λογαριασμό καταθέσεως ασφαλίστρων, που έχει δημιουργηθεί από τις καταθέσεις του εργοδότη, χωρίς να μετέχει η ίδια (ασφαλιστική εταιρεία), αφού η συμμετοχή της περιορίζεται στη διαχείριση των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και υποχρεούται να προβεί στην καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής στο μέτρο της επάρκειας του λογαριασμού διαχειρίσεως κεφαλαίων.
Υπό τις συνθήκες αυτές συνάπτεται γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπομένη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 410, 411 επ. Α.Κ., δηλαδή υπέρ του ασφαλισμένου (εργαζομένου ή μέλος του συλλόγου), καθόσον το δικαίωμα επί του ασφαλίσματος γεννάται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση και υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση απευθείας και αμέσως στο πρόσωπό του, χωρίς να απαιτείται να αποκτηθεί τούτο πρώτα από τον αντισυμβαλλόμενο, λήπτη της ασφαλίσεως και εν συνεχεία να μεταβιβασθεί από αυτόν στον τρίτο ασφαλισμένο (ΑΠ 912/2021, ΑΠ 1021/2020, ΑΠ 1477/2019, ΑΠ 1131/2017).
Επομένως, ο τρίτος που δεν είναι συμβαλλόμενος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον ασφαλιστή εντολοδόχο την παροχή σε εκείνη την έκταση και ποσότητα την οποία, στο πλαίσιο της εντολής, καθόρισε δεσμευτικά για τον εντολοδόχο ασφαλιστή ο εντολέας σύλλογος ή εργοδότης. Και τούτο διότι κατά τα άρθρα 717 και 718 ΑΚ με τη σύμβαση της εντολής ενδέχεται να συνδέονται συγκεκριμένου περιεχομένου οδηγίες του εντολέα προς τον εντολοδόχο και εν προκειμένω του συλλόγου ή εργοδότη προς τον ασφαλιστή, σχετικές με την αποδοτέα στον τρίτο παροχή, οι οποίες αν έχουν επιτακτικό (και όχι ενδεικτικό) χαρακτήρα ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται σ' αυτές απαρεγκλίτως, μη έχοντας δικαίωμα να ελέγξει το περιεχόμενό τους, ευθυνόμενος άλλως για κακή εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 912/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Οι ενάγοντες, τυγχάνουν συνταξιούχοι υπάλληλοι της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος και μέλη του σωματείου εργαζομένων της με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Σ.ΕΑ.Τ.Ε.), που αναγνωρίστηκε με την υπ' αριθμ. 6758/31.12.1098 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και καταχωρήθηκε στα βιβλία σωματείων του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμ.
μητρ. 22270/5137, κατόπιν τροποποιήσεως του Καταστατικού του, που επικυρώθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 65314.2.2013 διαταγής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Σκοπός δε του τελευταίου, είναι, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με το αρ. 3 του Καταστατικού του η προάσπιση και προαγωγή οικονομικών, ασφαλιστικών και κοινωνικών συμφερόντων των μελών του, με τη δημιουργία ειδικών κεφαλαίων για την αλληλοβοήθεια τους.
Για το λόγο αυτό, σύμφωνα με το αρ. 16 Α' του ως άνω Καταστατικού "στα μέλη του Σωματείου που αποχωρούν οριστικά και αμετάκλητα από την Τράπεζα, λόγω συνταξιοδότησης παρέχεται οικονομική ενίσχυση με βάση τις πλήρεις αποδοχές που λαμβάνουν κατά το χρόνο της εξόδου τους, σύμφωνα με την ακόλουθη αναλογία: 1) 2 μηνών πλήρεις αποδοχές, για όσους έχουν συμπληρώσει 25 χρόνια ως μέλη του Σωματείου, 2) 1,5 μήνα πλήρεις αποδοχές για όσους έχουν συμπληρώσει 20 χρόνια ως μέλη....Δ) Για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού ποσοστό μέχρι 50% από τις μηνιαίες τακτικές εισφορές των μελών τηρείται σε Ειδικό Λογαριασμό".
Στα πλαίσια δε της ανωτέρω αναφερόμενης περ. Στ' του αρ. 16 του Καταστατικού του εναγόμενου, το σωματείο με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Σ.Υ.Α.Τ.Ε.), κατόπιν ενοποιήσεως του με τον "ΣΥΛΛΟΓΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΣΕΠΑΤ.Ε.) και με τον "ΣΥΛΛΟΓΟ ΓΕΩΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" [Σ.Γ.ΕΑΤ.Ε.), σε ενιαίο Σωματείο, σύναψε με την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία την υπ' αριθμ. 38553000048/1985 σύμβαση ομαδικής ασφάλισης των μελών του, με τις μεταγενέστερες Πρόσθετες Πράξεις που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του και ημερομηνία έναρξης ισχύος την 14.5.1984, στο Γενικό Κανονισμό Προγράμματος Προνοίας και στο κεφάλαιο "Παροχές" της οποίας, προβλέφθηκε εφάπαξ παροχή στους ασφαλισμένους, κατά την ημερομηνία συνταξιοδότησης τους, εκ ποσού 7% του μηνιαίου συντάξιμου μισθού τους επί τη συντάξιμη υπηρεσία τους, μεταθέτοντας, κατ' αυτόν τον τρόπο, την καταστατική του υποχρέωση σε οικονομική ενίσχυση των μελών του στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, η οποία ανέλαβε, αποκλειστικά το οικονομικό βάρος επελεύσεως της ασφαλιστικής περίπτωσης, προς εξασφάλιση των συμφερόντων των συνταξιοδοτηθέντων μελών του.
Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, η εφάπαξ παροχή έκαστου ασφαλισμένου - μέλους του εναγόμενου σωματείου - χρηματοδοτείτο από τα συσσωρευμένα, κατά τη διάρκεια της ενεργούς υπηρεσίας του, αποθεματικά, εκ του παρακρατηθέντος ήμισυ του 1 % των ακαθάριστων μηνιαίων αποδοχών του, τα οποία κατέβαλε το εναγόμενο σε Ειδικό Λογαριασμό καθόλη τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης, μέχρι τη συνταξιοδότηση του μέλους του και απέδιδε σε αυτό κατόπιν γνωστοποιήσεως στην εναγόμενη επελεύσεως της ασφαλιστικής περίπτωσης, κατά το αρ. 5 της επίδικης σύμβασης.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από 1.8.2012, το άνω σωματείο έπαυσε να καταβάλει τις εισφορές των μελών του, όπως καθορίζονταν από την ασφαλιστική σύμβαση, ο λογαριασμός διαχείρισης της οποίας, την 10.1.2014, παρουσίαζε υπόλοιπο 6.787,35 ευρώ, λόγω αθρόας εξόδου των μελών του από την υπηρεσία τους και επάλληλης δυσχέρειας των αποθεμάτων του λογαριασμού και, ως εκ τούτου, η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την από 22.1.2013 μονομερή δήλωση της, ως είχε δικαίωμα, κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, αρχομένων των αποτελεσμάτων της, με την πάροδο τριών μηνών από την επίδοση της, ήτοι από 25.4.2013, ex nunc...
Πλην όμως, από τις μηνιαίες αποδοχές των εναγόντων παρακρατούνταν, καθόλο το διάστημα του εργασιακού τους, στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, βίου, η ανωτέρω εισφορά και, για το λόγο αυτό, μάλιστα, η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία τους χορηγούσε τις αντίστοιχες βεβαιώσεις καταβολής ασφαλίστρων, καθόσον αφορά, μεταξύ άλλων, και την επίδικη ασφαλιστική σύμβαση...
Κατά τη συνταξιοδότηση τους όμως, η οποία έλαβε χώρα την αναφερόμενη στην αγωγή τους ημερομηνία για έκαστο εξ αυτών, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την εναγόμενη, ώστε παρέλκει η αναλυτική παράθεση, ουδέν ποσό τους κατέβαλε η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία. Ισχυρίζεται δε η τελευταία ότι δεν ευθύνεται για το πρότερο της καταγγελίας διάστημα σε καταβολή εφάπαξ παροχής στα συνταξιοδοτηθέντα μέλη του εναγόμενου - ασφαλισμένους, λόγω ανεπάρκειας του αποθέματος του λογαριασμού διαχείρισης της επίδικης σύμβασης, άλλως, ότι ευθύνεται μέχρι το εναπομείναν σε αυτόν ποσό.
Τούτο δε διότι, αφενός με την με αριθμ. πρωτ. 1669110.2.2011 επιστολή της κοινοποίησε, ως είχε συμβατική υποχρέωση, στο άνω σωματείο την με αριθμ. πρωτ. 139/8.12.2010 αναλογιστική μελέτη για την επίδικη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, με σκοπό την καταβολή έκτακτης εισφοράς 4.431.000,00 ευρώ στο Λογαριασμό Διαχείρισης της επίδικης συμβάσεως, προς κάλυψη όλων των συνταξιοδοτηθέντων ασφαλισμένων μελών του, και αφετέρου διότι το υπόλοιπο μόνο του Λογαριασμού αυτού εγγυάται κατά το αρ. 3.3 εδ.
α' της σύμβασης. Οι ισχυρισμοί της, όμως, αυτές (ενν. αυτοί) αλυσιτελώς προτάσσονται δεδομένου ότι κατά το εδ β' του Ιδίου ως άνω άρθρου, εγγυήθηκε το σύνολο της, προβλεπόμενης στον Γενικό Κανονισμό Προγράμματος Προνοίας, επίδικης εφάπαξ παροχής στα μέλη του άνω σωματείου... Ως εκ τούτου, η ανεπάρκεια του Λογαριασμού Διαχείρισης της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης, αληθής υποτιθέμενη, υπάγεται στη δική της σφαίρα ευθύνης, οπότε και όφειλε να καταβάλει στους έχοντες αποκτήσει δικαίωμα, ασφαλισμένους ενάγοντες την συμφωνηθείσα επίδικη παροχή, άλλως, επιμελώς φερόμενη, να καταγγείλει εγκαίρως την επίδικη ασφαλιστική σύμβαση, ενώ, επιπλέον, ομοίως απορριπτέος τυγχάνει και ο ισχυρισμός της ότι για οκτώ από τους ενάγοντες δεν έλαβε γνωστοποίηση της συνταξιοδότησης τους από το σωματείο προ της καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης, κατά το αρ. 5 της επίδικης σύμβασης, δεδομένου ότι μόνο δύο εξ αυτών με απευθείας γνωστοποίησαν στην εναγόμενη τη συνταξιοδότηση τους, με τις αναφερόμενες αιτήσεις, η οποία αρνήθηκε επανειλημμένως την καταβολή της ασφαλιστικής παροχής της, καίτοι είχε υποχρέωση προς άμεση καταβολή αυτής στους ενάγοντες, οι οποίοι απέκτησαν την επίδικη παροχή, ένεκα της επίδικης γνήσιας υπέρ τους ασφαλιστικής σύμβασης, εξ ιδίου δικαίου...
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι το σύνολο των εναγόντων συνταξιοδοτήθηκαν, πριν την λύση, δια καταγγελίας, της επίδικης σύμβασης, δικαίωμα το οποίο ρητά είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της η εναγόμενη ασφαλιστική, στο αρ. 7 της επίδικης σύμβασης, και για τους εκεί αναφερόμενους λόγους, δοθέντος ότι, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να συνεχιστεί η επαχθής για αυτήν σύμβαση ομαδικής ασφάλισης των μελών του άνω σωματείου, απότοκος της υπερημερίας του τελευταίου, καθόσον αφορά στην καταβολή των παρακρατηθέντων εισφορών στο Λογαριασμό Διαχείρισης και, ως εκ τούτου, οι ενάγοντες αυτοί δεν έχουν αξίωση κατά του σωματείου από το ισχύον Καταστατικό του (εσωτερική σχέση), έχουν μόνο αξίωση κατά της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, δεδομένου ότι και κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, η επίδικη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης έφερε το χαρακτήρα γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, από την οποία έκαστος των εναγόντων (τρίτος) κατά την συνταξιοδότηση του αποκτούσε άμεσο δικαίωμα κατά του υποσχεθέντος ασφαλιστή (εναγομένης) από τη στιγμή που η τελευταία αναλάμβανε από το κεφάλαιο το αναγκαίο ποσό για το σχηματισμό του χρηματικού ποσού που θα χορηγείτο στον υπάλληλο... .
Με βάση τις παραδοχές αυτές, αποκλειστικά υπεύθυνη στην καταβολή εφάπαξ παροχής στα συνταξιοδοτηθέντα, έως την καταγγελία, μέλη του άνω σωματείου, ασφαλισμένους της εναγόμενης, είναι η εναγομένη ασφαλιστική..., κατά το λόγο ποσοστού 7% του μηνιαίου συντάξιμου μισθού τους, ο οποίος προκύπτει από τις προσκομισθείσες ετήσιες βεβαιώσεις αποδοχών τους ή από τα εκκαθαριστικά τους σημειώματα ή από τις αποφάσεις χορηγήσεως εφάπαξ ποσού από το Α.Τ.Π.Ε.Α.Τ.Ε., παρά τα αόριστα περί του αντιθέτου λεγόμενα της εναγόμενης εταιρείας, επί τη συντάξιμη υπηρεσία τους, όπως οι όροι αυτοί καθορίζονται στον Γενικό Κανονισμό Προνοίας της υπ' αριθμ. 38553000048/1985 σύμβασης ομαδικής ασφάλισης τους και, ως εκ τούτου: 1) η Ε.
Ζ.-Β. προσελήφθη την 31-1-1984 και αποχώρησε από την Τράπεζα και συνταξιοδοτήθηκε την 1-11-2011 (26 χρόνια και 11 μήνες συντάξιμη υπηρεσία) με το βαθμό του Τμηματάρχη Α, με μεικτές μηνιαίες και συντάξιμες αποδοχές 3.309,12 ευρώ, συνεπώς δικαιούται το ποσό των (3.309,12 Χ 26 6.022,59 €, 2) η Κ. Α. Κ. προσελήφθη την 20-5-1985, και αποχώρησε από την Τράπεζα και συνταξιοδοτήθηκε την 30-12-201 (25 χρόνια και 7 μήνες συντάξιμη υπηρεσία) με το βαθμό του Τμηματάρχη Β, με μεικτές μηνιαίες και συντάξιμες αποδοχές 2.767,00 ευρώ, συνεπώς δικαιούται το ποσό των (2767,00 Χ 25 Χ 7%=) 484225 ευρώ, 3) ο Κ.
Κ. προσελήφθη την 13-7-19781 και αποχώρησε από την Τράπεζα και συνταξιοδοτήθηκε την 10-5-2011 (33 χρόνια συντάξιμη υπηρεσία) με το βαθμό του Υποδιευθυντή, με μεικτές μηνιαίες και συντάξιμες αποδοχές 5.647,16 ευρώ, συνεπώς δικαιούται το ποσό των (5.647,16 Χ 33 Χ 7%=) 13.044,93 ευρώ, 4) η Β. Π. προσελήφθη την 28-11-1983 και αποχώρησε από την Τράπεζα και συνταξιοδοτήθηκε την 25-4-2011 (27 χρόνια και 5 μήνες συντάξιμη υπηρεσία) με το βαθμό του Τμηματάρχη Α' με μεικτές μηνιαίες και συντάξιμες αποδοχές 3.058,51 ευρώ, συνεπώς δικαιούται το ποσό των (3.058,51 Χ 27 Χ7%=) 5.780,58 ευρώ, 5) η Ν.
Σ. - Π. προσελήφθη την 16-6-1982 και αποχώρησε από την Τράπεζα και συνταξιοδοτήθηκε την 31-10-2011 (29 χρόνια και 5 μήνες συντάξιμη υπηρεσία) με το βαθμό του Τμηματάρχη Α' με μικτές μηνιαίες και συντάξιμες αποδοχές 2.710,03 ευρώ, συνεπώς δικαιούται το ποσό των (2.710,03 χ 29 Χ7%=) 5.501,36 ευρώ, 6) ο Δ. Κ. προσελήφθη την 15-9-1975 και αποχώρησε από την Τράπεζα και συνταξιοδοτήθηκε την 31-12-2010 (35 χρόνια και 3 μήνες συντάξιμη υπηρεσία) με το βαθμό του Τμηματάρχη Α, με μεικτές μηνιαίες και συντάξιμες αποδοχές 4.395,45 ευρώ, συνεπώς δικαιούται το ποσό των (4.395,45 Χ 35 Χ7%= 10.768,85 €, 7) η Α.
Μ. προσελήφθη την 28-11-1983 και αποχώρησε από την Τράπεζα και συνταξιοδοτήθηκε την 29-4-2011 (27 χρόνια και 5 μήνες συντάξιμη υπηρεσία) με το βαθμό του Τμηματάρχη Α' με μεικτές μηνιαίες και συντάξιμες αποδοχές 3.058,51 ευρώ, συνεπώς δικαιούται το ποσό των (3.058,51 Χ 27 5.780,58 ευρώ, 8) η Α. Σ. προσελήφθη την 11-11-1983 και αποχώρησε από την Τράπεζα και συνταξιοδοτήθηκε την 28-7-2012 (28 χρόνια και 8 μήνες συντάξιμη υπηρεσία) με το βαθμό του Τμηματάρχη Α με μεικτές μηνιαίες και συντάξιμες αποδοχές 2.744,28 ευρώ, συνεπώς δικαιούται το ποσό των (2.744,28 Χ 28 Χ 7%=) 5.378,78 ευρώ, 9) η Τ.
Σ.-Σ. προσελήφθη την 7-7-1981 και αποχώρησε από την Τράπεζα και συνταξιοδοτήθηκε την 28-72012 (31 χρόνια συντάξιμη υπηρεσία) με το βαθμό του Τμηματάρχη Α' με μεικτές μηνιαίες και συντάξιμες αποδοχές 2.596,39 ευρώ, συνεπώς δικαιούται το ποσό των (1596139 Χ 31 Χ 5.634,16 ευρώ και 10) η Α. Π. προσελήφθη την 8-9-1986- και αποχώρησε από την Τράπεζα και συνταξιοδοτήθηκε την 28-7-2012 (25 χρόνια και 10 μήνες συντάξιμη υπηρεσία) με το βαθμό του Τμηματάρχη Β' με μεικτές μηνιαίες και συντάξιμες αποδοχές - 2.331,71 ευρώ, συνεπώς δικαιούται το ποσό των (2.331,71 χ 25 χ 7%=) 4080,49 ευρώ ...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που κρίνοντας ομοίως είχε δεχθεί την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους τα προαναφερθέντα ποσά, με το νόμιμο τόκο από την 19-3-2013 και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις αφενός μεν των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1 και 5 του ν. 2496/1997, αφετέρου δε των άρθρων 201, 209, 361, 410 - 412, 414, 713 του ΑΚ, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 13 κεφ. VII παρ. 2α Ν.Δ. 400/1970, καθόσον, υπό τις πιο πάνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ένδικη σύμβαση δεν φέρει το χαρακτήρα της σύμβασης ομαδικής ασφάλισης, υπό την έννοια της ανάληψης ασφαλιστικού κινδύνου, αλλά πρόκειται για Σύμβαση Διαχειριστικής Ασφάλισης Λογαριασμού, με βάση την οποία ο εκάστοτε εργαζόμενος, μέλος του Συλλόγου, με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία αυτή τελούσε, ήτοι από τη στιγμή της συνταξιοδότησής του, αποκτούσε άμεσο και ίδιο αποκλειστικό δικαίωμα κατά της αναιρεσείουσας, χωρίς δηλαδή τη μεσολάβηση του συμβαλλόμενου Συλλόγου (λήπτη της ασφάλισης), προς καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής αφαιρετέας από το λογαριασμό διαχείρισης κεφαλαίου, υπό τον όρο όμως της επάρκειας του τηρούμενου λογαριασμού, εφόσον δε, σύμφωνα με τις ίδιες ως άνω παραδοχές, το υπάρχον στο λογαριασμό υπόλοιπο δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των αναιρεσιβλήτων, η αναιρεσείουσα, ως εντολοδόχος, δεν είχε συμβατική υποχρέωση να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους τις αιτούμενες παροχές.
Επιπροσθέτως δε το Εφετείο, απέρριψε τον εκ του άρθρου 342 ΑΚ ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, κρίνοντας εσφαλμένως, ενόψει των προεκτεθέντων, ως προς τον τρόπο λειτουργίας της επίδικης σύμβασης, ότι η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στον επίδικο λογαριασμό ασφαλίστρων, δεν αποτελεί γεγονός για το οποίο αυτή δεν υπέχει ευθύνη, ώστε να απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής της επίδικης παροχής στους αναιρεσίβλητους, καθόσον εντάσσεται στη σφαίρα της δικής της επιρροής.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι, κατά το πρώτο σκέλος τους, της αίτησης αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται οι ανωτέρω αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τυγχάνουν βάσιμοι, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας των λόγων αυτών παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 7454/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ